Ήτανε μία Κυριακή του Ιουλίου. Το παλλεσβιακό προσκύνημα των Παμμεγίστων Ταξιαρχών δεχόταν από πολύ πρωί τους προσκυνητές του.
Μία λαοθάλασσα τα προαύλια του.
Από τους αριθμούς των αυτοκινήτων διαπίστωνες ότι οι περισσότεροι
προσκυνητές ήταν από άλλα διαμερίσματα της χώρας μας.
Η Κυριακάτικη λειτουργία
προχωρούσε . Οι καλλίφωνοι ιεροψάλτες του Προσκυνήματος με τις μελώδικες
τους ψαλμωδίες, ξεκούραζαν την άκρη του εκκλησιάσματος και το ενίσχυαν
στην πνευματική του ανάταση. Ήταν όλοι συνεπαρμένοι από τη θεία
λειτουργία και ο καθένας ξεχωριστά, αφοσιωμένος στις ενδόμυχες προσευχές
του.
Ξαφνικά, μία γυναίκα προσπαθούσε
με κόπο να παραμερίσει τον κόσμο και να φτάσει μπροστά στην θαυματουργό
εικόνα του Αρχαγγέλου, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα αρνί. Όταν έφτασε
μπροστά στην εικόνα αναλύθηκε σε δάκρυα.
– “…Ταξιάρχη μου! Σωτήρα μου! Επιτέλους με αξίωσες να έρθω να σε προσκυνήσω και να σε ευχαριστήσω, χωρίς βοήθεια, μόνη μου!!…”
Σε λίγο στα σκαλιά του γραφείου, διαστακτική φάνηκε η γυναίκα…..



