Ο μοναχός Χρυσόστομος Διονυσιάτης έγραφε στο τραπεζάκι του κελλιού του: -Μετ’ ολίγον αποθνήσκω. Τι οφείλω να κάνω; 1)Να φωνάξω τον ηγούμενον να εξομολογηθώ. 2)Να ζητήσω συγχώρεση απ’ όλους . 3)Και κατόπιν; Κατόπιν να αφήσω τον εαυτό μου εις το έλεος του Θεού. απ’το βιβλίο του π.Ιωαννικίου Κοτσώνη ΑΘΩΝΙΚΟΝ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ
Θέλετε
να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν
ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν
θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονομήσω τη βασιλεία των ουρανών
και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή
μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ’ εκείνα τα αγαθά. «Αλλά
φοβάμαι να πεθάνω άδικα», ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις
δίκαια; Και ποιός είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πεθάνει
άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια; Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο,
πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει
άδικα, μοιάζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που
ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Αβελ. Δεν
δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό.Και
ο Θεός παραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Αβελ ή
γιατί τον μισούσε;