Κάποτε πού ήταν στην Αιδηψό, ξυπνούσε άπό τίς 3 τά χαράματα καί
προσευχόταν. Ενα πρωί διηγήθηκε ότι τήν προηγούμενη βραδιά τόν
επισκέφθηκαν γνωστοί κεκοιμημενοι, οί οποίοι τού έδωσαν τά ονόματα τους,
γιά νά προσευχηθεί.
Ενας άπό αυτούς κάθισε δίπλα του στό κρεβάτι καί ήταν τόσο παγωμένος, πού μετά έκανε 5 ώρες νά συνέλθει από τό ψύχος.
» Ήταν, λές καί τόν είχαν βάλει στην κατάψυξη…»
Άπό τότε έλεγε ότι θά προσευχηθεί στον Θεό, γιά νά του δείξει πώς ζουν οί δίκαιοι καί πώς ζουν οί άνθρωποι οί οποίοι πάνε στην Κόλαση, δηλαδή εκείνοι πού σώζονται καί εκείνοι πού βρίσκονται μακριά άπό τή Χάρη του Θεού.
Έπειτα άπό ένα χρόνο δυνατής προσευχής, ό Θεός του έδωσε αυτή τή δυνατότητα. Σε μία άπό τις συναντήσεις μέ πνευματικά του παιδιά στή Μονή Δαδίου ( 27.7.2002 ), ρώτησε μετά τή θεία Λειτουργία του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος αν γνωρίζουν τί είναι Κόλαση.
Κάποιος τού απάντησε:
» Ήταν, λές καί τόν είχαν βάλει στην κατάψυξη…»
Άπό τότε έλεγε ότι θά προσευχηθεί στον Θεό, γιά νά του δείξει πώς ζουν οί δίκαιοι καί πώς ζουν οί άνθρωποι οί οποίοι πάνε στην Κόλαση, δηλαδή εκείνοι πού σώζονται καί εκείνοι πού βρίσκονται μακριά άπό τή Χάρη του Θεού.
Έπειτα άπό ένα χρόνο δυνατής προσευχής, ό Θεός του έδωσε αυτή τή δυνατότητα. Σε μία άπό τις συναντήσεις μέ πνευματικά του παιδιά στή Μονή Δαδίου ( 27.7.2002 ), ρώτησε μετά τή θεία Λειτουργία του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος αν γνωρίζουν τί είναι Κόλαση.
Κάποιος τού απάντησε:

