...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Φεβρουαρίου 2016

ΜΙΛΑΜΕ



                      



Είναι πολύ μουτζουρωμένοι οι άνθρωποι
Σε μια εποχή που αφθονούν  οι σαπωνοποιίες
Να σου μιλώ σε μιαν απλή μέρα
Μισοφαγωμένος απ’ τον γύπα της αγάπης.
Δεν καταλαβαίνεις.
Το χέρι μου θέλει να σ’ αγγίξει.
Αισθάνομαι το βαθύ άρωμα της ψυχής σου.
Μιλάς.
Μιλάω.
Πολύχρωμα λόγια πάνε την αγάπη τελικά.
Τελικά που όλα υποχωρούν όπως πηγαίνεις λάθος….


                                                  17.91983
                                                  Ζούμπερι



20 Νοεμβρίου 2015

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ..


Μουσική που μου χαρίστηκες όταν
Όλες οι σιωπές ενωθήκανε
Κ ήμουνα μόνος αστροπόρος στο νεφέλωμα
Ξέροντας ότι ακούγεται φριχτά η γαλήνη
Κι η μοναξιά πονάει σαν έγκαυμα.

Τώρα ελάτε να μου παραστέκεστε νότες
Το καλοκαίρι αλλάζει τα σύμβολα
Οι παραλίες γεμίζουνε με φωνές των παιδιών
Οι πιο σημαντικές καμπάνες των νησιών
Ξύνουνε μια ασβεστολιθική ουτοπία.

Μένω στην χώρα των τιτάνων κι όμως
Πως γέμισε με νάνους τούτο το τοπίο
Μπατάρει στα ρηχά μ’ έναν καημό από κρύσταλλο
Κραδαίνεται μέσα στην ερημιά του
Μόνο τον ήλιο βλέπω νικητήριο
Να δίνει τους χρησμούς σαν ακατάληπτους
Που ορίζουν ένα πέρασμα ελπίδας.


9.7.2007

ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ



Αυτές οι σάλπιγγες του δειλινού που ακούγοντας τες η ψυχή μου αναστατώνεται.
Ο Ιούλης που σε κράτησα στην αγκαλιά μου αήττητη.
Ο Ιούλης ενός φεγγαριού.

Το λιανό φως έστελνε σε άλλες εποχές τα βράχια κατ’ από την Ακρόπολη
που βούλιαζε και ταπεινά
χάνονταν μες το μαύρο.

Η έμπνευση έτρεξε στους δρόμους της πολιτείας με τα φώτα αυτοκινήτων.
Τα παράθυρα έκλειναν στα σιγά
και μεγάλοι ίσκιοι από άντρα και γυναίκα που θέλγονται του έρωτα
βημάτισαν στην κάμαρη.

Ο σκοταδόγατος εγώ.

Η ζωή μου λέω ρημαγμένη.
Ταπεινός μέχρι τέρμα
κάτι έλπισα από βουερή ψυχή ν’ ανάψει αλλά
ο μάταιος στοχασμός δρασκέλισε τα σύνορα του απόκοτου
γίνηκε πάλι απόγνωση.


Η ώρα δώδεκα το μεσονύχτι ψάχτηκα και βρέθηκα μόνος.
Κ’ εσύ που ήσουν;

Με γεμίζει ο πόνος του άδειου ορίζοντα!.

Αυλίδα 15/7/82

ΑΤΟΜΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ


Έζησα μες το αγύριστο κεφάλι της ιστορίας
οι άνθρωποι ανταποκρίθηκαν
γελοία στα κύματα
της εσωτερικής μου περιπέτειας,….δράμα!

Από οίηση φούσκωσα το στήθος-
πληγωμένος.

Στα χρόνια μου γύμνασα όραση και ακοή
που μακριά μέσα στο μέλλον
κάποτε συνέλαβα το ερχόμενο να βιάζεται να ολολύξει.

Παραλία φωσφορική.
Η Εύβοια.

Στα συνηθειά μου αέρας ξέφυγα
Από το τρύπιο μυστικό του άντρα ή της γυναίκας
που τους είδα να σουρουπώνεται η ψυχή τους.

Δραπέτευσα για λίγο αέρα λεύτερο απ΄ τα στρατόπεδα.

Ο Χριστός ήτανε στο πετσί μου·
μου τυράνναγε τόση φιλολογία και
ζωή ψυχοπονιάρικη. Πόνεσα.
Στο θάρρος μου απλουστεύτηκαν όλα.
Το κλειδί βρέθηκε
Η πόρτα ήταν γνωστή.
Άνοιξα και μπήκα στο θάνατο!


Αυλίδα 13/8/82

ΑΝΘΡΩΠΟΣ



Τι μύθος αλήθεια τι μύθος όλος ο άνθρωπος;
Η κυνηγετική μανία μου με θρόνιασε πάνω σε έναν χρόνο και
γύρω μου φοβισμένα, βαλσαμωμένα
μάτια θηραμάτων που η ψυχολογία έχοντάς τα χαμένα
τους κράτησε μόνο την έκφραση για μελέτη….
ή απόγνωση….

Ο Αύγουστος ενός χρόνου βιαζότανε στην καρδιά μου.
Το αίμα κυκλόφερνε με βοή στις φλέβες μέσα.
Μια δύσκολη εποχή για αδύνατους οργανισμούς.
Είχα φοβηθεί, το παραδέχομαι, την ψεύτρα
ηθική των πρωτευουσιάνων που καμώνονται πως
κάτω από το παντελόνι του άντρα
δεν υπάρχει τίποτα όταν μιλάνε στην μικρή τους κόρη.
Που περπατάνε μ’ ένα δεκανίκι στο μυαλό ποντάροντας
όλο τους το έχει σε μία θρησκεία ξοφλημένη ή
το πολύ-πολύ,
σε δύο ιδέες αναχρονισμού κλεισμένες
σε κονσέρβα, δηλητηριασμένες.

Εγώ σοκακόσκυλο και πάντοτε κυνηγημένος.
Ω, διάολε, τι θέλω το ταπεινό σου βασίλειο
αφού πέρασαν χρόνια κι’ ακόμη
δεν έχεις κατορθώσει να γίνεις κακότερος;
Δεν είμαι λοιπόν κουτός. Απλά αντιρρησίας… Ίσως
χειρότερο μυαλό, χειρότερο χέρι από τον καθένα.
Απλά η έμπνευση με έχει καψαλιάσει απ’ την μια μεριά
του έρωτα
απ’ την άλλη
έμεινα απλά ηλιοκαής
απ’ την ζέση του καλοκαιριού και τον κύριο ήλιο.

Μέσα στις πόλεις με κυνήγησαν οι πόλεις.
Φοβήθηκα τους αριθμούς.
Οι πληθυσμοί που αύξαιναν κράτησαν σε εγρήγορση
τα νεανικά μου όνειρα
για μια πιο δίκαιη ζωή
όταν θα αποχτήσουμε
συνείδηση ανθρώπου που η λευτεριά στον ύπνο του
του παραγγέλνει φασαρίες.


Αυλίδα 13/8/82

3 Φεβρουαρίου 2014

ΣΚΑΓΙΑ ΗΘΟΠΟΙΙΑΣ



Επειδή ο άνθρωπος είναι αυτός
όλο μικρές μανίες καταδίωξης

εσύ που είσαι αυτή που δεν θα ήθελες να είσαι
ιστορία με το πρόσωπο μες τον ντορβά
εαυτίζοντας
προσφέροντας μικρά φωνήεντα όρασης
παρελθοντικής
παρούσας
μέλλουσας
ιστορία ξεγραμμένη από την αρχή για μια άλλη
μοίρα του κόσμου- ο έρωτας
σ’ αρνιέται δυνατά. Δες:
το μπουμπούκι του σκάει σε αλλιώτικους κήπους.
Επειδή ο άνθρωπος είναι αυτός-

φρικαλέος, ποταπός, δύστηνος ο καημένος
ντύνεται στα φανταχτερά σαν υπέροχο φρούτο
το μεγάλο κουκούτσι του σπάζει το δόντι

όμως

λυσσασμένα η ζωή πάει το κεφάλι της
να το σπάσει πάνω στον γενναίο τοίχο
της απογοητευμένης πολιτείας.

Οι εργάτες πονάνε έναν πόνο του κορμιού
απ’ την κούραση.
Ψυχολογίες του φθαρμένου
πρωτευουσιάνου.
Σκάγια ηθοποιίας μπροστά
σ’ έναν καθρέφτη πολυτελείας.
Ενδύματα φανταχτερά,
παπούτσια να περπατήσουν σε κρύσταλλο.
Φαντασμαγορία του αίσχους!

Έχω βαριεστήσει μες σε μιαν ηθική από τρικούβερτες
ψευτοκουβέντες, διασκεδάσεις της ψυχής.
Η αγάπη με πήγε παρανάλωμα του αισθήματος.
Είμαι μικρός.

Η ηλικία όλων των στοχασμών μου
σμιχτή είναι μια σταλιά στικτή δροσιά
στο στόμα της κοπέλας που με θέλει.

Α! επιτέλους η ζωή
να ομορφύνει γενναία!
Να πει λόγο μιας ευτυχίας του κορμιού
ο αιώνας.
Επειδή ο άνθρωπος είναι αυτός-
Να του δοθεί συγχώρεση που δίνεται
στους λυπημένους.


Αυλίδα 3/9/82

ΨΥΧΟΜΕΤΡΗΣ



Καταλαβαίνεται μιαν οδύνη που ‘ναι από ποιήματα;

Έχω πέσει μες την θάλασσα του πάθους
μ’ ένα ξεφούσκωτο σωσίβιο ελπίδας.

Ποιός έχει οφέλη από τον αποκεφαλισμό μιας καρφίτσας;

Απωθημένα και βουερές ψυχώσεις έρχονται
να μας δαγκώσουν τον λαιμό. Βρικόλακες!

Η ανοησία είναι η κοφτερή απόληξη της μοναξιάς.
Η υπεράσπιση του θάρρους μάταιος κόπος.
Βούλιαξε απαλά η λέξη ‘’άνθρωπος’’
μέσα στο βίαιο όνειρο-
γίνηκε
μια άλλη Ατλαντίδα.

Έχει συλλογιστεί κανείς στην λύπη του
έναν ηθοποιό της κωμωδίας;

Αυλίδα 2/9/82

2 Φεβρουαρίου 2014

ΑΝΘΡΩΠΟΣ



Τι μύθος αλήθεια τι μύθος όλος ο άνθρωπος;
Η κυνηγετική μανία μου με θρόνιασε πάνω σε έναν χρόνο και
γύρω μου φοβισμένα, βαλσαμωμένα
μάτια θηραμάτων που η ψυχολογία έχοντάς τα χαμένα
τους κράτησε μόνο την έκφραση για μελέτη….
ή απόγνωση….

Ο Αύγουστος ενός χρόνου βιαζότανε στην καρδιά μου.
Το αίμα κυκλόφερνε με βοή στις φλέβες μέσα.
Μια δύσκολη εποχή για αδύνατους οργανισμούς.
Είχα φοβηθεί, το παραδέχομαι, την ψεύτρα
ηθική των πρωτευουσιάνων που καμώνονται πως
κάτω από το παντελόνι του άντρα
δεν υπάρχει τίποτα όταν μιλάνε στην μικρή τους κόρη.
Που περπατάνε μ’ ένα δεκανίκι στο μυαλό ποντάροντας
όλο τους το έχει σε μία θρησκεία ξοφλημένη ή
το πολύ-πολύ,
σε δύο ιδέες αναχρονισμού κλεισμένες
σε κονσέρβα, δηλητηριασμένες.

Εγώ σοκακόσκυλο και πάντοτε κυνηγημένος.
Ω, διάολε, τι θέλω το ταπεινό σου βασίλειο
αφού πέρασαν χρόνια κι’ ακόμη
δεν έχεις κατορθώσει να γίνεις κακότερος;
Δεν είμαι λοιπόν κουτός. Απλά αντιρρησίας… Ίσως
χειρότερο μυαλό, χειρότερο χέρι από τον καθένα.
Απλά η έμπνευση με έχει καψαλιάσει απ’ την μια μεριά
του έρωτα
απ’ την άλλη
έμεινα απλά ηλιοκαής
απ’ την ζέση του καλοκαιριού και τον κύριο ήλιο.

Μέσα στις πόλεις με κυνήγησαν οι πόλεις.
Φοβήθηκα τους αριθμούς.
Οι πληθυσμοί που αύξαιναν κράτησαν σε εγρήγορση
τα νεανικά μου όνειρα
για μια πιο δίκαιη ζωή
όταν θα αποχτήσουμε
συνείδηση ανθρώπου που η λευτεριά στον ύπνο του
του παραγγέλνει φασαρίες.


Αυλίδα 13/8/82

1 Φεβρουαρίου 2014

ΑΤΟΜΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ


Έζησα μες το αγύριστο κεφάλι της ιστορίας
οι άνθρωποι ανταποκρίθηκαν
γελοία στα κύματα
της εσωτερικής μου περιπέτειας,….δράμα!

Από οίηση φούσκωσα το στήθος-
πληγωμένος.

Στα χρόνια μου γύμνασα όραση και ακοή
που μακριά μέσα στο μέλλον
κάποτε συνέλαβα το ερχόμενο να βιάζεται να ολολύξει.

Παραλία φωσφορική.
Η Εύβοια.

Στα συνηθειά μου αέρας ξέφυγα
Από το τρύπιο μυστικό του άντρα ή της γυναίκας
που τους είδα να σουρουπώνεται η ψυχή τους.

Δραπέτευσα για λίγο αέρα λεύτερο απ΄ τα στρατόπεδα.

Ο Χριστός ήτανε στο πετσί μου·
μου τυράνναγε τόση φιλολογία και
ζωή ψυχοπονιάρικη. Πόνεσα.
Στο θάρρος μου απλουστεύτηκαν όλα.
Το κλειδί βρέθηκε
Η πόρτα ήταν γνωστή.
Άνοιξα και μπήκα στο θάνατο!


Αυλίδα 13/8/82

ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ



Αυτές οι σάλπιγγες του δειλινού που ακούγοντας τες η ψυχή μου αναστατώνεται.
Ο Ιούλης που σε κράτησα στην αγκαλιά μου αήττητη.
Ο Ιούλης ενός φεγγαριού.

Το λιανό φως έστελνε σε άλλες εποχές τα βράχια κατ’ από την Ακρόπολη
που βούλιαζε και ταπεινά
χάνονταν μες το μαύρο.

Η έμπνευση έτρεξε στους δρόμους της πολιτείας με τα φώτα αυτοκινήτων.
Τα παράθυρα έκλειναν στα σιγά
και μεγάλοι ίσκιοι από άντρα και γυναίκα που θέλγονται του έρωτα
βημάτισαν στην κάμαρη.

Ο σκοταδόγατος εγώ.

Η ζωή μου λέω ρημαγμένη.
Ταπεινός μέχρι τέρμα
κάτι έλπισα από βουερή ψυχή ν’ ανάψει αλλά
ο μάταιος στοχασμός δρασκέλισε τα σύνορα του απόκοτου
γίνηκε πάλι απόγνωση.


Η ώρα δώδεκα το μεσονύχτι ψάχτηκα και βρέθηκα μόνος.
Κ’ εσύ που ήσουν;

Με γεμίζει ο πόνος του άδειου ορίζοντα!.

Αυλίδα 15/7/82

ΠΡΩΙΝΟ..



Στάξαν βαριά χαράματα τα δέντρα
Με το συμβάντο της αποκαθήλωσης του ήλιου
Μικρές παρηγορήτρες αερούλες στήσανε χορό
Βάλανε τα καλά φορέματά τους
Τώρα το Ιούνιο παιδί γελάει και παίζει
Η θάλασσα το βλέπει ξεπλυμένο
Από το μέλι του καιρού βγήκε η ιστορία
Γριά τσιγγάνα μαυροφορεμένη
Τα λιγδωμένα της μαλλιά είναι σκοινιά του πόνου
Αγχόνες γίνονται για τις αισθήσεις που χωρούνε
Και κλαίει κλαίει το θαύμα τους το ατόφιο.

Η ρίζα του αίματος γέμισε γόπες των τσιγάρων
Η μνήμη απόχτησε γινόμενο και διαιρέτη
Βγήκα στους δρόμους αίθριος, σχεδόν μισός
Για να τελειώσω με τον εαυτό μου.

Μετά μου λες η γη φυγοδικεί
Πλαταίνει η απόλαυση της μοναξιάς με ευχρηστία
Φαντάροι απελπίζονται μ’ επιμονή
Βακχεύουνε στον σάπιο εγωισμό τους αναγκαστικά υποταγμένοι
Ενώ από την ηθική ενός λαμπρού μονοφαγά
Το κράτος φτιάχνει νομοσχέδια της πείνας…


6.6.1983
Ζούμπερι

Κυριακή



Τώρα φωνάζω και μ’ ακούει ο άνεμος
Και
Μια τρύπια Κυριακή

Δηλητηριάζοντας τον εαυτό μου με μια μουσική
Τρελή
Κ’ έναν εγωιστικό κύκλο χωρίς κέντρο

Ποιος θεός θα βρεθεί για να πάρει
Στην αγκαλιά του ένα όνειρό μου κατουρημένο,
Όταν σκοντάφτει η λογική στο πεζουλάκι της αγάπης

Όρθιες κοιμισμένες σκέψεις μέσα στο καθημερινό
Καρβέλι όταν πεινάμε,

Όταν ξυπνάμε από τον λήθαργο και δεν είναι
Ένας στο πλάι μας

Φωνάζουμε «Αγάπη», ο ορίζοντας μεγαλώνει,
Απέραντος…

24.7.1983
Ζούμπερι

ΣΕ ΦΙΛΟ ΦΑΝΤΑΡΟ





Σε ήξερα με το βαρύ παλτό σου όλο το χειμώνα·

Κάναμε ιδέες, όρεξη επαναστατική, πίναμε ούζο·

Είχαμε το μεράκι του δημιουργού.

Καθόμασταν στις καρέκλες του αύριο των καφενείων

Στον ήλιο μέσα ή στο ψιλόβροχο με απόλαυση.

Τα μάτια μας συμπύκνωναν ουρανό και πόλεμο.

Τεντώναμε την ώριμη οργή κατακαλόκαιρο.



Μετά η στράτευση με έναν κουμπαρά που δεν σ’ αρέσει..

Μαζεύει αργά τις μέρες σου για χρόνια

Κι όταν θα σπάσει, ο τόκος θα 'ναι η απουσία.

Πληρώνουμε το τίμημα μιας δύσκολης πατρίδας.

Με μια ψυχή στο double face που υπομένει...


24.6.1983
Ζούμπερι

ΠΙΣΩ ΑΠ ΤΟ ΤΖΑΜΙ..









Μέρα θαμπή θριάμβου μπόρας καλοκαιρινής
Η βροχή αναστατώνει όλες τις ζωές, ανατινάζει
Ουσίες της χλωροφύλλης άξεστες
Απ' το μαράζι πίσω απ'το τζάμι μου τα βλέπω.
Σαν μεγενθυντικός φακός που μου διαβάζει το είδωλο
καλύτερα.
Και το βατράχι αυτό που ενώ χοροπηδάει
Μες την υγρασία των πεσμένων φύλλων
Αφήνει ένα βάρος
Μες το ταξίδι του ματιού
Από χωράφι σε χωράφι...

Αλαφροίσκιωτη σιωπή
και μια μονότονη άρπα της βροχής να χύνεται
Σαν μουσική βουκολικής σαγήνης
Εκεί που έχει λόγια με την μοναξιά η μέρα-
Ένα λεπτό υφάδι μελαγχολικής σιωπής και ρεμβασμού
Μέσα στο πρωινό
Και ο καιρός είναι δεμένος για να βρέχει ολοένα
Στίχους και όραση θολή....

12 Αυγούστου 2011

ΠΙΣΩ ΑΠ ΤΟ ΤΖΑΜΙ..

 
Μέρα θαμπή θριάμβου μπόρας καλοκαιρινής
Η βροχή αναστατώνει όλες τις ζωές, ανατινάζει
Ουσίες της χλωροφύλλης άξεστες
Απ' το μαράζι πίσω απ'το τζάμι μου τα βλέπω.
Σαν μεγενθυντικός φακός που μου διαβάζει το είδωλο
καλύτερα.
Και το βατράχι αυτό που ενώ χοροπηδάει
Μες την υγρασία των πεσμένων φύλλων
Αφήνει ένα βάρος
Μες το ταξίδι του ματιού
Από χωράφι σε χωράφι...

Αλαφροίσκιωτη σιωπή
και μια μονότονη άρπα της βροχής να χύνεται
Σαν μουσική βουκολικής σαγήνης
Εκεί που έχει λόγια με την μοναξιά η μέρα-
Ένα λεπτό υφάδι μελαγχολικής σιωπής και ρεμβασμού
Μέσα στο πρωινό
Και ο καιρός είναι δεμένος για να βρέχει ολοένα
Στίχους και όραση θολή....

8 Αυγούστου 2011

ΣΕ ΦΙΛΟ ΦΑΝΤΑΡΟ

Σε ήξερα με το βαρύ παλτό σου όλο το χειμώνα·

Κάναμε ιδέες, όρεξη επαναστατική, πίναμε ούζο·

Είχαμε το μεράκι του δημιουργού.

Καθόμασταν στις καρέκλες του αύριο των καφενείων

Στον ήλιο μέσα ή στο ψιλόβροχο με απόλαυση.

Τα μάτια μας συμπύκνωναν ουρανό και πόλεμο.

Τεντώναμε την ώριμη οργή κατακαλόκαιρο.



Μετά η στράτευση με έναν κουμπαρά που δεν σ’ αρέσει..

Μαζεύει αργά τις μέρες σου για χρόνια

Κι όταν θα σπάσει, ο τόκος θα 'ναι η απουσία.

Πληρώνουμε το τίμημα μιας δύσκολης πατρίδας.

Με μια ψυχή στο double face που υπομένει...


24.6.1983

Ζούμπερι

ΜΕΣΗΜΕΡΙ


Καίγονται τα στητά κορμιά στον ήλιο.

Στην λάμψη της θάλασσας οι πέτρες στραφταλίζουν.

Όλα τόλμησε να τα καταπιεί το μεσημέρι.



Μεγαλόφωνα ακούγεται ο άνθρωπος.

Οι παραλίες γεμίζουν δικαιώματα αναπνοής.

Ανάσκελα μες τον βυθό του ύπνου

Γεμίζει κουκουνάρια το σεντόνι της Ελλάδας…


3.7.1983

Ζούμπερι

Κυριακή

 
Τώρα φωνάζω και μ’ ακούει ο άνεμος
Και
Μια τρύπια Κυριακή

Δηλητηριάζοντας τον εαυτό μου με μια μουσική
Τρελή
Κ’ έναν εγωιστικό κύκλο χωρίς κέντρο

Ποιος θεός θα βρεθεί για να πάρει
Στην αγκαλιά του ένα όνειρό μου κατουρημένο,
Όταν σκοντάφτει η λογική στο πεζουλάκι της αγάπης

Όρθιες κοιμισμένες σκέψεις μέσα στο καθημερινό
Καρβέλι όταν πεινάμε,

Όταν ξυπνάμε από τον λήθαργο και δεν είναι
Ένας στο πλάι μας

Φωνάζουμε «Αγάπη», ο ορίζοντας μεγαλώνει,
Απέραντος…

24.7.1983
Ζούμπερι

Έντομα είναι ο ύπνος μου αδύνατος κι εσύ..

 

ΙΙ

Έντομα είναι ο ύπνος μου αδύνατος κ’ εσύ.
Που συμφωνούσα κάποτε με το «δεν γίνεται» θυμάμαι
Να κερδίζει σε ύψος το μεσημέρι∙ η κάψα
Να ραγίζει τα τζάμια του
Πάνω στα χούγια του Αυγούστου να αναγνωρίζω
Που απίθωνες ένα τοπίο της Λέσβου απαλά
Στα χέρια μου που τα 'καψε η τύχη.

Σπούσαν τα κουκουνάρια σαν λεπτά
Σ' ένα ρολόι δευτερόλεπτων αγίου
Τα πεύκα έκαναν όπως που κάνει η λύπη μου
Συνέχεια ξεφλουδίζονταν
Ρέαν γυμνά μέσα στην όραση που σ’ είδε.
Άπιαστη για το βήμα του ματιού
Συγκρατημένη από έναν ψίθυρο ημέρας
Πρόλαβα να σε βρω στο ζόρι που με έσκαβε
Λέγοντας « γειά σου» δίπλα στην ξανθή σου καλημέρα…



12.8.1983

Ζούμπερι

ΠΡΩΙΝΟ..

 
Στάξαν βαριά χαράματα τα δέντρα
Με το συμβάντο της αποκαθήλωσης του ήλιου
Μικρές παρηγορήτρες αερούλες στήσανε χορό
Βάλανε τα καλά φορέματά τους
Τώρα το Ιούνιο παιδί γελάει και παίζει
Η θάλασσα το βλέπει ξεπλυμένο
Από το μέλι του καιρού βγήκε η ιστορία
Γριά τσιγγάνα μαυροφορεμένη
Τα λιγδωμένα της μαλλιά είναι σκοινιά του πόνου
Αγχόνες γίνονται για τις αισθήσεις που χωρούνε
Και κλαίει κλαίει το θαύμα τους το ατόφιο.

Η ρίζα του αίματος γέμισε γόπες των τσιγάρων
Η μνήμη απόχτησε γινόμενο και διαιρέτη
Βγήκα στους δρόμους αίθριος, σχεδόν μισός
Για να τελειώσω με τον εαυτό μου.

Μετά μου λες η γη φυγοδικεί
Πλαταίνει η απόλαυση της μοναξιάς με ευχρηστία
Φαντάροι απελπίζονται μ’ επιμονή
Βακχεύουνε στον σάπιο εγωισμό τους αναγκαστικά υποταγμένοι
Ενώ από την ηθική ενός λαμπρού μονοφαγά
Το κράτος φτιάχνει νομοσχέδια της πείνας…


6.6.1983
Ζούμπερι

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου