...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΘΕΩΝ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΘΕΩΝ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Οκτωβρίου 2016

ΛΕΣΒΙΑΚΟ..




Ά
Το χέρι βάζοντας αντήλιο
Στην κορυφή που στάθηκα του λόφου και αγνάντεψα..
Μακριά η θάλασσα η στραφταλίζοντας
Με ανάρια πάνω της τα καΐκακια
Σε σχήμα ενός πουλιού που απέκαμε να φτερουγίζει και
Αργοπλέει τώρα, ξεκουράζεται πα' στα νερά..
Στην πύρη του μεσημεριού, στο ντάλα μεσημέρι
Είναι καλός και απαλός ο αέρας του καλοκαιριού
Και πλατιά η αγάπη των πλατάνων..
Τα σπίτια αργά τα πίνει ένα χρυσό λιόγερμα
Κι ακούγονται σαν άγγελοι που ψαλμωδούν οι γλάροι..
Μες τις αυλές γεράνια και βασιλικοί ανατινάζονται
Γιορτή ανάσας και ριπές ανέμου καυχησιάρη..
Μόνο στο κάστρο λίγο πιο ψηλά απ' την θάλασσα
Η Παναγιά μαγεύει χαμομήλια και
Θυμωμένες παπαρούνες-
Και μες την όραση γλιστρούνε όλα να ζωγραφιστούν
Στον αινιγματικό καμβά του Απρίλη..
΄Β
Αφανέρωτο χέρι που ρυθμίζει ένα γύρω τα πάντα
Φανερωμένη ποίηση
Οι ελαιώνες και η θάλασσα
Τις νύχτες ασημώνοντας λευκοχρισμένα τα σπιτάκια από το φεγγάρι
Με τον βασιλικό και το γεράνι στην αυλή
Πότε πότε
Στην στέγη
Με τα μάτια λάμποντας μια κουκουβάγια..
Και
Το θαύμα όπως το πίστεψα ήτανε:
Μεγάλοι πρασινίτες αμπελώνες
Και πέρα η θάλασσα
Γαλάζια: η Λέσβος!
Τριγύρα και ολού οι τόποι με τα αγιοκλήματα
Την φτέρη
Τα σπαθάτα φύλλα
Την κρεβατή βαθύσκιωτη
Το γιασεμί με τ' άσπρα λουλουδάκια.
Οι εκκλησιές καταντικρύ του πέλαου
Στις εκκλησιές οι Παναγιές που σε κοιτάζουν λυπημένες
Κι οι άγιοι που η θέληση στα μάτια τους παρέλυσε τα άνομα!
Τα δειλινά ξυπνούν τις αύρες οι απόγειες
Τις άλλες φορτωμένες δρόσο κι αναγάλλια
Κι εκείνες τις παράξενες τις νανουρίστρες
Τις φιλώντας και παίζοντας συντροφιαστές του πόθου..
Στην κρήνη με τα δροσερά νερά όπου
Είναι καλός και απαλός ο αγέρας του καλοκαιριού και πλατιά η αγάπη των πλατάνων
Τι ωραία ρέμβη!
Αντίκρυ
Μες τα λιόχαρα βουνά όπου γυρνά να σαρκωθεί ολόρθος
Μια σάρκα πύρινη
Μύστης του ήλιου και της γης του ο αθλητής
Ο εργάτης
Σηκώνοντας τα μάτια κάθε τόσο προς τον ουρανό του
'υχαριστώντας!
Γ΄
Και κοπάζοντας η τρικυμία
Η θάλασσα η πάλι ήρεμη μες τους αιθέρες
Κι ήταν το δειλινό!
Ο ήλιος ο σκυμμένος στο λοφοσυνάντημα
Κι ανάρια σύννεφα στην δύση του
Ντυμένα ένα νάζι ροδαλό..
Μιλούσε το νησί μου: κήπους όμορφους
Και ευκολοκατάληπτους ως πέρα αμπελώνες
Την ώρα που έλεγε αινίγματα η ψυχή με τον θεό
Θυμοσοφώντας μιαν αγάπη μες τα μάτια του…
1978/1983
Ηράκλειο, Αυλίδα, Ζούμπερι..

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΧΤΙΖΕΙ ΣΥΝΝΕΦΕΝΙΑ ΚΑΣΤΡΑ..









Το παρδαλό πουκάμισο του πρωινού


Είναι κατοικημένο από χιλιάδες ήμερα πουλιά της εποποιίας!



Το αλυσοδεμένο κελάηδισμα βγαίνει απ' το μικρό τους στηθάκι


Σαν σπινθήρας από 'να τσακμάκι προγονικό!



Η θλίψη του ουρανού που χτίζει συννεφένια κάστρα


Εκεί που δεν μπορεί τίποτε άλλο η σκουριά του πονεμένου ποιητή


Που βλέπει τον κόσμο να υποφέρει



Η μελαγχολία μέσα στο βλέφαρο του ορίζοντα


Στενεύει τις γραμμές του απειλητικά…



Ξαφνιασμένα τα μικρά παιδιά βλέπουν να υπάρχει


Μπροστά στα μάτια τους ένας κόσμος διαφορετικός από τα παραμύθια!

                                                                                            1983

4 Αυγούστου 2015

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΧΤΙΖΕΙ ΣΥΝΝΕΦΕΝΙΑ ΚΑΣΤΡΑ..









Το παρδαλό πουκάμισο του πρωινού


Είναι κατοικημένο από χιλιάδες ήμερα πουλιά της εποποιίας!



Το αλυσοδεμένο κελάηδισμα βγαίνει απ' το μικρό τους στηθάκι


Σαν σπινθήρας από 'να τσακμάκι προγονικό!



Η θλίψη του ουρανού που χτίζει συννεφένια κάστρα


Εκεί που δεν μπορεί τίποτε άλλο η σκουριά του πονεμένου ποιητή


Που βλέπει τον κόσμο να υποφέρει



Η μελαγχολία μέσα στο βλέφαρο του ορίζοντα


Στενεύει τις γραμμές του απειλητικά…



Ξαφνιασμένα τα μικρά παιδιά βλέπουν να υπάρχει


Μπροστά στα μάτια τους ένας κόσμος διαφορετικός από τα παραμύθια!

                                                                                            1983

ΛΕΣΒΙΑΚΟ..



Ά

Το χέρι βάζοντας αντήλιο
Στην κορυφή που στάθηκα του λόφου και αγνάντεψα..

Μακριά η θάλασσα η στραφταλίζοντας
Με ανάρια πάνω της τα καΐκακια
Σε σχήμα ενός πουλιού που απέκαμε να φτερουγίζει και
Αργοπλέει τώρα, ξεκουράζεται πα' στα νερά..

Στην πύρη του μεσημεριού, στο ντάλα μεσημέρι
Είναι καλός και απαλός ο αέρας του καλοκαιριού
Και πλατιά η αγάπη των πλατάνων..

Τα σπίτια αργά τα πίνει ένα χρυσό λιόγερμα
Κι ακούγονται σαν άγγελοι που ψαλμωδούν οι γλάροι..

Μες τις αυλές γεράνια και βασιλικοί ανατινάζονται
Γιορτή ανάσας και ριπές ανέμου καυχησιάρη..

Μόνο στο κάστρο λίγο πιο ψηλά απ' την θάλασσα
Η Παναγιά μαγεύει χαμομήλια και
Θυμωμένες παπαρούνες-

Και μες την όραση γλιστρούνε όλα να ζωγραφιστούν
Στον αινιγματικό καμβά του Απρίλη..


΄Β

Αφανέρωτο χέρι που ρυθμίζει ένα γύρω τα πάντα
Φανερωμένη ποίηση
Οι ελαιώνες και η θάλασσα
Τις νύχτες ασημώνοντας λευκοχρισμένα τα σπιτάκια από το φεγγάρι
Με τον βασιλικό και το γεράνι στην αυλή
Πότε πότε
Στην στέγη
Με τα μάτια λάμποντας μια κουκουβάγια..

Και
Το θαύμα όπως το πίστεψα ήτανε:
Μεγάλοι πρασινίτες αμπελώνες
Και πέρα η θάλασσα
Γαλάζια: η Λέσβος!

Τριγύρα και ολού οι τόποι με τα αγιοκλήματα
Την φτέρη
Τα σπαθάτα φύλλα
Την κρεβατή βαθύσκιωτη
Το γιασεμί με τ' άσπρα λουλουδάκια.
Οι εκκλησιές καταντικρύ του πέλαου
Στις εκκλησιές οι Παναγιές που σε κοιτάζουν λυπημένες
Κι οι άγιοι που η θέληση στα μάτια τους παρέλυσε τα άνομα!

Τα δειλινά ξυπνούν τις αύρες οι απόγειες
Τις άλλες φορτωμένες δρόσο κι αναγάλλια
Κι εκείνες τις παράξενες τις νανουρίστρες
Τις φιλώντας και παίζοντας συντροφιαστές του πόθου..

Στην κρήνη με τα δροσερά νερά όπου
Είναι καλός και απαλός ο αγέρας του καλοκαιριού και πλατιά η αγάπη των πλατάνων
Τι ωραία ρέμβη!

Αντίκρυ
Μες τα λιόχαρα βουνά όπου γυρνά να σαρκωθεί ολόρθος
Μια σάρκα πύρινη
Μύστης του ήλιου και της γης του ο αθλητής
Ο εργάτης
Σηκώνοντας τα μάτια κάθε τόσο προς τον ουρανό του
'υχαριστώντας!


Γ΄

Και κοπάζοντας η τρικυμία
Η θάλασσα η πάλι ήρεμη μες τους αιθέρες
Κι ήταν το δειλινό!

Ο ήλιος ο σκυμμένος στο λοφοσυνάντημα
Κι ανάρια σύννεφα στην δύση του
Ντυμένα ένα νάζι ροδαλό..

Μιλούσε το νησί μου: κήπους όμορφους
Και ευκολοκατάληπτους ως πέρα αμπελώνες


Την ώρα που έλεγε αινίγματα η ψυχή με τον θεό
Θυμοσοφώντας μιαν αγάπη μες τα μάτια του…


1978/1983
Ηράκλειο, Αυλίδα, Ζούμπερι..

1 Ιουλίου 2015

Γυναίκα.







Νύχτα μεγάλη αστροφεγγιά κι αιθρία συλλαβίζοντας
Στ’ αλφαβητάρι ενός άστρου την γαλήνη.

Τοπία που μέσα τους σε ήπιανε
Τοπία που με κομμάτιασαν κι εσύ ήσουν μακριά
Ανάγνωθες την ζωή μακριά από την ζωή μου.

Γυναίκα, δεν υπήρξες ή υπήρξες
Καλουπωμένη μέσα σ’ ένα όνομα όταν ανέβαινα
Βιαστικός τα σκαλοπάτια της ηλικίας σου
Να σε φιλήσω στα χείλη;

Σε βρήκα θεόρατη να πάλλεσαι από φωτιά
Δίπλα μου
Μέσα μου
Γρατζουνώντας με απομέσα
Να ξεφλουδίσω να βγεις…
Πού να πας;
Η θλίψη καραδοκεί παντού..

Εσύ λαξευμένη στην πέτρα στο στεγνό τούτο τοπίο
Την άνυδρη έκταση
Από βουνό και αμπέλια

Με τα βέλη των ματιών σου αναδύεσαι από την πέτρα
Κοιτάζεις ολόγυρα και φτιάχνεις
Ένα φωνήεντο χαράς!
Ζουζουνάκι τρελό που παίζοντας μ’ άγγιξε!

Όχι η αυγή που γαντζώνεται με μανία στις βουνοκορφές
Που σου χτενίζει τα μαλλιά διαμαντικά- όχι
Η ώρα του μεσημεριού
Που λιγώνονται μυριάδες τζιτζίκια
Σε τετέρισμα μονότονο- όχι

Στο ύψος ενός λουλουδιού που τσάκισε
Η ζωή σου στέκει
Εκεί
Γίνεται καθρέφτης
Μέσα του αναγνωρίζω
Το άδικο και τον αδικημένο..

Ξέρω να πω την εύρωστη καρδιά
που θα μιλήσει κάποτε αρθρώνοντας
το φοβερό μυστικό
της αλήθειας!


1983

Ο φίλος.





Είχα έναν απέραντο φίλο από εναγώνιο άστρο.
Οι δαγκάνες των ματιών του τυραννούσαν την αλήθεια.
Μέσα στην χημεία του λόγου υπέφερε
τόσο πάθος.
Ο πόνος τον κούρασε.
Στέγνωσε το αίμα του-
Πάνω σε τόσες σελίδες,, σχέδια
Περίτεχνα μουντζουρωμένες.
Αγαπούσε τον Σεπτέμβρη..

Γέρασε μέσα σε μιαν ιδιοτέλεια ολότελα των ανθρώπων που τον μίσησαν
Πάνω σε έναν οβολό
Για την αθανασία..

Στα νιάτα του βουλήθηκε να φτιάξει ένα αστείο για δική μου έκπληξη..

Πυρπολήθηκε λοιπόν περιχυμένος από εύφλεκτους λόγους..

Άκουσα την σάρκα του να τσιρίζει φωτίζοντας
Καγχαστικά την νύχτα…

Χωρίσαμε μετά…

Υπόγειοι σιδηροδρομικοί σταθμοί για υπόγειους
Ανθρώπους.
Η ζωή μου έγινε σβηστήρας..
Τόσα λάθη!

Άκουσα να τρελάθηκε φωνάζοντας «Αμήν!»
«Αμήν!»- Το αίμα του
Είχε πιει πολύ μελαγχολικό ουρανό και είπαν μελάνιασε καθώς
Τον κέντησαν με την λόγχη
Για να πιστέψουν στο θάρρος του!

Αυλίδα 1983

Φυσήξανε οι πνοές του θεού



Ζ΄.


Σαν ένα τριαντάφυλλο που μύρισε δόξα
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
Σε κράτησα
Σιωπηλή
Τα βλέφαρά σου ήτανε ασπίδες
Στα ετοιμοπόλεμα μάτια σου που κατακτούσαν
Το κάστρο μου!


Δεν αντιστάθηκα!
Φυσήξανε οι πνοές του θεού και γίνανε
Αφόρητες οι προσδοκίες!

12 Απριλίου 2015

Φυσήξανε οι πνοές του θεού



Ζ΄.

Σαν ένα τριαντάφυλλο που μύρισε δόξα
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
Σε κράτησα
Σιωπηλή
Τα βλέφαρά σου ήτανε ασπίδες
Στα ετοιμοπόλεμα μάτια σου που κατακτούσαν
Το κάστρο μου!

Δεν αντιστάθηκα!
Φυσήξανε οι πνοές του θεού και γίνανε
Αφόρητες οι προσδοκίες!

Αυτές οι νύχτες που αγρυπνώ



Θ΄.

Αυτές οι νύχτες που αγρυπνώ
Έχουνε μάθει πια απέξω όλες τις ευτυχίες!

Τα λόγια τους φεγγοβολάνε και διαμαντικά
Παίζουν όλες τις ίριδες και λαμπαδιάζουνε τα φρύγανα του γαλαξία!

Ξέρουνε έτσι και καλά ότι αγρυπνώ γιατί πιστεύω θαύματα!

Μονάχα που μιλάω απλά, μονάχα που λατρεύω
Το αίνιγμα ενός λουλουδιού κι αρκεί
Μέσα στα μάτια μου να λέγεται ο αντικατοπτρισμός
Της ομορφιάς του κόσμου….

Βρίσκω τα λόγια πού 'ναι τωρινά και επίγεια
Που διθυραμβικά αναγγέλλονται
Στην θαλπωρή της βροντοφώναχτης μέρας!

-ηθικός πανζουρλισμός,
Θαυμάσιο
φωνήεντο
Και τόσο
Σπουδαία πυροδοτημένο!

  1987

Ο φίλος.






Είχα έναν απέραντο φίλο από εναγώνιο άστρο.
Οι δαγκάνες των ματιών του τυραννούσαν την αλήθεια.
Μέσα στην χημεία του λόγου υπέφερε
τόσο πάθος.
Ο πόνος τον κούρασε.
Στέγνωσε το αίμα του-
Πάνω σε τόσες σελίδες,, σχέδια
Περίτεχνα μουντζουρωμένες.
Αγαπούσε τον Σεπτέμβρη..

Γέρασε μέσα σε μιαν ιδιοτέλεια ολότελα των ανθρώπων που τον μίσησαν
Πάνω σε έναν οβολό
Για την αθανασία..

Στα νιάτα του βουλήθηκε να φτιάξει ένα αστείο για δική μου έκπληξη..

Πυρπολήθηκε λοιπόν περιχυμένος από εύφλεκτους λόγους..

Άκουσα την σάρκα του να τσιρίζει φωτίζοντας
Καγχαστικά την νύχτα…

Χωρίσαμε μετά…

Υπόγειοι σιδηροδρομικοί σταθμοί για υπόγειους
Ανθρώπους.
Η ζωή μου έγινε σβηστήρας..
Τόσα λάθη!

Άκουσα να τρελάθηκε φωνάζοντας «Αμήν!»
«Αμήν!»- Το αίμα του
Είχε πιει πολύ μελαγχολικό ουρανό και είπαν μελάνιασε καθώς
Τον κέντησαν με την λόγχη
Για να πιστέψουν στο θάρρος του!


Αυλίδα 1983

24 Φεβρουαρίου 2015

Ο φίλος.






Είχα έναν απέραντο φίλο από εναγώνιο άστρο.
Οι δαγκάνες των ματιών του τυραννούσαν την αλήθεια.
Μέσα στην χημεία του λόγου υπέφερε
τόσο πάθος.
Ο πόνος τον κούρασε.
Στέγνωσε το αίμα του-
Πάνω σε τόσες σελίδες,, σχέδια
Περίτεχνα μουντζουρωμένες.
Αγαπούσε τον Σεπτέμβρη..

Γέρασε μέσα σε μιαν ιδιοτέλεια ολότελα των ανθρώπων που τον μίσησαν
Πάνω σε έναν οβολό
Για την αθανασία..

Στα νιάτα του βουλήθηκε να φτιάξει ένα αστείο για δική μου έκπληξη..

Πυρπολήθηκε λοιπόν περιχυμένος από εύφλεκτους λόγους..

Άκουσα την σάρκα του να τσιρίζει φωτίζοντας
Καγχαστικά την νύχτα…

Χωρίσαμε μετά…

Υπόγειοι σιδηροδρομικοί σταθμοί για υπόγειους
Ανθρώπους.
Η ζωή μου έγινε σβηστήρας..
Τόσα λάθη!

Άκουσα να τρελάθηκε φωνάζοντας «Αμήν!»
«Αμήν!»- Το αίμα του
Είχε πιει πολύ μελαγχολικό ουρανό και είπαν μελάνιασε καθώς
Τον κέντησαν με την λόγχη
Για να πιστέψουν στο θάρρος του!


Αυλίδα 1983

8 Αυγούστου 2014

ΛΕΣΒΙΑΚΟ..







Ά

Το χέρι βάζοντας αντήλιο
Στην κορυφή που στάθηκα του λόφου και αγνάντεψα..

Μακριά η θάλασσα η στραφταλίζοντας
Με ανάρια πάνω της τα καΐκακια
Σε σχήμα ενός πουλιού που απέκαμε να φτερουγίζει και
Αργοπλέει τώρα, ξεκουράζεται πα' στα νερά..

Στην πύρη του μεσημεριού, στο ντάλα μεσημέρι
Είναι καλός και απαλός ο αέρας του καλοκαιριού
Και πλατιά η αγάπη των πλατάνων..

Τα σπίτια αργά τα πίνει ένα χρυσό λιόγερμα
Κι ακούγονται σαν άγγελοι που ψαλμωδούν οι γλάροι..

Μες τις αυλές γεράνια και βασιλικοί ανατινάζονται
Γιορτή ανάσας και ριπές ανέμου καυχησιάρη..

Μόνο στο κάστρο λίγο πιο ψηλά απ' την θάλασσα
Η Παναγιά μαγεύει χαμομήλια και
Θυμωμένες παπαρούνες-

Και μες την όραση γλιστρούνε όλα να ζωγραφιστούν
Στον αινιγματικό καμβά του Απρίλη..


΄Β

Αφανέρωτο χέρι που ρυθμίζει ένα γύρω τα πάντα
Φανερωμένη ποίηση
Οι ελαιώνες και η θάλασσα
Τις νύχτες ασημώνοντας λευκοχρισμένα τα σπιτάκια από το φεγγάρι
Με τον βασιλικό και το γεράνι στην αυλή
Πότε πότε
Στην στέγη
Με τα μάτια λάμποντας μια κουκουβάγια..

Και
Το θαύμα όπως το πίστεψα ήτανε:
Μεγάλοι πρασινίτες αμπελώνες
Και πέρα η θάλασσα
Γαλάζια: η Λέσβος!

Τριγύρα και ολού οι τόποι με τα αγιοκλήματα
Την φτέρη
Τα σπαθάτα φύλλα
Την κρεβατή βαθύσκιωτη
Το γιασεμί με τ' άσπρα λουλουδάκια.
Οι εκκλησιές καταντικρύ του πέλαου
Στις εκκλησιές οι Παναγιές που σε κοιτάζουν λυπημένες
Κι οι άγιοι που η θέληση στα μάτια τους παρέλυσε τα άνομα!

Τα δειλινά ξυπνούν τις αύρες οι απόγειες
Τις άλλες φορτωμένες δρόσο κι αναγάλλια
Κι εκείνες τις παράξενες τις νανουρίστρες
Τις φιλώντας και παίζοντας συντροφιαστές του πόθου..

Στην κρήνη με τα δροσερά νερά όπου
Είναι καλός και απαλός ο αγέρας του καλοκαιριού και πλατιά η αγάπη των πλατάνων
Τι ωραία ρέμβη!

Αντίκρυ
Μες τα λιόχαρα βουνά όπου γυρνά να σαρκωθεί ολόρθος
Μια σάρκα πύρινη
Μύστης του ήλιου και της γης του ο αθλητής
Ο εργάτης
Σηκώνοντας τα μάτια κάθε τόσο προς τον ουρανό του
'υχαριστώντας!


Γ΄

Και κοπάζοντας η τρικυμία
Η θάλασσα η πάλι ήρεμη μες τους αιθέρες
Κι ήταν το δειλινό!

Ο ήλιος ο σκυμμένος στο λοφοσυνάντημα
Κι ανάρια σύννεφα στην δύση του
Ντυμένα ένα νάζι ροδαλό..

Μιλούσε το νησί μου: κήπους όμορφους
Και ευκολοκατάληπτους ως πέρα αμπελώνες


Την ώρα που έλεγε αινίγματα η ψυχή με τον θεό
Θυμοσοφώντας μιαν αγάπη μες τα μάτια του…


1978/1983
Ηράκλειο, Αυλίδα, Ζούμπερι..

21 Ιουνίου 2014

Ο φίλος.





Είχα έναν απέραντο φίλο από εναγώνιο άστρο.
Οι δαγκάνες των ματιών του τυραννούσαν την αλήθεια.
Μέσα στην χημεία του λόγου υπέφερε
τόσο πάθος.
Ο πόνος τον κούρασε.
Στέγνωσε το αίμα του-
Πάνω σε τόσες σελίδες,, σχέδια
Περίτεχνα μουντζουρωμένες.
Αγαπούσε τον Σεπτέμβρη..

Γέρασε μέσα σε μιαν ιδιοτέλεια ολότελα των ανθρώπων που τον μίσησαν
Πάνω σε έναν οβολό
Για την αθανασία..

Στα νιάτα του βουλήθηκε να φτιάξει ένα αστείο για δική μου έκπληξη..

Πυρπολήθηκε λοιπόν περιχυμένος από εύφλεκτους λόγους..

Άκουσα την σάρκα του να τσιρίζει φωτίζοντας
Καγχαστικά την νύχτα…

Χωρίσαμε μετά…

Υπόγειοι σιδηροδρομικοί σταθμοί για υπόγειους
Ανθρώπους.
Η ζωή μου έγινε σβηστήρας..
Τόσα λάθη!

Άκουσα να τρελάθηκε φωνάζοντας «Αμήν!»
«Αμήν!»- Το αίμα του
Είχε πιει πολύ μελαγχολικό ουρανό και είπαν μελάνιασε καθώς
Τον κέντησαν με την λόγχη
Για να πιστέψουν στο θάρρος του!


Αυλίδα 1983

30 Μαΐου 2014

ΛΕΣΒΙΑΚΟ..


        Ά

Το χέρι βάζοντας αντήλιο
Στην κορυφή που στάθηκα του λόφου και αγνάντεψα..

Μακριά η θάλασσα η στραφταλίζοντας
Με ανάρια πάνω της τα καΐκακια
Σε σχήμα ενός πουλιού που απέκαμε να φτερουγίζει και
Αργοπλέει τώρα, ξεκουράζεται πα' στα νερά..

Στην πύρη του μεσημεριού, στο ντάλα μεσημέρι
Είναι καλός και απαλός ο αέρας του καλοκαιριού
Και πλατιά η αγάπη των πλατάνων..

Τα σπίτια αργά τα πίνει ένα χρυσό λιόγερμα
Κι ακούγονται σαν άγγελοι που ψαλμωδούν οι γλάροι..

Μες τις αυλές γεράνια και βασιλικοί ανατινάζονται
Γιορτή ανάσας και ριπές ανέμου καυχησιάρη..

Μόνο στο κάστρο λίγο πιο ψηλά απ' την θάλασσα
Η Παναγιά μαγεύει χαμομήλια και
Θυμωμένες παπαρούνες-

Και μες την όραση γλιστρούνε όλα να ζωγραφιστούν
Στον αινιγματικό καμβά του Απρίλη..


΄Β

Αφανέρωτο χέρι που ρυθμίζει ένα γύρω τα πάντα
Φανερωμένη ποίηση
Οι ελαιώνες και η θάλασσα
Τις νύχτες ασημώνοντας λευκοχρισμένα τα σπιτάκια από το φεγγάρι
Με τον βασιλικό και το γεράνι στην αυλή
Πότε πότε
Στην στέγη
Με τα μάτια λάμποντας μια κουκουβάγια..

Και
Το θαύμα όπως το πίστεψα ήτανε:
Μεγάλοι πρασινίτες αμπελώνες
Και πέρα η θάλασσα
Γαλάζια: η Λέσβος!

Τριγύρα και ολού οι τόποι με τα αγιοκλήματα
Την φτέρη
Τα σπαθάτα φύλλα
Την κρεβατή βαθύσκιωτη
Το γιασεμί με τ' άσπρα λουλουδάκια.
Οι εκκλησιές καταντικρύ του πέλαου
Στις εκκλησιές οι Παναγιές που σε κοιτάζουν λυπημένες
Κι οι άγιοι που η θέληση στα μάτια τους παρέλυσε τα άνομα!

Τα δειλινά ξυπνούν τις αύρες οι απόγειες
Τις άλλες φορτωμένες δρόσο κι αναγάλλια
Κι εκείνες τις παράξενες τις νανουρίστρες
Τις φιλώντας και παίζοντας συντροφιαστές του πόθου..

Στην κρήνη με τα δροσερά νερά όπου
Είναι καλός και απαλός ο αγέρας του καλοκαιριού και πλατιά η αγάπη των πλατάνων
Τι ωραία ρέμβη!
Αντίκρυ
Μες τα λιόχαρα βουνά όπου γυρνά να σαρκωθεί ολόρθος
Μια σάρκα πύρινη
Μύστης του ήλιου και της γης του ο αθλητής
Ο εργάτης
Σηκώνοντας τα μάτια κάθε τόσο προς τον ουρανό του
'υχαριστώντας!


Γ΄

Και κοπάζοντας η τρικυμία
Η θάλασσα η πάλι ήρεμη μες τους αιθέρες
Κι ήταν το δειλινό!

Ο ήλιος ο σκυμμένος στο λοφοσυνάντημα
Κι ανάρια σύννεφα στην δύση του
Ντυμένα ένα νάζι ροδαλό..

Μιλούσε το νησί μου:     κήπους όμορφους
Και ευκολοκατάληπτους ως πέρα αμπελώνες

Την ώρα που έλεγε αινίγματα η ψυχή με τον θεό
Θυμοσοφώντας μιαν αγάπη μες τα μάτια του…


1978/1983
Ηράκλειο, Αυλίδα, Ζούμπερι..

Γυναίκα.







Νύχτα μεγάλη αστροφεγγιά κι αιθρία συλλαβίζοντας
Στ’ αλφαβητάρι ενός άστρου την γαλήνη.

Τοπία που μέσα τους σε ήπιανε
Τοπία που με κομμάτιασαν κι εσύ ήσουν μακριά
Ανάγνωθες την ζωή μακριά από την ζωή μου.

Γυναίκα, δεν υπήρξες ή υπήρξες
Καλουπωμένη μέσα σ’ ένα όνομα όταν ανέβαινα
Βιαστικός τα σκαλοπάτια της ηλικίας σου
Να σε φιλήσω στα χείλη;

Σε βρήκα θεόρατη να πάλλεσαι από φωτιά
Δίπλα μου
Μέσα μου
Γρατζουνώντας με απομέσα
Να ξεφλουδίσω να βγεις…
Πού να πας;
Η θλίψη καραδοκεί παντού..

Εσύ λαξευμένη στην πέτρα στο στεγνό τούτο τοπίο
Την άνυδρη έκταση
Από βουνό και αμπέλια

Με τα βέλη των ματιών σου αναδύεσαι από την πέτρα
Κοιτάζεις ολόγυρα και φτιάχνεις
Ένα φωνήεντο χαράς!
Ζουζουνάκι τρελό που παίζοντας μ’ άγγιξε!

Όχι η αυγή που γαντζώνεται με μανία στις βουνοκορφές
Που σου χτενίζει τα μαλλιά διαμαντικά- όχι
Η ώρα του μεσημεριού
Που λιγώνονται μυριάδες τζιτζίκια
Σε τετέρισμα μονότονο- όχι

Στο ύψος ενός λουλουδιού που τσάκισε
Η ζωή σου στέκει
Εκεί
Γίνεται καθρέφτης
Μέσα του αναγνωρίζω
Το άδικο και τον αδικημένο..

Ξέρω να πω την εύρωστη καρδιά
που θα μιλήσει κάποτε αρθρώνοντας
το φοβερό μυστικό
της αλήθειας!


1983

27 Ιουνίου 2013

Γυναίκα.






Νύχτα μεγάλη αστροφεγγιά κι αιθρία συλλαβίζοντας
Στ’ αλφαβητάρι ενός άστρου την γαλήνη.

Τοπία που μέσα τους σε ήπιανε
Τοπία που με κομμάτιασαν κι εσύ ήσουν μακριά
Ανάγνωθες την ζωή μακριά από την ζωή μου.

Γυναίκα, δεν υπήρξες ή υπήρξες
Καλουπωμένη μέσα σ’ ένα όνομα όταν ανέβαινα
Βιαστικός τα σκαλοπάτια της ηλικίας σου
Να σε φιλήσω στα χείλη;

Σε βρήκα θεόρατη να πάλλεσαι από φωτιά
Δίπλα μου
Μέσα μου
Γρατζουνώντας με απομέσα
Να ξεφλουδίσω να βγεις…
Πού να πας;
Η θλίψη καραδοκεί παντού..

Εσύ λαξευμένη στην πέτρα στο στεγνό τούτο τοπίο
Την άνυδρη έκταση
Από βουνό και αμπέλια

Με τα βέλη των ματιών σου αναδύεσαι από την πέτρα
Κοιτάζεις ολόγυρα και φτιάχνεις
Ένα φωνήεντο χαράς!
Ζουζουνάκι τρελό που παίζοντας μ’ άγγιξε!

Όχι η αυγή που γαντζώνεται με μανία στις βουνοκορφές
Που σου χτενίζει τα μαλλιά διαμαντικά- όχι
Η ώρα του μεσημεριού
Που λιγώνονται μυριάδες τζιτζίκια
Σε τετέρισμα μονότονο- όχι

Στο ύψος ενός λουλουδιού που τσάκισε
Η ζωή σου στέκει
Εκεί
Γίνεται καθρέφτης
Μέσα του αναγνωρίζω
Το άδικο και τον αδικημένο..

Ξέρω να πω την εύρωστη καρδιά
που θα μιλήσει κάποτε αρθρώνοντας
το φοβερό μυστικό
της αλήθειας!


1983

4 Ιουνίου 2013

ΛΕΣΒΙΑΚΟ..


        Ά

Το χέρι βάζοντας αντήλιο
Στην κορυφή που στάθηκα του λόφου και αγνάντεψα..

Μακριά η θάλασσα η στραφταλίζοντας
Με ανάρια πάνω της τα καΐκακια
Σε σχήμα ενός πουλιού που απέκαμε να φτερουγίζει και
Αργοπλέει τώρα, ξεκουράζεται πα' στα νερά..

Στην πύρη του μεσημεριού, στο ντάλα μεσημέρι
Είναι καλός και απαλός ο αέρας του καλοκαιριού
Και πλατιά η αγάπη των πλατάνων..

Τα σπίτια αργά τα πίνει ένα χρυσό λιόγερμα
Κι ακούγονται σαν άγγελοι που ψαλμωδούν οι γλάροι..

Μες τις αυλές γεράνια και βασιλικοί ανατινάζονται
Γιορτή ανάσας και ριπές ανέμου καυχησιάρη..

Μόνο στο κάστρο λίγο πιο ψηλά απ' την θάλασσα
Η Παναγιά μαγεύει χαμομήλια και
Θυμωμένες παπαρούνες-

Και μες την όραση γλιστρούνε όλα να ζωγραφιστούν
Στον αινιγματικό καμβά του Απρίλη..


΄Β

Αφανέρωτο χέρι που ρυθμίζει ένα γύρω τα πάντα
Φανερωμένη ποίηση
Οι ελαιώνες και η θάλασσα
Τις νύχτες ασημώνοντας λευκοχρισμένα τα σπιτάκια από το φεγγάρι
Με τον βασιλικό και το γεράνι στην αυλή
Πότε πότε
Στην στέγη
Με τα μάτια λάμποντας μια κουκουβάγια..

Και
Το θαύμα όπως το πίστεψα ήτανε:
Μεγάλοι πρασινίτες αμπελώνες
Και πέρα η θάλασσα
Γαλάζια: η Λέσβος!

Τριγύρα και ολού οι τόποι με τα αγιοκλήματα
Την φτέρη
Τα σπαθάτα φύλλα
Την κρεβατή βαθύσκιωτη
Το γιασεμί με τ' άσπρα λουλουδάκια.
Οι εκκλησιές καταντικρύ του πέλαου
Στις εκκλησιές οι Παναγιές που σε κοιτάζουν λυπημένες
Κι οι άγιοι που η θέληση στα μάτια τους παρέλυσε τα άνομα!

Τα δειλινά ξυπνούν τις αύρες οι απόγειες
Τις άλλες φορτωμένες δρόσο κι αναγάλλια
Κι εκείνες τις παράξενες τις νανουρίστρες
Τις φιλώντας και παίζοντας συντροφιαστές του πόθου..

Στην κρήνη με τα δροσερά νερά όπου
Είναι καλός και απαλός ο αγέρας του καλοκαιριού και πλατιά η αγάπη των πλατάνων
Τι ωραία ρέμβη!
Αντίκρυ
Μες τα λιόχαρα βουνά όπου γυρνά να σαρκωθεί ολόρθος
Μια σάρκα πύρινη
Μύστης του ήλιου και της γης του ο αθλητής
Ο εργάτης
Σηκώνοντας τα μάτια κάθε τόσο προς τον ουρανό του
'υχαριστώντας!


Γ΄

Και κοπάζοντας η τρικυμία
Η θάλασσα η πάλι ήρεμη μες τους αιθέρες
Κι ήταν το δειλινό!

Ο ήλιος ο σκυμμένος στο λοφοσυνάντημα
Κι ανάρια σύννεφα στην δύση του
Ντυμένα ένα νάζι ροδαλό..

Μιλούσε το νησί μου:     κήπους όμορφους
Και ευκολοκατάληπτους ως πέρα αμπελώνες

Την ώρα που έλεγε αινίγματα η ψυχή με τον θεό
Θυμοσοφώντας μιαν αγάπη μες τα μάτια του…


1978/1983
Ηράκλειο, Αυλίδα, Ζούμπερι..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου