...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Φεβρουαρίου 2016

ΜΑΚΡΙΝΙΤΣΑ, ΜΠΕΛΕΣ


Χαρούμενος! Θέ μου πόσο χαρούμενος! Την ματιά μου
Σκίζει επιδέξια χελιδόνα..
Το παράθυρό μου ανοιχτό-
Παντζούρια καρφωμένα και ακούω
Τον θόρυβο του δρόμου:
Παιδιά που παίζουν με μια τύχη ποδηλάτου-
Το γενναίο νερό μια νίκη
Παγκόσμια. Και τα φυλλώματα απ’ το τεράστιο πλατάνι
Οσμές αιώνιας ερημιάς που
Θροΐζουν μες τα χρόνια.
Κι εγώ ησυχάζω πάνω στο στενό κρεβάτι
Και δέχομαι όλες τις διδαχές της εξοχής αυτής
Που μου μιλάει με τα πολυάριθμα φυτά της
Με δέντρα που έχουνε κλωνιά που βγαίνουν
Μες από όνειρα.
Κλείνω τα μάτια κι είναι δύο οι κόσμοι στην καρδιά μου:
Ο ένας μ’ ένα φως ροδιάς κι ο άλλος
Σταλάζοντας αργά σαν μια νεροσταγόνα
Που πέφτει απ’ τα φυλλώματα διάφανη
Μες την ματιά μου.
Δεν το πιστεύω που μια ανεξήγητη βροχή αναμερίζει
Τις κουρτίνες του μυαλού
Να χωρέσει περισσότερη λάμψη απογεύματος με τον ήλιο
Που δύει σαν έμβλημα
Πορφυρώνοντας
Τις κορυφογραμμές που απαλά
Σμίγουνε σαν κεφάλια σκύλων-
Αρχαία μνήμη.
Βροχούλα καλοκαιρινή, σαν δώρο ανεκτίμητο
Κάτω απ’ τα πόδια του βουνού αρχίζοντας
Να τραγουδά εκεί που εμείς απουσιάζουμε-
Στον ορίζοντα μέσα είναι το μάκρος της ματιάς.
Μακρυνίτσα σκαρφαλωμένη στο ύψωμα. Μπέλες.
Το σύνορο μια χώρας που αρχίζει με ναούς στο πέλαγο και τελειώνει
Εδώ
Μ’ αυτούς τους κίονες των δέντρων
Που είναι ναός και πάλι
Του αγεριού και του πουλιού για να προσεύχομαι
Σε τούτη την δική μου πράσινη εκκλησία!
7.8.2007

ΑΝΩ ΠΟΡΟΪΑ


Πόσο ξίφος του ήλιου να σπαθίζει τα φυλλώματα
Ένας θεός ξέρει πόση μυρωδιά
Τριαντάφυλλου που αγγίξαμε σαν δυνατό βελούδο
Και το νυσταγμένο αυτό υγρό αεράκι
Να δροσίζει την ματιά μας και πνευμόνια..
Ξέχειλες οι γούρνες στις βρύσες με τρεχούμενο νερό
Πάντα ανοιχτές σαν να θέλουν
Να μας διδάξουν κάτι για την αφθονία.
Πλατάνια θεοτικά που ξύνουν ουρανό
Και κάτι ψυχωμένες σιωπές με κατάνυξη
Και αλφάδι υγείας.
Ο ήχος απ’ το ποταμάκι που σου μουρμουρίζει έναν σκοπό
Που θα 'θελες για πάντα να αποστηθίσεις.
Το ξέρω ότι απ’ όλες τις περιουσίες μου
Μόνο αυτό θα είναι πάντοτε ανεκτίμητο
Θα φωλιάσει μέσα μου σαν απώτατο κύτταρο
Και θα σβήσει μ’ εμένα.
Κι αν κάποτε θα έχω μία ησυχία πιο δυνατή κι από την άσπρη πλάκα μου
Που θα κάνει σαν βωμό αρχαίας θλίψης το φεγγάρι-
Στο χώμα που θα διαφεύγει απ’ την εξουσία των λόγων μου
Ίσως φυτρώσει ένα λουλούδι αναίτιο
Ένα ανυπόταχτο της φύσης καμάρι
Που θα φέρει μέσα του το ρίγος που θησαύριζα
Τριγυρίζοντας μέσα στο αγιάζι των καιρών- μόνος
Μονάχα με την μοναξιά μου σύντροφο
Να αποδοθεί σε πράξη αυτό το φεγγοβόλημα
Του χρώματος
Σαν αγιάζοντας κάποτε
Ανάμεσα στις γήινες ουσίες έρχεται
Σαν δώρο η ευτυχία...

7.8.2007

ΣΠΟΥΔΗ ΕΑΥΤΟΥ





      

Δόκανο όλο που καραδοκεί
Λίγο ν’ αφήσω το τιμόνι, λίγο
Να αστοχήσω ξέγνοιαστα.             Και η ζωή
Γυρίζοντας την φτερωτή της σαν παλιός νερόμυλος
Με θορύβους, με αποτέλεσμα
Μοναξιάς και αγωνίας.

Τυχερός που ένιωσα το βαθύ τραγούδι του πουλιού
Τον όρθιο σκοπό
Της Φύσης
Το μεγάλο
Κάλεσμα:
Να μάθω δέντρα
Χλόη, νερά, αγρύπνιες
Μέσα στην νύχτα-    όταν
Το υνί με όργωνε σαν χώμα..
Το σπλάχνο μου που δέχονταν τον σπόρο
Της ζωής- σαν
Αξίνα αρχαιολόγου
μέσα μου
να σκάβει και
Ν’ ανακαλύπτει τα θαμμένα αυτά
Της γλώσσας:         
ρίζες, ρήματα-
Σαν παράθυρα ν’ ανοίγονται για να κοιτάξω
Ορίζοντα άλλον-  Ευαγγέλιο!
  

                                                 8.8.2007
                                        Μακρινίτσα, Σέρρες.





15 Νοεμβρίου 2015

ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ




Α’

Ντέφι θρυμματισμένο του ήλιου
πως να χορέψει ο κόσμος με αυτόν
τον κομματιασμένο ρυθμό σου;
Ηχείς παράταιρα
πάνω απ’ τις επάλξεις των χελιδονιών
που υπερασπίζονται ένα τσαρδί από κρύσταλλο.
                                                            
                                                     7.7.2007




Β’

Ζόφε ιερέ που με έχεις
μανιασμένο αεράκι της ψυχής
η θέληση έρχεται νικηφόρα
μες την ζωή     επάνω στην ζωή!
Μου υπακούνε όλα:       κι ο βυθός
που κατέβηκα σαν ένας άλλος
ουρανός να εξαγνιστώ-
και το άλλο μέρος της ζωής μου
που άναψε ξαφνικά όταν τέλειωσαν όλα-
μάντεψε το αύριο
μετά από την πίκρα που αφήνανε οι μέρες
στις αυλές με τους βασιλικούς και τις μαυροφορεμένες 
γερόντισσες, στις πλάκες πάνω
ακούγεται το τόπι του μικρού παιδιού.
Κάποιος νικάει τον θάνατο….
κάποιος το ξέρει ότι η ζωή θα συνεχίζεται-
όπως άπαρτο κάστρο….


Γ’

Μέρες ξανθές οπώρες
Διανοίγοντας ένα Ιούλιο πέρασμα
Ιούνιος Ιούλιος Αύγουστος
Ξαναγραμμένες ομορφιά και ανέμους
Βότσαλα παραλίας ερημικής
Που ασκήτεψαν οι επιθυμίες μας
Νερά πρασινωπά μνήμες
Από την παιδική σου ηλικία
Στην Λέσβο ανάβοντας τα φώτα εξοχής
Ατσάλινες κλωστές της ζέστας
Που ράβουνε το ύφασμα λάβρων μεσημεριών
Χοροί χελιδονιών στα χαμηλά
Μάτια έκπληκτα ανάσες
Λαχανιασμένες πόδια
Κουρασμένα απ’ το τρεχαλητό επάνω στην χαλικωσιά
Κάτω απ’ τις καρυδιές ο ίσκιος παίζει
Με μια δροσιά νερών από μπαρούτι.
Στο περιβόλι με τσαχπίνικα
Ζαρζαβατικά της θεία Σταυρίτσας  έγνοια
Ντομάτες κόκκινες σαν υποψίες
Καρπούζια ριγωτά σαν πιο παράξενα άλογα
Και μελιτζάνες-
Φαλλοί ταλαιπωρημένοι.

Ξυλόγλυπτες κονσόλες με καθρέπτη πάνω τους
Φωτογραφίες προγόνων με μουστάκι
Παππούς, προπάππους, τα ασημικά
Που μαραγκιάζουνε στην θλίψη του μετάλλου.

Εκεί οι φίλοι οι παιδικοί σαν τα λιμάνια
Που τα καράβια αγαπούνε να 'ρχονται
Αλητείες στην ηλικία των δώδεκα
Κι όμως αγιότητα όλα
Και τα τετράδια σου με τα ποιήματα
Που τα 'σκισες για ν’ ασκητέψεις
Κι οι θυμωμένες μέρες σου όλα
Να σε διαμορφώνουν σαν παλίμψηστο
Μεριές μεριές να γράφεσαι την μοναξιά
Κι όλες οι ύστερα σιωπές να σου την αναιρούνε….

Κι ο φούρνος στην παλιά αυλή με μια οσμή
Από βωμού θυσία και τσίκνα
Κι οι λιγοστές ελιές όπου τα τσοπανόσκυλα
Προσέχουνε το αμέριμνο κοπάδι.
Όπως οι Παναγιές τις νοιώθεις σαν γειτόνισσες
Και βλέπεις τες ν’ ανεβοκατεβαίνουνε τα καλντερίμια
Τοπία ψυχής παιδιού τα καλοκαίρια ύστερα από το σχολείο
Πρωτόγνωρες χαρές και ζωγραφιές
Του ματιού που μαθαίνει χρώματα.

Και οι κοπέλες ρόδινες σαν αινιγματικά ελάφια
Με χυμό σαν αναμμένα φρούτα, απαλές
Λαβωματιές σκιρτήματα
Πρώτα κι αξεδιάλυτα
Σκοτάδια
Με φουστάνια
Παρδαλής μαγείας
Που κρύβουν από κάτω ένα θαυμαστικό
Με χείλια
Που σου ανάψανε φωτιές που δεν θα σβήσουν….

                                                              
                                                      8.7.2007


                               

24 Ιουλίου 2015

ΚΑΤΟΡΘΩΜΕΝΟ




Εκεί που το μνημονικό μυρίζει πίκρα
Άνοιξα πύλες ευφροσύνης μες τον άνεμο
Γύμνασα λόγους μου αντάρτες
Χτυπώ μ’ αισθήματα Ιουλίου τις σιωπές
Κι ανοίγουν στίχων σπίτια με φιλόξενες αυλές
Μ’ ένα γεράνι ώρας με δροσιά
Νερού απ’ τις πλυμένες πλάκες της αυλής 
Δυόσμος και μαντζουράνα
Λέσβου ανάγνωσμα 
Και γονικά της Γέρας
Κάμποι ιερής ελιάς που ο ήλιος τρέχει
Φτιάχνοντας έναν κότινο ανεκτίμητο 
Κι έρχομαι με έναν πόθο ανεξιχνίαστο
Στα πρωινά λαγκάδια των εκπλήξεων
Ιερουργώντας με ελληνικά γαρύφαλλα
Σμίγοντας τις μεσημεριάτικες ξανθάδες
Ψίθυροι ώρας, έκρηξη καρδιάς
Κοσμήματα του θαρραλέου ανέμου
Η θάλασσα γαλήνια ψαλμωδεί
Και έχει μιαν υπόσχεση της θαλερής επιθυμίας…


24.7.2007

30 Ιουνίου 2015

ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ



Α’

Ντέφι θρυμματισμένο του ήλιου
πως να χορέψει ο κόσμος με αυτόν
τον κομματιασμένο ρυθμό σου;
Ηχείς παράταιρα
πάνω απ’ τις επάλξεις των χελιδονιών 
που υπερασπίζονται ένα τσαρδί από κρύσταλλο.

7.7.2007




Β’

Ζόφε ιερέ που με έχεις
μανιασμένο αεράκι της ψυχής
η θέληση έρχεται νικηφόρα
μες την ζωή επάνω στην ζωή!
Μου υπακούνε όλα: κι ο βυθός 
που κατέβηκα σαν ένας άλλος 
ουρανός να εξαγνιστώ-
και το άλλο μέρος της ζωής μου
που άναψε ξαφνικά όταν τέλειωσαν όλα-
μάντεψε το αύριο
μετά από την πίκρα που αφήνανε οι μέρες
στις αυλές με τους βασιλικούς και τις μαυροφορεμένες 
γερόντισσες, στις πλάκες πάνω
ακούγεται το τόπι του μικρού παιδιού.
Κάποιος νικάει τον θάνατο….
κάποιος το ξέρει ότι η ζωή θα συνεχίζεται-
όπως άπαρτο κάστρο….





Γ’

Μέρες ξανθές οπώρες
Διανοίγοντας ένα Ιούλιο πέρασμα
Ιούνιος Ιούλιος Αύγουστος
Ξαναγραμμένες ομορφιά και ανέμους
Βότσαλα παραλίας ερημικής
Που ασκήτεψαν οι επιθυμίες μας
Νερά πρασινωπά μνήμες
Από την παιδική σου ηλικία 
Στην Λέσβο ανάβοντας τα φώτα εξοχής
Ατσάλινες κλωστές της ζέστας
Που ράβουνε το ύφασμα λάβρων μεσημεριών
Χοροί χελιδονιών στα χαμηλά 
Μάτια έκπληκτα ανάσες
Λαχανιασμένες πόδια
Κουρασμένα απ’ το τρεχαλητό επάνω στην χαλικωσιά
Κάτω απ’ τις καρυδιές ο ίσκιος παίζει 
Με μια δροσιά νερών από μπαρούτι.
Στο περιβόλι με τσαχπίνικα 
Ζαρζαβατικά της θεία Σταυρίτσας έγνοια
Ντομάτες κόκκινες σαν υποψίες
Καρπούζια ριγωτά σαν πιο παράξενα άλογα
Και μελιτζάνες-
Φαλλοί ταλαιπωρημένοι.

Ξυλόγλυπτες κονσόλες με καθρέπτη πάνω τους
Φωτογραφίες προγόνων με μουστάκι
Παππούς, προπάππους, τα ασημικά 
Που μαραγκιάζουνε στην θλίψη του μετάλλου.

Εκεί οι φίλοι οι παιδικοί σαν τα λιμάνια
Που τα καράβια αγαπούνε νάρχονται 
Αλητείες στην ηλικία των δώδεκα
Κι όμως αγιότητα όλα
Και τα τετράδια σου με τα ποιήματα
Που τα έσκισες για ν’ασκητέψεις
Κι οι θυμωμένες μέρες σου όλα
Να σε διαμορφώνουν σαν παλίμψηστο
Μεριές μεριές να γράφεσαι την μοναξιά
Κι όλες οι ύστερα σιωπές να σου την αναιρούνε….

Κι ο φούρνος στην παλιά αυλή με μια οσμή 
Από βωμού θυσία και τσίκνα
Κι οι λιγοστές ελιές όπου τα τσοπανόσκυλα
Προσέχουνε το αμέριμνο κοπάδι.
Όπως οι Παναγιές τις νοιώθεις σαν γειτόνισσες 
Και βλέπεις τες ν’ ανεβοκατεβαίνουνε τα καλντερίμια
Τοπία ψυχής παιδιού τα καλοκαίρια ύστερα από το σχολείο
Πρωτόγνωρες χαρές και ζωγραφιές
Του ματιού που μαθαίνει χρώματα.

Και οι κοπέλες ρόδινες σαν αινιγματικά ελάφια
Με χυμό σαν αναμμένα φρούτα, απαλές
Λαβωματιές σκιρτήματα
Πρώτα κι αξεδιάλυτα
Σκοτάδια
Με φουστάνια
Παρδαλής μαγείας 
Που κρύβουν αποκάτω ένα θαυμαστικό
Με χείλια 
Που σου ανάψανε φωνές που δεν θα σβήσουν….


8.7.2007

3 Απριλίου 2015

ΜΑΚΡΥΝΙΤΣΑ ΣΕΡΡΩΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2007


Βουνό που το έφαγε η καταχνιά
Που ορκίστηκε σύνεση και αστόχησε πάλι
Της Δοϊράνης έξαψη
Βουνό που ήταν εκεί σύνορο των ανθρώπων
Μέσα στην χαμηλή νέφωση τυλιγμένο
Σαν την αχλή του μύθου
Λίγο πριν να το πολεμήσει η μέρα..

Που το αντίκρισα στις έξι το πρωί
Γράφοντας την μορφή του με τις λέξεις
Σαν φωτογράφος επιδέξιας μοναξιάς
Τριγυρισμένος με θεόρατα πλατάνια.

Μου υμνήσαν πουλιά το χάραμα
Πιάνοντας ένα τραγούδι αντίφωνο στην θλίψη
Μου πολεμήσαν τις μελαγχολίες μου
Εκεί που αγρίεψε το μάτι από ανέχεια ήλιου∙
Κουκούβισα μέσα στην Ιλιάδα των αναζητήσεων…
Τι γύρευα;

Στους δρόμους που τεράστια πλατάνια σαν ομπρέλες του θεού
Μ’ ανέβαζαν προς τον καημό των σπιτικών αυλόγυρων
Μ’ ένα κυδώνι να στυφίζει διάθεση- και
Που ξημερώνει μέρα…


6.8.2007

12 Μαρτίου 2015

ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ




Α’

Ντέφι θρυμματισμένο του ήλιου
πως να χορέψει ο κόσμος με αυτόν
τον κομματιασμένο ρυθμό σου;
Ηχείς παράταιρα
πάνω απ’ τις επάλξεις των χελιδονιών
που υπερασπίζονται ένα τσαρδί από κρύσταλλο.
                                                            
                                                     7.7.2007




Β’

Ζόφε ιερέ που με έχεις
μανιασμένο αεράκι της ψυχής
η θέληση έρχεται νικηφόρα
μες την ζωή     επάνω στην ζωή!
Μου υπακούνε όλα:       κι ο βυθός
που κατέβηκα σαν ένας άλλος
ουρανός να εξαγνιστώ-
και το άλλο μέρος της ζωής μου
που άναψε ξαφνικά όταν τέλειωσαν όλα-
μάντεψε το αύριο
μετά από την πίκρα που αφήνανε οι μέρες
στις αυλές με τους βασιλικούς και τις μαυροφορεμένες 
γερόντισσες, στις πλάκες πάνω
ακούγεται το τόπι του μικρού παιδιού.
Κάποιος νικάει τον θάνατο….
κάποιος το ξέρει ότι η ζωή θα συνεχίζεται-
όπως άπαρτο κάστρο….


Γ’

Μέρες ξανθές οπώρες
Διανοίγοντας ένα Ιούλιο πέρασμα
Ιούνιος Ιούλιος Αύγουστος
Ξαναγραμμένες ομορφιά και ανέμους
Βότσαλα παραλίας ερημικής
Που ασκήτεψαν οι επιθυμίες μας
Νερά πρασινωπά μνήμες
Από την παιδική σου ηλικία
Στην Λέσβο ανάβοντας τα φώτα εξοχής
Ατσάλινες κλωστές της ζέστας
Που ράβουνε το ύφασμα λάβρων μεσημεριών
Χοροί χελιδονιών στα χαμηλά
Μάτια έκπληκτα ανάσες
Λαχανιασμένες πόδια
Κουρασμένα απ’ το τρεχαλητό επάνω στην χαλικωσιά
Κάτω απ’ τις καρυδιές ο ίσκιος παίζει
Με μια δροσιά νερών από μπαρούτι.
Στο περιβόλι με τσαχπίνικα
Ζαρζαβατικά της θεία Σταυρίτσας  έγνοια
Ντομάτες κόκκινες σαν υποψίες
Καρπούζια ριγωτά σαν πιο παράξενα άλογα
Και μελιτζάνες-
Φαλλοί ταλαιπωρημένοι.

Ξυλόγλυπτες κονσόλες με καθρέπτη πάνω τους
Φωτογραφίες προγόνων με μουστάκι
Παππούς, προπάππους, τα ασημικά
Που μαραγκιάζουνε στην θλίψη του μετάλλου.

Εκεί οι φίλοι οι παιδικοί σαν τα λιμάνια
Που τα καράβια αγαπούνε να 'ρχονται
Αλητείες στην ηλικία των δώδεκα
Κι όμως αγιότητα όλα
Και τα τετράδια σου με τα ποιήματα
Που τα 'σκισες για ν’ ασκητέψεις
Κι οι θυμωμένες μέρες σου όλα
Να σε διαμορφώνουν σαν παλίμψηστο
Μεριές μεριές να γράφεσαι την μοναξιά
Κι όλες οι ύστερα σιωπές να σου την αναιρούνε….

Κι ο φούρνος στην παλιά αυλή με μια οσμή
Από βωμού θυσία και τσίκνα
Κι οι λιγοστές ελιές όπου τα τσοπανόσκυλα
Προσέχουνε το αμέριμνο κοπάδι.
Όπως οι Παναγιές τις νοιώθεις σαν γειτόνισσες
Και βλέπεις τες ν’ ανεβοκατεβαίνουνε τα καλντερίμια
Τοπία ψυχής παιδιού τα καλοκαίρια ύστερα από το σχολείο
Πρωτόγνωρες χαρές και ζωγραφιές
Του ματιού που μαθαίνει χρώματα.

Και οι κοπέλες ρόδινες σαν αινιγματικά ελάφια
Με χυμό σαν αναμμένα φρούτα, απαλές
Λαβωματιές σκιρτήματα
Πρώτα κι αξεδιάλυτα
Σκοτάδια
Με φουστάνια
Παρδαλής μαγείας
Που κρύβουν από κάτω ένα θαυμαστικό
Με χείλια
Που σου ανάψανε φωτιές που δεν θα σβήσουν….

                                                              
                                                      8.7.2007

ΑΝΩ ΠΟΡΟΪΑ


Πόσο ξίφος του ήλιου να σπαθίζει τα φυλλώματα
Ένας θεός ξέρει πόση μυρωδιά
Τριαντάφυλλου που αγγίξαμε σαν δυνατό βελούδο
Και το νυσταγμένο αυτό υγρό αεράκι
Να δροσίζει την ματιά μας και πνευμόνια..

Ξέχειλες οι γούρνες στις βρύσες με τρεχούμενο νερό
Πάντα ανοιχτές σαν να θέλουν
Να μας διδάξουν κάτι για την αφθονία.
Πλατάνια θεοτικά που ξύνουν ουρανό
Και κάτι ψυχωμένες σιωπές με κατάνυξη
Και αλφάδι υγείας.
Ο ήχος απ’ το ποταμάκι που σου μουρμουρίζει έναν σκοπό
Που θα 'θελες για πάντα να αποστηθίσεις.
Το ξέρω ότι απ’ όλες τις περιουσίες μου
Μόνο αυτό θα είναι πάντοτε ανεκτίμητο
Θα φωλιάσει μέσα μου σαν απώτατο κύτταρο
Και θα σβήσει μ’ εμένα.
Κι αν κάποτε θα έχω μία ησυχία πιο δυνατή κι από την άσπρη πλάκα μου
Που θα κάνει σαν βωμό αρχαίας θλίψης το φεγγάρι-
Στο χώμα που θα διαφεύγει απ’ την εξουσία των λόγων μου
Ίσως φυτρώσει ένα λουλούδι αναίτιο
Ένα ανυπόταχτο της φύσης καμάρι
Που θα φέρει μέσα του το ρίγος που θησαύριζα
Τριγυρίζοντας μέσα στο αγιάζι των καιρών-      μόνος
Μονάχα με την μοναξιά μου σύντροφο
Να αποδοθεί σε πράξη  αυτό το φεγγοβόλημα
Του χρώματος
Σαν αγιάζοντας κάποτε
Ανάμεσα στις γήινες ουσίες έρχεται
Σαν δώρο η ευτυχία...
                                                   

                                               7.8.2007

ΛΕΣΒΙΕΣ ΩΡΕΣ



Απ’ όλες τις μαγείες αν περάσεις μαθητής το ξέρεις-
Μ’ έναν μονάχα τρόπο ο νους σου φλέγεται 
Κι αρχίζει η οδύνη των αναζητήσεων
Σαν ιδέες χορταρικών να θέλει το στομάχι σου
Τα ερυθρά σου αιμοσφαίρια οξυγονώνουν την γαλήνη
Σαν μια παχιά ομίχλη στίχων να την κόψεις με μαχαίρι
Εκεί που χάνεσαι οδοιπόρος ποιητής ή εξερευνητής ονείρων.

Μετά αρχίζουν όλα!
Να σβήνεις τα τσιγάρα καθισμένος σ’ έρημη ακρογιαλιά
Να παίρνεις συμβουλές από τον φλοίσβο που σου ψιθυρίζει νότες
Να συγυρίζεις το χαμόσπιτο του βίου 
Όλο σπαρμένο στίχους, πεταμένες 
Ιδέες γιαλού επάνω στα πατώματα
Και Λέσβιες ώρες σαν φιάλες του ποτού
Αδειανές, πόνο κι αρμύρα!

Και των παιδιών που παίζοντας πιο πέρα με την μπάλα
Αναστατώθηκαν οι τόποι όπου αγαπούσαν για να έρχονται το απόγεμα.
Θαλασσοπούλια μάντεις του αιώνιου
Πέτρας και πολίας θάλασσας τέκνον
Γράφοντας μύθους ερημιάς ο Αλκαίος, γέρνοντας 
Προς τον μοναδικό θεό
Δέντρο
Πουλί
Αέρα
Ήλιο
Θάλασσα
τραγούδι 
άνθρωπο- 
άνθρωπο που αγωνιά να αγγίξει ένα λουλούδι…

10 Μαρτίου 2015

ΜΑΚΡΥΝΙΤΣΑ ΣΕΡΡΩΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2007


Βουνό που το έφαγε η καταχνιά
Που ορκίστηκε σύνεση και αστόχησε πάλι
Της Δοϊράνης έξαψη
Βουνό που ήταν εκεί σύνορο των ανθρώπων
Μέσα στην χαμηλή νέφωση τυλιγμένο
Σαν την αχλή του μύθου
Λίγο πριν να το πολεμήσει η μέρα..

Που το αντίκρισα στις έξι το πρωί
Γράφοντας την μορφή του με τις λέξεις
Σαν φωτογράφος επιδέξιας μοναξιάς
Τριγυρισμένος με θεόρατα πλατάνια.

Μου υμνήσαν πουλιά το χάραμα
Πιάνοντας ένα τραγούδι αντίφωνο στην θλίψη
Μου πολεμήσαν τις μελαγχολίες μου
Εκεί που αγρίεψε το μάτι από ανέχεια ήλιου∙
Κουκούβισα μέσα στην Ιλιάδα των αναζητήσεων…
Τι γύρευα;

Στους δρόμους που τεράστια πλατάνια σαν ομπρέλες του θεού
Μ’ ανέβαζαν προς τον καημό των σπιτικών αυλόγυρων
Μ’ ένα κυδώνι να στυφίζει διάθεση- και
Που ξημερώνει μέρα…


6.8.2007

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου