Ἦταν κάποιο ἀνδρόγυνο εὐλαβὲς καὶ
εἶχαν ἐννιὰ παιδιά. Ὁ σύζυγος ἦταν πάρα πολὺ εὐλαβὴς καὶ ὀλίγον τί
ζηλωτὴς στὰ πνευματικά. Κατὰ γράμμα ἤθελε νὰ τὰ κάνει ὅλα σὰν καλόγερος.
Ἡ γυναίκα παραπονιόταν στὸ Γέροντα ὅτι κουράζεται καὶ θέλει βοήθεια.
Ὅταν ἐρχόταν στὴ Μονὴ τὸ βράδυ μόνη της ἡ σύζυγος μὲ τὰ παιδιὰ κλαίγανε,
φώναζαν αὐτά, ἔκλαιγε καὶ αὐτὴ γιατὶ κουραζόταν…
Αὐτὸς πήγαινε σ’ ἐνα παρεκκλήσι τῶν
Ἁγίων Aναργύρων ἔκανε μετάνοιες, κομποσχοίνι καὶ ἀγρυπνοῦσε. Ἡ σύζυγος
παραπονιόταν καὶ ἔκλαιγε στὸν Γέροντα καὶ εἶχε δίκιο.
Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Γέροντας μόλις τοὺς εἶδε στὴν αὐλὴ μαζὶ κατάλαβε ὅτι κάτι συμβαίνει καὶ ὅτι εἶχαν ἔλθει σὲ καυγὰ μεταξύ τους.
