...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΥΛΗ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΥΛΗ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ




Είναι πολύ δύσκολο να υποπτευθώ αυτή την κίνηση: 
ιδέες τρέμουν, ντροπιάζονται, χάνονται.
Αμετάθετος στο πόστο μου 
Μάχομαι για μια απλή σκέψη
Αδιέξοδη που καταλήγει λάθος.
Οι εθνικοί κήποι κουράζονται.
Γυρίζουνε την χλωροφύλλη τους στο ανάποδο.
Λεύκες και πεύκα περπατούν ανάποδα- με το κεφάλι.
Η μεγάλη χαρτομάντισσα έχει συλλάβει θύμα·
Προβλέπει ανομβρία σεξουαλική.
Φαντάροι που κοιμούνται τα μεσάνυχτα σ’ ένα παγκάκι.
Νομίζω ο ανεμόμυλος της αίσθησης
Λιγάκι νυσταγμένος προς τις δώδεκα
-τα χέρια τρεμοπαίζουν- δίκαιος 
Απλώνει τα σκουντήματα
Της πνοής του γύρω.
Ενώ εργάτες άνεργοι πίνουν καφέ 
αξύριστοι۬
Μπροστά στο Σύνταγμα που καταρρέει…


12.7.1983
Ζούμπερι

29 Αυγούστου 2015

ΠΡΩΙΝΟ





Στάξαν βαριά χαράματα τα δέντρα
Με το συμβάντο της αποκαθήλωσης του ήλιου 
Μικρές παρηγορήτρες αερούλες στήσανε χορό
Βάλανε τα καλά φορέματά τους
Τώρα το Ιούνιο παιδί γελάει και παίζει
Η θάλασσα το βλέπει ξεπλυμένο
Από το μέλι του καιρού βγήκε η ιστορία
Γριά τσιγγάνα μαυροφορεμένη
Τα λιγδωμένα της μαλλιά είναι σκοινιά του πόνου
Αγχόνες γίνονται για τις αισθήσεις που χωρούνε
Και κλαίει κλαίει το θαύμα τους το ατόφιο.

Η ρίζα του αίματος γέμισε γόπες των τσιγάρων
Η μνήμη απόχτησε γινόμενο και διαιρέτη
Βγήκα στους δρόμους αίθριος, σχεδόν μισός
Για να τελειώσω με τον εαυτό μου.

Μετά μου λες η γη φυγοδικεί
Πλαταίνει η απόλαυση της μοναξιάς με ευχρηστία
Φαντάροι απελπίζονται μ’ επιμονή
Βακχεύουναι στον σάπιο εγωισμό τους αναγκαστικά υποταγμένοι
Ενώ από την ηθική ενός λαμπρού μονοφαγά
Το κράτος φτιάχνει νομοσχέδια της πείνας…


6.6.1983
Ζούμπερι

ΚΥΡΙΑΚΗ





Τώρα φωνάζω και μ’ ακούει ο άνεμος
Και
Μια τρύπια Κυριακή

Δηλητηριάζοντας τον εαυτό μου με μια μουσική
Τρελή
Κ’ έναν εγωιστικό κύκλο χωρίς κέντρο

Ποιος θεός θα βρεθεί για να πάρει 
Στην αγκαλιά του ένα όνειρό μου κατουρημένο,

Όταν σκοντάφτει η λογική στο πεζουλάκι της αγάπης

Όρθιες κοιμισμένες σκέψεις μέσα στο καθημερινό 
Καρβέλι όταν πεινάμε,

Όταν ξυπνάμε από τον λήθαργο και δεν είναι 
Ένας στο πλάι μας

Φωνάζουμε «Αγάπη», ο ορίζοντας μεγαλώνει,
Απέραντος…


24.7.1983
Ζούμπερι

Έντομα είναι ο ύπνος μου αδύνατος κ’ εσύ.


ΙΙ



Έντομα είναι ο ύπνος μου αδύνατος κ’ εσύ.
Που συμφωνούσα κάποτε με το «δεν γίνεται» θυμάμαι
Να κερδίζει σε ύψος το μεσημέρι∙ η κάψα
Να ραγίζει τα τζάμια του
Πάνω στα χούγια του Αυγούστου να αναγνωρίζω
Που απίθωνες ένα τοπίο της Λέσβου απαλά
Στα χέρια μου που τα 'καψε η τύχη.

Σπούσαν τα κουκουνάρια σαν λεπτά
Σ’ ένα ρολόι δευτερόλεπτων αγίου
Τα πεύκα έκαναν όπως που κάνει η λύπη μου
Συνέχεια ξεφλουδίζονταν
Ρέαν γυμνά μέσα στην όραση που σ’ είδε.
Άπιαστη για το βήμα του ματιού
Συγκρατημένη από έναν ψίθυρο ημέρας
Πρόλαβα να σε βρω στο ζόρι που με έσκαβε
Λέγοντας « γειά σου» δίπλα στην ξανθή σου καλημέρα…


12.8.1983
Ζούμπερι

23 Δεκεμβρίου 2014

ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ..



Καλά λοιπόν η μοναξιά..

Όμως να πνεύσει ένας άνεμος εφηβικός και να με πάει ίσαμε αυτή την δύση στον ορίζοντα στο βάθος του που καίγεται
Τι καλά!

Τόχα μαντέψει το γραφτό μου κει στους ουρανούς.

Είχα πει να δώσω μοίρα ο ίδιος για τον εαυτό μου.

τί φρένιαζε το αγρίμι του αίματος..

Στην άλλη γειτονιά που είχα κατοικήσει και εγώ για έναν καιρό

Τώρα προβάλανε στο παραθύρι τα κορίτσια.

Στο μελαγχολικό τους πρόσωπο
Παιζογελούσαν οι ειρωνείες.
Με το στανιό τους έπαιρνες κουβέντα.
Όπως:

«Η ελπίδα χέρι που δεν ωφελεί κι αν το ‘χεις
Αλλά δεν τήνε λέω ακατοίκητη την μοναξιά,
Υπάρχει μια αντήχηση του πόνου σου μέσα στις φλέβες του άλλου..»

Φυσούσε αεράκι ανοιξιάτικο.
Στις σελίδες του βιβλίου που μπροστά μου διάβαζα σκουντουφλούσε. Αν

Θα κοιτούσα από το τζάμι,
Βρωμισμένο από τα μυγοφτύματα,

Μακριά κ’ αψηλά περνούσε
Με τον καπετάνιο του που παραλόγισε
Το συννεφένιο καράβι..

Φορτία νοσταλγίες και τα νερά στο κόψιμο της πλώρης
Να παφλάζουνε ευτυχισμένα.
«Άγγελος δεξιά..» η φωνή του ναύτη ….όμως

Στην γη
Δύσκολα που υπάρχουμε!

Με τον φόβο ολοένα μεγαλώνοντας
Τον άλλο φόβο…
Και το χέρι μας άτολμο
Να μην έχουμε κιόλας καταλάβει
Πως με μια τόλμη της ψυχής νικιώνται όλα:
Σαν σπαθί ο γόρδιος που θα κοπεί για το ανάστα μας..

Ροδαλά ή μολυβένια ή μαύρα
Μπόρεσα μια στιγμή να δω τα κάστρα τ’ ουρανού
-Μες από μια ύπνωση ίσως-

Κι η φαντασία μου που λευτερώνονταν σε μεριές κι ακίνητη,
Να γυαλοκοπά πάνω τους το φεγγάρι,
Φοβίζοντας την πράξη που ‘ναι της κακίας ορμήνια.

Κι όταν

Είχε κλώσει για καλά η μέρα πλάι στην πικροδάφνη ή στα νυσταγμένα νυχτολούλουδα

Αγγέλους πολλούς γύρω από κάποιον με φλογέρα

Που αρμένιζε νότες μελαγχολίας ή αγάπης γύρω του..

Η ίδια ερημιά που φοβόμαστε οι άνθρωποι!

26.10.1981

7 Ιουνίου 2014

Έντομα είναι ο ύπνος μου αδύνατος κ’ εσύ.

ΙΙ



Έντομα είναι ο ύπνος μου αδύνατος κ’ εσύ.
Που συμφωνούσα κάποτε με το «δεν γίνεται» θυμάμαι
Να κερδίζει σε ύψος το μεσημέρι∙ η κάψα
Να ραγίζει τα τζάμια του
Πάνω στα χούγια του Αυγούστου να αναγνωρίζω
Που απίθωνες ένα τοπίο της Λέσβου απαλά
Στα χέρια μου που τα 'καψε η τύχη.

Σπούσαν τα κουκουνάρια σαν λεπτά
Σ’ ένα ρολόι δευτερόλεπτων αγίου
Τα πεύκα έκαναν όπως που κάνει η λύπη μου
Συνέχεια ξεφλουδίζονταν
Ρέαν γυμνά μέσα στην όραση που σ’ είδε.
Άπιαστη για το βήμα του ματιού
Συγκρατημένη από έναν ψίθυρο ημέρας
Πρόλαβα να σε βρω στο ζόρι που με έσκαβε
Λέγοντας « γειά σου» δίπλα στην ξανθή σου καλημέρα…


                                                        12.8.1983
                                                        Ζούμπερι







Η ΧΑΡΟΚΑΜΕΝΗ

            


Αντικρύ στων άστρων το πλεούμενο
Κάθε μια νύχτα στέκει η χαροκαμένη.
Πικρή σχεδόν μέσα στον εαυτό της
Λάμπει μες την διάφανη ώρα
Χτενίζει τα μαλλιά της.
Στην οροφή που παίζουνε ανταύγειες
Με έναν ρυθμό στην αγκαλιά τους

Στο βορινό του φεγγαριού της αίνιγμα
Στον ίλιγγο από κοίμηση που πάει και πλανιέται
Βιαστική πλακώνει ξαφνικά η μοναξιά.
Ανοίγω παραθύρι να κοιτάξω:

Μου φαίνεται ολοένα ανεβαίνει λες πως θα χαθεί
Μα πάλι εκεί γυρίζει που έβλεπες πρωτύτερα
Να φωτεινοδιαλέγει δρόμους η ματιά σου μ’ ευκολία.
Ακίνητη!
Επιλεγμένη για τον πιο σπουδαίο έρωτα. Χείλια
Λες θα μιλήσουνε, θα πουν μια καλημέρα.
Μπερδεύονται και στα μισά του βήματος μιας λέξης
Χάνονται στην μελαγχολία…


                                                  31.7.1983
                                                  Ζούμπερι


ΤΕΛΙΚΟ




Με το φτυάρι του θανάτου αδειάζει η ζωή
Δυστυχώς
Τέτοιο ξόδεμα                   
προτού να κάνεις κιχ
Ή πεις αλίμονο

Σ’ αρπάζει και με μιας σε μπήγει μες την γη
Με τα αραιά μαλλιά σου αναστατωμένα
Έχε σου λέει τ’ όνομα
Την κόψη έχω εγώ
Λοξά λοξά όπως πάει το καράβι μες τον άνεμο
Και η καταιγίδα του αρχίζει τους πνιγμένους
Σπάνε οι ελπίδες
Βουλιάζουνε οι κακίες μας
Σ’ ένα βυθό από άμμο η ανάσα παρασύρει
Το σώμα τούτο σαν ναυάγιο…

                                                  15.8.1983
                                                  Ζούμπερι

               

ΜΙΛΑΜΕ

                      


Είναι πολύ μουτζουρωμένοι οι άνθρωποι
Σε μια εποχή που αφθονούν  οι σαπωνοποιίες
Να σου μιλώ σε μιαν απλή μέρα
Μισοφαγωμένος απ’ τον γύπα της αγάπης.
Δεν καταλαβαίνεις.
Το χέρι μου θέλει να σ’ αγγίξει.
Αισθάνομαι το βαθύ άρωμα της ψυχής σου.
Μιλάς.
Μιλάω.
Πολύχρωμα λόγια πάνε την αγάπη τελικά.
Τελικά που όλα υποχωρούν όπως πηγαίνεις λάθος….


                                                  17.91983
                                                  Ζούμπερι



6 Ιουνίου 2014

ΑΠΟ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ



Είναι πολύ δύσκολο να υποπτευθώ αυτή την κίνηση:
ιδέες τρέμουν, ντροπιάζονται, χάνονται.
Αμετάθετος στο πόστο μου
Μάχομαι για μια απλή σκέψη
Αδιέξοδη που καταλήγει λάθος.
Οι εθνικοί κήποι κουράζονται.
Γυρίζουνε την χλωροφύλλη τους στο ανάποδο.
Λεύκες και πεύκα περπατούν ανάποδα- με το κεφάλι.
Η μεγάλη χαρτομάντισσα έχει συλλάβει θύμα·
Προβλέπει ανομβρία σεξουαλική.
Φαντάροι που κοιμούνται τα μεσάνυχτα σ’ ένα παγκάκι.
Νομίζω ο ανεμόμυλος της αίσθησης
Λιγάκι νυσταγμένος προς τις δώδεκα
-τα χέρια τρεμοπαίζουν- δίκαιος
Απλώνει τα σκουντήματα
Της πνοής του γύρω.
Ενώ εργάτες άνεργοι πίνουν καφέ
αξύριστοι۬
Μπροστά στο Σύνταγμα που καταρρέει…


                                              12.7.1983
                                              Ζούμπερι


ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ


                               


Ένας πανζουρλισμός από φωνήεντα:
Πηδάνε στις ταράτσες των σπιτιών, αλλάζουν ύφος,
Μ’ έναν χορό τρελό βακχεύουνε  στην Πανεπιστημίου,
Μυρίζει καυσαέριο, ολέθρου ταληράκι,
Αλλάζει η οδική γραμμή με δυσκολία:
Έρχεται ο παλιατζής της μνήμης και τ’ ακινητεί,
Δημόσια πάρκα, καφετέριες, μηχανουργεία-
Απ’ το πετσί της ύπουλης πρωτεύουσας
Πετάγεται στα ξαφνικά ένας κιτρινιάρης
Απαίσιος ποντικός φθοράς και σε δαγκώνει…



                                                   24.6.1983
                                                  Ζούμπερι




ΚΩΔΙΚΑΣ

                         

Μικροκαμωμένη πραγματικότητα νικημένη από τον χαρακτήρα μου.
Θέλω την άνοιξη από αναβρασμό.
Στο εσωτερικό της ψυχής ν’ ανάψουν φώτα.
Η ποίηση να γίνει ευεξήγητη μέσα απ’ τις λέξεις,
Να σπάσει ο προαιώνιος συμβιβασμός…


                                                 13.6.1983
                                                 Ζούμπερι








ΚΟΡΜΙ ΓΥΜΝΟ

                 

Κάτω απ’ το λυγισμένο πεύκο σαν νεκρό
Το κορμί σου.
Γεμάτο μπλαβινιές από την λύπη.
Στριφογυρίζει με μανία το Ιούνιο ρούχο του.
Ποιήματα το ξεγυμνώνουν-
Αλλάζουν το παρουσιαστικό του
Με ρυθμό.

Η σιωπή φυσάει αερικά
Στήνοντας χορό μέσα στις πέτρες, γύρω από το αγαλμάτινο
Σώμα της μοναξιάς σου.
Μια μουσική προσκαλεσμένη πρωινή
Βυθίζει το δάκτυλό της μέσα στο στήθος σου
Λευτερώνοντας την πνοή από κραυγή που φυλάκισες με αιώνες…


                                                  9.6.1983
                                                  Ζούμπερι


ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ



Σπουδαίο κιόλας:
Μέσα σ’ αυτήν την πρωινή θλίψη: ένα παιδί
Με το ποδήλατό του
Βάλθηκε να κόβει βόλτες στο μυαλό μου-
Σχεδόν συμπαθητικά.

Ο κύκλος του ορίζοντα ράγισε, έσταξε αίμα·
Χέρια άτονα από τον ύπνο ένιψαν το πρόσωπο
της πραγματικότητας·
Η ζωγραφιά του αιώνα ξέβαψε·
Ο Ιούνης ντράπηκε·
Βίαια ξάφνου μια γυναίκα
Με τις ιδέες της μέσα στους τέσσερεις τοίχους
Της καμάρας που ξύπνησε:
Ένας άντρας γυμνός πλάι της·
Μοιάζει άγαλμα:
Το κορμί του νευρικό και μυώδικο·
Ένα χαμόγελο σκάζει στα χείλη του·
Απλώνεται μέχρι τον ουρανό που ανατριχιάζει·
Ενώ ο επισκέπτης έρωτας τους συλλαμβάνει
Επ’ αυτοφώρω…


                                      8.6.1983

                                      Ζούμπερι

16 Μαρτίου 2014

ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ..



Καλά λοιπόν η μοναξιά..
Όμως να πνεύσει ένας άνεμος εφηβικός και να με πάει ίσαμε αυτή την δύση στον ορίζοντα στο βάθος του που καίγεται
Τι καλά!

Τόχα μαντέψει το γραφτό μου κει στους ουρανούς.
Είχα πει να δώσω μοίρα ο ίδιος για τον εαυτό μου.
τί φρένιαζε το αγρίμι του αίματος..

Στην άλλη γειτονιά που είχα κατοικήσει και εγώ για έναν καιρό
Τώρα προβάλανε στο παραθύρι τα κορίτσια.
Στο μελαγχολικό τους πρόσωπο
Παιζογελούσαν οι ειρωνείες.
Με το στανιό τους έπαιρνες κουβέντα.
Όπως:

«Η ελπίδα χέρι που δεν ωφελεί κι αν το ‘χεις
Αλλά δεν τήνε λέω ακατοίκητη την μοναξιά,
Υπάρχει μια αντήχηση του πόνου σου μέσα στις φλέβες του άλλου..»

Φυσούσε αεράκι ανοιξιάτικο.
Στις σελίδες του βιβλίου που μπροστά μου διάβαζα σκουντουφλούσε. Αν
Θα κοιτούσα από το τζάμι,
Βρωμισμένο από τα μυγοφτύματα,
Μακριά κι’ αψηλά περνούσε
Με τον καπετάνιο του που παραλόγισε
Το συννεφένιο καράβι..

Φορτία νοσταλγίες και τα νερά στο κόψιμο της πλώρης
Να παφλάζουνε ευτυχισμένα.
«Άγγελος δεξιά..» η φωνή του ναύτη ….όμως
Στην γη
Δύσκολα που υπάρχουμε!

Με τον φόβο ολοένα μεγαλώνοντας
Τον άλλο φόβο…
Και το χέρι μας άτολμο
Να μην έχουμε κιόλας καταλάβει
Πως με μια τόλμη της ψυχής νικιώνται όλα:
Σαν σπαθί ο γόρδιος που θα κοπεί για το ανάστα μας..

Ροδαλά ή μολυβένια ή μαύρα
Μπόρεσα μια στιγμή να δω τα κάστρα τ’ ουρανού
-Μες από μια ύπνωση ίσως-
Κι η φαντασία μου που λευτερώνονταν σε μεριές κι ακίνητη,
Να γυαλοκοπά πάνω τους το φεγγάρι,
Φοβίζοντας την πράξη που ‘ναι της κακίας ορμήνια.

Κι όταν
Είχε κλώσει για καλά η μέρα πλάι στην πικροδάφνη ή στα νυσταγμένα νυχτολούλουδα
Αγγέλους πολλούς γύρω από κάποιον με φλογέρα
Που αρμένιζε νότες μελαγχολίας ή αγάπης 
γύρω του..

Η ίδια ερημιά που φοβόμαστε οι άνθρωποι!

26.10.1981

2 Οκτωβρίου 2013

ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ..



Καλά λοιπόν η μοναξιά..
Όμως να πνεύσει ένας άνεμος εφηβικός και να με πάει ίσαμε αυτή την δύση στον ορίζοντα στο βάθος του που καίγεται
Τι καλά!

Τόχα μαντέψει το γραφτό μου κει στους ουρανούς.
Είχα πει να δώσω μοίρα ο ίδιος για τον εαυτό μου.
τί φρένιαζε το αγρίμι του αίματος..

Στην άλλη γειτονιά που είχα κατοικήσει και εγώ για έναν καιρό
Τώρα προβάλανε στο παραθύρι τα κορίτσια.
Στο μελαγχολικό τους πρόσωπο
Παιζογελούσαν οι ειρωνείες.
Με το στανιό τους έπαιρνες κουβέντα.
Όπως:

«Η ελπίδα χέρι που δεν ωφελεί κι αν το ‘χεις
Αλλά δεν τήνε λέω ακατοίκητη την μοναξιά,
Υπάρχει μια αντήχηση του πόνου σου μέσα στις φλέβες του άλλου..»

Φυσούσε αεράκι ανοιξιάτικο.
Στις σελίδες του βιβλίου που μπροστά μου διάβαζα σκουντουφλούσε. Αν
Θα κοιτούσα από το τζάμι,
Βρωμισμένο από τα μυγοφτύματα,
Μακριά κι’ αψηλά περνούσε
Με τον καπετάνιο του που παραλόγισε
Το συννεφένιο καράβι..

Φορτία νοσταλγίες και τα νερά στο κόψιμο της πλώρης
Να παφλάζουνε ευτυχισμένα.
«Άγγελος δεξιά..» η φωνή του ναύτη ….όμως
Στην γη
Δύσκολα που υπάρχουμε!

Με τον φόβο ολοένα μεγαλώνοντας
Τον άλλο φόβο…
Και το χέρι μας άτολμο
Να μην έχουμε κιόλας καταλάβει
Πως με μια τόλμη της ψυχής νικιώνται όλα:
Σαν σπαθί ο γόρδιος που θα κοπεί για το ανάστα μας..

Ροδαλά ή μολυβένια ή μαύρα
Μπόρεσα μια στιγμή να δω τα κάστρα τ’ ουρανού
-Μες από μια ύπνωση ίσως-
Κι η φαντασία μου που λευτερώνονταν σε μεριές κι ακίνητη,
Να γυαλοκοπά πάνω τους το φεγγάρι,
Φοβίζοντας την πράξη που ‘ναι της κακίας ορμήνια.

Κι όταν
Είχε κλώσει για καλά η μέρα πλάι στην πικροδάφνη ή στα νυσταγμένα νυχτολούλουδα
Αγγέλους πολλούς γύρω από κάποιον με φλογέρα
Που αρμένιζε νότες μελαγχολίας ή αγάπης 
γύρω του..

Η ίδια ερημιά που φοβόμαστε οι άνθρωποι!

26.10.1981

10 Μαΐου 2013

ΑΠΟ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ






Είναι πολύ δύσκολο να υποπτευθώ αυτή την κίνηση:
ιδέες τρέμουν, ντροπιάζονται, χάνονται.
Αμετάθετος στο πόστο μου
Μάχομαι για μια απλή σκέψη
Αδιέξοδη που καταλήγει λάθος.
Οι εθνικοί κήποι κουράζονται.
Γυρίζουνε την χλωροφύλλη τους στο ανάποδο.
Λεύκες και πεύκα περπατούν ανάποδα- με το κεφάλι.
Η μεγάλη χαρτομάντισσα έχει συλλάβει θύμα·
Προβλέπει ανομβρία σεξουαλική.
Φαντάροι που κοιμούνται τα μεσάνυχτα σ’ ένα παγκάκι.
Νομίζω ο ανεμόμυλος της αίσθησης
Λιγάκι νυσταγμένος προς τις δώδεκα
-τα χέρια τρεμοπαίζουν- δίκαιος
Απλώνει τα σκουντήματα
Της πνοής του γύρω.
Ενώ εργάτες άνεργοι πίνουν καφέ
αξύριστοι۬
Μπροστά στο Σύνταγμα που καταρρέει…


                                              12.7.1983
                                              Ζούμπερι

12 Απριλίου 2013

ΑΠΟΗΧΟΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ





Τώρα με την φοβία του έρωτα
χείλια και ματόφυλλα πεταρίζουν τρελά
μέσα στον ίλιγγο του ροκ.

Όλα ξεφτισμένα..
Από το σαθρό τους βάθρο πέφτουν τόσο εύκολα.
Ο πάταγος της φωνής τιναχτός μέσα στην ακρίβεια.
Πνίγει το απρόσμενο- όλα υπολογίσιμα
Σχεδόν με το ανάστημα σκέψης.

Η Πατησίων ρολάρει τρελή με βραδινές βιτρίνες- ψευτιά.
Το καυσαέριο ιδρώνει
Η μουσική είναι ρόδα αυτοκινήτου ντεραπαρισμένου:
Κανιβαλίζει  ξεφωνητά
Με πάθος…

                                                    11.6.1983
                                                    Ζούμπερι



30 Ιανουαρίου 2013

ΣΥΜΦΟΡΑ ΤΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ




    


Φωναχτά πάνω απ’ τις ταράτσες των σπιτιών
Σχίζοντας το γαλάζιο στερέωμα, άδεια
Άοπλη, τρύπια,
Πιασμένη από το μανίκι της συμπάθειας μου
Η ιδέα της μέρας ξημέρωνε απλή.

Φοβισμένες σκιές με συνθήματα ανθρώπων
Τεντώνονταν μες το χαμόγελό της.
Αντικριστά στον άσπρο τοίχο με βιασύνη
Φανερωνόταν το σώμα του θανάτου
Στρίβοντας απότομα στην γωνία
Ξεκοιλιασμένο.
Κουκουλωμένα όνειρα γρύλιζαν∙  ένας ρυθμός
Στεγνό κόκαλο και τεντωμένο τύμπανο της ακοής:
Τον ήπιε η αντηλιά,
πάγωσε
έμεινε αχός μακρινός,
ελληνικό τοπίο.

Είπα την ένατη πρωινή να πάψει να κελαηδεί
Να χορτάσει όρεξη
Καραδοκούσε πάνω στον όρθιο πόθο μου,
Ένα κορίτσι μάτωνε
Γινόταν λύρα
βιολί
να παίζει
νότες του έρωτά μου…


                                      9.6.1983
                                     Ζούμπερι

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου