...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΡΑΜΜΕΣ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΡΑΜΜΕΣ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Νοεμβρίου 2017

κάπου ανοίγονται τα νέα Μεσολόγγια…



Της σιγής όλα..
Τα αποκρυπτογράφησα αφήνοντας κομμάτια απ’ την ψυχή μου.
Η νύχτα έπεσε· τόσα ρήματα αιφνιδιάστηκαν που τρόμαξε απόψε το φεγγάρι.
Πού θα σε βρω; Πλημμύρισε τα πάντα η λύπη σου.
Τα λόγια που λέγαμε αφήνονται στον σκοτεινό ουρανό να βουλιάξουν
Έρμαια ενός σκότους εθιστικού.
Κάπου στον κόσμο οι μάχες μαίνονται.
Κάπου ανοίγονται τα νέα Μεσολόγγια..
Όποιος εντάσσεται σε ζοφερούς φανατισμούς θα ζήσει μακριά απ’ όλες τις ανθρώπινες ενστάσεις..
Θ’ αγγίξει τον τρόπο του κτήνους, θα μείνει χωρίς καρδιά να αγαπάει ματωμένα δολάρια..

4 Απριλίου 2015

Η κατάκτηση..








Υπεισέρχονται ανάσες λαχανιασμένες στην σελίδα μου-
Σαν να κυνηγούν κάποιον, σαν κάποιος να τους ξέφυγε
Και τα λαγωνικά τον αναζητούν μυρίζοντας με μανία
Ολόγυρα, τρέχοντας σπιθαμή την σπιθαμή την γης.
Μπορεί να μην είμαι πια, μπορεί να έχω πεθάνει-
Μπορεί να μιλώ με την φωνή των νεκρών- ή
Να κάνω απλώς ακαταλαβίστικα νεύματα
Όπως η γλώσσα των κωφάλαλων που αγκαλιάζει πάντα την σιωπή.
Οι κώδικές μου έσπασαν, έχω έναν ρημαγμένο οίκο
Σαν σπήλαιο που μέσα του κατοίκησαν οι νυχτερίδες- έχω
Ένα λεξιλόγιο διάπυρης μάζας
Σαν ηφαιστείου η φωτιά που έφερε τον εμετό της γης
στους πρόποδες του φαγωμένου όρους.
Και εξακολουθώ να ασκούμαι σε μια καρτερία που με γύμνασε
σε τούτο που είναι η πραγματική κατάκτησή μου:
Βότσαλο στιλπνό που μέσα του ακούγεται στεντόρεια η άληκτη θάλασσα…

Το φεγγάρι…



Θέσπισα αποστάσεις γιατί το πλησίασμα με τσουρούφλισε.
Στο σκοτάδι οι ρόλοι είναι διπλοί. Καθένας
Αναζητά ένα μπαρούτι που ανατινάζει
Τις εγγυήσεις που θα μπορούσε να δώσει.
Κάτοψη ενός οικοδομήματος που πατά στην ανώνυμη θλίψη.
Το είχα. Το έχω.
Με τον τρόπο που έχουν των παιδιών οι συμμορίες να αναστατώνουν τις γειτονιές της ενορίας.
Πίσω από την εκκλησία οι ερωτευμένοι φιλιούνται.
Κάθε φιλί κλειδί στο πολύτιμο
Φεγγάρι που μαγνητίζει την νύχτα.
Και που το αναγνώθω εγώ..

24 Φεβρουαρίου 2015

καλό βράδυ λοιπόν…



καλό βράδυ λοιπόν- θα σε βρω
πίσω από τις γρίλιες του ύπνου
στον απαλό καπνό που βγαίνει
από το όνειρο,
στο φωταγωγημένο
αίθριο της συνείδησης.

καλό βράδυ-  τίποτα δεν θα 'ρθει
μαζί μας
ως τον θάνατο.
                         παράξενο
πλάσμα που είναι τελικά ο άνθρωπος!
βρίσκει τον τρόπο
να σε εκπλήσσει- ποτέ δεν τον μαθαίνεις..
όσο για μένα
όσα σενάρια και να επεξεργάζομαι,
η Ποίηση μόνο μου μένει- καθώς
δυσκόλεψε υπερβολικά ο βίος,
η θέα που είχα,
μικραίνει- και ένας θόρυβος
από σπασμένα κρύσταλλα ελπίδων
έρχεται από την μέσα σάλα
της αγωνίας μας…

Το σιγάν..




Το σιγάν λοιπόν, το σιγάν,... αφού
και που μιλάς ανούσιο είναι- οι ανεμώνες
συνήθισαν την μοναξιά τους, οι γέροι
επίσης
κάποιοι απ' αυτούς
ξέρουν αλήθεια πόσο η κουταμάρα κοστίζει
και μεθοδεύουν για την φυσική
νόμους περίπλοκους
όπως ισχύουν και μετά δεν ισχύουν.

Σφίγγουνε την ψυχή τους- η ψυχή τους εξατμίζεται
μέσα στην πρωινή γυαλάδα, σαν
μια εξαχνωμένη σταγόνα
που κρατά μέσα της
όλο το οικουμενικό νερό
σαν μια συμβολική ιδιότητα-

Ακουστικά φωνήεντα, νότες
μια μουσικής που λάμπει
κάτω απ' τις αλκυονίδες μέρες
του Ιανουαρίου, φεγγάρι
αλλοπρόσαλλο
γεμίζει κι αδειάζει-
σαν όλα τα πράγματα που
κουράστηκε πλέον η ύλη τους, και
μισοκατεστραμμένα ρέπουν
προς ένα ευώνυμο χάος
αριστερόστροφο..

23 Φεβρουαρίου 2015

Το φεγγάρι…



Θέσπισα αποστάσεις γιατί το πλησίασμα με τσουρούφλισε.
Στο σκοτάδι οι ρόλοι είναι διπλοί. Καθένας
Αναζητά ένα μπαρούτι που ανατινάζει
Τις εγγυήσεις που θα μπορούσε να δώσει.
Κάτοψη ενός οικοδομήματος που πατά στην ανώνυμη θλίψη.
Το είχα. Το έχω.
Με τον τρόπο που έχουν των παιδιών οι συμμορίες να αναστατώνουν τις γειτονιές της ενορίας.
Πίσω από την εκκλησία οι ερωτευμένοι φιλιούνται.
Κάθε φιλί κλειδί στο πολύτιμο
Φεγγάρι που μαγνητίζει την νύχτα.
Και που το αναγνώθω εγώ..

Αποκαθήλωση των ειδώλων…






Με ποια νοημοσύνη έχω πορευτεί, με ποιο θάρρος;
Να σχηματίζω μια ελευθερία που πονά, να κάνω
Σκέψεις δύσκολες.
Όταν κοιμάμαι και μ' αγγίζουν
οι εφιάλτες
ακούω τις φριχτές φωνές
των βασανισμένων, ακούω
τον δήμιο να σαρώνει
την γραμμή την κόκκινη της απανθρωπιάς.
Στον σκληρό ήλιο ζαρώνουν
τα σπίτια
Ο άνεμος τα γδέρνει
Πάνω στην ώχρα των τοίχων τους
ένας κισσός
σαν εξώφυλλο σ' ένα βιβλίο όπου κατοικείται
από μελαγχολικά όντα, όντα που κληρονομήσαν
τον πόνο όλης της οικουμένης.
     Κρυώνουν τα σώματα, οι ψυχές
κρυώνουν.
Άραγε μια μέρα η μπότα του δικτάτορα θα στοιβαχτεί
ανάμεσα σε άχρηστα πράγματα, στον αραχνιασμένο χώρο
ενός παλαιοπωλείου, κι η προτομή του
σαν μια ταριχευμένη κεφαλή που ζει στην αποστροφή, θα κουβαληθεί
απόναν ταπεινωμένο ζητιάνο, ανάμεσα
σε χιλιάδες άλλα κρανία, θυμωμένη
με την μοίρα της κι όμως
τόσο, να την κοιτάζεις πια, παρακμασμένη;
Ονειρεύομαι για να αντέχω.
Αντέχω γιατί πεισμώνω πάνω από τις εποχές.
Βλέπω το είδωλο που αποκαθηλώνεται κι ας κόστισε
πολλές ζωές
στην κουρασμένη ανθρωπότητα.
Βλέπω την ομορφιά που ξεκεφαλώνει
πίσω απ' τα βουνά της κακεντρέχειας.
Γι αυτό αντέχω…

Η κατάκτηση..








Υπεισέρχονται ανάσες λαχανιασμένες στην σελίδα μου-
Σαν να κυνηγούν κάποιον, σαν κάποιος να τους ξέφυγε
Και τα λαγωνικά τον αναζητούν μυρίζοντας με μανία
Ολόγυρα, τρέχοντας σπιθαμή την σπιθαμή την γης.
Μπορεί να μην είμαι πια, μπορεί να έχω πεθάνει-
Μπορεί να μιλώ με την φωνή των νεκρών- ή
Να κάνω απλώς ακαταλαβίστικα νεύματα
Όπως η γλώσσα των κωφάλαλων που αγκαλιάζει πάντα την σιωπή.
Οι κώδικές μου έσπασαν, έχω έναν ρημαγμένο οίκο
Σαν σπήλαιο που μέσα του κατοίκησαν οι νυχτερίδες- έχω
Ένα λεξιλόγιο διάπυρης μάζας
Σαν ηφαιστείου η φωτιά που έφερε τον εμετό της γης
στους πρόποδες του φαγωμένου όρους.
Και εξακολουθώ να ασκούμαι σε μια καρτερία που με γύμνασε
σε τούτο που είναι η πραγματική κατάκτησή μου:
Βότσαλο στιλπνό που μέσα του ακούγεται στεντόρεια η άληκτη θάλασσα…

Η παρτιτούρα των ρόδων…





Ανησυχώ για το ύφος και ανησυχώ για την συνδιαλλαγή
Που κλονίζει τον κόσμο μου.
                    Στην παρτιτούρα μου το άλικο ρόδο
                    πάντα πρώτο ρόλο θα παίζει-
Να η αληθινή υπεροψία μου! Να κοιτώ
Πέρα απ' τα χαλάσματα, τους καπνούς
                    Των ερειπίων, τον θόρυβο
                    Που σηκώνει την πέτσα της γης, αγκιστρωμένη
Στην κοιλιά των αεροπλάνων που εξαπολύουν
βόμβες πάνω στην λογική
                    Εν ονόματι ενός άνομου κέρδους.
                    Να η θλίψη μου, να η μελαγχολία μου, η ένταση
Της ψυχής μου.
Και χρειάζομαι το λάβδανο μιας προσευχής
                    Που ανοίγει όρυγμα καταφυγής κι απ' όπου
                    θα τρυπώσω στου παράδεισου τις αγκαλίτσες..

Ιερουργία…






Από την ακροθαλασσιά οσφραίνονται οι γλάροι την αγάπη του πελάγου·
Κι η μέρα
αφήνει τα αρπακτικά της να φανούν
στον ουρανό
γυρεύοντας
μια τάξη άλλη·
Γαλανός ο αέρας, γρήγορος
κινεί, πάνω απ' τα βουνά, να αποδεκατίσει
άτολμους πολεμιστές των εντόμων-
Την ώρα που η θάλασσα βαριά και συνισταμένη
όλης της αιωνιότητας αγγίζει
το θάμπος του ορίζοντα, εκεί
που στεφανώνεται η γαλήνη
με το θρησκευτικό της διάδημα.

Σε κρατώ και σ' αφήνω στο ακρωτήρι του πόθου να συλλαβίσεις την ψυχή μου
έτσι που είναι·
και σε θέλω ανάμεσα
στα χιλιόχρονα άνθη
της φαντασίας και του απέθαντου λόγου..
Τώρα που και τις γεωγραφίες και την στενή
γραμμή των συνόρων
ξεπεράσαμε-
Εγώ κι εσύ,
ταγμένοι
να υπηρετούμε μια Χίμαιρα
που δίνεται
σ' αυτούς που έχουν στόχο τα χρηστά…

Υποδούλωση…






Δεν ελπίζουν οι ελπίδες μου- δεν ελπίζουν·
Ξεθύμαναν σαν άρωμα που έχασε το σφρίγος του·
Πώς να πιστέψω την εικόνα που θέλουν
να με κεράσουνε τα καθεστώτα;
Το χνότο μου νοτίζει το τζάμι·
η έρημος υπάρχει και μέσα μου·
Δεν έχω διαφυγή·
Η μελαγχολία νομοθετεί γύρω μου·
Δίπλα στο πορτατίφ- η εφημερίδα είναι ένα σκεύος ταξικό·
Θα σε παραπλανήσω άσκεφτε, θα σε παραπλανήσω·
Θα σου δώσω το δικαίωμα να διαλέξεις εσύ τα δεσμά
Που θα σε δέσω, θα σου αφήσω την επιλογή
Να υποδουλωθείς με τους πολλούς τρόπους που θέλω..

Ηχώ παραδείσου…





Όταν πάψει η φυλακή να είναι φυλακή και ο ορίζοντας,
χορτασμένος χρώματα, αφήσει,
έναν λυγμό, να γίνει μουσική,
που τρίζει
μέσα στο φαρδύ γαλάζιο του πουκάμισο, αχ γυναίκες
ελάτε να με αγαπήσετε
πίσω από όλα αυτά τα αδιάφορα πράγματα
που με αναλώνουν, κάνοντάς με
δορυφόρο μελαγχολίας.

Απλησίαστα όλα αντανακλώνται..
Μνήμες από μια άλλη προ-ύπαρξη- και πώς την έχω
αφού με μαγνητίζει
η σκιά και αποκτούνε
σάρκα οι επιθυμίες μου;
Μετρώ τα πάντα -κανένα δεν έχω. Ούτε
φιλιού ανάμνηση, ούτε
την μυρωδιά απ' το φρεσκολουσμένο
κεφάλι σου Μαρίνα
εκεί στο λιμανάκι του έρωτα και του αγγίγματος
την θαλερή μυσταγωγία..

Για αιώνες ανήλικος ενήλικος, για χρόνια
να μην υπακούω πουθενά- με κυρίευσαν
αιθέρια άνθη, φωτιές επακόλουθες
αυτών που δεν οξειδώνονται
στο πείσμα των καιρών και στον μόχθο της ύλης.

Κι εκείνα που μου αποκρύπτονται
όταν το βράδυ εισχωρεί το άστρο μες την κάμαρά σου
θα 'ρθουνε να με βρουν,
ελαφρά,
αποστηθισμένα,
μέσα στην αγριότητα των εποχών, καλλιεργημένα
σε ώτα που γυμνάστηκαν να πιάνουνε την μουσική
από μια νότα που επικρεμάται
στο τίμιο ξύλο του λεξιλογίου,
φρέσκια
σαν η ηχώ
από νεόκοπο -και μην τον χάσουμε!-
παράδεισο…

22 Φεβρουαρίου 2015

στην λίμνη εκεί..



Τα μελαγχολικά προάστια βουβαίνονται μες το φθινόπωρο
και ξαναζωντανεύουν
όταν ο ήλιος κάποιο μεσημέρι τα συνδράμει
με τα ωραία καλά του- ω τι υπερβολή αυτές οι λέξεις,
που γίνονται κοίλες και κυρτές και συνουσιάζονται
επάνω στην σελίδα
αδιάφορες για την εντύπωση που θ’ αφήσουν μεταθανάτια
μαλακώνοντας έως την υστεροφημία τους
αυτές οι λέξεις οι αγκιστρωμένες πάνω στο πέτο του κόσμου.

Στην άσφαλτο γλιστρούν τα αυτοκίνητα
τα λάστιχά τους στριγκλίζουν, τα φρένα τους μουντζουρώνουν το λουστρίνι του δρόμου
την ώρα ετούτη που σου μιλώ και κοιτάς κατά τον ορίζοντα
ευθεία πάνω από την λίμνη, στην κοιλιά ετούτη της γης.

Εξαλείφονται οι θόρυβοι και μένουμε μόνοι
σ’ ένα τοπίο που η υγεία του αφήνει
μια γεύση υπόγλυκη πάνω στις πικροδάφνες
που κυκλώνουν την γέφυρα όπως για να σε πάνε κάπου αλλού.

Τα μαλλιά σου ανεμίζουν, τα μάτια σου αγιοποιούν τα λιόδεντρα
κι ένα πουλί αφήνει τον κελαηδισμό του να ψηλώσει
κατά του ουρανού την άφατη αρμονία.

Η λίμνη γεμίζει πάπιες και φοβισμένα νεροκοτάκια
που τσαλαβουτούν πάλι και πάλι
σ’ έναν της ευφροσύνης χορό.

Κι η ζέστα αυτή η απρόσμενη, όπως ιέρεια που τα λειτούργησε όλα καλώς, δίνει
το χάδι της απλόχερα στις καλαμιές που στον ρυθμό κινούνται
της δικής σου και της του ζέφυρου αναπνοής..


24 Ιανουαρίου 2015

Ηχώ παραδείσου…




Όταν πάψει η φυλακή να είναι φυλακή και ο ορίζοντας,
χορτασμένος χρώματα, αφήσει,
έναν λυγμό, να γίνει μουσική,
που τρίζει
μέσα στο φαρδύ γαλάζιο του πουκάμισο, αχ γυναίκες
ελάτε να με αγαπήσετε
πίσω από όλα αυτά τα αδιάφορα πράγματα
που με αναλώνουν, κάνοντάς με
δορυφόρο μελαγχολίας.

Απλησίαστα όλα αντανακλώνται..
Μνήμες από μια άλλη προ-ύπαρξη- και πώς την έχω
αφού με μαγνητίζει
η σκιά και αποκτούνε
σάρκα οι επιθυμίες μου;
Μετρώ τα πάντα -κανένα δεν έχω. Ούτε
φιλιού ανάμνηση, ούτε
την μυρωδιά απ' το φρεσκολουσμένο
κεφάλι σου Μαρίνα
εκεί στο λιμανάκι του έρωτα και του αγγίγματος
την θαλερή μυσταγωγία..

Για αιώνες ανήλικος ενήλικος, για χρόνια
να μην υπακούω πουθενά- με κυρίευσαν
αιθέρια άνθη, φωτιές επακόλουθες
αυτών που δεν οξειδώνονται
στο πείσμα των καιρών και στον μόχθο της ύλης.

Κι εκείνα που μου αποκρύπτονται
όταν το βράδυ εισχωρεί το άστρο μες την κάμαρά σου
θα 'ρθουνε να με βρουν,
ελαφρά,
αποστηθισμένα,
μέσα στην αγριότητα των εποχών, καλλιεργημένα
σε ώτα που γυμνάστηκαν να πιάνουνε την μουσική
από μια νότα που επικρεμάται
στο τίμιο ξύλο του λεξιλογίου,
φρέσκια
σαν η ηχώ
από νεόκοπο -και μην τον χάσουμε!-
παράδεισο…




Υποδούλωση…





Δεν ελπίζουν οι ελπίδες μου- δεν ελπίζουν·
Ξεθύμαναν σαν άρωμα που έχασε το σφρίγος του·
Πώς να πιστέψω την εικόνα που θέλουν
να με κεράσουνε τα καθεστώτα;
Το χνότο μου νοτίζει το τζάμι·
η έρημος υπάρχει και μέσα μου·
Δεν έχω διαφυγή·
Η μελαγχολία νομοθετεί γύρω μου·
Δίπλα στο πορτατίφ- η εφημερίδα είναι ένα σκεύος ταξικό·
Θα σε παραπλανήσω άσκεφτε, θα σε παραπλανήσω·
Θα σου δώσω το δικαίωμα να διαλέξεις εσύ τα δεσμά
Που θα σε δέσω, θα σου αφήσω την επιλογή
Να υποδουλωθείς με τους πολλούς τρόπους που θέλω..



Ιερουργία…





Από την ακροθαλασσιά οσφραίνονται οι γλάροι την αγάπη του πελάγου·
Κι η μέρα
αφήνει τα αρπακτικά της να φανούν
στον ουρανό
γυρεύοντας
μια τάξη άλλη·
Γαλανός ο αέρας, γρήγορος
κινεί, πάνω απ' τα βουνά, να αποδεκατίσει
άτολμους πολεμιστές των εντόμων-
Την ώρα που η θάλασσα βαριά και συνισταμένη
όλης της αιωνιότητας αγγίζει
το θάμπος του ορίζοντα, εκεί
που στεφανώνεται η γαλήνη
με το θρησκευτικό της διάδημα.

Σε κρατώ και σ' αφήνω στο ακρωτήρι του πόθου να συλλαβίσεις την ψυχή μου
έτσι που είναι·
και σε θέλω ανάμεσα
στα χιλιόχρονα άνθη
της φαντασίας και του απέθαντου λόγου..
Τώρα που και τις γεωγραφίες και την στενή
γραμμή των συνόρων
ξεπεράσαμε-
Εγώ κι εσύ,
ταγμένοι
να υπηρετούμε μια Χίμαιρα
που δίνεται
σ' αυτούς που έχουν στόχο τα χρηστά…




Του καιρού..




Για να βρεθώ μπροστά στων ματιών σου την έκπληξη
Κουβάλησα φεγγάρι έξω απ' το σπίτι σου, ήπια
τα λυρικά βουνά
Όπου ο αέρας φτιάχνει τις φωλιές και το πουλί
Ερωτεύεται.
                    Στον καιρό..
Στον καιρό πάνε όλα, στον καιρό
και αλλάζουν
Σαν ένα αερόστατο που ίπταται απαλά
Πάνω απ' την σελίδα της γης.
Στα χείλη σου ζωγράφισε η φωνή τον χαρακτήρα του ουρανού-
Διάβασα και τον είδα και τον είπα·
Έχεις την τόλμη που η μυθολογία έχει· κρατάς
Τον λόγο αψηλά- όπως από ένα λουλούδι βγαίνει
Το άρωμα και ο καημός της γης..





23 Ιανουαρίου 2015

¨νυν απολύεις…¨





Τι έγινε τώρα; Αφαίρεσα εμένα από το παρόν κι όλα αποδειχτήκανε μια πλάνη να μην σώσω και τα πω κατά πως τα κατάλαβα.
Έπιασε δυνατή βροχή.
Ακούγονταν ως τον κουρασμένο εαυτό μου.
Σχημάτισα τις λέξεις όπως αν θα έπαιζα στα ζάρια κάποτε την τύχη μου.
Κάθε σταγόνα έξω φλυαρούσε.
Είχα ανάγκη την σιωπή και τα αισθήματα.
Σημείωσα αργά: ¨νυν απολύεις…¨



Μπούσουλας…





Κάτι μικρές συνωμοσίες του αέρα ανάμεσα στις σελίδες της νύχτας· κι όπου επιχειρώ μια νίκη θα 'ρθει να με βρει·
νύχτωσε για καλά· μπουμπουνίζει
Και η βροχή που έρχεται είναι μια οξυθυμία του ουρανού.
Γυαλίζουν οι δρόμοι, γυαλίζουν τα αυτοκίνητα,
Οι ώρες γυαλίζουν που η πόλη νυστάζει, κοιμάται·
Για τα βιβλία μου μόλις τώρα ξημέρωσε..
Και στρώνομαι να βρω τον μπούσουλα που μ' έδεσε και η ζωή μου την πορεία του έχει..



Στιγμιότυπο…







Υπέροχα χαράσσονται οι πνοές μέσα στο αλσύλλιο των πεύκων.
Στον ρυθμό τους
Η καθαρότητα μιας σκέψης είναι σχεδόν ορατή, και πίσω
Από τον λοφίσκο με τις φιστικιές, ένας ήλιος που τράπηκε
Σε φυγή, κρατώντας μόνο την ασπίδα του
Και τα σανδάλια.
                                Πετυχαίνω μια πέτρα που φωσφορίζει.
Την κρατάω στα χέρια μου. Θα την χαρίσω στην νύχτα
Κοιτώντας την κατάματα και συνομιλώντας μαζί της
στον ενικό της σελήνης.
                                       Κούρνιασαν τα πουλιά. Ακούω
Το ψιθυριστό τους έρωτα
Που φτάνει ως το αυτί μου που εξασκήθηκε να βρίσκει την κρυφή
Φωνή της γης και της καρδιάς μου..



Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου