...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΕΡΟΣ ΜΑΧΑΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΕΡΟΣ ΜΑΧΑΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Ιουλίου 2017

ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ…



Εδώ είμαι ‘γω
Αγαπώντας μια μελαχρινή- μαθήτρια των άστρων!

Λιγοστά σαν τα αρχίζει ο ήλιος 
Και τα τελειώνει ο άλλος ήλιος
Τα χτυποκάρδια των πουλιών γιατί η ανεμελιά που τα ‘χει συμβουλέψει
Έχει έναν ρυθμό ημερωμένο.. Δίνει και δέχεται..
Όμως εγώ
Πολλά τα χτυποκάρδια μου
Γίναν το φουσκωμένο κύμα να μου πνίγει την καρδιά.

Η ώρα ήτανε ευγενική που κλείναν τα λουλούδια τα ματάκια τους
Μύριζε γύρω η ανάσα ενός θεού που θύμωσε..
Κρατιόμουν από αυτό το σούρουπο
Με το λίγο συννεφάκι και το ροδαλό που εξουσίαζε
Πλασμένος από λίγη ζύμη, ζυμώνοντας
Ένα μεγάλο ψωμί- ποιος το θέλει;
Αγάπη
Μελαχρινή
Με τα γυριστά σου ματοτσίνορα
Γεμίζει σκέψη, πολλή σκέψη το ντουφέκι που κρατώ
Δεν βαστά-τσακίζεται
Κι από μακριά
Τρέχει με ένα μήνυμα κακό
Η απόγνωση να με προλάβει..

Αλήθεια πού
Να ναι η ζωή σου να ‘ρθω να σε βρω;
Ποια λύπη να σκουντάει η ανάσα σου να έρθω να σε καθησυχάσω;
Είμαι κουρασμένος απ’ τον πόνο… όμως
Ξεκούραστος για την αγάπη.

Ευτυχώς υπάρχει πάντα κάποια λέξη 
Και στο πλάι της άλλη και στο πλάι της άλλη- ποίημα

Και κάτι ιδέες κρυφές
Αγαπητικιές μου οι ίδιες
Κρύβομαι μέσα τους
Ποιος θα μ’ αναγνωρίσει
Όταν πέφτει το φεγγάρι μες τον ύπνο μου
Σε ονειρεύομαι..

Είναι μεσάνυχτα από ψυχή αγγέλου
Ένα απρόσμενο κουράγιο μου πέταξε μέσα στου ουρανού τα 
Άπατα
Το κυνήγησαν άνεμοι- έφυγε, πάει
Έφτασε το χρυσάφι του ήλιου- το κατόπι
Το πήραν πόθοι- έφυγε, πάει
Έγινε ευτυχία! Δυστυχισμένος

Ρεμβάζω..
Ένα παιδί ορφανό στα σκαλοπάτια του κόσμου και το θλίβει η 
Βροχή
Κι εσύ ένα χάδι και μια αγκαλιά ν’ απαγκιάσω
Είναι μεγάλος ο κόσμος, μεγάλη εσύ
Που σήκωσες με μια βοή ζωής την θλίψη μου να την πετάξεις
Όντας σου το αεράκι ενάντιο
Μελαγχολικό που ανατάραξε μέσα στο στήθος τα αισθήματά μου..

Αύριο μια ηρωική μέρα του Οκτώβρη!
Σε γιορτάζει η καρδιά μου
Ρωτάω: «Ποιάν αγαπάς;» «Εσένα!
Εσένα!» απαντάω..
Είμαι πείσμα στριφογυριστό πάνω στο σίγουρο είναι σου!

1981

ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ..


Καλά λοιπόν η μοναξιά..
Όμως να πνεύσει ένας άνεμος εφηβικός και να με πάει ίσαμε 
αυτή την δύση στον ορίζοντα στο βάθος του που καίγεται
Τι καλά!

Τόχα μαντέψει το γραφτό μου κει στους ουρανούς.
Είχα πει να δώσω μοίρα ο ίδιος για τον εαυτό μου.
τί φρένιαζε το αγρίμι του αίματος..
Στην άλλη γειτονιά που είχα κατοικήσει και εγώ για έναν καιρό
Τώρα προβάλανε στο παραθύρι τα κορίτσια.
Στο μελαγχολικό τους πρόσωπο
Παιζογελούσαν οι ειρωνείες.
Με το στανιό τους έπαιρνες κουβέντα.
Όπως:

«Η ελπίδα χέρι που δεν ωφελεί κι αν το ‘χεις
Αλλά δεν τήνε λέω ακατοίκητη την μοναξιά,
Υπάρχει μια αντήχηση του πόνου σου μέσα στις φλέβες του άλλου..»

Φυσούσε αεράκι ανοιξιάτικο.
Στις σελίδες του βιβλίου που μπροστά μου διάβαζα σκουντουφλούσε. Αν
Θα κοιτούσα από το τζάμι,
Βρωμισμένο από τα μυγοφτύματα,
Μακριά κ’ αψηλά περνούσε
Με τον καπετάνιο του που παραλόγισε
Το συννεφένιο καράβι..
Φορτία νοσταλγίες και τα νερά στο κόψιμο της πλώρης
Να παφλάζουνε ευτυχισμένα.
«Άγγελος δεξιά..» η φωνή του ναύτη ….όμως
Στην γη 
Δύσκολα που υπάρχουμε!
Με τον φόβο ολοένα μεγαλώνοντας
Τον άλλο φόβο… 
Και το χέρι μας άτολμο
Να μην έχουμε κιόλας καταλάβει
Πως με μια τόλμη της ψυχής νικιώνται όλα:
Σαν σπαθί ο γόρδιος που θα κοπεί για το ανάστα μας..

Ροδαλά ή μολυβένια ή μαύρα
Μπόρεσα μια στιγμή να δω τα κάστρα τ’ ουρανού
-Μες από μία ύπνωση ίσως..
Κι η φαντασία μου που λευτερώνονταν σε μεριές κι ακίνητη..
Να γυαλοκοπά πάνω τους το φεγγάρι,
Φοβίζοντας την πράξη που ‘ναι της κακίας ορμήνια.

Κι όταν
Είχε κλώσει για καλά η μέρα πλάι στην πικροδάφνη ή στα νυσταγμένα νυχτολούλουδα
Αγγέλους πολλούς γύρω από κάποιον με φλογέρα
Που αρμένιζε νότες μελαγχολίας ή αγάπης γύρω του..
Η ίδια ερημιά που φοβόμαστε οι άνθρωποι!

26.10.1981

1 Μαΐου 2016

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1984




Τα πεντόβολα των αισθήσεων τα παίξανε παιδιά.
Βγήκε κερδισμένη μια όραση κάμπων αμέτρητων
Της γης όπου ευδοκιμεί το γεωμετρικό χέρι της φύσης!
Βρέθηκα στην πρωτεύουσα του φεγγαριού..
Παραπονιάρικος χορός τα λόγια μου, έμπαινες μέσα.
Ήσουν τρελό μεθυσμένο τσιγκανάκι που χόρευε.
Τόση η γύμνια σου με ζάλιζε….
Κοίταζα:
μισή μέσα στον έρωτα μου και μίση
στην λύπη μου!
Μελωδούσε ο άνεμος!
Σε είχα ζήσει σε παράφορες αγκαλιές και φιλιά απογείωσης.
Ήσουν πάντα κλωνάρι του βασιλικού,
στ’ αυτί μου όπως
Ποθοκρατούμενος σε γύρευα ξανά και πάλι
έναν Οκτώβρη φεγγαριού..
Έπεσαν κρύα τα φθινόπωρα στην γη και στην καρδιά μου.
Σταλάζοντας τόση απόγνωση όπου
Δεν το ‘χα ούτε καν προβλέψει
Ότι θα βρει ο πόνος θράσος να χτυπήσει
Πισώπλατα
Θανατηφόρα!
Βολοδέρνοντας μέσα σε μια ανέκφραστη πίκρα
Που μου έλυνε τους αρμούς..
Σε γύρεψα..
Δευτέρα της ανάσας γιασεμιού
Για την θύμησή σου στόλισμα
Ρίγος της καρδιάς που από μακριά σε πιάνει!

11 Οκτωβρίου 2015

ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ.



Αποπού κατάγονται αυτές οι πασχαλιές σαν φρούτα
Του ώριμου αρώματος που πάνε
Γυμνά μέσα στον κάθε αέρα;

Σπαθίζουν με μοβ ρομφαίες, είναι
Παλάτια εντόμων.
Στην ηλιόλουστη άνοιξη είναι τα αγγελάκια της ανθοφορίας·
Ξεσπούν 
Τα ζωηρά τους κλάματα
Μέσα στον τυχερό Απρίλη!

Μεθυστικά μου χρώματα πόσες φορές δεν ζήλεψα να ήμουνα ζωγράφος
Γιατί με λέξεις δεν κατόρθωσα ποτέ μου δίκαια να σας πω!

Θεά ημέρα!
Που πνίγηκαν οι σκέψεις σου μέσα στα αφρισμένα κύματα-
Ήρθαν οι Αφροδίτες σου να με συναπαντήσουν
Ανάμεσα στο σιγανό ψιχάλισμα που οι λέξεις έγραφαν
Τις μελωδίες των ουρανών!

Έτσι περνώντας απ’ τα λεξιλόγια ίδια είναι 
Τα ποιήματα που αποκόμισα διαβάζοντας
Λουλούδια κι άστρα-

Και των φωτεινών μυστικών της ψυχής 
Του ανθρώπου το ανάγνωσμα!

10.5.2008

Μελαχρινή σαν το κοχύλι που ‘βαλα στ’ αυτί για να ακούσω θάλασσα


Μελαχρινή σαν το κοχύλι που ‘βαλα στ’ αυτί για να ακούσω θάλασσα
Σαν το τσαμπί του μαύρου σταφυλιού
Που χοχλάζει βαθιά του του θέρους το σφρίγος,
Είναι μου!

Θέλω να σε πω με αρώματα

Με γεράνια, με ορτανσίες
Τις γαρυφαλλιές να βάλω να σε απαγγείλουνε:
«Σοφία!»

Άκου με λοιπόν, είμαι ο άνεμος

Είμαι το σιγανό ψιχάλισμα
Κι αν μ’ αρνηθείς γυρίζω πάλι πίσω τον καιρό
Και κείνο που ‘θελες κοντά σου τ’ οδηγώ κοντά σου

Γιατί ποθώ να συντριβώ στις συμπληγάδες των χειλιών σου!


27.10.1981

10 Οκτωβρίου 2015

ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ..


Καλά λοιπόν η μοναξιά..
Όμως να πνεύσει ένας άνεμος εφηβικός και να με πάει ίσαμε 
αυτή την δύση στον ορίζοντα στο βάθος του που καίγεται
Τι καλά!

Τόχα μαντέψει το γραφτό μου κει στους ουρανούς.
Είχα πει να δώσω μοίρα ο ίδιος για τον εαυτό μου.
τί φρένιαζε το αγρίμι του αίματος..
Στην άλλη γειτονιά που είχα κατοικήσει και εγώ για έναν καιρό
Τώρα προβάλανε στο παραθύρι τα κορίτσια.
Στο μελαγχολικό τους πρόσωπο
Παιζογελούσαν οι ειρωνείες.
Με το στανιό τους έπαιρνες κουβέντα.
Όπως:

«Η ελπίδα χέρι που δεν ωφελεί κι αν το ‘χεις
Αλλά δεν τήνε λέω ακατοίκητη την μοναξιά,
Υπάρχει μια αντήχηση του πόνου σου μέσα στις φλέβες του άλλου..»

Φυσούσε αεράκι ανοιξιάτικο.
Στις σελίδες του βιβλίου που μπροστά μου διάβαζα σκουντουφλούσε. Αν
Θα κοιτούσα από το τζάμι,
Βρωμισμένο από τα μυγοφτύματα,
Μακριά κ’ αψηλά περνούσε
Με τον καπετάνιο του που παραλόγισε
Το συννεφένιο καράβι..
Φορτία νοσταλγίες και τα νερά στο κόψιμο της πλώρης
Να παφλάζουνε ευτυχισμένα.
«Άγγελος δεξιά..» η φωνή του ναύτη ….όμως
Στην γη 
Δύσκολα που υπάρχουμε!
Με τον φόβο ολοένα μεγαλώνοντας
Τον άλλο φόβο… 
Και το χέρι μας άτολμο
Να μην έχουμε κιόλας καταλάβει
Πως με μια τόλμη της ψυχής νικιώνται όλα:
Σαν σπαθί ο γόρδιος που θα κοπεί για το ανάστα μας..

Ροδαλά ή μολυβένια ή μαύρα
Μπόρεσα μια στιγμή να δω τα κάστρα τ’ ουρανού
-Μες από μία ύπνωση ίσως..
Κι η φαντασία μου που λευτερώνονταν σε μεριές κι ακίνητη..
Να γυαλοκοπά πάνω τους το φεγγάρι,
Φοβίζοντας την πράξη που ‘ναι της κακίας ορμήνια.

Κι όταν
Είχε κλώσει για καλά η μέρα πλάι στην πικροδάφνη ή στα νυσταγμένα νυχτολούλουδα
Αγγέλους πολλούς γύρω από κάποιον με φλογέρα
Που αρμένιζε νότες μελαγχολίας ή αγάπης γύρω του..
Η ίδια ερημιά που φοβόμαστε οι άνθρωποι!

26.10.1981

14 Ιουλίου 2015

ΣΤΕΛΛΑ.



Πλάι μας δουλεύει η λαιμητόμος- χωρίς πολλά
Δικαστήρια- αυθαιρετώντας·
Έτσι που επιβάλουνε τα λάθη μας..

Παίρνει την ζωή σου γιατί εσύ κι αυτή δεν την αγάπησες·
Την κούρασες διαβάζοντας πάντα κοντά στον θάνατο-
Όπως να όφειλες 
Εσύ να είσαι από τα πρόσωπα το τραγικό.

Είναι όπως δεν το ξέρεις που έρχεται το βράδιασμα·
Εσύ ανύποπτη πιστεύεις σε όνειρα που εκπληρώνονται σε άλλον 
κόσμο. 

Και πας
Φεύγεις και πας,
Απομακρυνόμενη, κεκοιμημένη… 

Σκορπάς τα νιάτα σου στις τύχες του αέρα,
Δεν σε λυπάται και το ξέρεις ο καιρός,
Χόρτασες μοναξιά, χόρτασες αίνιγμα
Της νύχτας που χόρεψαν μες το αίμα σου πικρά φεγγάρια.

Ξέρεις σε σκέφτομαι… Δεν το καταλαβαίνω
Πως φεύγει ένας αμνός προς την θυσία του·
Εθελούσια·
Όταν τριγύρω του οι λύκοι όλοι που καραδοκούνε
Είναι μία αγέλη που κανιβαλίζει
Έτοιμοι όλοι για όλους θάνατο να δώσουν..

Ξέρω πως δεν θέλησες άλλο την άμυνα,
Θέλησες την υποταγή σ’ εκείνο που σε παίδεψε για χρόνια.
Καίει στις φλέβες σου ακόμα η πίκρα του θανατικού.
Τόσο βουερή που είναι τώρα σαν από σχισμή εκεί όπου κανείς
δεν το περίμενε 
Να φανεί μικρό λουλούδι 

Σαν μ’ αυτό να μιλούσες μελαγχολικά
Λίγο πριν φύγεις και αφήσεις μες τα μάτια σου ένα μυστικό 
Απελπισμένης ηλιαχτίδας που θα λάμψει μέσα σ’ άλλους ουρανούς

Που πέρα εκεί βροντάνε! 

12.5.2008

ΠΗΓΜΕΝΗ ΛΕΞΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ.



Στις γαλανές σελίδες τ’ ουρανού
Έντρομοι συννεφένιοι μετανάστες
Αλαφιασμένοι και αέρινοι παρά ποτέ
Δεσπόζουν μες την χάρη της ημέρας!

Έρχονται οι μουσικές στιγμές μιας ποίησης που φθίνει,
Απ’ το τσιμέντο των ανθρώπων άγρια βαριά σιωπή
Ο Ιησούς των ταπεινών ανοίγει τα παραθυρόφυλλά του
Μα ονειρεύομαι με πάθος τον Απόλλωνα βαστώντας λύρα!

Στο πείσμα των εφτά στιγμών που σημαδεύουν τον αιώνα
Και του προσδίδουν όνομα και χαρακτηρισμό
Η γεωμετρία του αιθέριου τόπου αυτής της όρασης αλλάζει..

Λυπούνται οι απόστολοι
Οι έμποροι αδυνατούν σε κάτι κερδοφόρο να επενδύσουν
Πέφτουνε στην παγίδα του έρωτα φεγγαρομάγουλες κοπέλες
Που αφήσανε στο κομμωτήριο του ανέμελου ανέμου φίνο πουρμπουάρ!

Νιώθοντας έξω απ’ τον χρόνο
Σε μια πηγμένη λέξη περιγραφική
Η μάνα μας που πλένει τα σκουτιά της
Βλέπει τον αμετάφραστό της γιό! 

«Καλέ μου, τι ξοδεύεσαι στο τζάμπα;»

«Μάνα
Ξεπλένω τ’ όνειδος του κόσμου..
Η ποίηση έχει και θαύμα!»

25.12.1987
Άγιος Ελευθέριος.

ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ.



Με κουβέντιασε η καρδιά μου
Σε μια ηλικία που αν κατορθώσεις φως
Μέλλει ν’ αναδυθείς μες από ορίζοντες
Ροδοπόρφυρους τώρα..

Και το βάρος μου όλο μηδενισμένο.
Επειδή ένα τόσο δα πούπουλο έγνοιας
Είχε σταθεί πάνω στο κούτελό μου και το αυλάκωσε!
Το ρυτιδωμένο δέρμα προσηλύτιζε
Τις αισιόδοξες ομιλίες
Σε μιαν αλφαβήτα εγγαστρίμυθη 
Όπου το ρήμα πλάι σε γυναικεία ονόματα άγιασε!

Ελένη! Σοφία! Μαρία! Που είσαστε;
Ο καιρός έχει στρεβλώσει.
Μάταια ψάχνω για μια θέληση κλιμακωτή.

Σε όλα τυραννισμένος στην ηλικία των είκοσι..
Ζητάω την απ’ αιώνων 
Ανάσα μου ριγμένη
Ξάφνου σε μία από πυλό γεωγραφία!

Η πνοή του θεού;
Και ποιος ο ανάδοχος;
Βαφτίσια πάντως…… Στρατής Παρέλης τ’ όνομά μου
Γεωργός
Οργώνοντας τις πεδιάδες εύφορες της συνείδησης.

Θυμάμαι κάτι ατέλειωτες πορείες νυχτερινές
Κάτω από το άστρο 
Το φθονερό της τραμουντάνας

Σε ποιήματα μέσα
Πελώριες γαλαρίες, κάποιοι
Ψάχνουν για μια φλέβα στίχου λαμπερή.
Αύριο ξημερώνει ένας
Διαμαντικός ουράνιος λόγος-
Ο καημός μου!
20.3.1982

24 Φεβρουαρίου 2015

ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ.



Με κουβέντιασε η καρδιά μου
Σε μια ηλικία που αν κατορθώσεις φως
Μέλλει ν’ αναδυθείς μες από ορίζοντες
Ροδοπόρφυρους τώρα..

Και το βάρος μου όλο μηδενισμένο.
Επειδή ένα τόσο δα πούπουλο έγνοιας
Είχε σταθεί πάνω στο κούτελό μου και το αυλάκωσε!
Το ρυτιδωμένο δέρμα προσηλύτιζε
Τις αισιόδοξες ομιλίες
Σε μιαν αλφαβήτα εγγαστρίμυθη 
Όπου το ρήμα πλάι σε γυναικεία ονόματα άγιασε!

Ελένη! Σοφία! Μαρία! Που είσαστε;
Ο καιρός έχει στρεβλώσει.
Μάταια ψάχνω για μια θέληση κλιμακωτή.

Σε όλα τυραννισμένος στην ηλικία των είκοσι..
Ζητάω την απ’ αιώνων 
Ανάσα μου ριγμένη
Ξάφνου σε μία από πηλό γεωγραφία!

Η πνοή του θεού;
Και ποιος ο ανάδοχος;
Βαφτίσια πάντως…… Στρατής Παρέλης τ’ όνομά μου
Γεωργός
Οργώνοντας τις πεδιάδες εύφορες της συνείδησης.

Θυμάμαι κάτι ατέλειωτες πορείες νυχτερινές
Κάτω από το άστρο 
Το φθονερό της τραμουντάνας

Σε ποιήματα μέσα
Πελώριες γαλαρίες, κάποιοι
Ψάχνουν για μια φλέβα στίχου λαμπερή.
Αύριο ξημερώνει ένας
Διαμαντικός ουράνιος λόγος-
Ο καημός μου!
20.3.1982

Κορίτσι μου γελούμενο πρωί





Κορίτσι μου γελούμενο πρωί
Ματάκι πονηρό
Αίσθημα πιο γενναίο

Σου λέω σε θέλω
Κάνεις «Μη!»
«Δεν κάνει!»
Σ’ αγαπώ

Νάζι μου κυριακάτικο
Ποιός σου ‘πε πως αγάπησα
Τις μούσες μου και μόνες;

ΣΤΕΛΛΑ.



Πλάι μας δουλεύει η λαιμητόμος-     χωρίς πολλά
Δικαστήρια- αυθαιρετώντας·
Έτσι που επιβάλουνε τα λάθη μας..

Παίρνει την ζωή σου γιατί εσύ κι αυτή δεν την αγάπησες·
Την κούρασες διαβάζοντας πάντα κοντά στον θάνατο-
Όπως να όφειλες
Εσύ να είσαι από τα πρόσωπα το τραγικό.

Είναι όπως  δεν το ξέρεις που έρχεται το βράδιασμα·
Εσύ ανύποπτη πιστεύεις σε όνειρα που εκπληρώνονται σε άλλον
                                                                                                               κόσμο.            
                                                                                                                         
Και πας
Φεύγεις και πας,
Απομακρυνόμενη,       κεκοιμημένη…

Σκορπάς τα νιάτα σου στις τύχες του αέρα,
Δεν σε λυπάται και το ξέρεις ο καιρός,
Χόρτασες μοναξιά, χόρτασες αίνιγμα
Της νύχτας που χόρεψαν μες το αίμα σου πικρά φεγγάρια.

Ξέρεις σε σκέφτομαι…  Δεν το καταλαβαίνω
Πως φεύγει ένας αμνός προς την θυσία του·
Εθελούσια·
Όταν τριγύρω του οι λύκοι όλοι που καραδοκούνε
Είναι μία αγέλη που κανιβαλίζει
Έτοιμοι όλοι για όλους θάνατο να δώσουν..

Ξέρω πως δεν θέλησες άλλο την άμυνα,
Θέλησες την υποταγή σ’ εκείνο που σε παίδεψε για χρόνια.
Καίει στις φλέβες σου ακόμα η πίκρα του θανατικού.
Τόσο βουερή που είναι τώρα σαν από σχισμή εκεί όπου  κανείς
                                                                                                 δεν το περίμενε
Να φανεί μικρό λουλούδι

Σαν μ’ αυτό να μιλούσες  μελαγχολικά
Λίγο πριν φύγεις και αφήσεις μες τα μάτια σου ένα μυστικό
Απελπισμένης ηλιαχτίδας που θα λάμψει μέσα σ’ άλλους ουρανούς
Που πέρα εκεί βροντάνε! 

                                                                                        12.5.2008      

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου