https://issuu.com/stra.../docs/__________________________...

https://issuu.com/stra.../docs/__________________________...

Κάτι
συγκρατεί το τοπίο ανάμεσα σε ανθισμένες ματαιότητες
Στην
καρδιά μου
Ένα
αεράκι που παίζει με τις λεμονιές
Συρράπτει
τις επώδυνες εικόνες
Του
όρθρου
Ακούγονται
βελάσματα
Και
ένα ξίφος που θα αποδώσει την Δικαιοσύνη του
Γράφει
την Ιστορία αλλιώς
Πλησιάζω
Ο
ύπνος έφυγε, ξύπνησα ανάμεσα σε ακαθόριστες εικόνες
Ίσως
η Ποίηση να σκηνοθέτησε εδώ, ίσως η Ποίηση
Γλύκανε
πάντως ο καιρός, η Ελλάδα
Προφυλακίστηκε
σε εικασίες
Όση
επιστήμη υποταγής έσπειρες τόση θα λάβεις
Ξημερώνει
Μια
γάτα γρατζουνά τον παράδεισο
Αποθηριώθηκαν
οι κοινωνίες που ξέρεις
Τελεσίδικα
όλα είναι μια Αστραπή που τρέχει κατά το έρεβος
Οι
ταξιαρχίες των πουλιών σε λίγο θα κινήσουν για νίκη
Εσύ
παρακολούθα βουβός
Τι
σου χρειάζονται οι ομιλίες
Αμίλητος
θα δεις και όσα γεγονότα καταγράψεις θα είναι το Ποίημα!
Μόνον
αυτό!
5.2.2021
Ευάλωτος οίκος σαν ευάλωτη
πόλη σαν ευάλωτη ψυχή,
Τις νύχτες ξερνάει
δημοκρατία και τις μέρες απλά ονειρεύεται ενώ
Κουρδίζει τον κόσμο να
λαλεί φοβισμένος-
Πλούτος για να φανεί και
πλούτος για να είναι πλούτος,
Η φτώχεια όμως είναι
παντού και δεν συμμαζεύεται,
Απόψε τον λαμπρύνει το
ασήμαντο φεγγάρι,
Απόψε σπέρνει τις ιδέες
του πλατιά
Και ένα μήνυμα τσαλακωμένο
πέφτει μες τον ύπνο όλου του κόσμου
Από ελευθερία ζαλισμένη
που σκλαβώθηκε!
Οι κόσμοι μου ονειρεύονται…
Κελί αυστηρό ο νους μου
αναζητά στα λεξιλόγια την αγάπη.
Συντυχαίνω βουρλισμένα
φεγγάρια και ύπνος ποτέ δεν με παίρνει.
Αγγίζω την σκόνη των άστρων
Και πλάθω με πηλό
υπερκόσμιο.
Κλαδεύω τις σκέψεις μου και
ξαναβλασταίνουν
Ανάμεσα στα πετρώματα μου
χαμογελά ο οψιδιανός
Ένα σκοτεινό πορφύρισμα και
η κάθε νύχτα λιποθυμά και με θέλει
Συνοδοιπόρο της.
Καθώς πηγαίνω απαρηγόρητος
προς τις φωταψίες τις ένδοξες, αφήνοντας πίσω μου τον θαυμασμό μιας αυγής, ο
κρατήρας των αινιγμάτων ανοίγεται και η φλόγα πηδά στον αέρα
αιθέρια!
Περιμένω την χαρμόσυνη αγγελία
και όταν τα πράγματα φυράνουν πάλι θα είμαι πλούσιος αγγίζοντας
το στήθος σου, Κόρη του
ήλιου, γλαυκή πεταλούδα της σκέψης μου, ιέρεια, πανέμνοστη κυρά!
Σουλουπωμένα νέφη που τρεμίζουν
στον ουρανό
Γκρεμίζονται σε πανάρχαια χάη
και αφήνουν
τον ήλιο εκτεθειμένο
να βελάζει ορθόδοξα.
Μ’ ένα ντουφέκι
παρακμασμένο
Ζητά ο κρότος να επιβληθεί
στο τοπίο και
σαν φοβερός ημίθεος κλονίζει
του μεσημεριού την αντήχηση.
Μελαγχολικός
ο ποιητής ζωγραφίζει την αγωνία του στο στέρνο της πατρίδος·
Είναι ο άλλος εαυτός όλων μας!
Που θα τον καταλάβετε μπα!
Στο χοϊκό μου μαρτύριο σφήγκες είναι οι λέξεις και πρήζουν την σάρκα του φωτός·