Μια θεόσταλτη δοκιμασία έφερε σ’
επίγνωση τον όσιο Άρέθα, πού καταγόταν από το Πολότσκ καί ήταν μοναχός
της Λαύρας των Σπηλαίων. Αυτός ό δυστυχής είχε το πάθος της
φιλαργυρίας, τη ρίζα όλων των κακών, κατά τον απόστολο. Μάζευε κρυφά κι
έκρυβε στο κελλί του χρήματα καί πολύτιμα είδη. Από το εργόχειρο του
δεν έδινε τίποτα στη μονή ή στους φτωχούς. ‘Αλλά ούτε καί για τον εαυτό
του ξόδευε το παραμικρό. Μόνο συγκέντρωνε…
Ό Λόγος του Θεού δεν τον συνέτιζε.
Οί νουθεσίες καί οι παραινέσεις του ηγουμένου δεν έφερναν άποτέλεσμα Οί
συμβουλές των αδελφών δεν τον συγκινούσαν.
Κάποια νύχτα, με παραχώρηση Θεού, άγνωστοι κλέφτες του άρπαξαν όλη την περιουσία κι εξαφανίστηκαν.
Όταν ό Άρέθας ανακάλυψε την κλοπή
κεραυνοβολήθηκε. Ήταν τέτοια η απόγνωση του, πού μόνο με την επέμβαση
του φιλάνθρωπου Θεού συγκρατήθηκε καί δεν τερμάτισε τη ζωή του. Έγινε
όμως ένα αγρίμι από την οργή καί την παράφορα.

