Όταν έβλεπε κανείς για πρώτη φορά
τον π. Ιάκωβο, δεν μπορούσε να του δώσει καμία σημασία. Ήταν ένα
γεροντάκι, σχεδόν ατημέλητο. Όταν όμως το πλησίαζε καλά, διέκρινε, ότι
μέσα σ’ αυτό το γεροντάκι ήταν πλούσια η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Ο
άνθρωπος αυτός με τους αγώνες του και την χάρη του Θεού είχε φθάσει στην
αναγέννηση. Ο νους του φυσικά και αβίαστα στρεφόταν πάντοτε προς τον
Θεό. Ζούσε με Αυτόν.
Η πνευματικότητά του ήταν αποτέλεσμα, κατά πρώτον λόγο, της
αδιάλειπτης προσευχής. Όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν έστηνε αμέσως
τον ασύρματο της προσευχής και επικοινωνούσε με τον πνευματικό κόσμο. Το
μυαλό του εντρυφούσε στη θεωρία των κριμάτων του Θεού. Ήταν και
φιλακόλουθος. Ποτέ του δεν παρέλειπε την ακολουθία. Τη διάβαζε όχι
μόνον, όταν έμενε στο Μοναστήρι του και είχε το πρόγραμμά του και την
ησυχία του, αλλά και όταν ταξίδευε μακριά. Είχε πάντοτε μαζί του ένα
ντορβά με κάτι μεγάλα βιβλία μέσα. Ήταν η Παρακλητική, το Τριώδιο, το
Ωρολόγιο, τα Μηναία κ.λ.π.

