Ὁ Ὅσιος Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα
Χαριτωμένος ἦταν ὁ στάρετς ὅταν ἔκανε παρατηρήσεις στήν ζωή του. «Ἐγώ», ἔλεγε, «μέσα στήν πολυκοσμία γεννήθηκα καί μέσα στήν πολυκοσμία ζῶ». Καί πρόσθετε προφητικά: «Ἔτσι καί μέσα στήν πολυκοσμία θά κοιμηθῶ». Πράγματι!
Τίς τελευταῖες του ὧρες ἦταν περιστοιχισμένος ἀπό πλῆθος κόσμου. Ἄλλοι
μέσα στό κελλί του, ἄλλοι – οἱ περισσότεροι – ἔξω ἀπό τήν πόρτα, ἄλλοι
στόν Ναό ὅπου προσεύχονταν γιά τήν ἀνάρρωσί του, ἄλλοι ἐρχόμενοι ἀπό τήν
Ὄπτινα καί ἄλλοι ἀπό διάφορες ἀποστάσεις πολλῶν βερστίων.
Στά
ξημερώματα τῆς 10ης Ὀκτωβρίου, ἡμέρας Πέμπτης, ὁ στάρετς φαινόταν
ἐντελῶς ἐξασθενημένος. Τώρα πιά οὔτε τά μάτια μποροῦσαν ν᾿ ἀτενίζουν
ψηλά οὔτε τά χείλη νά ψιθυρίζουν προσευχές, ἐνῶ ὁ σφυγμός του γινόταν
ὅλο καί περισσότερο ἀσθενικός. «Ποῦ πηγαίνεις, πάτερ Ἰωσήφ»;
ἀκούσθηκαν σέ μιά στιγμή μερικές ἀνησυχητικές ἐρωτήσεις. Ὁ ἐπιστήθιος
μαθητής τοῦ π. Ἀμβροσίου ἀναχωροῦσε βιαστικά γιά τήν Σκήτη.
