...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΔΙΚΩΝ ΛΕΞΩΝ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΔΙΚΩΝ ΛΕΞΩΝ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Μαΐου 2021

ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΔΙΚΩΝ ΛΕΞΩΝ..,


23.
Η συνταγή είναι το μέλι και το γάλα…
Όμως σε ρου ποταμού…
Όπως στο κοράνι η αμοιβή του καλού μουσουλμάνου..
Μια μικρή κοπέλα έφτυσε κ’ έβγαλε αίμα:
φθίση·
πού ‘ναι το μέλι και πού ‘ναι το γάλα;
Ξεδιάντροπες πόρνες του Μεταξουργείου
ανοίγουν τις πόρτες των μπορντέλων-
σιχαίνεται ο θεοφοβούμενος,
φτύνει μέσα στον κόρφο του·
υπάρχει θεός;
Πνιχτικό βραδάκι, γύρω στις δέκα και μισή,
ντυμένος
με ρούχα στρατιωτικά,
κορδωμένος
όπως θα πρέπει-
περιμένω την αμαξοστοιχία Θεσσαλονίκης.
«Αδερφέ μου, άμα έχεις το χρήμα
κάνεις ότι θέλεις, να πούμε»…
Αυτό το κατάλαβα πολλές φορές..
Πού ‘ναι το μέλι και πού ‘ναι το γάλα;
Ο καλός μουσουλμάνος ξύνει το κεφάλι,
ξύνει τα λερά του αχαμνά
που ψείριασαν και σηκώνεται μια αναγούλα
στον λαιμό του Γενάρη που με φιλοξενεί..
Περπατάω μέσα στην χειμωνιάτικη μέρα.
Οι πατούσες του αέρα που τρέχει πάνω στο λιθόστρωτο
ως το τέλος του·
μετά βγαίνει στην άσφαλτο:
Είναι μια εκκλησία κι ένα τζαμί.
Μια μέρα άκουσα έναν χότζα νέας έκδοσης
ν’ ανεβαίνει και να καλεί σε προσευχή.
Χαμήλωσα αργά το κεφάλι,
γονάτισα:
«Διάολε, πότε θα μ’ αφήσεις ήσυχο;
Έχω πληρώσει
όλους τους φόρους στα πουταναριά, στα αιμοβόρα
τελωνεία σου…
Μήπως
θέλει αλήθεια ο καιρός να καυγαδίσουμε;»…
13.2.1982
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

17 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ…




Οι μέρες είναι λόγχες, λόγχες, λόγχες
στα παλιά λατομεία τα απέναντι
και είναι ένα κανιβαλώδικο πρωί.
Πυρετική Αυλίδα..
Ουρανοκατέβατος ήλιος..
Η σκιά είναι το είδωλό μου πάνω
στην γριά πλάτη της γης.
Ονειρεύομαι..
Πόλεις βαριές που τις πνίγει
ο λόξυγκας του χρυσού.
Ο εμετός τους έχει ραδιενεργό ταχύτητα..
Δεν θέλω..
Δεν θέλω..
Να ζούσαμε σ’ ένα χωριό, μες τα αιώνια δέντρα,
σε καμαρούλα μια σταλιά.
Πάνω απ’ το κεφάλι μας να αιωρούνται
ποιήματα φωτιστικά..
Ωστόσο οι Βάκχες έχουν διαμελίσει το κορμί μου.
Μια μέρα ένας βοσκός έφερε αυτό το χέρι
που πλέκει στιχάκια.
Το βρήκε σε μια βαθιά ρεματιά·
φώναζε όπως τα βατράχια..
Κυνηγητό με τον εαυτό μας..
Αυτοδιορίζομαι σημαιοφόρος
στις τάξεις των αμάχων σπουργιτιών!
2.3.1982


ΖΕΦΥΡΟΥ 37, ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ 10. ΗΡΑΚΛΕΙΟ.


Είναι σκοπός να συμμερίζεσαι το δύσκολο έργο των αγγέλων.
Ανθούν πολύ μυρωδικά οι πνοές τους.
Η δεσποινίς κάνει περίπατο μέσα στο κήπο
όλο τριανταφυλλιές πολυόμματες και ένα ρείθρο
που κυλάει ένα χαρούμενο νερό..
Η δεσποινίς συμπαθεί τα ερωτότροπα άνθη:
εκείνα που σκύβουν το κεφαλάκι τους
σα να φιλιούνται..
Ηδονές!
Ο κόρφος της είναι ένα υπέροχο θέρετρο·
είν’ ένα σπίτι ερημικό
που πέρασα πολλές νύχτες ευφωνικές μέσα του δειπνώντας
ποιήματα.
Κάποτε αγγίζει το εμβρόντητο φωνήεν της παρθενιάς της,
σε μια κίνηση διορθώνοντας το ρούχο της..
Τσιρίζει η πλάση!
Ωραία ως εδώ!
Ζωγραφική!
Μεσημέρι..
Θα καθίσει ο ήλιος πάνω στα μαλλιά της..
Πάντως πρόλαβε ο Ζέφυρος.
Τον κατοίκησα στα τριάντα εφτά του-
Εκείνη μένει στην θεά του Έρωτα-
αριθμός δέκα..
Στεγνό τοπίο λιόχαρο·
ομιλητικό είναι το πεύκο-
λιγοστό σαν καημός
στα στήθη μου όταν έχω κέφια.
Ωστόσο ο αιώνας μου δυσωδία,
αποσυνθεμένο πτώμα.
Οι ιστορικοί απορούν
σε κάθε αράδα της ιστορίας που γράφοντας
χρειάζεται τόση απολύμανση
για ν’ αντέξουν..
Κονσέρτο για δυο άτσαλους πυγμάχους!
3.3.1982

8 Ιανουαρίου 2016

ΥΠΑΡΧΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..





Υπάρχω μέσα στην επαλξωτή οχύρωση των ματιών σου
όταν αυτά κυνηγάνε έναν άνεμο δημητριακό,
σπέρνοντας τα χέρια μου
στο κορμί σου
που διψάει χάδια..

Το στενό δρομάκι του πόθου διευρύνεται.

Μπορώ να σε κομματιάσω με τα σπαθιά της επιθυμίας μου, να σε φάω
για να υπάρχεις μέσα μου
σαν ψυχή υλική..

Τις άλλες μέρες και νύχτες
είναι πότε ο ήλιος και πότε η σελήνη·

εσύ κοιμάσαι στα σπλάχνα μου·      
κ’ εγώ
σου προσφέρω ένα απαλό νανούρισμα υπεραιμίας!

Ζούμπερι 21.10.1983

3 Ιανουαρίου 2016

ΦΑΝΤΑΡΟΣ Ο ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ..



Δεν ξέρω τι ν’ αποκριθώ..
Όνομα από θρυμματισμένα φωνήεντα είναι το απόγεμα·
βλέπω το κιτρινωπό νερό της βροχής
που κυλάει ήρεμο και αποπέρα βρίσκει
την επιθυμία της διψασμένης γης. 
Φλεβάρης!

Ο ουρανός κατρακυλάει στην τσουλήθρα του ορίζοντα!
Τρεμουλιαστό,
Ηχηρό,
θρηνητικό είναι το βουνό·
τα παγωμένα πόδια του ζεσταίνονται λιγάκι
μες το φαρδύ παπούτσι της πεδιάδας!

Φανερώνεται όλο το μήκος της μοναξιάς
με συλλαβές όπως    «ώχ, δεν μπορώ πια!»  την ώρα που γέρνει
η μικρή βοσκοπούλα, η φίλη μου..

Τριγύριζε όλη την μέρα μες το κρύο.
Ξαπλώνει στο στρώμα της,     «αχ, θεέ μου!..»

Είμαι ο εν Αυλίδι υπηρετών·
πώποτε μην μετανοήσας·
που πονάει το αίμα μου από ποίηση·
που στοχάζομαι λευκά μέσα στα μαύρα·
προετοίμασα τον εαυτό μου για ένα κομφούζιο αναπόφευκτο·
να ‘μαι!
Είμ’ εδώ!
Ποιός δεν φοβάται
ν’ αντικρύσει τα μάτια μου;

Με απόπειρες λιποταξίας,  απειράριθμες
φαντασιώσεις, ο Θανάσης
φίλος μου καλός, μετά Χριστό, και προ διαβόλου
μια μέρα μου ‘πε:              
«Σιχαίνομαι να ‘μια  μιας χρήσης…»

Θανάση, όχι!
Δεν είμαστε μιας χρήσης!
Δεν είμαστε μιας χρήσης!


…Και λοιπόν, όπως έλεγα
η πίκρα μου ανέβαινε στο λαρύγγι..
Γύρω μου ήταν ένα τοπίο αδυσώπητης νύχτας.
Παροξυσμός του χειμώνα,
Βοριάς,
Ανεμόβροχο..
-«Έϊ, ποιός είν’ εκεί;»
-«Βρικόλακας·  κι εσύ τις εί;»
-«Σκοπός πανάθεμά με· χέστα..»

Η ιστορία μου που ασχήμυνε, την καταδίκασα και γράφω άλλη..

Βουρ, για να κάνουμε έρωτα αυτοπυρπολημένοι!

                                                                                       28.2.1982



8 Ιουνίου 2015

ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΔΙΚΩΝ ΛΕΞΩΝ..,




23.

Η συνταγή είναι το μέλι και το γάλα…
Όμως σε ρου ποταμού…
Όπως στο κοράνι η αμοιβή του καλού μουσουλμάνου..
Μια μικρή κοπέλα έφτυσε κ’ έβγαλε αίμα:
φθίση·
πού ‘ναι το μέλι και πού ‘ναι το γάλα;

Ξεδιάντροπες πόρνες του Μεταξουργείου
ανοίγουν τις πόρτες των μπορντέλων-
σιχαίνεται ο θεοφοβούμενος,
φτύνει μέσα στον κόρφο του·
υπάρχει θεός;

Πνιχτικό βραδάκι, γύρω στις δέκα και μισή,
ντυμένος
με ρούχα στρατιωτικά,
κορδωμένος
όπως θα πρέπει-
περιμένω την αμαξοστοιχία Θεσσαλονίκης.

«Αδερφέ μου, άμα έχεις το χρήμα
κάνεις ότι θέλεις, να πούμε»…

Αυτό το κατάλαβα πολλές φορές..
Πού ‘ναι το μέλι και πού ‘ναι το γάλα;

Ο καλός μουσουλμάνος ξύνει το κεφάλι,
ξύνει τα λερά του αχαμνά
που ψείριασαν και σηκώνεται μια αναγούλα
στον λαιμό του Γενάρη που με φιλοξενεί..

Περπατάω  μέσα στην χειμωνιάτικη μέρα.

Οι πατούσες του αέρα που τρέχει πάνω στο λιθόστρωτο
ως το τέλος του·    
μετά βγαίνει στην άσφαλτο:

Είναι μια εκκλησία κι ένα τζαμί.
Μια μέρα άκουσα έναν χότζα νέας έκδοσης
ν’ ανεβαίνει και να καλεί σε προσευχή.
Χαμήλωσα αργά το κεφάλι,
γονάτισα:
«Διάολε, πότε θα μ’ αφήσεις ήσυχο;
Έχω πληρώσει
όλους τους φόρους στα πουταναριά, στα αιμοβόρα
τελωνεία σου…

Μήπως
θέλει αλήθεια ο καιρός να καυγαδίσουμε;»…
                                                                               13.2.1982








7 Ιουνίου 2015

ΥΠΑΡΧΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..




Υπάρχω μέσα στην επαλξωτή οχύρωση των ματιών σου
όταν αυτά κυνηγάνε έναν άνεμο δημητριακό,
σπέρνοντας τα χέρια μου
στο κορμί σου
που διψάει χάδια..

Το στενό δρομάκι του πόθου διευρύνεται.

Μπορώ να σε κομματιάσω με τα σπαθιά της επιθυμίας μου, να σε φάω
για να υπάρχεις μέσα μου
σαν ψυχή υλική..

Τις άλλες μέρες και νύχτες
είναι πότε ο ήλιος και πότε η σελήνη·

εσύ κοιμάσαι στα σπλάχνα μου·      
κ’ εγώ
σου προσφέρω ένα απαλό νανούρισμα υπεραιμίας!

Ζούμπερι 21.10.1983

5 Μαρτίου 2015

ΑΝΤΙΠΥΡΙΚΗ ΣΤΟΛΗ..




Το αραχνιασμένο τούτο κελί που ο μονήρης μου βίος κρέμεται
μες την μεταλλική λάμψη αντιπυρικών στολών στο ντουβάρι.

Που σίγουρα κοροϊδεύει αυτή την απληστία μου να κερδίζω
πάντα τόσο μελάνι γραφής
στα τετράδια.

Καθώς
ο ουρανός είναι συννεφιασμένος·
κάνει κρύο·
είμαι οικοδόμος·
απολύομαι σε λίγες μέρες·
τις φαντάζομαι επιγραμματικά να λένε «ζει».


Ε λοιπόν υπάρχουν αντιστασιακές μονάδες στο αίμα μου·
κόκκινα αιμοσφαίρια που έχουν ανταρτέψει·
το κύτταρό μου συντελεί
στην αθωότητα.

Μπορώ να δω όμως γύρω μου
την βαριά ψυχολογία του πονεμένου ανθρώπου!

                                                                     27.10.1983   Ζούμπερι

ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ..






Σωσμένος από κώδωνες κινδύνου.
   Παραλίγο η θανάτωση της ελπίδας μου.
     Οι αφροί των αλόγων της νύχτας
        που κάλπασε ώρες αμέτρητες  και
           σταμάτησε πάνω στην πλάτη μου..            
              Φοβάμαι…

             Ο δαίμονας της Ευρώπης μ’ έχει τρομάξει
                για καλά·            
                   η ιστορία έπαψε να ‘ναι  γενναία-
                      Άναντρη
                        Άναντρη
                           Άναντρη…

                        Είναι ξεκάθαρο: για την σταύρωση
                     χρειάζονται τα καρφιά
                   ο σταυρός
                κι ο λαός που θα υποφέρει.
             Στον ύπνο μου μία Μαγδαληνή..

-Δεν θέλω κολόνια, δεσποινίς·        ένα ποτήρι νερό, παρακαλώ!
 -Μα κύριε… Έχουν όπλα πυρηνικά. Τι μπορεί να πετύχεις σβήνοντας μια δίψα;

Όλα μοιάζουν θέαμα πικρής καρδιάς.
   Καγχάζει ο ουρανός
     όλο ταμπούρλα άστρων.
       Όλα είναι φάρσα,
         λίγοι την καταλαβαίνουν,
           γελάνε.
            Το πρωί ξυπνώ,
            - Φλεβάρης μπαίνοντας ένας κουτσοπόδαρος Μάρτης-
                γεμάτος εξανθήματα..

     Είναι πεύκα..
       Κάποιος ξαποσταίνει δίπλα στο ήσυχο ποτάμι..

         Δεν με σκεπάζει η θρησκεία·
           έπαψα να ‘χω ευαγγέλια..
             Υπάρχει ένας στεγνός λόγος
               σαν το πλυμένο βρακί μου·
                 το στέγνωσε ο αέρας..
                   Πιστεύω απόλυτα σ’ αυτό:
                     καθένας έχει το δίκιο του!

Ερμηνεύστε με λοιπόν…
Ποιός ξέρει ότι το δίκιο
είναι μια λακκούβα του δρόμου;
Ανύποπτος πέφτεις μέσα…          Ώ κορίτσια!
Μόνο για έρωτα και για κραιπάλη-
σήμερα είναι η μέρα σας!

          Θα φορέσετε εσώρουχα καθαρά
              να σας ερωτευτούν τα σαρκοφάγα αγόρια..

                   Είμαι σ’ ένα συμπόσιο βρικολάκων..
                    Φοβηθείτε·
                      πέστε μπρούμυτα μες τον τρόμο σας·
                        πυροβολώ..
                       Η πολιτεία, λυσσασμένο, τσιμεντένιο σκυλί
                    πολεμά να κρύψει την αρρώστια τα βράδια·
                  με φωταγωγίες
               ζεϊμπέκικα στα καπηλειά·
             ο θρήσκος κουκουλωμένος την κουβέρτα του
          βρίσκει τον τέταρτο ύπνο..      
       Εγώ
     φυλάω σκοπός,       Ώ θεέ!
  Αγρίεψα απ’ την πολλή αηδία,
-συνέχεια νευριασμένος!-

Αλήθεια:
ποιός θα είμαι την μέρα του θανάτου μου;
                                                                                1.3.1982

μέσα σε μια χαρά διθυράμβου!




7.

Αν είμαι ολόκληρος μες τον βυθό της τραγωδίας, νικημένος
      από το ίδιο μου βάθος, το ύψος
         της ψυχής μου ονειρεύομαι·

                μέσα σε μια χαρά διθυράμβου!

                                                           Ηράκλειο  1980

Φώναξε μήπως και σ’ ακούσει ο άγγελος..



16.

Φώναξε μήπως και σ’ ακούσει ο άγγελος..
Κι όμως ο άγγελος δεν άκουγε, το ήξερες·
είχε μια πολύ αθώα καρδιά μα μόνο
για τους αθώους και τους ταπεινούς.

Εσύ
κιόλας είχες γευτεί της αμαρτίας την θέρμη·
περίμενες την παιδωμή..

Ξύπνησες την αυγή κι όπως συνήθιζες
αντιστάθηκες στο χαμόγελο
που θέλησες σαν κοίταξες από της κάμαράς σου το παράθυρο έξω
τα πουλιά να πετούν μέσα στην παγωμένη ανατολή πιασμένα
από ‘να σκοινάκι ελπίδας..

Κατέβηκες αργά τα βαριά σκαλοπάτια
να φύγεις για το δάσος απέναντι
που σε γύμνασε τόσον καιρό στην μοναξιά..

Φώναξε μήπως και σ’ ακούσει ο άγγελος..

Η κοπέλα που σε καλημέρισε ήτανε
μάλλινο σκουφάκι και χεράκια μικρά
βολεμένα μέσα σε δυο γαντάκια που έκαναν νάζια.
Τα ματάκια της λάμπανε·
λάμπανε καθαρά, νεροσταγόνες!


«Καλημέρα!»  απάντησες και ανέβηκε
τόσο πίκρας φαρμάκι στα χείλη σου που
τα χρόνια σου ένιωσες που φύγανε, έτσι, αδιάφορα
και σου ‘φτασε να κλάψεις!

Επιτέλους!

                                                                   Γενάρης 1981

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου