...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατής Παρέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατής Παρέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Ιανουαρίου 2023

Στρατής Παρέλης, Η αυτού εξοχότης του φεγγαριού

 https://issuu.com/stratisparelis/docs/_3933f2998dbb8f?fbclid=IwAR0o2Jjsz7Dv2Yed-8Z8xpwvSyzhJDn2jYRq-FhLs98MgHqyB1695w3Rpas

Στρατής Παρέλης, Η αυτού εξοχότης του φεγγαριού

Published on 

Ποιητική συλλογή

11 Νοεμβρίου 2022

Τρία ποιήματα

 


Γράφει ο Στρατής Παρέλης // Τα ποιήματα του Fractal 

 

 

 

 

Νόηση και έννοια του υπερβατικού…

 

Φωνή φωνούλα χαράματα που αναγνώθω την ομοιόμορφη μελαγχολία των δέντρων·

Λυγίζει όπως η μουσική μιας φυσαρμόνικας που παίζει

Ένα παιδί στην πίσω αυλή των θαυμάτων.

Ξαφνικά όλα είναι αστραπή και έχουν διάρκεια.

Ο καημός μου διαχέεται στα γαλανά σύμπαντα.

Πέρα από μύθους- είμαι εγώ κι εσύ που σκαρφαλώνουμε στο άγουρο μελάνι της εκμυστήρευσης.

Με ευθεία φλογισμένη ώσπου

Να γίνει η τεθλασμένη των παθών.

Κι εκείνο το μετάξι του ορίζοντα άκαμπτο και ουσιώδες

Μας σταυρώνει και μας προτρέπει σε μια αποκαθήλωση

Και μιαν Ανάσταση να αποδείξουμε πως η ψυχή σε όλα αντέχει!

 

30/10/2022

 

 

 

Της απόφασης και της εντολής..

 

Στις ουτοπίες μου υπήρξα ακραίος

Σαν ένα απόλυτο βιολί·

Ψιθύρισα τα γεγονότα

Ξέφτισε ο ντουνιάς στα μάτια μου

Λύγισε σαν πυρακτωμένο σίδερο

Ένιωσα τους νεκρούς που σιγανέψανε

Να μου μιλούνε πίσω

Από την μάντρα του κοιμητηρίου που κραδαίνει

Το σκούρο κυπαρίσσι της ώσπερ θανάτου

Κάλεσμα.

Τίποτα δεν θα αντισταθεί στον ήλιο

Μόνο η μουσική θα πει και τούτα τα καθέκαστα

Και κείνα που δεν τα γνωρίζω.

Μπαίνει η μελαγχολία από μια χαραμάδα στην ψυχή μας

Αλίμονο πολιορκεί τα μάτια μας

Κι αυτός ο ήχος από τα φυλλώματα που τρίζουν

Τι πικρός!

Καίει η καθεμιά κατάληξη που μας αγνόησε

Η κάθε έννοια καίει που δεν την μεταγλωττίζουμε

Είναι η εποχή του σκότους και της παρακμής

Λατρεύω μύθους και ξανοίγω στα βαθιά πελάγη…

 

 

 

Φρεσκάρισμα στα χρώματα του ήλιου…

 

Γυμνή η μέρα

Και επιφανής. Άσπιλα πουλιά πετούν αγγίζοντας την

Χαρά. Μηδενισμένο το βάρος τους- σαν όρθιοι καπετάνιοι

Που παραπλέουνε στην αττική γαλήνη.

Και μια μαγευτική αυταπάτη

Τοκίζοντας την πλησμονή των δέντρων

Αφήνει ψίχουλα ζωής επάνω από τα κοιμητήρια

που ο ύπνος των κεκοιμημένων

Σφαλίζει όλη την πρόσβαση στο όνειρο.

Είσαι ή δεν είσαι εκεί, ξεσκίζοντας

Την πραγματικότητα για μια φερέγγυα λύπη

Αδιάφορον!

Και οργανώνεις αντιφάσεις που δεν θα ‘’σου βγούνε’’, ή κιόλας

Να ζεις φιλοσοφώντας ανισόρροπα, ενώ

Για μια πατρίδα καθυποταγμένη κατορθώνεις

Να ζεις ανάποδα, στον ρου της Ιστορίας τον αμετάθετο!

 

28/10/2022




2 Μαΐου 2021

http://www.poiein.gr/2021/04/06

 Νύχτα παλίρροια των ερώτων…

Στον αφρό βγαίνουν οι λύπες μου, στο άκουσμα
της βαθύλαλης νύχτας,
εθελούσια παραδίνονται οι πόθοι στου σώματος
την ηδονή και
ταρακούνιονται τα σύμπαντα όλα, ένας
δασύς ήχος από φωνήεντα που αναθερμαίνουν την αίγλη του λεξιλογίου
γλιστρούν μες την ανεκλάλητη σιωπή και τρέπουν
την κάθε λέξη
σε φυγή
μπροστά στο νόημα της αγρύπνιας.
Φυγή στην φυγή έρχεται του ποιήματος η άμαξα και φέρνει
φεγγάρια δριμέα και αυτούσια που φωτίζουν
τον νου μου
που σκοντάφτει στα ρηχά και των ιδεών
το καμάρι στολίζουν
με την ατσιδοσύνη τους.
Όπου να κρύβεσαι θα σε βρίσκω
τεκμηριωμένη στον πόθο σου και στον έρωτα!

Απορία…

Σχεδιάζεις μέλλον και σου προκύπτει ζοφερό παρελθόν,
ακούς στην χαρά μέσα και η λύπη σου έρχεται, ποιός ορίζει
Την μοίρα και των γεγονότων η ακολουθία είναι σαν
μαδημένο λουλούδι που το ζωγράφισε
ένας κακός ζωγράφος πάνω στην ασπίδα που εγκατέλειψες
σε ένα πόλεμο που δεν τελειώνει;

Ο Χρόνος…

Ο Χρόνος καταγραφέας των πάντων,
Δρασκελά τις ώρες με κατάπληξη
Μαθητεύει στην σκληράδα του πόνου,
Λεπτομέρειες χρωματιστές στα κιτάπια του, λεπτομέρειες χάους
Και στα τσαχπίνικα δευτερόλεπτα αντηχεί η παθιασμένη του αναπνοή-

Όλα μεγεθύνονται μέσα του όλα ιριδίζουνε μια στιγμή ως να ατονήσει
Η προκοπή τους και να γίνει μια υπαίθρια λησμονιά
Που έρπει πάνω στα στιλπνά τα φύλλα
Των δέντρων που γιγάντωσαν το μπόι τους-

Μετέχω στην ζωή και τους θανάτους αποστρέφομαι
Απομυζώ πραγματικότητες, φιλοσοφούν επάνω μου τα κύτταρα
Ζω με τους σεβασμούς που διδάχτηκα, όπως
Να ήξερε καλά ο παππούς μου πόσο θα με συντροφέψουνε
οι λόγοι του στο αχανές του κόπου….

Ζωή με πρακτική συγκίνησης…

Ανεξήγητος ο κόσμος και ο Θεός κι αυτός ανεξήγητος
πάντα επάνω μας να δοκιμάζει κάτι. Τα χέρια του
λασπωμένα από δημιουργίες και Τόλμη
γραπώνουν την Αλήθεια την Αόρατη. Και πώς
να μην μεροληπτείς όταν με τόση
συμπάθεια το ζεις το Θαύμα και το μεγαλώνεις!
Άκυρος ο Χρόνος όταν να τον αποδιοργανώνεις καταφέρεσαι. Γεωμετρίες
φαιδρές αράδιασε ο Φεβρουάριος. Εσύ
με την αφράτη λέξη σου πλάθεις
εικόνες και ιδέες τόσες!
Ολόσωμη αυταπάτη,
αρχινισμένη μες τις κοινωνίες που καλείσαι για να ζεις
κι αγκαθωτός χειμώνας,
παρφουμαρισμένος με φοβίες και τρόμο.
Καραδοκούν ολόγυρα οι πραιτοριανοί, στοχεύουν
στην ψυχολογία σου την βουλιαγμένη.
Μουρμουρίζω κάτι ακαταλαβίστικα λόγια και παρακολουθώ
που νυχτώνει.
Αγριεύει κι άθελά μου το μέσα μου.
Εγώ ο νερόφιλος πώς ζω μέσα σε τόση ξηρασία;
Ανεξήγητος ο κόσμος κι ο Θεός κι αυτός ανεξήγητος.
Ανεξήγητη η Αγάπη, ο Έρωτας, το σμίξιμο
των σωμάτων. Ήρεμα, γλυκά πέφτει η νύχτα: καμπυλώνω
τα λεξιλόγια και τα συστρέφω, όπως κληματσίδες
της ορεινής Σαντορίνης να στέψουν τον μύθο
που πίστεψα: χέρια δοξασμένα, πράττουν την ζωή όπως
σοφά κάποιος πάντα θα κάνει.
Εδώ ζητώ να είμαι και ας σκορπιστώ παντού:
χους που τον έσυρε ολόγυρα ο αέρας…

Προσωπικό Επιμύθιο…

Χρεώθηκα την λάβα των εγκάτων
Κολάτσισα απελπισίας τα απομεινάρια
Κυλίστηκα μες τα λασπόνερα της λύπης-
Ζώστηκα φυσεκλίκια των ανέμων

Έπεσε βράδυ, ένιωσα να με κεντά η σιωπή
Και του αστεριού η ατσάλινη λόγχη˙
Σκύβει η νύχτα στα πολυάριθμα ποτάμια της και πίνει
Σώμα νερού που κάλπασε ως την λαλούσα θάλασσα-

Κολλήσανε των δέντρων τα κλαδιά με το αργυρό φεγγάρι˙
Πάντα ό,τι θα πλάθεται θα επαναστατεί
Ενάντια στον δημιουργό του!

Ανάμεσα στο πλήθος
Θα φάνταζα παράταιρος, με ζώσανε οι αυταπάτες
Και έκλαψα από χαρά που είδα ένα όνειρό μου από παντού να ξεστρατίζει
Και να τρανεύει ως τα δώματα του ουρανού!

Ευαίσθητη παρανομία…

Καλόγνωμες νύχτες, μυστικές
Που έφτασα ως το βήμα τ’ ουρανού,
Πεζοπόρος που κάτι Αθώο γυρεύει˙ και τις άλλες μέρες
Για να πάρω αυτό που μου αξίζει απ’ την Φωτιά
Κοντά στον Έρωτα πήγα
ν’ ακούσω τα χαμπέρια του.
Τι προστάζει η ζωή και το διαλύει ο θάνατος;
Ζοφερά γεγονότα ενσκήπτουν μέσα στην πικρή εποχή
Και χάνεις ό,τι κέρδισες.
Κι έτσι ναυαγισμένος στα ρηχά, ξανά
Να προσπαθήσεις πρέπει για ελευθερία που ματώνει.
Να η τελεία μου και να το φωτεινό θαυμαστικό μου-
Να ο καημός και να η πίκρα μου
Η λύπη μου και η χαρά μου – να!
Ενορχηστρώνουν μια κατάσταση αλλοπρόσαλλη
Και κρυφακούω πίσω απ’ τα σύννεφα
τα λόγια ενός παράξενου θεού…

28 Ιουλίου 2017

Στρατής Παρέλης, Αττική και πάσης Ελλάδος..

Issuu is a digital publishing platform that makes it simple to publish magazines, catalogs, newspapers, books, and more online. Easily share your publications and get them in front of Issuu’s millions of monthly readers. Title: Στρατής Παρέλης, Αττική και πάσης Ελλάδος.., Author: Εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ,…
ISSUU.COM

25 Μαΐου 2017

Στρατής Παρέλης, Πέντε ποιήματα





Στρατής Παρέλης, Πέντε ποιήματα

 Ακαδημία Ποιείν, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας





Ώσπερ θανάτου…

Σε όλα κερδίζουμε το χρώμα μα μένει
Μια οσμή από απουσία που επάνω της
τυμβωρυχούν οι τσαρλατάνοι
Χρόνοι και σήπεται η ρημαγμένη αιωνιότητα.
Παράξενα που ηχεί!
Κλεμμένη μουσική από ‘να πιάνο που οργάνωσε τις νότες της Αλήθειας.
Κερδοφορίες φωτιάς κι αν πεις και της ψυχής όπως την εννοούσαν
Πάλαι ποτέ οι ποιητές και την εξύμνησαν
Ονομαστοί κανταδόροι.
Ήρθε η Στιγμή:
Ανακαλύπτω θάλασσα μέσα στον ουρανό και ουρανό
Μέσα στην θάλασσα- ανακαλύπτω που πεθαίνω.
Κοράκια ζοφερά χυμούν τριγύρω απ’ το κεφάλι μου και θέλουν την λεπτή μου Ουσία.
Η μέρα δεν με προφυλάσσει- σκονισμένα μνήματα
Ξεχύνουν τους νεκρούς τους στα σοκάκια της γης
Ξεγίνεται η αιωνιότητα.
Πόσο ακούω θλίψη και
πόσο είμαι μελαγχολικός!
Ο αέρας σπέρνει τις προσευχές μου- πράο ήσυχο γάλα.
Συνάντηση με τον εαυτό μου τον άλλον, συνάντηση στο στεγνό υπερπέραν.
Όσες σκέψεις έφυγαν είναι σαν χλόη πια που επάνω της περπατώ και νοστιμευομαι το παράξενο χάος.
Παράξενη μάνα μου μοναξιά μου, έλα
Στον ύπνο μου αυτόν τον ξιπασμένο και δώσε μου
Ένα έλεος καυτό, όπως το δάκρυ
Που κυλά στα μάγουλά μου κλείνοντας και άλλο αυτήν την φυλακή
Του τάφου, όλα τα αποχωρίζομαι
Και θα μείνω με καβούκι ανελέητο κέλυφος.



Η λογοτεχνία μου…

Οπισθοδρομούν τάχα
Λέξεις έρμαια εννοιών, γραπώνονται
απ’ την έωλη πραγματικότητα και λουφάζουν
Στα καταφύγια μέσα της ερήμωσης, απηχούν τον αιώνα.
Εκείνος με τους πολέμους του στρώνεται στην δουλειά, λες
Και δεν αποθηριώθηκε ο άνθρωπος.
Ζωγράφησέ μου τον πόνο, το δάκρυ που αναβλύζει όπως λάβα απ’ τα μάτια των παιδιών, ζωγράφησέ μου την πληγή που χαίνει σαν μία κηλίδα που ποτίζει όλον τον καμβά με χρώματος μαρτύριο.
Κι η δόλια η λογοτεχνία μου πόσο μπαλώνει το κουρελιασμένο ρούχο της αλήθεια, πόσο
Κρατά καλά επάνω στις επάλξεις κι είναι αναρίθμητοι οι εχθροί;

Του ήλιου ύμνος σύντομος…

Αισυμνήτη ήλιε
Χαίρομαι τα ατίθασα τσαλίμια σου
Ξυπόλυτε φίλε των ανέμων
Έλα κοντά μου κι άφησε τα τριαντάφυλλα να μου μιλούν
Το χέρι σου κλονίζει τους θυσάνους
στην παραλία την έρημη
Μεσημεριάζει στο πλατύ μέτωπό σου
Αθροίσεις πουλιών κυνηγούν να χωθούν στο ανοικτό πουκάμισό σου
Σε ντύνει νεύματα αισιοδοξίας ο ουρανός..

Ίσαλος γραμμή..

Ώχρα του απογεύματος πάνω στους τοίχους που αφήσαν τα τζιτζίκια
Ένα μουρμούρισμα απίθανο αντήχηση ενός καλοκαιριού που έπεσε
Προ των πυλών χρισμένο ασβέστη
και αχαλίνωτη παραλία όπου οι κοπέλες
Έσπασαν το λαγήνι του νερού και η δροσιά ξεχύθηκε
Έως τον κάθε κόκκο τον πικρό της άμμου.

Εικόνα μπρος στα μάτια μου αναποδογυρισμένο
τρίκυκλο απ’ την ταχύτητα μες τα χορτάρια πλάι στον δρόμο χαχανητά
που τίποτα, κι ευτυχώς, δεν συνέβη
νεότητα η αγέρωχη.

Κι η μάντρα με την βοκαμβύλια ίσαλος γραμμή
της φούριας
της Κυριακής α μαγικό!

Πίσω απ’ το μικρό εκκλησάκι γυάλισαν παρέες με ποδήλατα. Καθυστερούν
οι μνήμες να προφτάσουν τα συντελεσμένα. Σημείωσα
επάνω στα δαφνόφυλλα το Τίποτα και ξέρω
πως θα έρθουν να με βρουν τα μάτια σου
πρωθύστερα ερωτικά κι από την συμπάθεια
που σου ‘χω.

Δεν θα ξαναϋπάρξουν…

Ιερότητες που δεν θα ξαναϋπάρξουν
Πίσω απ’ τα μάρμαρα τους γκρεμισμένους κίονες την σεμνή ησυχία
Δάγκωσα την ψυχή μου ανασκουμπώθηκα είδα και είπα
Μικρός είσαι αφέντη μου μικρά και πεθαίνεις
Διαβάζω την αρχαία φωνή και ευφραίνεται η πικραμένη καρδιά μου
Οι παπαρούνες έφεραν την άνοιξη καβαλικέψανε τα χαμομήλια ηλιαχτίδες
Και το αεράκι συντυχαίνει κόσμο αιθέριο

Δεν θα ξαναϋπάρξουν
το σκήπτρο του Απόλλωνα η αιχμηρή
Περσεφόνη η Αθηνά
που στόλισε με σκέψη τους ναούς-
Μικρός είσαι αφέντη μου
βράδιασε στον ντουνιά συλλογίσου
Ένα μικρό πλοιάριο που πλέει κατά την ανεξαργύρωτη Τροία
Και θέλει πίσω μια ωραία Ελένη..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου