Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΗΝ ΜΟΝΑΧΗ ΧΡΙΣΤΟΝΥΜΦΗ.
Την
εποχή του ανταρτοπόλεμου, κατέβαιναν οι αντάρτες από το βουνό και
κρυβόντουσαν έξω από το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, μέσα στους
θάμνους για να προμηθευθούν τρόφιμα. Το κελί της μοναχής Χριστονύμφης
ήταν ισόγειο. Εκεί γύρω ήσαν και άλλα 4-5 κελιά πού έμεναν οι αδελφές.
Εκεί ήταν και η τράπεζα και ένα κελί μεγάλο γεμάτο εικόνες όλος ο
τοίχος. Το είχανε σαν εκκλησία. Εκεί μαζευόντουσαν οι αδελφές, ακριβώς
στις 12 τα μεσάνυχτα και διάβαζαν μόνο το μεσονυκτικό, σύμφωνα και με το
τροπάριο «ιδού ό Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Μετά οι
αδελφές κοιμόντουσαν λίγο και ξυπνούσαν πάλι όρθρου βαθέως κατά την
τάξη, για την ακολουθία του όρθρου.
Η
αδελφή Χριστονύμφη πριν το μεσονυκτικό καθημερινά πήγαινε στην εκκλησία
πού ήταν σέ απόσταση από τα κελιά και άναβε πάντοτε τα καντήλια. Μία
φορά όμως τους είχε λείψει το λάδι, διότι ελαιώνα δικό τους δεν είχαν.
Στην αδελφή Χριστονύμφη φαινόταν πολύ άβολο να μένουν τα καντήλια
σβηστά. Αποφασίζει και παίρνει ευλογία από το Δεσπότη και τρέχει στη
Θάσο. Δεν άργησε να γυρίσει με του κόσμου τα δοχεία με φρέσκο λάδι.


