Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Σιλουανὸ ὅτι εἶχε ἕναν μαθητή, ποὺ τὸν ἔλεγαν
Μᾶρκο. Αὐτὸς εἶχε μεγάλη ὑπακοὴ καὶ ἦταν καλλιγράφος. Ὁ Γέροντας τὸν
ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ὑπακοή του. Εἶχε καὶ ἄλλους ἕνδεκα μαθητές,
οἱ ὁποῖοι στενοχωροῦνταν, γιατὶ αὐτὸν τὸν ἀγαποῦσε παραπάνω ἀπ᾿ αὐτούς.
Τὸ ἔμαθαν οἱ Γέροντες καὶ λυπήθηκαν. Πῆγαν λοιπὸν κάποια μέρα καὶ
ἄρχισαν νὰ τὸν ἐλέγχουν. Τοὺς πῆρε μαζί του, βγῆκαν ἔξω καὶ κτύπησε ἕνα –
ἕνα τὰ κελιὰ λέγοντας:

