«Κάποιος άλλος, σαράντα πέντε
περίπου χρόνων και πατέρας δύο παιδιών, αν και η κατάσταση της υγείας
τον ήταν πολύ άσχημη, εξομολογήθηκε και κοινώνησε με ευχαρίστηση. Την
επόμενη ημέρα ο ιερεύς τον επισκέφτηκε και πάλι. Το πρόσωπό του ήταν
ήρεμο, καθώς τον διακατείχε μία απέραντη αισιοδοξία. Με χαμηλή και
μισοσβησμένη φωνή είπε:
—
Σήμερα φεύγω, πάτερ… για τον ουρανό, και ή χαρά μου είναι πολύ μεγάλη.
Εάν δεν φύγω, θα λυπηθώ, διότι είναι ενδεχόμενο μέσα στην παλιοκοινωνία
να λερώνει κανείς την ψυχή του. Η ζωή η βρώμικη συνοδεύεται από πολύ
πόνο και πολλή πικρία…Ευχαριστώ
τον Θεό, διότι με αξιώνει να φεύγω με όλα τά εφόδια. Σήμερα το πρωί,
πριν έλθετε, είδα ένα πολύ ευχάριστο θέαμα.


