...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΡΑΝΟΚΑΤΕΒΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΡΑΝΟΚΑΤΕΒΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Ιουλίου 2015

Μ’ ένα φεγγάρι που μου χάρισε η Σαπφώ


57.

Οι εφημερίδες έχουν μια είδηση από φωτιά·
Έτσι το καλοκαίρι πάντα γίνεται·
Το συνηθίζεις, συνηθίζεις να ζεις χωρίς αντιδράσεις·
Και που εναντιώνεσαι η γη το ίδιο στροβιλίζεται η τρελή.

Στις οθόνες παλεύουν ίδια τα πρόσωπα
Σαν να λένε κάτι με μηδενική σημασία.
Εγώ θέλω να κοιτώ επίμονα τ’ άστρα-

Μ’ ένα φεγγάρι που μου χάρισε η Σαπφώ
Τώρα έχω ολάκερη περιουσία!

Όταν προχωρά η νύχτα έρχονται τ’ άλλα όνειρα
Εκείνα τ’ απραγματοποίητα των ποιητών.

Μου αγγίζεις το χέρι, προχωρούμε μαζί
Μες την ζωή και μέσα στην έμπνευση.

Ο Ιούλιος φρενιάζει· η σάρκα καυτή
Δεν κάνει οικονομία στους παλμούς της!

Μόνο το αίμα βασανίζεται κι υπάρχει
Σαν μέσα στο κλουβί πουλί!

Ιούλιος 2008

15 Μαρτίου 2015

Έτσι όπως κι η θάλασσα γίνεται μελάνι








43.

Έτσι όπως κι η θάλασσα γίνεται μελάνι
Σιγά σιγά
Ένας θεός αναδύεται τρομερός
Καθίζει πάνω
Στα πέρα βράχια
Ενός νησιού
Μισοβουλιαγμένου.

Ωραία που ο Ευπαλίνος τα υπολόγισε!
Έτσι και στην ψυχή από τις δύο της μεριές εισβάλεις
Με σεβασμό στα ηθικά της περιβόλια.
Και καταδύεσαι αλήθεια φοβισμένος που η μοίρα θέλει άλλα         
Και  άλλα τελικά εσύ.
Ικέτη των σκληρόκαρδων θεών σου!

Το αίμα κατά βάθος είναι σαν αγρίμι-
Πάντα βαθαίνει ο ήχος του-
Συλλαβίζει εκδίκηση           
(κοίτα στις τραγωδίες)
Περισσέψαν οι ύβρεις        μα
Ο Ορέστης θα παραφυλά.

Το αίμα είναι μια επίδειξη της έκρηξης,
Είναι βαριά η ροή του,
Μοιράζεται τον θάνατο και την ζωή,
Ατάραχα.
Αιώνια.

Η θάλασσα απλώνει μες το απόγεμα,
Η ιστορία της μακραίνει.

Δεν ακούς την καρδιά σου παρά από της νύχτας την μεριά

Τότε που είναι πιο ξεκάθαρη η άποψη η άλλη…


                                                                                                   Ιούλιος 2008

Λιθάρια φυλακές του ήλιου κι αγριόχορτα




1ο.

Λιθάρια φυλακές του ήλιου κι αγριόχορτα
Βασανισμένα μέσα στην μεγάλη κάψα.

Δευτέρα.. 
      
Και ανυπεράσπιστη και εκκωφαντική!

Από έναν λαό τζιτζικιών που παίρνουν
Τ’ αυτιά των πεύκων.


                                                                       3.7.2008



4 Ιουλίου 2013

Τώρα μεταβάλω την σκέψη σε φωτεινή εξουσία.





151.



Από την νιότη στα γεράματα,

είδωλο στον καθρέφτη μεταβάλλεται η ζωή.


Με τον δικό της μύθο και με ομορφιά χαρισάμενη.

Κρατάμε μια συντροφική απομάκρυνση.

Φεύγουμε ο ένας απ’ τον άλλον.

Καχύποπτοι.

Κοιμόμαστε, ξυπνούμε, ζούμε. Απλά.


Όποιος καταλαβαίνει δεν είν’ όνειρο αυτό.

Είναι μοίρα, αίμα ζεστό. Μέσα μας καθεστώτα θλίψης.


Τόσα αξιώθηκα να δω που ξέρω:

Κι αν σωπάσω

Κάποτε

Θ’ ακούγεται η φωνή μου.

Όπως στο άνθος της μανόλιας, στ’ Άβδηρα,

Υποψιάζεται το μελισσάκι και

Για λίγη σιωπή αρώματος ορμά.


Τώρα μεταβάλω την σκέψη σε φωτεινή εξουσία.

Των νερών την θέληση προσεγγίζω, την δροσιά

Κατορθωμένη μες το σώμα μιας ημέρας.

Η ορμή της χαράς μου είναι Νέστου εξιλέωση.

Θρακιώτικο αινιγματικό πρωί..

Στην ψυχή μου σαν άστρο!.


Κρεμασμένα στο σχοινί του ήλιου τα ρούχα σου έρωτα..

Στεγνώνουν για να φορεθούν απ’ την ανάποδη.


Με χαρά παιδική!

2 Ιουλίου 2013

Εμείς με ποιήματα ξορκίζουμε στα μέρη μας την θλίψη-



145.




Τι να πω που απίθανη μουσική έχει η γύρω μου νύχτα..

Σπάζει την σιωπή των μετέωρων ωρών.

Ως τα χαράματα βροντάν οι νότες της.

Ασήμι αγρύπνιας τρώει το φεγγάρι.


Τ’ ουρανού σκύλε που αλυχτάς, φύγε τώρα.

Σε άλλες γειτονιές των άστρων άμε..

Εμείς

Με ποιήματα ξορκίζουμε στα μέρη μας την θλίψη-

Τους δράκοντες της νύχτας!

Υποκλίνομαι στον καινούριο θόρυβο με παλιά ψυχή…


19.

Τα πουλιά τίναξαν τα φτερά τους
Ξηλώθηκαν τα υφάσματα της μέρας
Οι ώρες σαν κλωστές κρεμάστηκαν με άδειο ήχο
Φτάνοντας μέσα στο σκληρό απόγευμα.

Αρνήθηκαν οι μνήμες να είναι μνήμες
Απ’ το χαρτί χαθήκανε οι λέξεις
Για κάθε αποτέλεσμα επινοήθηκε και μια αιτία
Για να ‘ναι αυτό το ποίημα ορατό και σίγουρο.

Στις ταράτσες ψηλά με ένα καλυμμαύχι καπνοδόχου
Και ο καπνός παρουσιάζεται σαν προσευχή
Που ουρανό ζητάει κι άστρα.

Υποκλίνομαι στον καινούριο θόρυβο με παλιά ψυχή…

Αν όλες οι μοναξιές βρίσκανε λέξεις για να ειπωθούνε
Οι άνθρωποι  δεν θα είχανε τόσα κενά
Μέσα τους και γύρω.



                                                                                      10.7.2008

23 Ιουνίου 2013

Στα εγκόσμια κόσμια σπαταλήθηκες!


96.

Κοίτα τώρα:   
Γαλάζιος ο αέρας και τα γαρίφαλα κόκκινα

Και χάλκινο το δειλινό που γράφει κάπου
Πέρα μακριά στην θάλασσα την μελωδία του.

Έχεις μιαν εξουσία μνήμης κι όνειρα-
Θα σε φτάσουν να πας ως την άλλη ζωή.

Στον καθρέφτη είσαι αλλά δεν είσαι εσύ-
Είναι ο άλλος.

Στα εγκόσμια κόσμια σπαταλήθηκες!

23 Δεκεμβρίου 2012

Μια ξανθιά συμπυκνωμένη γυναίκα






58.

Μια ξανθιά συμπυκνωμένη γυναίκα
Την είδα βγαίνοντας ο Ιούλιος
Κορμί σαν από άστρο
Με πόθο εκπεμπόμενο
Ανεβαίνει
Τα σκαλοπάτια του βλέμματος των ανδρών.

Δούλη ιερή της σάρκας
Στα μαλλιά της ανταύγειες ο ήλιος
Η φιλαρέσκεια το χέρι της κρατά.

Όταν φτάνει στο απόλυτο ύψος
Από κάτω δεν είναι τίποτα
Ούτε άνθρωποι ούτε βλέμματα
Να την κοιτούν·            
Ανέβηκε
Στο άφταστο τίποτα.

Τότε ζαλισμένη αναστέναξε και φύγαν πουλιά
Απ’ το στήθος της.

Κανείς δεν ήξερε ότι υπήρχαν μέσα της- κανείς!

Απλώθηκε μια ησυχία νύχτας-

Φεγγάρι ανάποδο·
Κρεμασμένο σαν ν’ αυτοκτονούσε

Αψηφούσε το μεσάνυχτο και άναβε
Τις ίδιες πάντα μουσικές φωτιές!

                                                                                        Ιούλιος  2008


18 Νοεμβρίου 2012

Τα σπίτια με μια ιδέα φωτιάς




59.

Τα σπίτια με μια ιδέα φωτιάς που φτάνει ως το ηλιοβασίλεμα.
Μέσα τους οι ίδιοι άνθρωποι επιμένουν
Να ταχτοποιούν τις μνήμες τους μες τα παλιά συρτάρια,
Φωτογραφίες απ’ την νιότη τους που πάει πια.

Κανείς δεν μπορεί να συναγωνιστεί τον τρέχοντα χρόνο.
Στις αυλές ανθίζουν γεράνια
Γαρίφαλα-
Όλα μιλάνε την ίδια λαλιά.

Με χρώματα που δεν ομολογούνε την καταγωγή τους..

Καθώς εμείς μαζεύουμε απ’ τον Ιούλιο κοχύλια
Στα Άβδηρα τα πρωινά.


Οι απόντες νεκροί έρχονται μες τα προσκλητήρια
Του ψυχοσάββατου που σπέρνει αγωνία
Μεταφυσική.

Λέξεις λίγες, λέξεις πολλές
Μες το απόγευμα χωράνε.

Πριν τα μεσάνυχτα που κατορθώνω να τα δω
Ποιήματα σαν άστρα μου μιλάνε.


Κοιμάμαι λίγο         
ίσα να κρατηθώ ορθός.
Όπως κι ο θάνατος θα θέλω να με πάρει…

                                                                                Ιούλιος  2008

28 Ιουνίου 2012

Από φιλί σε φιλί ένας λόγος δίχως όνομα ο έρωτας

35.

Από φιλί σε φιλί ένας λόγος δίχως όνομα ο έρωτας
Καυτός,
Με ουσία.

Άντρας και γυναίκα εκεί που συγκλίνουν οι πλευρές και γίνεται
Εφαπτομένη η επιθυμία        
Και εκρηκτική!

Τα λόγια δεν κάνουν τίποτα  στ’ αλήθεια.
Έχουν μόνο ήχο που δεν ταιριάζει πουθενά.
Αναφέρονται σ’ ιστορίες που καμιά φορά δεν είναι δικές μας-
                                                                              δεν μας αφορούν
Εμείς πάντα λατρεύαμε τον έρωτα απ’ την καλή πλευρά.


Και το ποίημα παντού- ισάξιο με το φως
Το ανακαλύπτω ολόγυρα-
Πολλές φορές μέσα στα μάτια σου.         
Πετά σαν το πουλί
Προς ένα όμορφο ξημέρωμα.

Όταν εγώ που γράφω μνήμες  δεν μπορώ να ζωγραφίσω
Ούτε το άστρο σου σωστά!

                                                                                  20.7.2008


25 Μαΐου 2012

Στα εγκόσμια κόσμια σπαταλήθηκες!

96.

Κοίτα τώρα:   
Γαλάζιος ο αέρας και τα γαρίφαλα κόκκινα

Και χάλκινο το δειλινό που γράφει κάπου
Πέρα μακριά στην θάλασσα την μελωδία του.

Έχεις μιαν εξουσία μνήμης κι όνειρα-
Θα σε φτάσουν να πας ως την άλλη ζωή.

Στον καθρέφτη είσαι αλλά δεν είσαι εσύ-
Είναι ο άλλος.

Στα εγκόσμια κόσμια σπαταλήθηκες!



Δεν έχω λέξεις πια


94.

Έτσι εξαγνίζεται κι ο ήλιος πάνω στα νερά
Της απλωμένης θάλασσας.

Κάτι ορθόπλωρα καΐκια είναι οι μαντατοφόροι του καλού καιρού.

Κι ύστερα παν’ οι τράτες
Για καλή ψαριά.

Το σχισμένο ρούχο -πρωινό- μετά  απ’ τον έρωτα
Ολονυχτίς κάτω από το δυνατό φεγγάρι.

Βαρελότα σκαν τα κουκουνάρια των πεύκων.

Πάνω  στον φλοίσβο τα λιθάρια που είπε η θάλασσα
Λειασμένα με κόπο  αιώνων.

Δεν έχω λέξεις πια, δεν έχω μουσικές
Ευθείες και τεθλασμένες.

Αγκυροβόλησε η χαρά μου μες το αμετάθετο πρωί.

Κάτω απ’ το ημερινό φεγγάρι!

                                                                                          7.2008


Μένω σε μία μονοκατοικία θλίψης.




84.

Γιορτάζουνε οι ορτανσίες του δειλινού..
Φεγγάρι επίμονα που κλαίει
Και σπίτι του ονειροπόλου
Καρφώνεται βέλος στον άνεμο!

Στα μάτια του καιρού η κόρη λάμπει
Όπως διαμάντια πράσινα θα φέρει ύστερα η αυγή
Και τα πουλιά με ύμνους θα την πούνε.

Όταν θα φύγουν τα καράβια η θάλασσα θα είναι ένα μαντήλι αχνό
Που θα τρυπάει ο πόθος.

Αν σταματούν εδώ τα λόγια ας μπω στον κόπο να ουρλιάξω
Μήπως κανείς κι ακούσει.

Πάντως
Δεν συγκινούνται οι γειτόνοι μου.

Δίπλα μου κατοικεί η χαρά..       
Μα ξέρετε
Μένω σε μία μονοκατοικία θλίψης.

                                                                               Ιούλιος  2008



23 Μαΐου 2012

Όταν αρχίζουνε τα λόγια να λυγάνε

65.

Όταν αρχίζουνε τα λόγια να λυγάνε
Φωνές πουλιών διώχνουν μακριά την νύχτα

Και ο Ιούλιος που ξεκρεμάει τ’ άρματά του
Για να παλέψει όπως ήξερε παλιά:
Για την μεγάλη ζέστα.

Γυναίκες ερωτεύονται στον κήπο
Δίπλα στα θρασεμένα τριαντάφυλλα

Τα στήθια τους σαν παφλασμός την ώρα που οι αγαπητικοί
Μπαίνουν μες το κορμί τους!

Ένας ήχος από αδέσποτο άνεμο τρώει
Μένος και μοναξιά-

Γαλάζια θάλασσα!

                                                                                   Ιούλιος  2008


22 Μαΐου 2012

Εγώ θέλω να κοιτώ επίμονα τ’ άστρα-



57.

Οι εφημερίδες έχουν μια είδηση από φωτιά·
Έτσι το καλοκαίρι πάντα γίνεται·
Το συνηθίζεις, συνηθίζεις να ζεις χωρίς αντιδράσεις·
Και που εναντιώνεσαι η γη το ίδιο στροβιλίζεται η τρελή.

Στις οθόνες παλεύουν ίδια τα πρόσωπα
Σαν να λένε κάτι με μηδενική σημασία.
Εγώ θέλω να κοιτώ επίμονα τ’ άστρα-

Μ’ ένα φεγγάρι που μου χάρισε η Σαπφώ
Τώρα έχω ολάκερη περιουσία!

Όταν προχωρά η νύχτα έρχονται τ’ άλλα όνειρα
Εκείνα τ’ απραγματοποίητα των ποιητών.

Μου αγγίζεις το χέρι, προχωρούμε μαζί
Μες την ζωή και μέσα στην έμπνευση.

Ο Ιούλιος φρενιάζει· η σάρκα καυτή
Δεν κάνει οικονομία στους παλμούς της!

Μόνο το αίμα βασανίζεται κι υπάρχει
Σαν μέσα στο κλουβί πουλί!

                                                                                   Ιούλιος  2008


28 Απριλίου 2012

Από τα βάθη των αιώνων


42.

Από τα βάθη των αιώνων ο ίδιος πάντοτε  άνθρωπος
Έρχεται
Και ούτε που ξέρει την ψυχή του.

Βγάζει φωτιά πολεμική    - δράκος παραμυθιών-
Στα μάτια του οι σπίθες του εμφύλιου..

Μόνο ένα ποίημα τόσο δα εξέχει μες απ’ το τσεπάκι του
Εκείνος το αγνοεί
                              ( Μα το ‘χει ανάγκη)-
Τσαλακώνει τις ωραίες εικόνες
Που υπάρχουν στο μυαλό του.

Εμένα όλα μου τα υπάρχοντα αχρηστεμένα
Μόνο μια λάμψη πάνω τους
Σπαθιά της μοίρας
Μου ορίζει να κοιτώ αλλιώς, να φτάνω
Στην ψυχή τους, να βρίσκω
Πού τρέχει το νερό και πού το έγκατο ανεβαίνει
Ψηλά ψηλά για να το βλέπουμε.

Πελεκάνε δυνατέ, κοντυλοφόρε
Άκακε φτερωτέ μου γίγαντα,

Πλησιάζεις, περιπετειώδεις λέξεις μου φέρνεις
Πιο σφιχτά αγκαλιασμένες, περίτεχνα
Μεταξύ τους δεμένες
Με ήχο
Και ζωής και θανάτου και φωτιάς.

Με κατατρώνε αλήθεια, με λυγάνε.

Έτσι όπως δένεται τ’ ατσάλι  κι ο καημός κι ο μύθος..

                                                                                          22.7.2008




Αναπνέω σαν η ζωή να μην μου οφείλει τίποτα





23.

Το πρωί  λέει τα πράγματα με το πραγματικό όνομά τους.
Τίποτα μετονομασμένο.
Το πουλί-πουλί, το δέντρο-δέντρο·       
Και ο άνθρωπος
Διψασμένος της γνώσης.

Ομοιοκατάληχτα λουλούδια       
Σπίθες βγάζουν
Φωτός    
Που ένα άρωμα πάντα τους περισσεύει.
Στο βάθος κήπος. Και μετά η θάλασσα.
Μα πάντα ο ήλιος.
Θεός που υπερασπίζεται αυτά τα νιάτα
Που σπαταληθήκαν ν’ απολαμβάνουν την ζωή.

Ωραία όλα!
Και η μέρα που άρχισε να χρυσίζει σαν κάποτε
Που οι θεοί ερωμένη την είχαν.
Και τα πουλιά που έφυγαν για τον βαθιά ορίζοντα.
Μες τα φυλλώματα αντήχησε σαν ποίηση ο μπάτης.
Στα ριζά του βουνού σκαρφαλώνουν αμπέλια.
Από παντού να τετερίζουνε τζιτζίκια·        
Μονότονες οι συγχορδίες τους να σχίζουν
Το άτονο ετούτο μεσημέρι
Του καλοκαιριού.

Αναπνέω σαν η ζωή να μην μου οφείλει τίποτα
Κι εγώ αγριεμένος της το παίρνω-

Μ’ ένα δικαίωμα πολεμιστή που σέβεται μόνο το δίκαιο της λόγχης
Και της ψυχής τον φόβο του μετά.

                                                                                          13.7.2008


27 Νοεμβρίου 2011

Ομιλούντα φυτά



17.

Ομιλούντα φυτά           
Μες την γλάστρα
Βαμμένη κόκκινη.         
Των αρωμάτων
Οι συγγενείς επαναστατημένες εξαπλώσεις.

Ρέει γαλάζιος ουρανός.          
Στα βαθιά των νεφών
Ένας επαναστατημένος άνεμος.        
Και Αχαιών πατρίδα
Εκεί που και οι πιο βασιλικοί Αγαμέμνονες
Θαυμάζουν το τοπίο τώρα.

Αποτινάσω από πάνω μου την σκόνη του πολέμου
Έτσι όπως από τον βιοπορισμό μου δίνεται.
Αμπαρωμένος μέσα σε σιωπή και στο μαρτύριο
Που οι λέξεις ορίζουν-
Σαν θώκο ηλεκτρικής εκτέλεσης-         
Βεβαίας.

Στην καθομιλουμένη αυτό:    ¨την βάψαμε!¨
Πάει να πει:    ¨την κάτσαμε την βάρκα!¨

Ελάτε οι νύχτες οι απλές,        των σιωπών
Οι σπηλιές να κρυφτούμε.
Αυτή η φωνή υπομονετικά εξουδετερωμένη από
Χοϊκές μνήμες πάλι έρχεται.
Μπορούμε να βρεθούμε έξω απ’  τους τόπους και
Πάνω απ’ τους τόπους.
Έτσι όπως ταξιδεύουν κι οι λέξεις-         με ρημαγμένα πανιά
Σαν του Οδυσσέα πλοία που κακόπαθαν στα χέρια
Του μανιασμένου αυτού θαλασσινού θεού.

Έρχομαι πίσω απ’ τις φαντασίες μου με τόση
Πεποίθηση-
Του επιμένοντος να ιδρύσω
Τα αιθέρια κράτη μουσικών
Ήχων          
Λέξι-μερωμένων,  
Υπαίτιων
Γι αυτό το ποίημα που παντού συμβαίνει!

Όταν στ’ αλήθεια τ’ αντιλαμβανόμαστε!

                                                                                                            10.7.2008

15 Αυγούστου 2011

Η Παναγιά μου πιο θλιμμένη με κοιτά!





190.



Στεγνώνω από κάθε αίμα..

Λιοντάρι με τον βρυχηθμό που ράγισε
Το κρύσταλλο του πρωινού.

Αποπλέω από το ομοιοτέλευτο καλοκαίρι.

Συναγωνίζομαι τον ζέφυρο που κάνει ρίμες στην καρδιά μου!

Στο φως που λίγο λίγο χάνεται
Η Παναγιά μου πιο θλιμμένη με κοιτά!

Αν θα κλάψω ακόμα…

Το ωραίο τριαντάφυλλο αξίζει όσο χίλιες λέξεις-


171.

Αυτομολεί η ώρα απ’ την μέρα και (πώς να το πω;)
Το ωραίο τριαντάφυλλο αξίζει όσο χίλιες λέξεις-

Βαθαίνει με το άρωμά του μέσα στην εσπέρα.

Σπίθες βγάζει η καρδιά μου σαν
Σε άσμα λαϊκό.

Βλέπω καθαρότερα τώρα:

Βουνά μπαταρισμένα μέσα στο απόγεμα. Πάνω τους
Με μια ρομφαία ο άγγελος
Παλιός καραβοκύρης που τον κέρδισε η στεριά.

Ζωγραφίζω με τα χρώματα του Αυγούστου.
Οι ομοιοκαταληξίες της θάλασσας
Σκάζουν σιγά ,
Σαν φουντωμένες ορτανσίες!

Ψηλά καλά κρατεί ο αέρας!

Ασήμι κάστρο το φεγγάρι στα νερά!

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου