...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΤΕΟΘΛΑΣΤΗΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΤΕΟΘΛΑΣΤΗΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Μαΐου 2016

Ιδανικό ή το φάντασμα του Μαγιακόφσκι..




Μέσα στα λεκιασμένα σεντόνια ενός ύπνου εφιαλτικού με φροϋδικές προεκτάσεις και κερατωμένη κυρά- ψυχή

απόναν γιό του αρχαίου Διόνυσου που βαριέστησε μέσα στην λάμψη του αρχαίου κάλλους και σαλτάρισε μαστουρωμένος στον "απάνω κόσμο"

ντυμένος τον ζουρλομανδύα της ύπαρξης 

μ’ένα σκουπιδαριό αστικό που οι κομουνιστές το κοροϊδέψαν μέσα από μία αυτοκτονική φιλολογία -

με μια πρόστυχη libido μεταεφηβική -

στο μαλλιαρό κεφάλι της απόγνωσης..

αυτό το ζαρωμένο παλιόπραμα από εμάς τους ίδιους μες την σύμπτωση της λογοκριμένης ποίησης:

Ήταν αυτή που σηκώθηκε μέσα στην ερημωμένη εγκατάλειψή της  
της είπα "σ’αγαπώ Ελένη"-
Ένας τοίχος αντήχησε,        
μετά άλλος        
κι άλλος ..         
στη σειρά έπεσαν όλα :

Πατώματα φασιστικής ιδέας, καναπέδες έσπασαν τα πόδια τους
από χοντρόκωλους αστούς αδιαφορώντας για την πείνα του πατέρα μου.

Αυτό που κραταιώθηκε με το ζόρι γιατί έπρεπε το είχε θρέψει η παρέα μου
-μια σειρά νέοι –
τα βράδια γυρίζαμε στο σπίτι αργά
μεθυσμένοι ψάχνοντας για το φεγγάρι μες τις τσέπες μας μ’επιμονή!...

Μέσα σ’ αυτήν την βίβλο όλο ανθισμένες τριανταφυλλιές και περίτεχνα εξώφυλλα από δέρμα καρδιάς- με βαρύγδουπη λαλιά ευαγγελιστή που σου μιλάω ξημερώματα Κυριακής γεια σου, γεια σου γυναίκα με το σμαράγδι της ωραίας καρφιτσωμένο στα μάτια σου.

Γυρίζω από την νύχτα μιας ρεμπέτικης μυθολογίας.
Περιθωριοποιημένος .
Από άγνοια βαφτισμένος μέσα στον σκοταδισμό της πολιτικής ουσίας των πραγμάτων σέρνοντας μαζί μου αυτούς που σ΄αγάπησαν σ’ ένα κιτάπι όλο στίχους κλούβιους που φυτοζωούνε-
άλλοτε δημητριακοί και  άλλοτε απέραντα στείροι:
Κανένας ρυθμός.
Μόνο πέφτει λίγο χιόνι              
ίσως πάνω στα μαραμένα λόγια ενός ποιητή που είναι φτωχός και τηγανίζει αυγά.
Κάπως έτσι δεν πρόκειται να τον θυμηθεί η δόξα.
Και γιατί υπάρχεις;
Μια τάξη πραγμάτων σε αποδέχεται επαναστατικά
μέσα στο βλέφαρο του αιώνα σου να παίζεις φυσαρμόνικα

πρωί  

ένας ήλιος διαλαλεί την ευτυχία του μέσα στα μακριά μαλλιά σου-

υπάρχει

ξεφλουδισμένη ψυχή θρησκευάμενη που τσούζει από απραξία και συνείδηση φιλολογική -


η ελληνική δημόσια ράτσα του μύθου χαροπαλεύει
στα δικαστήρια άορκων μαρτύρων
που ισχυρίζονται ένοχο τον "απαίσιο γείτονα".    Θυμάσαι;
Είχε μια μικρή κορούλα αξιολάτρευτη όλο φακίδες και χαμόγελα

τ’ απογέματα έβγαζε τα βάσανα βόλτα -

σε μια ηλικία κατόρθωσε να έχει υπαρξιακά προβλήματα τεντωμένα:
καπνός, καφετέρια, κακός εραστής…             αυτοκτόνησε
μέσα στο όρθιο πρόβλημα της μοναξιάς της.
Βούισαν ξέφρενα  μέσα στο λερωμένο μυαλό μου από αλκοόλ
και ψυχικά απωθημένα τα προβλήματα του κοσμάκη

άγχος

η ανεργία τσιρίζοντας
μια κόλα χαρτί έχοντας μας τυλίξει 
είμαστε χέρια πόδια και κουτσό μυαλό ˙
μέσα στα μακρινά εργατικά οράματα ωριμάζει
ο ορυμαγδός της αίσθησης -
η συνείδηση που καγχάζει -
μια μεροκαματιάρικη  ηθική
συνοψίζεται με θρησκευτική ευλάβεια στον άρτο και τον οίνο -
η οικογένεια πεινάει…
Όχι θεάματα..,

‘Ελα λοιπόν:
βολτάρουμε στο σκοτεινό αλσύλλιο του μυαλού με
ένα άγριο βλέμμα φονικό τονίζοντας τις λέξεις "μου λείπει" -         
γίνεται φασαρία
αδειάζουν τσέπες και η εξαγριωμένη όψη του συνδικαλιστή
φωνάζει "Αμερική ώ Αμερική απαίσια.." 
φρεναρισμένη ευτυχία πάνω στην καρδιά μου.
Ο θεός κοιτάζει απορημένος.
Καυτηριάζονται  από τον πόνο οι φταίχτες του σήμερα -
καφενέδες υπερτοπικοί  με απέραντους μάγκες που καπνίζουνε σέρτικα -
έλα λοιπόν έλα λοιπόν Ελενίτσα…
το σπίτι μας κρυώνει -
ποιος πληρώνει το νοίκι;
είμαστε αφιλόξενοι οι άγγελοι της πιο ψυχοπονιάρικης θρησκείας μωρό μου…


                       24.2.1983
                       Ηράκλειο

18 Μαρτίου 2016

Είσαι…




Είσαι ψυχή καλοκαιρινή, λινό μπλουζάκι κοντομάνικο
κέφι ανατιναχτό˙
είσαι η εξουσία της μέρας, το γεμάτο πιάτο
το καλλικέλαδο κρασί και ο πουνέντες˙
βρίσκεσαι μέσα σ’ έναν συλλογισμό μου
από νερένιο βίο κι απλομυριστό σαπούνι-
παρουσία ανοιξιάτικη
φρέσκια νυχτικιά βγαίνοντας στο μπαλκόνι να ποτίσει
τα γλαστράκια της.
Η ώρα καθίζει στο απόγευμα απαλά
πίνοντας απ’ το φλιτζάνι του καφέ σου-
ο ήλιος βυθίζει:
ένα τοπίο μνήμης πίνεται απ’ το μέλι του δειλινού˙
στέκεσαι όρθια
κρατάς το φως του κόσμου:
ένα κοντάρι νικητήριο…
24.4.1983
Αυλίδα

24 Σεπτεμβρίου 2015

Αμετάθετη νύχτα




Μόνο το απροσποίητο  φεγγάρι  κρέμεται
νέο πάν’ απ’ τις καμινάδες,  μέσα στην βαριά νύχτα
με αποδοχή του κρίματος ενός Άβελ, ενός Κάιν
κρεμασμένους  μέσα σ’ αυτό το λυχνάρι που απλουστεύει
τον μεταμεσονύχτιο συλλογισμό.

Εδώ δεν είναι κανένας.
Και τελικά είναι πρόβλημα να υπάρξεις -
η ζωή έχει τόσες τρικλοποδιές
αναποδογυρίζει το αίνιγμα και βρίσκεσαι  μόνος
ένας κουτσός που συναγωνίζεται δρομείς-
τα συλλογίζομαι όλα μες την αμετάθετη νύχτα
ζαλισμένος ακόμη από τον ήχο των ανθρώπων
σε έναν κρυωνιάρικο  μήνα και φαντάρος,
οι λίγοι φίλοι άφραγκοι και κουρασμένοι.

Εδώ δεν είναι κανένας .
Μόνο ένα βουρκωμένο σπίτι που κλωτσάει
Τους  φιλοξενούμενους,
η μουσική παίζει
μπερδεύονται τα χρώματα της νότας και
κρυφά η μελωδία σε εξουσιάζει -

απρόσμενα σχεδόν το κρησφύγετο 
γεμίζει αποτσίγαρα και καπνούς..

"καλά λοιπόν κυρά φασαρία σε κατέχω
καλά ερωτεύομαι μαζί σου
τα πίνουμε
είσαι η γυναίκα μου της βραδιάς
όπως τελειώνοντας
ένα ποίημα σου εμπιστεύομαι την στενοχώρια".

25.2.1983
Ηράκλειο

19 Απριλίου 2015

Ένας χορός αγγέλων ήτανε για μένα και για το κορίτσι μου



Ένας χορός αγγέλων ήτανε για μένα και για το κορίτσι μου ήτανε
μια μελωδία των άστρων!

Γεύτηκα την βαθύλαλη ψυχή σου!

Σου έχω γίνει τώρα ένας αυλός
να φωνάζεις
απομέσα του και ν’ ακούει ο θεός!

Μουσικές στερεωμένες στην νύχτα!

Στον βαθύ ουρανό αρμενίζουν
όνειρα·

στην ρηχή θάλασσα πλέει
φεγγάρι…

Ηράκλειο 1980

Είσαι…



Είσαι ψυχή καλοκαιρινή, λινό μπλουζάκι κοντομάνικο
κέφι ανατιναχτό˙

είσαι η εξουσία της μέρας, το γεμάτο πιάτο
το καλλικέλαδο κρασί και ο πουνέντες˙

βρίσκεσαι μέσα σ’ έναν συλλογισμό μου
από νερένιο βίο κι απλομυριστό σαπούνι-
παρουσία ανοιξιάτικη
φρέσκια νυχτικιά βγαίνοντας στο μπαλκόνι να ποτίσει
τα γλαστράκια της.

Η ώρα καθίζει στο απόγευμα απαλά
πίνοντας απ’ το φλιτζάνι του καφέ σου-
ο ήλιος βυθίζει:
ένα τοπίο μνήμης πίνεται απ’ το μέλι του δειλινού˙

στέκεσαι όρθια
κρατάς το φως του κόσμου:
ένα κοντάρι νικητήριο…


24.4.1983
Αυλίδα

Προφητεία..


Έλα λοιπόν καλοακονισμένο μυαλό να μας τα πεις εσύ-

Ποιός υπακούει και σε ποιόν;

Η ζωή είναι μαγιά που φουσκώνει-

μια μέρα

θα πληθύνει η ποιότητα λέω-

και εγώ θα είμαι πολύ χλόινος τότε, πολύ χωματένιος..

Μέσα σ’ ένα μνήμα βαθύτερο την άνοιξη

θα μ’ ενθουσιάζουνε οι εξάψεις…                                 

                                                     19.3.1983   Ηράκλειο

                                                   Από τον ‘’Οστεοθλάστη’’

26 Φεβρουαρίου 2015

Είσαι…




Είσαι ψυχή καλοκαιρινή, λινό μπλουζάκι κοντομάνικο
κέφι ανατιναχτό˙

είσαι η εξουσία της μέρας, το γεμάτο πιάτο
το καλλικέλαδο κρασί και ο πουνέντες˙

βρίσκεσαι μέσα σ’ έναν συλλογισμό μου
από νερένιο βίο κι απλομυριστό σαπούνι-
παρουσία ανοιξιάτικη
φρέσκια νυχτικιά βγαίνοντας στο μπαλκόνι να ποτίσει
τα γλαστράκια της.

Η ώρα καθίζει στο απόγευμα απαλά
πίνοντας απ’ το φλιτζάνι του καφέ σου-
ο ήλιος βυθίζει:
ένα τοπίο μνήμης πίνεται απ’ το μέλι του δειλινού˙

στέκεσαι όρθια
κρατάς το φως του κόσμου:
ένα κοντάρι νικητήριο…


24.4.1983
Αυλίδα

Προφητεία..






Έλα λοιπόν καλοακονισμένο μυαλό να μας τα πεις εσύ-

Ποιός υπακούει και σε ποιόν;

Η ζωή είναι μαγιά που φουσκώνει-

μια μέρα

θα πληθύνει η ποιότητα λέω-

και εγώ θα είμαι πολύ χλόινος τότε, πολύ χωματένιος..

Μέσα σ’ ένα μνήμα βαθύτερο την άνοιξη

θα μ’ ενθουσιάζουνε οι εξάψεις…                                 

                                                     19.3.1983   Ηράκλειο

                                                   Από τον ‘’Οστεοθλάστη’’

18 Ιουλίου 2014

Προφητεία..






Έλα λοιπόν καλοακονισμένο μυαλό να μας τα πεις εσύ-

Ποιός υπακούει και σε ποιόν;

Η ζωή είναι μαγιά που φουσκώνει-

μια μέρα

θα πληθύνει η ποιότητα λέω-

και εγώ θα είμαι πολύ χλόινος τότε, πολύ χωματένιος..

Μέσα σ’ ένα μνήμα βαθύτερο την άνοιξη

θα μ’ ενθουσιάζουνε οι εξάψεις…                                 

                                                     19.3.1983   Ηράκλειο

                                                   Από τον ‘’Οστεοθλάστη’’



24 Ιανουαρίου 2014

Είσαι…



Είσαι ψυχή καλοκαιρινή, λινό μπλουζάκι κοντομάνικο
κέφι ανατιναχτό˙

είσαι η εξουσία της μέρας, το γεμάτο πιάτο
το καλλικέλαδο κρασί και ο πουνέντες˙

βρίσκεσαι μέσα σ’ έναν συλλογισμό μου
από νερένιο βίο κι απλομυριστό σαπούνι-
παρουσία ανοιξιάτικη
φρέσκια νυχτικιά βγαίνοντας στο μπαλκόνι να ποτίσει
τα γλαστράκια της.

Η ώρα καθίζει στο απόγευμα απαλά
πίνοντας απ’ το φλιτζάνι του καφέ σου-
ο ήλιος βυθίζει:
ένα τοπίο μνήμης πίνεται απ’ το μέλι του δειλινού˙

στέκεσαι όρθια
κρατάς το φως του κόσμου:
ένα κοντάρι νικητήριο…


24.4.1983
Αυλίδα

Ένας χορός αγγέλων ήτανε για μένα και για το κορίτσι μου



Ένας χορός αγγέλων ήτανε για μένα και για το κορίτσι μου ήτανε
μια μελωδία των άστρων!

Γεύτηκα την βαθύλαλη ψυχή σου!

Σου έχω γίνει τώρα ένας αυλός
να φωνάζεις
απομέσα του και ν’ ακούει ο θεός!

Μουσικές στερεωμένες στην νύχτα!

Στον βαθύ ουρανό αρμενίζουν
όνειρα·

στην ρηχή θάλασσα πλέει
φεγγάρι…

Ηράκλειο 1980

23 Ιανουαρίου 2014

Ιδανικό ή το φάντασμα του Μαγιακόφσκι..



Μέσα στα λεκιασμένα σεντόνια ενός ύπνου εφιαλτικού με φροϋδικές προεκτάσεις και κερατωμένη κυρά- ψυχή

απόναν γιό του αρχαίου Διόνυσου που βαριέστησε μέσα στην λάμψη του αρχαίου κάλλους και σαλτάρισε μαστουρωμένος στον "απάνω κόσμο"

ντυμένος τον ζουρλομανδύα της ύπαρξης 

μ’ένα σκουπιδαριό αστικό που οι κομουνιστές το κοροϊδέψαν μέσα από μία αυτοκτονική φιλολογία -

με μια πρόστυχη libido μεταεφηβική -

στο μαλλιαρό κεφάλι της απόγνωσης..

αυτό το ζαρωμένο παλιόπραμα από εμάς τους ίδιους μες την σύμπτωση της λογοκριμένης ποίησης:

Ήταν αυτή που σηκώθηκε μέσα στην ερημωμένη εγκατάλειψή της  
της είπα "σ’αγαπώ Ελένη"-
Ένας τοίχος αντήχησε,        
μετά άλλος        
κι άλλος ..         
στη σειρά έπεσαν όλα :

Πατώματα φασιστικής ιδέας, καναπέδες έσπασαν τα πόδια τους
από χοντρόκωλους αστούς αδιαφορώντας για την πείνα του πατέρα μου.

Αυτό που κραταιώθηκε με το ζόρι γιατί έπρεπε το είχε θρέψει η παρέα μου
-μια σειρά νέοι –
τα βράδια γυρίζαμε στο σπίτι αργά
μεθυσμένοι ψάχνοντας για το φεγγάρι μες τις τσέπες μας μ’επιμονή!...

Μέσα σ’ αυτήν την βίβλο όλο ανθισμένες τριανταφυλλιές και περίτεχνα εξώφυλλα από δέρμα καρδιάς- με βαρύγδουπη λαλιά ευαγγελιστή που σου μιλάω ξημερώματα Κυριακής γεια σου, γεια σου γυναίκα με το σμαράγδι της ωραίας καρφιτσωμένο στα μάτια σου.

Γυρίζω από την νύχτα μιας ρεμπέτικης μυθολογίας.
Περιθωριοποιημένος .
Από άγνοια βαφτισμένος μέσα στον σκοταδισμό της πολιτικής ουσίας των πραγμάτων σέρνοντας μαζί μου αυτούς που σ΄αγάπησαν σ’ ένα κιτάπι όλο στίχους κλούβιους που φυτοζωούνε-
άλλοτε δημητριακοί και  άλλοτε απέραντα στείροι:
Κανένας ρυθμός.
Μόνο πέφτει λίγο χιόνι              
ίσως πάνω στα μαραμένα λόγια ενός ποιητή που είναι φτωχός και τηγανίζει αυγά.
Κάπως έτσι δεν πρόκειται να τον θυμηθεί η δόξα.
Και γιατί υπάρχεις;
Μια τάξη πραγμάτων σε αποδέχεται επαναστατικά
μέσα στο βλέφαρο του αιώνα σου να παίζεις φυσαρμόνικα

πρωί  

ένας ήλιος διαλαλεί την ευτυχία του μέσα στα μακριά μαλλιά σου-

υπάρχει

ξεφλουδισμένη ψυχή θρησκευάμενη που τσούζει από απραξία και συνείδηση φιλολογική -


η ελληνική δημόσια ράτσα του μύθου χαροπαλεύει
στα δικαστήρια άορκων μαρτύρων
που ισχυρίζονται ένοχο τον "απαίσιο γείτονα".    Θυμάσαι;
Είχε μια μικρή κορούλα αξιολάτρευτη όλο φακίδες και χαμόγελα

τ’ απογέματα έβγαζε τα βάσανα βόλτα -

σε μια ηλικία κατόρθωσε να έχει υπαρξιακά προβλήματα τεντωμένα:
καπνός, καφετέρια, κακός εραστής…             αυτοκτόνησε
μέσα στο όρθιο πρόβλημα της μοναξιάς της.
Βούισαν ξέφρενα  μέσα στο λερωμένο μυαλό μου από αλκοόλ
και ψυχικά απωθημένα τα προβλήματα του κοσμάκη

άγχος

η ανεργία τσιρίζοντας
μια κόλα χαρτί έχοντας μας τυλίξει 
είμαστε χέρια πόδια και κουτσό μυαλό
μέσα στα μακρινά εργατικά οράματα ωριμάζει
ο ορυμαγδός της αίσθησης -
η συνείδηση που καγχάζει -
μια μεροκαματιάρικη  ηθική
συνοψίζεται με θρησκευτική ευλάβεια στον άρτο και τον οίνο -
η οικογένεια πεινάει…
Όχι θεάματα..,

‘Ελα λοιπόν:
βολτάρουμε στο σκοτεινό αλσύλλιο του μυαλού με
ένα άγριο βλέμμα φονικό τονίζοντας τις λέξεις "μου λείπει" -         
γίνεται φασαρία
αδειάζουν τσέπες και η εξαγριωμένη όψη του συνδικαλιστή
φωνάζει "Αμερική ώ Αμερική απαίσια.." 
φρεναρισμένη ευτυχία πάνω στην καρδιά μου.
Ο θεός κοιτάζει απορημένος.
Καυτηριάζονται  από τον πόνο οι φταίχτες του σήμερα -
καφενέδες υπερτοπικοί  με απέραντους μάγκες που καπνίζουνε σέρτικα -
έλα λοιπόν έλα λοιπόν Ελενίτσα…
το σπίτι μας κρυώνει -
ποιος πληρώνει το νοίκι;
είμαστε αφιλόξενοι οι άγγελοι της πιο ψυχοπονιάρικης θρησκείας μωρό μου…


                       24.2.1983
                       Ηράκλειο



Ουρανοκατέβατος κόσμος




Βλεφαρισμοί ταχύπνοοι και το καύκαλο της μέρας γυμνό ή χιονισμένο, ­ τεντωμένο
σαν επιφώνημα μες στον βουβό αγέρα και την εργένικη ζωή ενός φίλου που                 μαγειρεύει τραχανά.

Ασύγκριτα φοβερές τελειοποιήσεις του κόσμου
με ανθρώπινο παράγοντα μηδαμινά υπολογισμένο,
ντυμένο με φτωχά ρούχα,
πεινασμένο,
μόλις έχοντας το κουράγιο να πάρει φωτιά η αναπνοή του
σπινθηρίζοντας η ζωή.

Μετά η λαϊκή αγία ενορία …

Μαζεύει τα παιδιά της μέσα στον όρθιο ναό της συναδέλφωσης   
προχωρεί το θαύμα της..,

χωρίς να το φανταστεί κανείς ντροπιάζεται η στιγμή  
κοκκινίζουν τα μάγουλα της νέας ελπίδας,
η πράξη φρενάρεται σιωπηλά και όμως
το βέλος της βρίσκει στόχο..,

και βραδιάζει ήρεμα, γλυκά

ξημερώνει η αυριανή όλο θόρυβο και ακίνδυνη αίγλη….




                                                       19.2.1983
                                                        Ηράκλειο




18 Νοεμβρίου 2013

Προφητεία


                             
Έλα λοιπόν καλοακονισμένο μυαλό να μας τα πεις εσύ
ποιος υπακούει και σε ποιόν
η ζωή είναι μαγιά που φουσκώνει
μια μέρα θα πληθύνει η ποιότητα λέω
και εγώ θα είμαι πολύ χλόινος  τότε πολύ χωματένιος
μέσα σ’ ένα μνήμα βαθύτερο την άνοιξη
θα μ’ ενθουσιάζουνε οι εξάψεις…


                                                  19.3.1983
                                                   Ηράκλειο

17 Νοεμβρίου 2013

Ιδανικό ή το φάντασμα του Μαγιακόφσκι..




Μέσα στα λεκιασμένα σεντόνια ενός ύπνου εφιαλτικού με φροϋδικές προεκτάσεις και κερατωμένη κυρά- ψυχή

απόναν γιό του αρχαίου Διόνυσου που βαριέστησε μέσα στην λάμψη του αρχαίου κάλλους και σαλτάρισε μαστουρωμένος στον "απάνω κόσμο"

ντυμένος τον ζουρλομανδύα της ύπαρξης 

μ’ένα σκουπιδαριό αστικό που οι κομουνιστές το κοροϊδέψαν μέσα από μία αυτοκτονική φιλολογία -

με μια πρόστυχη libido μεταεφηβική -

στο μαλλιαρό κεφάλι της απόγνωσης..

αυτό το ζαρωμένο παλιόπραμα από εμάς τους ίδιους μες την σύμπτωση της λογοκριμένης ποίησης:

Ήταν αυτή που σηκώθηκε μέσα στην ερημωμένη εγκατάλειψή της  
της είπα "σ’αγαπώ Ελένη"-
Ένας τοίχος αντήχησε,        
μετά άλλος        
κι άλλος ..         
στη σειρά έπεσαν όλα :

Πατώματα φασιστικής ιδέας, καναπέδες έσπασαν τα πόδια τους
από χοντρόκωλους αστούς αδιαφορώντας για την πείνα του πατέρα μου.

Αυτό που κραταιώθηκε με το ζόρι γιατί έπρεπε το είχε θρέψει η παρέα μου
-μια σειρά νέοι –
τα βράδια γυρίζαμε στο σπίτι αργά
μεθυσμένοι ψάχνοντας για το φεγγάρι μες τις τσέπες μας μ’επιμονή!...

Μέσα σ’ αυτήν την βίβλο όλο ανθισμένες τριανταφυλλιές και περίτεχνα εξώφυλλα από δέρμα καρδιάς- με βαρύγδουπη λαλιά ευαγγελιστή που σου μιλάω ξημερώματα Κυριακής γεια σου, γεια σου γυναίκα με το σμαράγδι της ωραίας καρφιτσωμένο στα μάτια σου.

Γυρίζω από την νύχτα μιας ρεμπέτικης μυθολογίας.
Περιθωριοποιημένος .
Από άγνοια βαφτισμένος μέσα στον σκοταδισμό της πολιτικής ουσίας των πραγμάτων σέρνοντας μαζί μου αυτούς που σ΄αγάπησαν σ’ ένα κιτάπι όλο στίχους κλούβιους που φυτοζωούνε-
άλλοτε δημητριακοί και  άλλοτε απέραντα στείροι:
Κανένας ρυθμός.
Μόνο πέφτει λίγο χιόνι              
ίσως πάνω στα μαραμένα λόγια ενός ποιητή που είναι φτωχός και τηγανίζει αυγά.
Κάπως έτσι δεν πρόκειται να τον θυμηθεί η δόξα.
Και γιατί υπάρχεις;
Μια τάξη πραγμάτων σε αποδέχεται επαναστατικά
μέσα στο βλέφαρο του αιώνα σου να παίζεις φυσαρμόνικα

πρωί  

ένας ήλιος διαλαλεί την ευτυχία του μέσα στα μακριά μαλλιά σου-

υπάρχει

ξεφλουδισμένη ψυχή θρησκευάμενη που τσούζει από απραξία και συνείδηση φιλολογική -


η ελληνική δημόσια ράτσα του μύθου χαροπαλεύει
στα δικαστήρια άορκων μαρτύρων
που ισχυρίζονται ένοχο τον "απαίσιο γείτονα".    Θυμάσαι;
Είχε μια μικρή κορούλα αξιολάτρευτη όλο φακίδες και χαμόγελα

τ’ απογέματα έβγαζε τα βάσανα βόλτα -

σε μια ηλικία κατόρθωσε να έχει υπαρξιακά προβλήματα τεντωμένα:
καπνός, καφετέρια, κακός εραστής…             αυτοκτόνησε
μέσα στο όρθιο πρόβλημα της μοναξιάς της.
Βούισαν ξέφρενα  μέσα στο λερωμένο μυαλό μου από αλκοόλ
και ψυχικά απωθημένα τα προβλήματα του κοσμάκη

άγχος

η ανεργία τσιρίζοντας
μια κόλα χαρτί έχοντας μας τυλίξει 
είμαστε χέρια πόδια και κουτσό μυαλό
μέσα στα μακρινά εργατικά οράματα ωριμάζει
ο ορυμαγδός της αίσθησης -
η συνείδηση που καγχάζει -
μια μεροκαματιάρικη  ηθική
συνοψίζεται με θρησκευτική ευλάβεια στον άρτο και τον οίνο -
η οικογένεια πεινάει…
Όχι θεάματα..,

‘Ελα λοιπόν:
βολτάρουμε στο σκοτεινό αλσύλλιο του μυαλού με
ένα άγριο βλέμμα φονικό τονίζοντας τις λέξεις "μου λείπει" -         
γίνεται φασαρία
αδειάζουν τσέπες και η εξαγριωμένη όψη του συνδικαλιστή
φωνάζει "Αμερική ώ Αμερική απαίσια.." 
φρεναρισμένη ευτυχία πάνω στην καρδιά μου.
Ο θεός κοιτάζει απορημένος.
Καυτηριάζονται  από τον πόνο οι φταίχτες του σήμερα -
καφενέδες υπερτοπικοί  με απέραντους μάγκες που καπνίζουνε σέρτικα -
έλα λοιπόν έλα λοιπόν Ελενίτσα…
το σπίτι μας κρυώνει -
ποιος πληρώνει το νοίκι;
είμαστε αφιλόξενοι οι άγγελοι της πιο ψυχοπονιάρικης θρησκείας μωρό μου…


                       24.2.1983
                       Ηράκλειο

21 Απριλίου 2013

Ιδανικό ή το φάντασμα του Μαγιακόφσκι..






Μέσα στα λεκιασμένα σεντόνια ενός ύπνου εφιαλτικού με φροϋδικές προεκτάσεις και κερατωμένη κυρά- ψυχή

απόναν γιό του αρχαίου Διόνυσου που βαριέστησε μέσα στην λάμψη του αρχαίου κάλλους και σαλτάρισε μαστουρωμένος στον "απάνω κόσμο"

ντυμένος τον ζουρλομανδύα της ύπαρξης 

μ’ένα σκουπιδαριό αστικό που οι κομουνιστές το κοροϊδέψαν μέσα από μία αυτοκτονική φιλολογία -

με μια πρόστυχη libido μεταεφηβική -

στο μαλλιαρό κεφάλι της απόγνωσης..

αυτό το ζαρωμένο παλιόπραμα από εμάς τους ίδιους μες την σύμπτωση της λογοκριμένης ποίησης:

Ήταν αυτή που σηκώθηκε μέσα στην ερημωμένη εγκατάλειψή της  
της είπα "σ’αγαπώ Ελένη"-
Ένας τοίχος αντήχησε,        
μετά άλλος        
κι άλλος ..         
στη σειρά έπεσαν όλα :

Πατώματα φασιστικής ιδέας, καναπέδες έσπασαν τα πόδια τους
από χοντρόκωλους αστούς αδιαφορώντας για την πείνα του πατέρα μου.

Αυτό που κραταιώθηκε με το ζόρι γιατί έπρεπε το είχε θρέψει η παρέα μου
-μια σειρά νέοι –
τα βράδια γυρίζαμε στο σπίτι αργά
μεθυσμένοι ψάχνοντας για το φεγγάρι μες τις τσέπες μας μ’επιμονή!...

Μέσα σ’ αυτήν την βίβλο όλο ανθισμένες τριανταφυλλιές και περίτεχνα εξώφυλλα από δέρμα καρδιάς- με βαρύγδουπη λαλιά ευαγγελιστή που σου μιλάω ξημερώματα Κυριακής γεια σου, γεια σου γυναίκα με το σμαράγδι της ωραίας καρφιτσωμένο στα μάτια σου.

Γυρίζω από την νύχτα μιας ρεμπέτικης μυθολογίας.
Περιθωριοποιημένος .
Από άγνοια βαφτισμένος μέσα στον σκοταδισμό της πολιτικής ουσίας των πραγμάτων σέρνοντας μαζί μου αυτούς που σ΄αγάπησαν σ’ ένα κιτάπι όλο στίχους κλούβιους που φυτοζωούνε-
άλλοτε δημητριακοί και  άλλοτε απέραντα στείροι:
Κανένας ρυθμός.
Μόνο πέφτει λίγο χιόνι              
ίσως πάνω στα μαραμένα λόγια ενός ποιητή που είναι φτωχός και τηγανίζει αυγά.
Κάπως έτσι δεν πρόκειται να τον θυμηθεί η δόξα.
Και γιατί υπάρχεις;
Μια τάξη πραγμάτων σε αποδέχεται επαναστατικά
μέσα στο βλέφαρο του αιώνα σου να παίζεις φυσαρμόνικα

πρωί  

ένας ήλιος διαλαλεί την ευτυχία του μέσα στα μακριά μαλλιά σου-

υπάρχει

ξεφλουδισμένη ψυχή θρησκευάμενη που τσούζει από απραξία και συνείδηση φιλολογική -


η ελληνική δημόσια ράτσα του μύθου χαροπαλεύει
στα δικαστήρια άορκων μαρτύρων
που ισχυρίζονται ένοχο τον "απαίσιο γείτονα".    Θυμάσαι;
Είχε μια μικρή κορούλα αξιολάτρευτη όλο φακίδες και χαμόγελα

τ’ απογέματα έβγαζε τα βάσανα βόλτα -

σε μια ηλικία κατόρθωσε να έχει υπαρξιακά προβλήματα τεντωμένα:
καπνός, καφετέρια, κακός εραστής…            αυτοκτόνησε
μέσα στο όρθιο πρόβλημα της μοναξιάς της.
Βούισαν ξέφρενα  μέσα στο λερωμένο μυαλό μου από αλκοόλ
και ψυχικά απωθημένα τα προβλήματα του κοσμάκη

άγχος

η ανεργία τσιρίζοντας
μια κόλα χαρτί έχοντας μας τυλίξει 
είμαστε χέρια πόδια και κουτσό μυαλό
μέσα στα μακρινά εργατικά οράματα ωριμάζει
ο ορυμαγδός της αίσθησης -
η συνείδηση που καγχάζει -
μια μεροκαματιάρικη  ηθική
συνοψίζεται με θρησκευτική ευλάβεια στον άρτο και τον οίνο -
η οικογένεια πεινάει…
Όχι θεάματα..,

‘Ελα λοιπόν:
βολτάρουμε στο σκοτεινό αλσύλλιο του μυαλού με
ένα άγριο βλέμμα φονικό τονίζοντας τις λέξεις "μου λείπει" -         
γίνεται φασαρία
αδειάζουν τσέπες και η εξαγριωμένη όψη του συνδικαλιστή
φωνάζει "Αμερική ώ Αμερική απαίσια.." 
φρεναρισμένη ευτυχία πάνω στην καρδιά μου.
Ο θεός κοιτάζει απορημένος.
Καυτηριάζονται  από τον πόνο οι φταίχτες του σήμερα -
καφενέδες υπερτοπικοί  με απέραντους μάγκες που καπνίζουνε σέρτικα -
έλα λοιπόν έλα λοιπόν Ελενίτσα…
το σπίτι μας κρυώνει -
ποιος πληρώνει το νοίκι;
είμαστε αφιλόξενοι οι άγγελοι της πιο ψυχοπονιάρικης θρησκείας μωρό μου…


                       24.2.1983
                       Ηράκλειο

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου