...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Ιουλίου 2017

Ύμνος αέναος των υδάτων…



Περιμένετέ με νερά, περιμένετέ με,
βρέξτε με με την Αλήθεια σας, ξεγυμνώστε
με, ζουπήξτε με, δαγκώστε
τα κόκαλά μου,
ακουμπήστε με στα παρόχθια βράχια,
αποσυνθέστε με και επαναδημιουργήστε με,
μαλώστε με και συμβουλέψτε με,
κάντε με να ντραπώ, να κοκκινίσω,
να στεφτώ την ιερή υγρασία σας, να
κελαηδήσω γαλάζια.
Πεθάνετέ με νερά, αναστήστε με,
χορέψτε επάνω μου
με την κάθε φιλέρημη δροσοσταλίδα,
λατρέψτε με
και ακυρώστε με,
περιφρονήστε με,
θρυμματίστε
την αμαρτωλή επιδερμίδα μου,
νιώστε με
και αδιαφορήστε για μένα-
Όλος είμαι εσείς και όλος,

μέσα στην ποίησή σας, στεφανώνομαι..

28 Μαΐου 2016

Ξύλο που ξέβρασε η θάλασσα.





Ξύλο που ξέβρασε η θάλασσα..
Επάνω του αποτυπώθηκαν
στιγμές του πελάγου,
ντελίριο των κυμάτων,
ο πόντος διάλογος
να ανήκει η θύελλα
στον εαυτό της μονάχα.


Ρυτιδιασμένη πολυτέλεια να είναι παρουσία
στην ακρογιαλιά,
στο ήμερο ηλιοβασίλεμα, κάτω
από το φως που το λούζει
με την ροδόχρωμη απόχρωση του αινίγματος.


Η θλίψη είναι κάπου εκεί, η θλίψη.
Το είδα κάποτε και σας το λέω.
Τα Άβδηρα μου έδωσαν την ευκαιρία να σκεφτώ
για την ζωή που σκλήρυνε.


Το ξύλο μένει βουβό, σκελεθρωμένο,
λαχταρώντας τις δροσερές εμπνεύσεις
των κλαδιών ενός δέντρου που κλονίζεται
μες τον φθινοπωρινό ασίκη αέρα.


Ή τις φωλιές των πουλιών κι εκείνο το κελάηδισμα,
νωρίς το πρωινό, μόλις
όταν χαράζει,
να σου είναι τα πάντα πειθήνια.


Γέρνει τώρα μες την κόκκινη απουσία.
Σε λίγο θα νυχτώσει- θα ντυθεί
σκιάχτρο του φεγγαριού, θα τρομάζει
την νυχτερίδα.
Τα τσαλίμια της θα προκαλούν την ακίνητη θέση του.
Θα κοιμηθεί τινάζοντας την σκόνη των άστρων.


Στο προσκεφάλι του
δυο καβουράκια θα γελούν ερωτευμένα.
Θα είναι ο ευχάριστος οίκος τους.

1 Δεκεμβρίου 2015

Η χώρα..







Οτιδήποτε δεν μιλήθηκε από τ' άστρα
το βράδυ, έγινε μια φλύαρη μουριά,
έξω απ' το σπίτι μου,
που παίζει ομοιοκαταληξίες ήλιου με
τα άτακτα κοτσύφια.

Ζέστα· κι αν πεις
να φανταστείς πως θα έχουνε φτάσει
στην πόλη κάτω τα γυαλιστερά λεωφορεία
θυμήσου τις κολλημένες αφίσες, πάνω τους, το τσίριγμα
των φρένων, το αλλοδαπό ασκέρι που πηγαίνει για δουλειά,
τον θόρυβο ήχο
της ξύπνιας συνοικίας.

Ζωγράφισα. Σκέφτηκα. Είπα.

Το μελάνι άπλωσε επάνω στα χαρτιά, ήσυχο, αργό, φτιάχνοντας
μια χώρα ανύπαρκτη, από εκείνες
που βασανίζοντα από τις κακοδαιμονίες που γεννά η σκέψη μας και
των κακών ενστίκτων ο βόρβορος..

21 Οκτωβρίου 2015

Απόηχος της παραλίας και της πρωτεύουσας…


Σκεβρωμένα ξύλα, μπαταρισμένες αντένες
μες τα ρηχά νερά, ο αέρας παίζει
με τις μνήμες, η θάλασσα παραμένει μία και εύγλωττη, 
κινείται επί σκοπόν και αποδεκατίζει
τις θλιμμένες ταξιαρχίες των εντόμων που βάλλουν
κατά πάνω στην επιδερμίδα και την ησυχία την άφθονη.
Του καλοκαιριού η ταχύτητα φέρνει ροές των λέξεων δρεπανηφόρες και μικρή συντέλεια των αποφάσεων-
Σκούντησα τον ακαμουφλάριστο δυόσμο,
όπως τον πότιζα,
ως το ρουθούνι μου εχώθηκε η φωνή του!
Στον δρόμο περνούσαν τα αυτοκίνητα:
βιαστικές ταχύτητες και φλας κουρασμένα.
Οι βεβαιότητες έσκυψαν ως το τρεμουλιαστό νερό και έγιναν
μια λάμψη τιποτένια.
Του Αυγούστου το μυθιστόρημα γράφεται, εκ νέου, από κάτι αλλοδαπούς που θέλουνε να ζήσουν με μια άποψη, καθ' όλα, δανεική..

Ταξινόμηση…


Όλα ανήκουν στις σκιές και στην θάλασσα: τα παλιά μπαούλα
που άνοιξα και φανερώθηκε, από τα πλεκτά της η γιαγιά μου, οι τροχοί
των αυτοκινήτων που περίμεναν υπομονετικά να με απάγουν αλλού κι αμετάκλητα, οι σκέψεις μου
ατέλειωτες σαν μια καρποφορία που την έβλαψε η παγωνιά και το χαλάζι-
σιωπούν όλα και όμως
όλα έχουν φωνή, μέσα μου, παραπλέουν και ευγενικά,
αναγκάζοντάς με να προχωρήσω, να σταθώ
σε μια νέα σελίδα.
Και η ζωή, όπως την πήρα και όπως την είπα,
γελαστή ή θλιμμένη, η ζωή
με τις δυσκολίες της, που μ' άφησε να την γευτώ και να μην
την γευτώ, μαθαίνοντάς με
μυστικά της αντίφασης, η ζωή
έρχεται μες το ποίημα μου, αληθινός μπελάς, η ζωή
υποβάλει αλήθειες και αταξινόμητα όνειρα.
Έτσι βρίσκω τον δρόμο μου, τον τρόπο μου, την πραγματική σημασία
των μη φανερών:
Αυτών που ξέρω να με οδηγάνε
κατά την σκοτεινή μεγάλη νύχτα των αφηγήσεων, αυτών
που θα με φέρουν μπροστά
στην λυπητερή τελετή να ακουστούν χαμηλόφωνα άσματα και ένας ψίθυρος από τα λόγια που σε συνοδεύουν απ' το φως
στο μαύρο φως του αγαστού θανάτου..

Πρωινό άνθος…


Κρέμεται ένα λουλούδι αμβρόσιο
Το ζεύω στο άρμα μιας νίκης
Αφηνιασμένο άρωμα της Ομορφιάς
Πρωινό κρατά την σημαία ψηλά, ο ήλιος θάρρητα έχει
Μπατάρει τις ψαρόβαρκες, κυκλώνει τον πλατύ ελαιώνα
Των πουλιών οι λαίλαπες κινούν για της χαράς τα λιβάδια
Εμμένουν σε πυρ παραδείσιο, εμμένουν
Σε μουσική αυθόρμητων καημών
Αχ αναστενάζει η γοργόνα κι αχ
Αναστενάζει ο κάβουρας
Ο έρωτας τρυπά τα αυτιά των μελισσών και να δεις ωδικά σκουλαρίκια!

Ταλάντευση…


Φέρε το φεγγάρι στα μέτρα σου και σχημάτισε μιαν απόχη ακλόνητη, μια μοίρα
των άλλων-
Η φωτιά πέφτει πάνω στις κεφαλές των ψαριών και αυτά ωραία ασημίζουνε, κόβοντας
το νηφάλιο νερό με τα ξαφνικά ουραία πτερύγιά τους·
Η βάρκα πλέει
σαν ένας στοχασμός γλυκός-
Κι ο ουρανός εγκαθιδρύει μυστηριακά νεφελώματα, σελίδες
μαγικές όπου ένας θεός και παίζει και δεν παίζει..

Αέναος επιστροφή…


Επιστρέφω εκεί όπου ποτέ δεν υπήρξα-
πάντα υπήρξα παθιασμένος μ' αυτό το "ποτέ"
κρέμασα φεγγάρια στην κρεβατή μου, κρέμασα άστρα
και κάτι πήρα από της μάνας μου την λεοντή, να κοίτα:
αυτήν την καλογερίστικη διάθεση, μόνος σέρνω
το σιγανό τραγούδι μου και μ' ακούει μοναχά ο ουρανός.. Εδώ
που η φωλιά των πουλιών, λες κι έπεσε μες τα χέρια μου και την υπερασπίζομαι
διαβασμένος να ακούω ρήματα θάλασσας και τελεσίδικες αποφάσεις
λουλουδιών… Εδώ
που η μιλιά μου είναι ένα τρυπάνι που
τρυπανίζει τον ορίζοντα- κλείνοντας
τις εκκρεμότητες με του Θεού την γνώμη και της φύσης τον κουρασμένο πια λόγο. Κρατώ
από του παππού μου τις αγιότητες και λίγο
από το δωρικό συννεφάκι που με γαλούχησε και πλέον εχάθη'…

Κάλαμος 21.8.2015


Είναι το τυχερό μου σκηνικό: αέρας
να ερωτευτεί τον αέρα και μια ωραία θάλασσα
να αγκαλιάσει με έρωτα το κορμί μου, σήμερα
που του Αυγούστου ξεθύμανε η ζέστα και η πυκνή
ατμόσφαιρα άφησε τα διαφανή πουλιά της να αναρριχηθούν
ως τον ουρανό που ζαλίζεται
από των νεφών τις ταχύτητες.
Κολύμπησα
μένοντας ευχαριστημένος από το νερό, από την αισιοδοξία του, από
την αέναη καθαρότητα να του μιλείς και να σ' ακούει,
όπως ενός θεού τ' αυτί, ενώ, μετά,
φάγαμε με τους φίλους στο παλιό σπίτι
χρισμένο ανάμεσα στα πεύκα και τις πικροδάφνες, γελώντας
και επιμένοντας στην παιδικότητα που μας ανήκει
ακόμα κι αν βασανισμένα μεγαλώσαμε.
Έκλεισε σαν μια προσευχή και τούτη η Παρασκευή.
Έμεινε έφηβη ωστόσο, κι αν δεν ήταν.
Την κράτησα στιλπνή μες την ψυχή μου αφήνοντας το χρώμα της να ανήκει σε αυτόν τον χρόνο που με πολεμά
και ούτε του ξεφεύγω ούτε μου ξεφεύγει..

15 Οκτωβρίου 2015

Έρωτας κάπου εκεί..


Κεντήθηκε η καρδιά μου κι έβγαλε αίμα.
Την ώρα που βασίλευε κι ένα κορίτσι που αγαπούσα 
πρέσβευε μακριά
μια Γνώμη Ποίηση θάλασσα.
Είχα αφήσει τις λέξεις μου εκεί
που ο ορίζοντας φλέγεται.
Μα η μελαγχολία του βραδιού,
τρυπούσε τον ιστό και μου διέφευγαν τα σύνολα
μίας κανονικής χαράς.
Σαν άνθρωπος τι δικαιούσαι; Αφού
Και το να αγαπάς απέκτησε πια δηλητήριο
και που τ' ομολογείς,
εσένα φαρμακώνει…
Έρωτας κάπου εκεί, απύθμενο λεξιλόγιο
που διδαχές αφήνει να τον μάθεις να τον κερδίσεις..

12 Οκτωβρίου 2015

Νύχτιο δράμα…


Βουλιαγμένα και σιωπηλά
Τα ανθάκια της πικροδάφνης μπάζουν την νύχτα στο παιχνίδι- τα κοιτώ
Και κλέβω την ροζαλί απόχρωσή τους
Την διοχετεύω
μες τις αγωνίες της νυχτερίδας
Που χορεύει άτσαλα στα χαμηλά και
Δίνει την αποκρουστική θεωρία της
Στην ησυχία του βραδιού.
Συμφωνώ με την πραγματογνωμοσύνη του ουρανού
Που φωτογραφίζει τα αυτοκίνητα των τρακαρισμένων άστρων και δίνει το δυνατό φλας της
Στις ενοριακές γειτονιές
Επαγγέλλομαι έναν οραματιστή που λαθεύει και του είναι τούτο γνωστό·
Όμως δεν δίνω σημασία στον θρεμμένο εγωισμό μου,
Πια· προφυλάσσω την ενάργεια του μεσονυχτίου από το αδίσταχτο απόψε φεγγάρι
Που ζητά το μισό του, έως μια ώρα να συμπληρωθεί
Το άρτιο φωνήεν της μελαγχολίας..

1 Οκτωβρίου 2015

Των αναλύσεων αποχρώσεις…


Στον απόηχο των αποφασισμένων,
το δειλό, φοβισμένο πλήθος
ανέμενε να βγάλει συμπέρασμα.
Το κλαίγανε οι ιχθύες,
όπου ακουμπούσε η ματιά του
Ήτανε η νέα κατάσταση
των τετελεσμένων·
Διαρρηγνύεται κάτι μόνο,
όταν η λόγχη σου ξέρει ότι θα θυσιάσει την κόψη της-
Το πλήθος μένει διστακτικό
πίσω από την ραδιενεργό ατμόσφαιρα των χρηματιστηρίων-
Οι αγορές επιβάλλουν σιωπή·
Όποια τόλμη έχεις,
μεταφράζεται σε ταξική φοβία·
Στην ιστορία γράφονται οι προθέσεις αλλά δεν αρκούν-
Πώς μεταβάλλονται οι εσμοί των πολιτευμένων και βγαίνουνε άλλο από κείνο που κι εσύ θα περίμενες;
Είναι όπως να παίζεις με τον δίσκο του Νεύτωνα-
Μπερδεύεται το κόκκινο με το γαλάζιο και το πράσινο προσδίδει φούμαρα που δεν τα είχες και δεν τα έχεις δόλιε ανάγκη..


30 Σεπτεμβρίου 2015

Κορίτσι του Βορρά…





Μάθε με να είμαι η ντελικάτη επανάσταση του φιλιού σου,
γέμισε τις ώρες μου προσμονή και φανερώσου
όταν κανένας δεν έρχεται
στον μικρό ναό των ελπίδων.. Λουλουδένια

Και χαμογελαστή,
σχεδόν απίστευτη, γεμάτη
αινίγματα ερωτικής φωλιάς, που κρατάς
παλιό τραγούδι στην μιλιά σου, ο κόσμος

Δεν θα σε καταλάβει ποτέ, στα παιχνίδια σου
βάζεις άλλους κανόνες,
δεν μπορούν να συμμορφωθούν πλάι σου
όσοι δεν οραματιστήκανε ειδωλολατρίες
όσοι δεν άγγιξαν το στήθος σου ηφαίστειο
ενεργό της συντέλειας. Και

Για το παρόν,
εκεί που σε βρήκα
την νύχτα αποκοιμιέσαι,
κάτω από τον χαμηλό ουρανό, ορκισμένη
στον έρωτα,
μπροστά
από όλες τις διαδηλώσεις
οι θρησκείες σου να φανούν νικητήριες
εκεί
που μπουχτίζει αδιέξοδα
ο κόσμος..

Αποβροχάρικη ώρα..



Ούριο νέφος λοιπόν,
Τρυπώντας την κοιλιά του ουρανού,
Εντατικό φαινόμενο που ο θεός πάλι έδωσε,
Κατέγραψα την μεταξωτή νουθεσία
Βροχή βροχούλα να με ποδηγετείς
Με τον ρυθμό που ζωγραφίζεις μέσα στα όντα
Την φωτεινή υγρασία σου.

Είπε το νερό, μίλησε το νερό,
Οι λάμψεις του έφτασαν ως το αόριστο αύριο
Οι λάμψεις του ήταν βαρκούλες που απομείνανε
Μέσα στον όρμο της καρδιάς. Και
Πάνω στα πράσινα φύλλα
Μια μουσική από δροσοσταλίδες ξεδίψασε το πουλί,
Ξεδίψασε το δέντρο, έκανε
Την ηλιαχτίδα να ιριδίζει,
Μετά που, στην αποβροχάρικη ώρα,
ο χρόνος μετρούσε αλλιώς
Και ήταν επίγειο το θαύμα, σωστή μουσική
που ακούει ο αλαφροΐσκιωτος..


Σκάφανδρο…




Να σου δείξω τα άστρα
Την πυραμίδα της νύχτας που γέρνει
Προς την αδιευκρίνιστη θεότητα·
Πίσω απ' το τζάμι
Το δωμάτιο ζητά άλλες ορθογραφίες,
Η τάξη των επίπλων είναι άποψη
Της πόλης·
επηρεάζονται οι στιχομυθίες μας
από το πρακτικό χρώμα της οθόνης
που ορίζει πολλαπλά την ζωή μας-
Αποβαίνουν ζάρια τα προς απόφασιν,
Ό,τι σκέφτομαι αποβαίνει μισό
Καθώς κινείται μέσα σε πλαίσιο
Ανώφελο· άκου με όμως:
Καταγράφω α καταγράφω και έχω μέλημα
Το σκάφανδρο που καταδύομαι, μην λείψει..



28 Σεπτεμβρίου 2015

Συμπέρασμα που βγάζεις απ' την μοναξιά!




Λυπημένη όταν διαβάζεις τους στίχους που δίνει ο κόπος μου,
Στέκεσαι σκεφτική κι ο νους σου ταξιδεύει
Σε λόγια που είπα·
                                   Θα σε βρει Σαββάτο
Λουσμένη, χτενισμένη, ανάμεσα στα έπιπλα που δεν μιλούν
Μόνο περιμένουν ένα νεύμα να τα παρακινήσει
Προς την ευμένεια.
                                 Συμπέρασμα που βγάζεις απ' την μοναξιά!
Ολιγόλεπτα εγείρονται οι μνήμες και πάλι βαλτώνει η θύμηση·
Αποφασισμένη να μείνεις ανάμεσα σε κείνο που αποφάσισες
Δεν ξέρω αν πονάς, στέφοντας με απατηλό σιρόπι την απελπισία..


Αδιέξοδο…



Όταν οδηγήθηκε το αδιέξοδο σε αδιέξοδο
το πλήθος έσφιξε την καρδιά του
οι ουρανοί σκυθρώπιασαν
αυτοί που πίστεψαν στην χαραυγή
ένιωσαν το κεντρί της σφήγκας που τσιμπούσε
αλύπητα
οι άλλοι αδιαφορούσαν,
ανάπνεαν λες και η αναπνοή
ήταν ένα αυτόματο κιβώτιο αυτοκινήτου
που άλλαζε ταχύτητες
η αδιαφορία άλλαζε ταχύτητες
στο τέλος
η πίστα της ζωής γέμισε αποτσίγαρα απελπισμένων
δεν ήθελαν να πιστέψουν
στην μακάβρια ανακάλυψη
όλα να ορίζονται ίδια

τα γύρω φρικτά..

27 Σεπτεμβρίου 2015

Θηρευτές..




Οδοντόληκτα καθεστώτα φρονούν περιπέτειες για πολλούς εξ ημών-
Είναι που των νέων οι διεκδικήσεις δεν αρχίσαν ακόμη
Αλλιώς θα βελάξει ο λύκος και θα μουγκανίσει ο τζίτζικας,
Κεντρομόλε ψυχή, τί προσπαθείς ν' αποφύγεις αλήθεια;
Ουδέτερος είναι ο θάνατος, αλλά η μελαγχολία ποτίζει δηλητήριο τα βέλη μας-
Θα παραμείνουμε παρακμασμένοι κυνηγοί;
Βάρος υφίσταμαι που ισοδυναμεί με αβάσταχτο βάρος..


Τοπίο…




Μύριζε το ψημένο καλαμπόκι, του αλατιού
Η αψάδα, καλοκαίρι γαρ, όλες οι γεύσεις σε εγρήγορση,
Τερπνό μεσημέρι, καραμπάμ ο ήλιος επάνω στις ταράτσες,
Πεταλούδες πετάξαν ανάλαφρα στον μηδενικό χρόνο της έκπληξης,
Ο αέρας διέθεσε τα πνευμόνια του να φωλιάσουν πουλιά
Μαγικά, όπως που ήρθαν από γη επαγγελίας.
Ήσουν εκεί κι εσύ, σε είδα,
Ανέβαινες τα σκαλοπάτια, βγήκες στο φωτεινό μπαλκόνι σου
Και υπενθύμισες στους πάντες τι σημαίνει να σε αγαπάνε.
Το μεσημέρι σταθεροποίησε το κάθε κελάηδισμα-
Ιδρώτας πάνω στα κορμιά,
Ερωτευτήκαμε κάποτε, κάποτε ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι-
Τα γαρίφαλα γέμισαν τον αέρα με φιλοδοξία-
Το τοπίο κερδήθηκε από εκείνο που ήταν τελικά

η επιθυμία μου..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου