Το αντίδωρο και η διανομή του αποτελούν
το επισφράγισμα της τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας. Το αντίδωρο αποτελεί
μικρό απότμημα του πρόσφορου, από το οποίο εξήγαγε ο λειτουργός και
εναπέθεσε στο δισκάριο τον αμνό και τις λοιπές μερίδες (της Θεοτόκου,
των εννέα Αγγελικών Ταγμάτων, των Αγίων, του επιχωρίου αρχιερέα, των
ζώντων και κεκοιμημένων μελών της Εκκλησίας) κατά την ακολουθία της
προσκομιδής.
Η διανομή του αντιδώρου αφορά όσους
πιστούς δεν έλαβαν μέρος στο κοινό ευχαριστιακό ποτήριο. Αυτό
διαφαίνεται και από την ετυμολογία του όρου (αντί + δώρο), όπου ως δώρο
εννοούνται τα Τίμια Δώρα. Η σημασία του αντιδώρου είναι δευτερεύουσα, σε
σύγκριση με την ανεκτίμητη ωφέλεια του πιστού από την μετάληψη των
ευχαριστιακών Δώρων. Όμως, η αδυναμία των πιστών να μετέχουν στη Θεία
Κοινωνία κάθε φορά που αυτή τελείται, ώθησε την Εκκλησία να διανείμει το
αντίδωρο ως στοιχείο παρηγορίας των πιστών που δεν μετέλαβαν.
Κατά τον Συμεών Θεσσαλονίκης, οι πιστοί που δεν μετείχαν του κοινού
ποτηρίου έλαβαν τον αγιασμό από την απλή μετοχή τους στην ακολουθία μόνο
νοητά. Οι πιστοί αισθάνονται ότι λαμβάνουν και έμπρακτα τον αγιασμό με
τη λήψη του αντιδώρου.

