Ήρθε ένας πνευματικός άνθρωπος σήμερα καί μου έλεγε γιά την κα Μαρία Παπαμακαρίου στην Αθήνα, ήταν σάν τήν αδελφή Ταβιθά. Πολύ πλούσια κυρία. Όλη τήν περιουσία της την διέθεσε σε πτωχούς.Εκείνα τά δύσκολα χρόνια τής Κατοχής μάς είχε προστατέψει μέ τον αδερφό μου σαν μητέρα. Τελευταία είχε κάνει ένα μεγάλο ορφανοτροφείο, είχε βοηθήσει πολλά παιδάκια. Την ώρα πού ξεψυχούσε, έλαμψε τό πρόσωπό της σάν τον ήλιο. Ενα φως υπέρλαμπρο είδαν οι δικοί της μέσα στο δωμάτιο- καί με ζητούσε: «Πού είναι η Μακρίνα, το Μακρινάκι νά το δω;». Πρόφθασα νά την δω την τελευταία ώρα.
Θυμήθηκε η κυρία Μαρία κάποιον Γέροντα πού είχε πολλή εγκράτεια καί άσκησι στήν μοναχική του ζωή. Αυτόν τον άνθρωπο, τον έζησα καί εγώ από κοντά, τότε πού ήμουν στην Αθήνα. Μέναμε μέ τον αδελφό μου στο Μαρούσι, στήν κα Παπαμακαρίου, καί πηγαίναμε πολλές φορές στο Μοναστηράκι του καί βοηθούσαμε. Γιά κελί είχε ένα φούρνο χτισμένο από πλινθιά καί έμπαινε μέσα καί κοιμόταν. Από τό κελλάκι του έβγαιναν ζουζούνια καί διάφορα ζωύφια. «Άφησέ τα, παιδί μου, νά βγούνε, είναι ευλογημένα απ’ τον Θεό καί αυτά, τά έστειλε νά μέ επισκεφτούν», έλεγε. Τόση αγάπη είχε ακόμη καί στα ζώα! Μιά φορά πήγανε κάποιοι Αρχιερείς νά τον δουν καί όπως ήταν μέσ’ τίς στάχτες, ξυπόλητος, σάν διά Χριστόν σαλός, παρουσιάστηκε, έβαλε μετάνοια καί ασπάστηκε τό χέρι τους.Τί πράγμα ήταν αύτό! Θαύμασαν τήν άσκησι καί τήν αυταπάρνησί του. Σ’ όλο τό σώμα φορούσε αλυσίδες. Μιά πνευματική του κόρη πού πήγε νά μονάση σέ Μοναστήρι -τήν έλεγαν Παρθενία- είδε ολόκληρη οπτασία τήν Δευτέρα Παρουσία. Παρουσιάστηκε η Παναγία καί της έδωσε ένα νόμισμα στο χέρι. Από τότε καί χωρίς νάχη τάλαντο αγιογραφίας, άρχισε νά αγιογραφή ό,τι είδε.






