
«Οἵτινες, ἀπηλγηκότες, ἑαυτούς παρέδωκαν τῇ ἀσελγείᾳ»1, λέει στόν 19ο στίχο. Μιλάει γιά τούς εἰδωλάτρες καί τούς ἁμαρτωλούς. Στόν προηγούμενο στίχο λέγει, ἀναφερόμενος σ’ αὐτούς πάλι, «ἐσκοτισμένοι τῇ διανοίᾳ». Καί στόν πρό προηγούμενο πού εἴχαμε δεῖ τήν περασμένη φορά, μᾶς μιλάει γιά «τά ἔθνη τά ὁποῖα περιπατοῦν ἐν ματαιότητι τοῦ νοός αὐτῶν». Αὐτό τό εἴχαμε ἀναλύσει τότε. Ὁπότε ὁ 18ος καί ὁ 19ος εἶναι συνέχεια αὐτοῦ τοῦ στίχου. Μᾶς λέει δηλαδή ὁ Ἀπόστολος στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του, ξαναθυμίζω τόν 17ο στίχο, «αὐτό σᾶς λέω καί μαρτύρομαι ἐν Κυρίῳ, μηκέτι ὑμᾶς περιπατεῖν καθώς καί τά λοιπά ἔθνη περιπατεῖ ἐν ματαιότητι τοῦ νοός αὐτῶν»2, ὅτι δέν πρέπει ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πού βαφτιστήκαμε, πού μπήκαμε μέσα στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, νά ζοῦμε ὅπως καί τά ὑπόλοιπα ἔθνη ἐν ματαιότητι τοῦ νοός ἡμῶν, μέσα στή ματαιότητα τοῦ νοός μας, στή ματαιότητα τῶν σκέψεων, τῶν ἐπιθυμιῶν καί ἐνεργώντας σύμφωνα μέ αὐτές, νά ζοῦμε θά λέγαμε λαϊκά «τσάμπα», μέσα στή ματαιότητα, σέ μιά ζωή, ἡ ὁποία δέν ὁδηγεῖ στήν αἰώνια ζωή. Τά ἔθνη λοιπόν, εἶναι αὐτά πού πορεύονται ἐν ματαιότητι τοῦ νοός αὐτῶν. Καί ὅταν λέει ἔθνη ἡ Ἁγία Γραφή, ἐννοεῖ τούς εἰδωλολάτρες. Καί λέει στόν 18ο στίχο, αὐτά τά ἔθνη εἶναι «ἐσκοτισμένοι τῇ διανοίᾳ ὄντες ἀπηλλοτριωμένοι τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ διά τήν ἄγνοιαν τήν οὖσαν ἐν αὐτοῖς διά τήν πώρωσιν τῆς καρδίας αὐτῶν». Τί σημαίνει τώρα αὐτός ὁ στίχος; Τά ἔθνη, τά ὁποῖα ζοῦνε μάταια, ἔχουν σκοτισμένη τή διάνοια. Οἱ ἄνθρωποι δηλαδή οἱ εἰδωλολάτρες ἔχουν σκοτισμένη τή διάνοια, τή σκέψη, καί «ἀπηλλοτριωμένοι τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ», εἶναι ἀποξενωμένοι τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.
Λέγει καί ὁ Ἅγιος Νικόδημος, τό μέν φῶς τόσο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ ὅσο καί τῆς ἐναρέτου ζωῆς ἔλαμπε εἰς τόν κόσμον διά κτίσεως καί τοῦ φυσικοῦ νόμου. Δηλαδή ἡ κτίσις, ἀλλά καί ὁ φυσικός νόμος πού ἔχει βάλει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, αὐτά ἔδιναν στούς ἀνθρώπους τήν θεογνωσία καί τούς ὁδηγοῦσαν στήν ἐνάρετη ζωή. Ὅμως τί ἔγινε μετά; Τά ἔθνη, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν διάθεση καλή, μέ τή βούλησή τους, σκότισαν τόν ἑαυτό τους, διατί ἔκαναν ἀσθενές τό διορατικό ὄμμα τῆς ψυχῆς. Πῶς;