
Υπάρχουν δύο είδη πειρασμών. Είναι ο πειρασμός της αμαρτίας, που
προέρχεται έξω από τον άνθρωπο και ο άνθρωπος τον δέχεται με την
προαίρεσή του δίνοντας συγκατάθεση, και είναι και ο πειρασμός- παιδεία
του Κυρίου, που είναι ελεγχόμενος και πάντα για την πρόοδο του κατά θεία
υιοθεσία παιδιού του Θεού. Για την πρώτη περίπτωση, γράφει ο επίσκοπος Ιάκωβος στην επιστολή του:
«Μηδείς πειραζόμενος ας λέγη ότι από του Θεού πειράζομαι· διότι ο Θεός
είναι απείραστος κακών και αυτός ουδένα πειράζει. Πειράζεται δε έκαστος
υπό της ιδίας αυτού επιθυμίας, παρασυρόμενος και δελεαζόμενος.Έπειτα
η επιθυμία αφού συλλάβη, γεννά την αμαρτίαν, η δε αμαρτία εκτελεσθείσα
γεννά τον θάνατον» (α 13-15). Ενώ για την δεύτερη, γράφει: «Μακάριος ο
άνθρωπος, όστις υπομένει πειρασμόν· διότι αφού δοκιμασθή, θέλει λάβει
τον στέφανον της ζωής, τον οποίον υπεσχέθη ο Κύριος εις τους αγαπώντας
αυτόν» (α 12).

