...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κράτη των στοχασμών…. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κράτη των στοχασμών…. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Μαρτίου 2014

Σαρανταποδαρούσα..





Άντε τώρα με σαράντα πόδια να πας
Να σταθείς μες το άπειρο.
Εδώ με μια ψυχή κι αυτό, αφόρητα ταλαιπωρείσαι.
Είναι που αλλού τραβά η επιθυμία μας κι αλλού η ζωή μας πάει.
Τώρα φοράς το σκάφανδρο αλλά δεν θα σε κάνει άτρωτο ο βυθός.
Θα μηρυκάζεις ιδέες κάτι τέρμινα προ του θανάτου.
Ευτυχώς σε θέλουν τα λόγια και σ’ αυτά με καρδιά ζεστή καταφεύγεις
Δίπους και ευτυχώς! Τι να τα κάνεις τα σαράντα πόδια και την μία και μοναδική φαντασία;..






Η γιαγιά…



Είναι βαριά, μου έλεγε η γιαγιά μου, η καλογερική κι η προσευχή·
κοίτα που πάλι το θυμήθηκα· τώρα
που ένα νέφος θλίψης ζώνει την πόλη και των χρωμάτων που ξέρω ξεθώριασαν οι λάμψεις- εκεί
που άνθρωπος είμαι και πονώ και στην μελαγχολία σκέψεις αντιπαραβάλω
λυρικές.
Να είσαι απλός, μου έλεγε· τα λόγια της
ακόμα ηχούν μες το μυαλό μου και ας έρχονται
από την παιδική μου ηλικία, ευρυγώνιος μέγας φακός.
Πολλές νύχτες κοιτώ τον ουρανό και χάνω
προσανατολισμούς και βεβαιότητες· ένα
θυμίαμα που ανεβαίνει απ’ την οθόνη κι όμως, προς τον ουρανό, αφήνει
την μορφή της να στρώνει της θαλάσσης την τρικυμία με το δεξί
χέρι της προτεταμένο, όπως για να ηρεμήσουν τα ποτάμια που εκβάλλουν
στον ωκεανό της βαθιάς νύχτας του Δεκεμβρίου που ένα ελπίδας φως πλημμυρίζει
το αποταμιευμένο Αγαθό της ψυχής..




Κράτη των στοχασμών…



Α Μύηση στο Ιερό, προσήλωση στην προθύλη
Που διαμορφώνει το Άπαν του σύμπαντος!
Η Ελλάδα μου έρχεται διαμέσου αιώνων
Και δεν σιγά του πνεύματος η λαλιά της.
Ο ήλιος που ήξερα είναι ο προαιώνιος ήλιος
Κι είναι εκείνος που αγάπησε κι ο Ποιητής
στην απέναντι όχθη
Και ας μην μπόραγε να δει και να λατρέψει
μια ηλιαχτίδα.
Οι μέρες με μαλαματώνουνε, κάθε λέξη
Αποκτά ένα βάρος
Και όλα όλων μια ιστορία γίνονται
Μυθικά επική.
Γωνιά μου πατρίδα μου, οικουμένη ειμαρμένη-
Ένα κοπάδι ελιές λακίζει για τα σύννεφα, μια αιολική ημέρα
Λάμπει μπροστά στα μάτια μου, ο Διόνυσος
σε μένα ζει. Που είναι ο βωμός που επάνω του
κάθε θυσία παίρνει νόημα κι εξευμενίζει τους θεούς;
Όταν πέσει η νύχτα, τα πουλιά θα σωπάσουν και η νέα σελήνη
Θα γράψει αέρινες φιγούρες στου ουρανού τα κάστρα και μες την καρδιά
θυμόσοφου ανέμου.





31 Ιανουαρίου 2014

Αυτά που πρεσβεύει η εποχή είναι απογοητεύσεις.










Κάθε μέγεθος που ταΐζει την απουσία είναι πλοκάμι της νύχτας.
Έρεβος κρατεί το σιγόντο στο κοιμητήριο που βυθίζει στον μακάριο ύπνο το κορμί των θανόντων.
Περνούνε βιαστικά τα αυτοκίνητα.
Τα φλας τους θρυμματίζουν την κρυστάλλινη ομίχλη και ρέουν προς της πόλης τον κορεσμένο χαμό.
Αυτά που πρεσβεύει η εποχή είναι απογοητεύσεις.
Ένα φεγγάρι απεμπολεί την σοφία και κρεμά το πανωφόρι του πάνω στο δρύινο μπαστούνι τ’ ουρανού.
Η ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα το κρύο είναι δίκοπο και η ζωή είναι μελαγχολική και παραπαίει
Πίσω από τις μάντρες των εργοστασίων.
Ο άνεργος ακουμπά ψηλαφίζει τους εφιάλτες του.
Οι κυβερνήσεις αμαύρωσαν την ηθική των αστέγων.
Ο επαίτης καθεύδει κουρασμένα.
Το επιχείρημα που θα βρεις εναντίον της βαλτωμένης κατάστασης άστο να βελάξει αλλά με επιθυμίες και λόγια κανείς πραγματικά δεν αθωώνεται.


2.1.2014

Για να κλείσω τους λογαριασμούς μου με το παρελθόν








Για να κλείσω τους λογαριασμούς μου με το παρελθόν,
την νύχτα ακόνισα σαν λόγχη
άπονη. Ντύθηκα κεραυνό και ήρθα
στων αμπελιών επάνω τον λυρικό ψίθυρο.
Το μεσημέρι χτυπούσε γλυκά τις φτερούγες του
πα’ στην καρδιά μου.
Ένας αχός από φωνήεντα των σπουργιτιών
κράδαινε το σπαθί των ποιητών και η Ιλιάδα
που γράφονταν είχε εΰπλόκαμες Βρισηίδες.
Πέφταν τα τείχη· αύξαινε σε ένταση η πολιορκία.
Ένα ελληνικό πλοιάριο αρμένιζε μες τα νερά της Προποντίδας.
Ο χρόνος μάζευε, για ν’ αποδώσει, ενέργεια..

16 Ιανουαρίου 2014

ίσως ο πιο αθώος δοσίλογος





Σκέφτομαι τις λέξεις σαν ένα μυστικό που πρέπει να σας καταμαρτυρήσω-
ίσως ο πιο αθώος δοσίλογος
που στολίστηκε πέρλες των λέξεων και σχημάτισε
όνειρα από οικουμενική φαντασία.
Να που ο έρωτας για τα πράγματα στιλβώνει την πραγματικότητα –
χλεύη έχουν οι αμαθείς για το υπερβατικό κουδουνάκι
που προειδοποιεί ότι ανοίγουνε, για να φανεί ο άγγελος,
οι ιδεατοί ουρανοί.
Ευτυχής είμαι:
Η τάξη που θέλω,
μου δίνει στίγμα μες τους καιρούς
και ποιήματα..


Όλες οι μέρες ενισχύουν την σιωπή μιας φιλοσοφίας που θα ξημερώσει








Το βράδυ ένας πνιγηρός καπνός σκεπάζει την πόλη.
Καταφεύγουμε στην ψυχή μας και εκείνη μπάζει από παντού
Άγχος και θλίψη.
Οι σπινθήρες των αστεριών κρύβονται κάτω από τα νοτισμένα ρούχα της βροχής.
Οι οικογενειακές συναντήσεις αφήνουν το στίγμα τους μπροστά στους φωτογραφικούς φακούς και τις οθόνες των τηλεοράσεων.
Οι σχέσεις ζητούν την νέα αρχιτεκτονική τους-
Οι προσγειωμένες κουβέντες ζητούν την απαρχή του νου που κουράστηκε
Να βολοδέρνει μες τις ματαιοδοξίες.
Επειδή ο άνθρωπος ρέει σαν ενός ποταμού το κύλισμα
Που στοχεύει σε μια μακρινή απέραντη θάλασσα.
Όλες οι μέρες ενισχύουν την σιωπή μιας φιλοσοφίας που θα ξημερώσει
Διαλέγοντας καινούριους πιο υποφερτούς προορισμούς.
Ακολουθώ το ρεύμα που ζητά τον βορά της πυξίδας.
Προσβλέποντας σε εξαπτέρυγα που διαλαλούν την Χάρη του Θεού.

Ακούω προσεκτικά:






Πιο βαριά, μες τον αέρα και που ξημερώνει τώρα,
η βροχή
χτυπά ρυθμικά στα πλακάκια.
Η ώρα μυρίζει συγχώρεση.
Παλλακίδες οι στάλες χαϊδεύουν
τα ακούραστα δέντρα
που διεγερμένα θάλλουν
μες την στιγμή
και μέσα στην αιωνιότητα.
Το βιβλίο στα χέρια μου βάρυνε.
Το πορτατίφ γλυκαίνει
την ατμόσφαιρα και το σκοτάδι.
Με μια κουβέρτα στα πόδια μου, εκεί
στον καναπέ, οι στίχοι μου χαρίζουν
το μέλι τους.
Υλικές συμπόνιες καθαγιάζουν της ύλης το ανεπίδοτο φαρμάκι.
Ακούω προσεκτικά: ούτε η αυγή
ούτε η μέρα θα με αναγκάσουνε σε κάτι να παραδοθώ.
Ακόμα και στο σκηνικό ενός θανάτου
θα ήθελα αιφνιδιαστικά να πρωτοτυπήσω..

15 Ιανουαρίου 2014

Η ζωή είναι καλή και με δασκαλεύει.







Όσο να πεις κάτι σώνεται από το φως των αιθέρων
από τις σκελεθρωμένες καλαμιές που τρυπούν το ποτάμι
σαν γεωτρύπανα που μοιάζουν με τεράστιες φλογέρες
κάτι σώνεται από την αντωνυμία από την σιωπή
από την μοναξιά απ' τον πόνο.
Εκείνος που ξέρει να συλλαβίζει,
κλαίει με το κεφάλι στα χέρια του
καπνίζοντας και άγρυπνος μέσα στην νύχτα.
Το πρωί, το κάθε πρωί, τα πουλιά δεν αφήνουνε τίποτα ασχολίαστο και δικάζουν
σαν οι μικροί μαέστροι της ερημιάς και της σεπτής πικροδάφνης.
Ο ήλιος ανατέλλει και ζεσταίνει την σάρκα και τα κόκαλα των πλασμάτων-
Ήξεραν κάτι που τον έλεγαν θεό- αφήνει τα πάντα να ξεδιπλώσουν την χάρη τους
ως το βασίλεμα- ιερά και καλά εγνωσμένα.
Το λεφούσι των εντόμων ζητά μια πατρίδα.
Οι ώρες ζωγραφίζουν ασταμάτητα
την ευδία του καθαρού ουρανού.
Οι ανάσες με φτάνουν
να τρέξω μέσα στα λιβάδια της ουτοπίας που έχω.
Μετά λαχανιάζω, κάθομαι να ξαποστάσω κάτω από τον ίσκιο της ελιάς
που με χρήζει επαίτη μέγα του σύμπαντος.
Οι καρένες των ανθών παφλάζουν με του αρώματος τον αφρό στα ρουθούνια μου.
Η ζωή είναι καλή και με δασκαλεύει.
Ψεύδομαι όσο μπορώ. Είμαι ανθρώπινος, πολύ ανθρώπινος,
σαν η τροπή προς τον αφανισμό ενός φιλοσόφου..


1.1.2014

Είμαι ευτυχισμένος σαν το λυρικό νερό-







Καλπασμός κάτω από τον ουρανό-
Σαν να ‘χω ντυθεί ένα σύννεφο-
Όλο το βράδυ κοιμήθηκα καταγής-
Τα ξερόχορτα μεγάλωσαν την λαχτάρα μου-
Αναρριχήθηκε πάνω μου η ποίηση
χοϊκών εμπνεύσεων.


Κάπου πέρα, παίζουν λαούτα –
Όλα καλούν στον χορό-
Η λύρα πλευρίζει την πρωτεύουσα ευθυμία-
ο πεντοζάλης αυξάνει.


Δύναμαι ένα φως που αναβλύζει από μέσα μου·
με ξεπερνά-
Είμαι ευτυχισμένος σαν το λυρικό νερό-
Η μαθητεία μου στον κόσμο απέδωσε-
Είμαι έτοιμος να δεχτώ την μεγάλη σιωπή..

14 Ιανουαρίου 2014

σήμερα Κυριακή που συναντώ το μακρινό όνειρό σου







Αφού αφαιρούνται όλες οι προστιθέμενες αξίες απ’ τον θάνατο, ούτε
η ζωή που ζούμε είναι η πραγματική, ούτε
και η κάλμα, μετά από την ξαφνική βροχή, απαλύνει
την θλίψη μας, σήμερα Κυριακή που συναντώ το μακρινό όνειρό σου
να θρυμματίζεται μες τον αέρα που φυσά και διώχνει
μακριά την αναπόληση.


Στο παρτέρι οι τριανταφυλλιές αφήνουν γδαρμένο το μυστικό που φυλάς-
το δεντρολίβανο σπάζει σε πιο μικρές αθωότητες,
όπως να είναι η προσευχή του κήπου- τώρα
που ατζαμής ο αέρας μαγνητίζει
αρνητικά όλο το χώμα και οι λυγερές
σκέψεις πουθενά δεν πάνε που δεν είσαι εκεί.

12 Ιανουαρίου 2014

Μόλις ξύπνησες!








Μόλις ξύπνησες!
Κι είσαι μια θύελλα που υφαρπάζει όλες τις λυρικές δυνατότητες.
Μπροστά απ’ το παράθυρο που κοιτάς του ουρανού την λιακάδα
και το σπίρτο του βλέμματός σου είναι οξύτονο και ανάβει.


Πού κρύφτηκε η διαλεκτική του βραδιού, οι άτονες σκιές που έγιναν
συντροφιές μπροστά στα πληκτρολόγια
και όταν βυθίστηκες στον ύπνο από το όνειρο σε έφτασε η φωνή
της μοναξιάς σου και έγινε
ρόδο άλικο του έρωτα;


Τώρα στην πρωινή δροσιά ανάμεσα από του μπαλκονιού τις σιδερόβεργες
είσαι μια ωκεάνια χαρά που συμμερίζονται όσοι από φιλί καταλαβαίνουν-
είσαι η όμορφη παλίρροια που φτάνει ως το χωριό των ψαράδων
που κοιτούν προς το πέλαγος και στον άγγελο πάντα πιστεύουν..

3 Ιανουαρίου 2014

Οι σκέψεις πωλούνται σε μια διαρκή λαϊκή.



Τι έχει να κάνει αυτό
το θεληματικό χέρι που γράφει λαχανιασμένο και κρατά ένα στυλό φτηνιάρικο σαν η πικρή ζωή;
Το μελάνι χύνεται από παντού
στην αδιάφορη σελίδα.
Τα γράμματα περπατούν επάνω της σαν μυρμήγκια που προσπαθούν να αποφύγουν την αγκύλωση.
Υγραίνονται ερεθισμένα και είναι θηλυκές και αρσενικές υπάρξεις
που θέλουν να συνουσιαστούν κάτω από το φως του ποιήματος.
Η μιζέρια του κόσμου έχει αποχαυνώσει τα πάντα.
Οι σκέψεις πωλούνται σε μια διαρκή λαϊκή.
Υποτίμηση, ανατίμηση-φωνήεν
Φροϋδικό που δένει κόμπο τις συμπεριφορές και που δεν θα τις λύσει ο αμπελοφιλόσοφος
αιώνας..




Της στιγμής η φορά..


Είναι η σκιά των πραγμάτων-ίσως λίγο απελπισμένη τώρα που η νύχτα είναι άγονη σαν ουρανός χωρίς αστέρια και όλο
το στερέωμα τρεμοσβήνει σαν τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που για ώρες πολλές αναβοσβήνανε
ανάμεσα στην λύπη και την χαρά.          
Στα χαρτιά μου, το μολύβι είναι ανήσυχο.
Ούτε τον εαυτό μου δεν ξέρω.
Ξέρω την ειλικρίνεια της ύλης που δεν μπορεί
να είναι τίποτα άλλο από φτυάρι, λαμαρίνα, πέτρα, βιβλίο, αλλά δεν μπορεί να είναι ήχος, μουσική, αόριστη
ιδέα που υπονομεύει η ορδή των ανθρώπων. Ξέρω
να ακούω καλά:-όλους τους σιγανούς ψιθύρους που για σας σημειώνω
έχοντας την ευθύνη να είμαι πιστός στην καρδιά μου..







2 Ιανουαρίου 2014

Ένα φορτίο λέξεις



Είναι πιο εύκολο  να ζεις
με αποστάσεις. Τίποτα δεν απειλεί την ατολμία σου.
Οι χώρες των συναισθημάτων
είναι προσπελάσιμες,
δεν ενδιαφέρει ποια
ιθαγένεια έχεις.
Περνάς τα σύνορα εύκολα. Ζεις
παντού
στην επικράτειά τους
με την κοσμοθεωρία σου.
Ένα φορτίο λέξεις και αν ξέρεις τι
είναι αλήθεια αυτός ο θησαυρός,
μεταλαμβάνεις
ο και ιερό και άμωμο είναι.
Κάνε τον δρόμο από το λίγο στο άπειρο και κατέλαβε
τον χώρο και τον χρόνο που σου ανήκει.







Αυτά που πρεσβεύει η εποχή είναι απογοητεύσεις.



Κάθε μέγεθος που ταΐζει την απουσία είναι πλοκάμι της νύχτας.
Έρεβος κρατεί το σιγόντο στο κοιμητήριο που βυθίζει στον μακάριο ύπνο το κορμί των θανόντων.
Περνούνε βιαστικά τα αυτοκίνητα. 
Τα φλας τους θρυμματίζουν την κρυστάλλινη ομίχλη και ρέουν προς της πόλης τον κορεσμένο χαμό.
Αυτά που πρεσβεύει η εποχή είναι απογοητεύσεις.
Ένα φεγγάρι απεμπολεί την σοφία και κρεμά το πανωφόρι του πάνω στο δρύινο μπαστούνι τ’ ουρανού.
Η ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα το κρύο είναι δίκοπο και η ζωή είναι μελαγχολική και παραπαίει
Πίσω από τις μάντρες των εργοστασίων.
Ο άνεργος ακουμπά ψηλαφίζει τους εφιάλτες του.
Οι κυβερνήσεις αμαύρωσαν την ηθική των αστέγων.
Ο επαίτης καθεύδει κουρασμένα.
Το επιχείρημα που θα βρεις εναντίον της βαλτωμένης κατάστασης άστο να βελάξει αλλά με επιθυμίες και λόγια κανείς πραγματικά δεν αθωώνεται.

                                                            2.1.2014






Επιθυμώ τον χρωστήρα ζωγράφου.



Συναντώνται οι σειρήνες και του ήλιου ακούν την πανδαισία.
Αινιγματικές λεύκες ψηλώνουν και λικνίζονται σαν τα κατάρτια που θα είχε κάποτε η στεριά.
Στα κλωνιά των πεύκων το σπουργίτι είναι μια λιλιπούτεια φωνή που ανάβει.
Επιθυμώ τον χρωστήρα ζωγράφου.
Το ρολόι μου ξεκουρδίζεται και χάνει της ακρίβειας του την ευθύνη.
Ο Σικελιανός ναυσιπλοεί στο αίμα μου.
Αγαπώ τον και μου κομίζει δώρα γραφής.
Μια λύπη που με παγώνει αφήνει την τεφρώδη γέλη της επάνω στις σελίδες που να πλάσω κατορθώνω.
Πίνω και δέομαι ιερό νερό.


Για να κλείσω τους λογαριασμούς μου με το παρελθόν




Για να κλείσω τους λογαριασμούς μου με το παρελθόν, 
την νύχτα ακόνισα σαν λόγχη
άπονη. Ντύθηκα κεραυνό και ήρθα
στων αμπελιών επάνω τον λυρικό ψίθυρο.
Το μεσημέρι χτυπούσε γλυκά τις φτερούγες του
πα’ στην καρδιά μου.
Ένας αχός από φωνήεντα των σπουργιτιών
κράδαινε το σπαθί των ποιητών και η Ιλιάδα
που γράφονταν είχε εΰπλόκαμες Βρισηίδες.
Πέφταν τα τείχη· αύξαινε σε ένταση η πολιορκία.
Ένα ελληνικό πλοιάριο αρμένιζε μες τα νερά της Προποντίδας.
Ο χρόνος μάζευε, για ν’ αποδώσει, ενέργεια..





1 Ιανουαρίου 2014

Αρχαίο χορικό..







Ραγισμένο τζάμι, έξω μια καπνιά που βαραίνει την νύχτα.
Η Αθήνα βελάζει σαν αίγα που σκαρφάλωσε στην παρομοίωση της γης.
Ζαλισμένο φεγγάρι, του ουρανού η απόληξη.
Ξεπεράστηκαν οι φραγμοί των στίχων, αλλάζει το ύφος κι ο άνθρωπος.
Το μάτι των δέντρων εστιάζει στο μάκρος της ανάγνωσης, η πόλη ντύνεται διστακτικά γιορτινά.
Βάζουν ορόσημο οι γραφές και οι εμπνεύσεις.
Τα ψέματα που λέει η ζωή ο θάνατος τα λέει ποιήματα και τα διασκορπίζει γύρω γύρω από την γέρικη ελιά που με τα ασημένια φύλλα της κάνει το αρχαίο χορικό βατό κι απ’ τους ανίδεους ακόμη.










Να το πιάσουμ’ ανάποδα:




Να το πιάσουμ’ ανάποδα: από κει 
που ό,τι πεις αυτόματα αμφισβητείται και
είναι δεν είναι σύμβολο ο ουρανός.
Η Μαρίνα διάβαζε σε όλη την διαδρομή, στο βαγόνι
από τον Πειραιά στην Κηφισιά. Ήταν χειμώνας. 
Ήταν ωραία τα γαντάκια της. 
Το κρύο πλάκωνε τα πάντα και τα έκανε νωχελικά.
Αγαπώ τα περιστέρια, μου είπε.
Η φωνή της είχε μια θερμή θλίψη.
Μετά, τα χρόνια πέρασαν, δεν  την ξανάδα.
Ίσως κρεμά τις μπουγάδες των ονείρων της πάνω στην ταράτσα του ορίζοντα.
Ίσως διαβάζει ακόμα τους στίχους που γράφω.
Πάντως κι ο χειμώνας δεν είναι ο ίδιος πια.
Ένα θωρηκτό ανέμου κανονιοβολεί μέσα στην μνήμη μου κι η μνήμη μου πια δεν υπάρχει.
Ο έρωτας που δύναμαι, αποστατεί..


                                                      1.1.2014

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου