ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Κάθε πράξις μας σέ τούτη τή ζωή ἔχει τήν ἀνταμοιβή της στήν ἄλλη, τήν αἰώνιο. Ὄχι μόνο οἱ θετικές πράξεις, ἀλλά καί οἱ ἀρνητικές. Καί ἡ περισσότερη ἀρνητική πράξις εἶναι ἡ ἄρνησις τοῦ Χριστοῦ. Ἄν ἀρνηθοῦμε τόν Ἰησοῦ Χριστό, τότε καί Ἐκεῖνος θά μᾶς ἀρνηθῆ. Αὐτό τονίζει ὁ Παῦλος «Εἰ ἀρνούμεθα τόν Χριστόν, κἀκεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς». Ἄρνησις καί Ὁμολογία εἶναι δύο θέσεις, πού παίρνει ὁ ἄνθρωπος ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Μπροστά στόν ἥλιο ἤ θά κλείσης τά μάτια, ἀρνούμενος τή λάμψι του, ἤ θά τόν δεχθῆς. Δέν χωράει τρίτη θέσις. Ἀδιάφοροι μπροστά στόν Χριστό δέν μποροῦμε νά περάσουμε. Ἤ θά τόν ὁμολογοῦμε ἤ θά τόν ἀρνούμεθα. Δέν θά σωθοῦμε ἄν δέν Ὁμολογοῦμε τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος παρουσίασε καί τή θετική καί τήν ἀρνητική ὄψι, καί ἦταν κατηγορηματικός: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς. Ὅστις δ᾿ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς»1.
