ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ
ΧΑΙΡΕ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΒΑΔΙΣΤΟΝ(Κάνετε κλίκ στήν εἰκόνα γιά νά ὁδηγηθεῖτε στό ἱστολόγιο: ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ 3
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΗ ΧΡΙΣΤΟΝΥΜΦΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΗ ΧΡΙΣΤΟΝΥΜΦΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Ἡ ἐμφάνιση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στήν μοναχή Χριστονύμφη

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΗΝ ΜΟΝΑΧΗ ΧΡΙΣΤΟΝΥΜΦΗ. 
Την εποχή του ανταρτοπόλεμου, κατέβαιναν οι αντάρτες από το βουνό και κρυβόντουσαν έξω από το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, μέσα στους θάμνους για να προμηθευθούν τρόφιμα. Το κελί της μοναχής Χριστονύμφης ήταν ισόγειο. Εκεί γύρω ήσαν και άλλα 4-5 κελιά πού έμεναν οι αδελφές. Εκεί ήταν και η τράπεζα και ένα κελί μεγάλο γεμάτο εικόνες όλος ο τοίχος. Το είχανε σαν εκκλησία. Εκεί μαζευόντουσαν οι αδελφές, ακριβώς στις 12 τα μεσάνυχτα και διάβαζαν μόνο το μεσονυκτικό, σύμφωνα και με το τροπάριο «ιδού ό Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Μετά οι αδελφές κοιμόντουσαν λίγο και ξυπνούσαν πάλι όρθρου βαθέως κατά την τάξη, για την ακολουθία του όρθρου.
Η αδελφή Χριστονύμφη πριν το μεσονυκτικό καθημερινά πήγαινε στην εκκλησία πού ήταν σέ απόσταση από τα κελιά και άναβε πάντοτε τα καντήλια. Μία φορά όμως τους είχε λείψει το λάδι, διότι ελαιώνα δικό τους δεν είχαν. Στην αδελφή Χριστονύμφη φαινόταν πολύ άβολο να μένουν τα καντήλια σβηστά. Αποφασίζει και παίρνει ευλογία από το Δεσπότη και τρέχει στη Θάσο. Δεν άργησε να γυρίσει με του κόσμου τα δοχεία με φρέσκο λάδι.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Μοναχή Χριστονύμφη-Θαυμαστή ὁπτασία τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ. -Τό παράξενο κλάμα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς

ΜΟΝΑΧΗ ΧΡΙΣΤΟΝΥΜΦΗ – ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ.- ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΛΑΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ.

Ενώ επιμένει ή μικρή Ζωούλα να παρακαλεί την Παναγία μας να την προσκαλέσει στο μοναχικό τάγμα, να και το μήνυμα έρχεται μέσω ουρανίου απεσταλμένου. Βλέπει λοιπόν ή κόρη, σαν προσευχόταν σέ όραμα έναν καβαλάρη με άσπρο άλογο. Πάει μπροστά της και της λέει «ανέβα επάνω» αμέσως ή μικρή κάθεται στο άλογο. Ξεκινάει ό καβαλάρης, ή Ζωή όπως είπαμε πίσω του. Προχωράει-προχωράει, για μία στιγμή ή μικρή ρωτά «έ, που πάμε;» και ό καβαλάρης «θα πάμε κάπου και θα σέ αφήσω εκεί». Τέλος φθάσανε και σταμάτησαν κάπου. Της λέει ό καβαλάρης «κατέβα κάτω». Κατεβαίνει ή μικρή, τόπος τελείως άγνωστος. Όμως από ότι είδε γύρω-γύρω κατάλαβε ότι είναι μοναστήρι. Της λέει εν συνεχεία ό άγνωστος «έδώ πού σέ έφερα, θα μείνεις 30 χρόνια και μετά θα ξανάρθω να σέ πάω άλλου». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του άγνωστου καβαλάρη και χάθηκε.