...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΡΑΝΟΚΑΤΕΒΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΡΑΝΟΚΑΤΕΒΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Δεκεμβρίου 2015

Μίκραιναν συνέχεια οι μέρες μου και έτσι έμαθα να μεταφράζω ήλιο.


181.

Μίκραιναν συνέχεια οι μέρες μου και έτσι έμαθα να μεταφράζω ήλιο.

Και στις μικρές φλογέρες φύσαγα χρωματιστών λουλουδιών.

Όλα σωστά:
Η Δευτέρα στην θέση της, κυρία επί των τιμών, και η Τρίτη
Σαν μανουάλι με πάνω της αναμμένα πουλιά.

Υπέρ πατρίδος, έλεγα, υπέρ πατρίδος!

Κοιμόμουν λίγο πια, σα να ‘χα αλλοπαρθεί
Κι ήξερα μουσικές που μόνο με ψυχή τις ξέρεις..
Τότε Τετάρτη..

Κολυμπούσα στην θάλασσα και πέρα ο αυλόγυρος
Με τα επάνω του αναρριχώμενα φυτά.

Ζέστα μεγάλη.

Όλα αναπνέουν δύσκολα.

Μόνο ο περιβολάρης είναι ευχαριστημένος που του ξανανθίσαν τα ρόδα.

Παρασκευή!

Δοξάζω που ένα γυναικείο όνομα είναι ικανό να άρει όλη την μελαγχολία.
¨ΕΛΕΝΗ!¨
Στα ρηχά τ’ ουρανού!
Στα βαθιά της ποίησης!

Διαβάζοντας τις γήινες σελίδες…

30 Ιουνίου 2013

Εγώ θέλω να κοιτώ επίμονα τ’ άστρα-




57.

Οι εφημερίδες έχουν μια είδηση από φωτιά·
Έτσι το καλοκαίρι πάντα γίνεται·
Το συνηθίζεις, συνηθίζεις να ζεις χωρίς αντιδράσεις·
Και που εναντιώνεσαι η γη το ίδιο στροβιλίζεται η τρελή.

Στις οθόνες παλεύουν ίδια τα πρόσωπα
Σαν να λένε κάτι με μηδενική σημασία.
Εγώ θέλω να κοιτώ επίμονα τ’ άστρα-

Μ’ ένα φεγγάρι που μου χάρισε η Σαπφώ
Τώρα έχω ολάκερη περιουσία!

Όταν προχωρά η νύχτα έρχονται τ’ άλλα όνειρα
Εκείνα τ’ απραγματοποίητα των ποιητών.

Μου αγγίζεις το χέρι, προχωρούμε μαζί
Μες την ζωή και μέσα στην έμπνευση.

Ο Ιούλιος φρενιάζει· η σάρκα καυτή
Δεν κάνει οικονομία στους παλμούς της!

Μόνο το αίμα βασανίζεται κι υπάρχει
Σαν μέσα στο κλουβί πουλί!

                                                                                   Ιούλιος  2008

Όταν αρχίζουνε τα λόγια να λυγάνε


65.

Όταν αρχίζουνε τα λόγια να λυγάνε
Φωνές πουλιών διώχνουν μακριά την νύχτα

Και ο Ιούλιος που ξεκρεμάει τ’ άρματά του
Για να παλέψει όπως ήξερε παλιά:
Για την μεγάλη ζέστα.

Γυναίκες ερωτεύονται στον κήπο
Δίπλα στα θρασεμένα τριαντάφυλλα

Τα στήθια τους σαν παφλασμός την ώρα που οι αγαπητικοί
Μπαίνουν μες το κορμί τους!

Ένας ήχος από αδέσποτο άνεμο τρώει
Μένος και μοναξιά-

Γαλάζια θάλασσα!

                                                                                   Ιούλιος  2008

22 Φεβρουαρίου 2013

Σε θέλω ακόμα…





64.

Σε θέλω ακόμα…
Όπως περνούν τα χρόνια και οι μέρες άγριες λέαινες
Με κομματιάζουν,
Μπουκώνουν το στόμα μου
Ώριμη θλίψη.

Λείπεις…
Όμως  είσαι εδώ,
Ανάμεσα σε πεσμένα αστέρια, ευχές, κάτι
Σαν προσευχές-
Μεσάνυχτα-
Που όλα αρχίζουνε αλλιώς να σου μιλάνε.

Εδώ αρχίζει ένας έρωτας να γράφεται επάνω σε χαρτιά-

Με ποιήματα και το θλιμμένο μου αίμα..

                                                                                         Ιούλιος  2008



16 Δεκεμβρίου 2012

Σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ παράφορα!



70.

Καίνε στην μέρα:
Λουλούδια υπεροψίες του αρώματος!

Λεβάντα εκμαυλιστική!

Νάρδο αθανασίας που πλανιέται ολόγυρα!

Καθώς μετά   
-την νύχτα-    
Όλα τ’ αγκαλιάζει
Ένα φεγγάρι.

Σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ παράφορα!

Θλιμμένος, μοναχικός!

Σκέψεις κάνω
Να τον μαύρο ουρανό μου χαράζουνε..

                                                                              Ιούλιος  2008



Συνέχεια βαράνε τα τηλέφωνα



63.

Συνέχεια βαράνε τα τηλέφωνα
Κινητά ακίνητα
Στην άκρη του κύματος η επικοινωνία
Κοινωνία επί.

Διά του δύο όμως η ψυχή σου
Ανά, κατά, διά,         
Μετά

Εσύ χορταίνεις μοναξιά-        
Το ίδιο οι άλλοι.

Με τόση καλωδιωμένη υποψία πώς να πας μπροστά;

                                                                                   23.7.2008

28 Ιουνίου 2012

Υποκλίνομαι στον καινούριο θόρυβο με παλιά ψυχή…

19.

Τα πουλιά τίναξαν τα φτερά τους
Ξηλώθηκαν τα υφάσματα της μέρας
Οι ώρες σαν κλωστές κρεμάστηκαν με άδειο ήχο
Φτάνοντας μέσα στο σκληρό απόγευμα.

Αρνήθηκαν οι μνήμες να είναι μνήμες
Απ’ το χαρτί χαθήκανε οι λέξεις
Για κάθε αποτέλεσμα επινοήθηκε και μια αιτία
Για να ‘ναι αυτό το ποίημα ορατό και σίγουρο.

Στις ταράτσες ψηλά με ένα καλυμμαύχι καπνοδόχου
Και ο καπνός παρουσιάζεται σαν προσευχή
Που ουρανό ζητάει κι άστρα.

Υποκλίνομαι στον καινούριο θόρυβο με παλιά ψυχή…

Αν όλες οι μοναξιές βρίσκανε λέξεις για να ειπωθούνε
Οι άνθρωποι  δεν θα είχανε τόσα κενά
Μέσα τους και γύρω.



                                                                                      10.7.2008


22 Μαΐου 2012

Α, ποιητή πως τόξερες ότι θα σφάλλουμε εν τέλει!

60.

Τόσα βιβλία ο κόσμος μου και πουθενά μια πόρτα
Διαφυγής!

Θεέ μου πού είμαι;

«είκοσι χρόνια παίζοντας, αντί χαρτιά βιβλία
Είκοσι χρόνια παίζοντας, έχασα την ζωή…»

Α, ποιητή πως τόξερες ότι θα σφάλλουμε εν τέλει!

Γυρεύοντας το πράσινο στο κόκκινο για τ’ άσπρο
Που μες το μαύρο δεν χωρά γιατί θα γίνουν κίτρινα όλα…

31 Οκτωβρίου 2011

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΝΟΗΜΑ ΑΠΟΓΕΜΑΤΟΣ.


Πώς γίνεται να πάρουν οι λέξεις νόημα απογέματος και ο ήλιος
Κλονίζει τις ευθείες των άνω βουνών!

Ένας γλάρος αυθαιρετεί μες το γαλάζιο όταν
Κι η θάλασσα που λάμπει είναι μία επιφάνεια του κάτω ουρανού
Που γέμει με πλοιάρια των εξερευνητών ανθρώπων.

Στην προκυμαία στραταρίζουν ζευγάρια.
Αποκρύπτοντας τον κόσμο ο ένας για τον άλλον.
(Βλέπεις κι ο έρωτας πυροβολεί τυφλά..)

Εσύ οφείλεις ψυχή για να σου αποκαλυφθεί αυτό το κρυμμένο πετράδι
Της αληθινής σοφίας·
Ρεμβάζεις βαθιά στον ορίζοντα που τρέμει
Με φλογίτσες ολοκόκκινες του ήλιου.

Κι αυτή η μοίρα να κινδυνεύεις ολοένα
Ανάμεσα σε λέξεις που θα σε εκθέσουν
Μοιάζει δουλειά εκ του πονηρού·         αφού στο τέλος
Συντελείται ο φόνος ερήμην σου και όλοι
Εσένανε κατηγορούνε!
Υπηρέτη του ιδεατού φωτός!

Σαν μια τριήρη που ο άνεμος την διώχνει
Προς το ταξίδι αυτό του άλλου ουρανού.
Φυσάει αέρας:
Θωπευτικός και απόκοσμος!
Ζεστός όπως να ταριχεύει για να ζήσει αιώνια
Αυτό το τώρα μεσημέρι!

Με τα λόγια τι θα σώσω να πω;
Που σ’ έναν μύθο με εμπλέκουν ολοένα!
Ο Κένταυρος με μαθαίνει αλήθειες
Που μόνον τους ημίθεους θα ωφελήσουν-
Κάποια φορά.

                                                                                  2.7.2008

30 Οκτωβρίου 2011

ΣΠΟΥΔΗ ΤΟΠΙΟΥ.



Τα λιθάρια που μάζεψαν ήλιο
τώρα σπιθίζουνε μέσα στην ερημιά-
σαν που αποκάτω ερπετά
κρύβουν την δύναμή τους

με τον βαρύ γδούπο της βέβαιης πέτρας κυλούν προς ένα
που παρέδωσε ψυχή
λιόγερμα.

Και τα κατσίκια που σταλίσανε ευτυχισμένα…
Όλο το απόγεμα ακούγονταν τα κουδουνάκια τους·
μες το αυτί του πεύκου και τον νου ενός λιγάκι αδιάφορου θεού!

Φλογέρα ενός αγγέλου!

        Έπεσε εδώ απ’ τα ουράνια που ο άνεμος
         έκανε τις ανδραγαθίες του
         και φάνηκαν τ’ απόκρυφα
ετούτα μοναστήρια που όλα τα σήμαντρα βαράνε!

Τώρα παρουσία του ήλιου που δύει         η ψυχή σκορπισμένη ολόγυρα.
Σαν που θα  κορυφώνεται το καλοκαίρι.
Ένας τσοπάνος των νεφών που μακριά βοσκάνε.
Σκυτάλη της μέρας που θα πάρει η νύχτα.
Στα βαθιά τ’ ουρανού πάνε και πάνε
Αντανακλάσεις ψυχής που γέμει το  άμετρο διάστημα.

Στην ώρα του βραδιού ο ποιητής μ’ ένα ακόνι ευαισθησίας φτιάχνει
Αιθέρα άϋλων μέσα του μαχαιριών!

                                                                                    29.6.2008

15 Αυγούστου 2011

Ως τα ψηλά πεζούλια του αδιαίρετου ανέμου.


175.

Ξύλινα πατώματα που τρίζουν.
Παλιός ανεμόμυλος που ακόμα στέκει.
Εκείνη η μεγάλη σκάλα που οδηγεί στο δώμα και στο χάζι
Ως τα ψηλά πεζούλια του αδιαίρετου ανέμου.

Μια χαρουπιά ζορισμένη απ’ τα χρόνια
Με το βρακί της σφήκας πεταμένο πάνω της.
Η φωλιά του πουλιού που λογαριάζει αλλιώς τον χρόνο
Και τρώγεται ν’ ανοίξει πόρτες μουσικές πριν να φανεί το βράδυ.

Στην αυλή ο καφές πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
Η φιλία που αξίζει όσο όλες οι λέξεις.
Και στο ποτήρι αιώνιο κρύο νερό.

Αληθινά πιο βαθιά κι απ’ τον χρόνο
Μέσα μου έρχονται αυτές οι χρυσοφόρες
Στιγμές-

Υπάρχουν σαν ο ήλιος που φωτίζει
Κι αναδεικνύει γύρω μας το θαύμα!



Φούρνοι. Κρανίδι.

23 Αυγούστου 2010

Η Παναγιά μου πιο θλιμμένη με κοιτά!



190.



Στεγνώνω από κάθε αίμα..



Λιοντάρι με τον βρυχηθμό που ράγισε

Το κρύσταλλο του πρωινού.



Αποπλέω από το ομοιοτέλευτο καλοκαίρι.



Συναγωνίζομαι τον ζέφυρο που κάνει ρίμες στην καρδιά μου!



Στο φως που λίγο λίγο χάνεται

Η Παναγιά μου πιο θλιμμένη με κοιτά!



Αν θα κλάψω ακόμα…

Εξηγείστε μου τι είναι αυτό που λείποντας μας περισσεύει

188.



Εξηγείστε μου τι είναι αυτό που λείποντας μας περισσεύει

Και στο άθροισμα πάλι άπιαστο είναι..



Ένα νόημα ποίησης που ανακαλύπτω κάτω από τα απλωμένα

Πάνω μου κλαδιά

Ενός δέντρου του βουνού-



Και ξέρω τι αλήθεια αξίζει το ένα πλάι στο άλλο

Δύο παιδιά της φύσης..



Και πως η μάνα τους

(μες απ’ τα μάτια μου)

Τα καμαρώνει!

Καλά λοιπόν περιφρονώ τον χρόνο..



187.



Καλά λοιπόν περιφρονώ τον χρόνο..

Ξέρω ότι έτσι κι αλλιώς με πολεμά.

Και θα νικήσει κιόλας!



Όμως εγώ με τις λεξούλες μου τον κατατρώω-

Όπως



Να μυρίζουν λουλούδια,

Σ’ ένα μακρινό κοιμητήριο

Κι οι νεκροί

(αναστατωμένοι)

- άνοιξη! -

Να συγκεντρώνονται μπροστά στην πύλη



Ολόγυμνοι,



Και ύστερα



Πιασμένοι χέρι χέρι να βαδίζουνε προς τα βουνά!

Ξύπνιος ή ονειρεύομαι;















186.



Ξύπνιος ή ονειρεύομαι;



Σαν να με πότισαν με βότανα παράξενα ιθαγενείς

Και είμαι σ’ έναν λήθαργο φωτιές που βγάζει.



Τίποτα λάθος ως εδώ!



Οδηγώ εγώ το άρμα του χρόνου και σαν από παλιά μου έρχονται

Μες το μυαλό τσιτάτα ενός επαναστάτη Αυγούστου.



Ψηλότερα, ανάμεσα στα πεύκα,

ανεβαίνει στο ερημικό εκκλησάκι

ο παράξενος ίσκιος ενός καλόγερου.



Που σίγουρα δεν άγιασε εδώ,

ανάμεσά μας..

Έχω πάρει απ’ όλες τις νύχτες έναν ψίθυρο σαν προσευχή.





184.



Πέφτει μέσα στα χέρια μου κάτι σαν μισοφέγγαρο.



Έχω πάρει απ’ όλες τις νύχτες έναν ψίθυρο σαν προσευχή.



Αναρωτιέμαι τώρα αν μ’ ακούει ο θεός

Κι αν με συνδράμει με εκείνα τα ωραία πουλιά του.



(Χαράματα που τραγουδούν σαν να γεμίζουνε το στήθος

Της μέρας με ανάσα!)



Αποσπώνται απ’ τον ουράνιό τους Παρθενώνα



Κάτι σύννεφα μαγικά-



Από την ζωοφόρο των θυσιασμένων αμνών-



Και πάνε προς την άλλη θυσία τους.





Γυρίζω σπίτι κάθε βράδυ..

Κατάκοπος από το μετερίζι των καημών.



Έχω ελληνικές θαλάσσιες αύρες μες το στήθος.

Φεγγαρίσιες ανταύγειες.



Όταν θ’ αξιωθώ ένα σίγμα τελικό όπως μιας αλφαβήτας που ναυάγησε

Και στον βυθό κρατά ακόμα εκείνη την πνευματική της ευφωνία

Ίσως πω μια λέξη που ν’ αξίζει όλη την ζωή



Κι όλο τον θάνατο ακόμα!

Κρατώ έναν ρυθμό καρδιάς που λείπει.


182.




Με παίδεψαν οι αντωνυμίες, με τυράννησαν.

Έμεινα σ’ ένα απαλό ΕΓΩ που τα περιέχει όλα..

Όπως βαθαίνοντας ο λόγος είναι του ΕΜΕΙΣ τα κάστρα που πατάμε

Με μια φιλοσοφία ήλιου.



Τόσος ο χρόνος που χάθηκε και ξέρω ότι δεν θα μου ξαναδοθεί

Ούτε σαν ήχος πόνου.



Μένω τώρα να κοιτάζω τα ήρεμα νερά

Με μια ψυχολογία του αδικημένου..



Φυσάει και μια σκόνη

Κοκκινωπή σηκώνεται,

Θέλει να τα τυλίξει όλα.



Ό,τι μιλάω είναι από μια γλώσσα που δεν θα μιλιέται πια

Μες τους επόμενους αιώνες.



Κρατώ έναν ρυθμό καρδιάς που λείπει.



(Μην νομίζεις πως αυτό

Είναι το εύκολο που κατορθώνεις πράγμα!)



Έφερα τις νύχτες μου ως την άκρα απόγνωση

Ψάχνοντας φωνήεντα που λυρικά ηχούσαν.



Αν πεις ότι η ψυχή θα ερμηνευτεί ποτέ ολοκληρωτικά

Αλήθεια κάνεις λάθος.



Είναι σαν τέχνη το να την κοιτάς και όλο κι άλλες προσεγγίσεις να ‘χει.



Σίγουρα έχω μέσα μου πολλά φαντάσματα.

Γι αυτό ο εαυτός μου ουρλιάζει!



Η θέση μου είναι να αθετώ τις συμφωνίες της μοίρας.



Αλήθεια:

Ας μου καταλογιστεί βαρύς ο φόρος να υπάρχω!

Στα ρηχά τ’ ουρανού!














181.



Μίκραιναν συνέχεια οι μέρες μου και έτσι έμαθα να μεταφράζω ήλιο.



Και στις μικρές φλογέρες φύσαγα χρωματιστών λουλουδιών.



Όλα σωστά:

Η Δευτέρα στην θέση της, κυρία επί των τιμών, και η Τρίτη

Σαν μανουάλι με πάνω της αναμμένα πουλιά.



Υπέρ πατρίδος, έλεγα, υπέρ πατρίδος!



Κοιμόμουν λίγο πια, σα να ‘χα αλλοπαρθεί

Κι ήξερα μουσικές που μόνο με ψυχή τις ξέρεις..

Τότε Τετάρτη..



Κολυμπούσα στην θάλασσα και πέρα ο αυλόγυρος

Με τα επάνω του αναρριχώμενα φυτά.



Ζέστα μεγάλη.



Όλα αναπνέουν δύσκολα.



Μόνο ο περιβολάρης είναι ευχαριστημένος που του ξανανθίσαν τα ρόδα.



Παρασκευή!



Δοξάζω που ένα γυναικείο όνομα είναι ικανό να άρει όλη την μελαγχολία.

¨ΕΛΕΝΗ!¨

Στα ρηχά τ’ ουρανού!

Στα βαθιά της ποίησης!



Διαβάζοντας τις γήινες σελίδες…

Ο ήλιος είναι βασιλιάς! και ο ξανθός πουνέντες!





180.



Πέτρινο αέρα κατοικώ, πέτρινο σκάφανδρο φοράω

Και κατεβαίνω στον βυθό του Ζέφυρου.



Εκεί που ένα είδωλο της μέρας

Έχει ωραία κοράλλια αφιερωμένα σε παλιούς θεούς.



Και όταν αναφαίνει από την θάλασσα μια Αφροδίτη

Κοιτάζω ολόγυρα μέσα στους άνω ουρανούς.



Ο ήλιος είναι βασιλιάς! και ο ξανθός πουνέντες!

22 Αυγούστου 2010

Το χέρι μου φορτίζει το νερό.






179.



Το χέρι μου φορτίζει το νερό.

Καθαγιάζει τα πολλά του δώρα.



Εκείνο σιωπηλό

Τρέχει για να κρυφτεί μέσα στα έγκατα της γης.



Εγώ που νιώθω τώρα πως είναι ανόητο να περιμένεις

Μια επιστροφή αποδημητικών πουλιών

Στα χέρια μου κρατάω ένα κομπολόι ανέμων.



Κάθε του χάντρα φύσημα.



Έτσι που μες τον κήπο μου μαδούν τα τριαντάφυλλα

Και ψάχνουν πάλι το χαρούμενο νερό.

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου