...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΕΡΟΣ ΜΑΧΑΛΑΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΕΡΟΣ ΜΑΧΑΛΑΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Μαρτίου 2015

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ



Που το σούρουπο το περπάτησε ένας Ιησούς συνειδήσεων,

Τα βλέφαρά του είχανε θίξει τόση ευφωνία!
Η μελωδία αντήχησε
Μες τα φαράγγια που τα πλάκωσε
Η νύχτα σαν τύψη..

Ορθώθηκε ένα χαοτικό
Τείχος της σιωπής. Πίκρα!
Οι άγγελοι φρονώντας δίκαια
Πήγαιναν και φέρναν τ’ αλληλούια! 

Ο θεός κατέβηκε στο ύψος θαύματος.
Η νυχτιάτικη παρουσία του ήτανε
Η στοργή στο πρόσωπο·
Το απόλαυσαν οι πιστοί στην ποίηση!
Έμπνευση! 

Καλλικέλαδος κόσμος.
Τα κατοικίδια του σύμπαντος
Σφράγισαν με την βούλα τραγουδιών παρήγορων
Την επιστολή αυτή
Σε μια άνοιξη του Απρίλη..

Μόνο η ελπίδα απελπίστηκε.
Ίσως ο καιρός..
Είχε πικράνει η γλύκα του..
Ίσως ο καιρός..
Ο πόνος ίσως..

Πάντως υπήρξαν όλ’ αυτά ..
Πονεμένα..

17.4.1982

8 Απριλίου 2013

ΤΟ ΒΑΡΚΑΚΙ.





Με χρώματα εφτά λογιώ
Βαρκάκι του καλού ψαρά
Λαμποκοπάει στον ήλιο.

Στράφτουν αντένες τα νερά
Στα μεσημέρια τα πυρά
Καψώνουν τα κορίτσια του
Και γδύνονται γοργόνες.

Νοιάζονται-    λένε το «Γιατί;
Αφού η αγάπη κυβερνάει
Κι ο έρωτας μαϊνάρει

Γιατί σαλπάρει το κακό

Ολημερίς να πολεμάς
Να στήσεις ένα σπιτικό
Το βράδυ να στο πάρει..»


                                                                          9.3.1980

13 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΒΑΡΚΑΚΙ.

 
 
Με χρώματα εφτά λογιώ
Βαρκάκι του καλού ψαρά
Λαμποκοπάει στον ήλιο.

Στράφτουν αντένες τα νερά
Στα μεσημέρια τα πυρά
Καψώνουν τα κορίτσια του
Και γδύνονται γοργόνες.

Νοιάζονται- λένε το «Γιατί;
Αφού η αγάπη κυβερνάει
Κι ο έρωτας μαϊνάρει

Γιατί σαλπάρει το κακό

Ολημερίς να πολεμάς
Να στήσεις ένα σπιτικό
Το βράδυ να στο πάρει..»


9.3.1980

3 Απριλίου 2010

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ,

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ,

Που το σούρουπο το περπάτησε ένας Ιησούς συνειδήσεων,

Τα βλέφαρά του είχανε θίξει τόση ευφωνία!
Η μελωδία αντήχησε
Μες τα φαράγγια που τα πλάκωσε
Η νύχτα σαν τύψη..

Ορθώθηκε ένα χαοτικό
Τείχος της σιωπής. Πίκρα!
Οι άγγελοι φρονώντας δίκαια
Πήγαιναν και φέρναν τ’ αλληλούια!

Ο θεός κατέβηκε στο ύψος θαύματος.
Η νυχτιάτικη παρουσία του ήτανε
Η στοργή στο πρόσωπο·
Το απόλαυσαν οι πιστοί στην ποίηση!
Έμπνευση!

Καλλικέλαδος κόσμος.
Τα κατοικίδια του σύμπαντος
Σφράγισαν με την βούλα τραγουδιών παρήγορων
Την επιστολή αυτή
Σε μια άνοιξη του Απρίλη..

Μόνο η ελπίδα απελπίστηκε.
Ίσως ο καιρός..
Είχε πικράνει η γλύκα του..
Ίσως ο καιρός..
Ο πόνος ίσως..

Πάντως υπήρξαν όλ’ αυτά ..
Πονεμένα..

17.4.1982

3 Φεβρουαρίου 2010

ΙΕΡΕΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟ ΦΩΣ.

ΙΕΡΕΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟ ΦΩΣ.

Οι νύχτες τρώνε τα φεγγάρια μου κι εγώ πεθαίνω
Μες τα ξενοδοχεία που ρημάζει ο βοριάς
Θλίβομαι να ξιφομαχώ μ’ αγγέλους- σε πόλεις
Παλιές
Με κάστρα
Με άνεμο
Και πάλι νέες όμως- σαν
Να βγαίνουν
Απ’ τις οθόνες υπολογιστών
και μας ξενίζουν
Πως ξεδιπλώνουν φόβο μες τον χρόνο..

Αποκρυπτογραφώ τον κώδικα της σιωπής τους·
Λίγοι μου αρέσουν άνθρωποι·
Στηρίζομαι το πιο πολύ σ’ αυτό το λιλιπούτειο σπουργίτι
Που όλο χοροπηδά μπροστά μου και μου διώχνει την μελαγχολία
της ζωής!

Τώρα όχι άλλα ψέματα! Λατρεύω την σάρκα
Την αμαρτία της, την εκδοχή της
Η ηθική της να ‘ναι μόνον η λαγνεία.

Κορίτσια με τ’ ωραίο στήθος, μούσες
Νεράιδες, μάγισσες, θεές μου
Μέσα στον πόθο μου που παρελαύνουν
Ιέρειες στο παθιασμένο φως!

Δεν αντέχω να προσμένω τον έρωτα, θα πάρω το φιλί σου
Θα πάρεις τα νιάτα μου, θα πάρω το ξίφος
Που λαβώνει καρδιές·
θα κλείσω την πόρτα!

Γυμνοί και ορφανοί θ’ αγαπηθούμε!

11.5.2008

Άφησε λίγη άμμο στην κλεψύδρα

Άφησε λίγη άμμο στην κλεψύδρα

Μην τελειώσουν τα όνειρα, μην τελειώσει η ζωή
Να παραμείνουν δροσερά τα ρόδα και στα μάτια
Να λάμπει αυτό το φως.

Άφησε λίγη άμμο στην κλεψύδρα
Να παρατείνεται η παρουσία του θεού
Και το παιδί το μέσα μας ν’ αργεί να μεγαλώσει.

Άφησε λίγη άμμο στην κλεψύδρα..

Αν ξημερώσει μην γεράσεις την μέρα· άκουσε τα νεαρά πουλιά της
Που ραμφίζουν το σταφύλι που μεθά την αλήθεια τους
Και ψάλλοντας
Το αιώνιο μυστικό τους λένε..

Άφησε λίγη άμμο στην κλεψύδρα..

11.5.2008

2 Φεβρουαρίου 2010

Η ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ.

Η ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ.

Η νεραντζιά έξω απ’ το σπίτι μου
Παιδεύεται μέσα στο βάρβαρο ετούτο φως.
Την κατοικούν πουλιά.
Ένα κοτσύφι
Που με ξυπνά μονολογώντας πρωινό καημό.
Ο χρόνος την αγγίζει πάνω στα φυλλώματα
Που ο άνεμος θροΐζοντας τα μεταφράζει.
Με κοιτά.
Με ξέρει.
Μου μιλά.
Δαγκώνει το ψωμί μου
Της ποίησης. Μοιραζόμαστε
Ετούτη την σιωπή από ποιήματα που γράφονται
Αργόσυρτα μέσα στις νύχτες
Και το πρωί τα απαγγέλουνε τα πιο χαρούμενα πουλιά..

Εκεί, με την ηθική της, με φωνή από ξινό λόγο

Πριονίζει αργά μέσα στις μέρες το σώμα του χρόνου
Κι όπως γερνάει με το κορμί της σαν σπαθί που κόβει άνεμο
Ματώνει γύρω της το έδαφος της μοναξιάς
Που την κατέχει σαν περιουσία, νεράιδα!

Ετούτη η αινιγματική μου πρωθιέρεια
Στον φτωχικό δρόμο της γειτονιάς.

Η κάμαρα με το ψηλό ταβάνι που από μέσα της
Εξέχουν λέξεις σαν μια σάρισα του στρατηλάτη
Ανταμώνουν μες το βλέμμα που μαθαίνει
Την ουσία την αληθινή του φωτός.

Εγώ θα μείνω εδώ να περιμένω
Τα πουλιά που θα ξανάρθουν-
Κληρονόμος λουλουδιών πάντα θα συλλαβίζω χρώματα
Θα σκορπάω περιουσίες αστεριών που τρυπούν τον γλυκό
ουρανό..

11.5.2008

ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ.

ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ.

Αποπού κατάγονται αυτές οι πασχαλιές σαν φρούτα
Του ώριμου αρώματος που πάνε
Γυμνά μέσα στον κάθε αέρα;

Σπαθίζουν με μοβ ρομφαίες, είναι
Παλάτια εντόμων.
Στην ηλιόλουστη άνοιξη είναι τα αγγελάκια της ανθοφορίας·
Ξεσπούν
Τα ζωηρά τους κλάματα
Μέσα στον τυχερό Απρίλη!

Μεθυστικά μου χρώματα πόσες φορές δεν ζήλεψα να ήμουνα ζωγράφος
Γιατί με λέξεις δεν κατόρθωσα ποτέ μου δίκαια να σας πω!

Θεά ημέρα!
Που πνίγηκαν οι σκέψεις σου μέσα στα αφρισμένα κύματα-
Ήρθαν οι Αφροδίτες σου να με συναπαντήσουν
Ανάμεσα στο σιγανό ψιχάλισμα που οι λέξεις έγραφαν
Τις μελωδίες των ουρανών!

Έτσι περνώντας απ’ τα λεξιλόγια ίδια είναι
Τα ποιήματα που αποκόμισα διαβάζοντας
Λουλούδια κι άστρα-

Και των φωτεινών μυστικών της ψυχής
Του ανθρώπου το ανάγνωσμα!

10.5.2008

Η Π.Χ. ΣΥΝΕΣΗ.

Η Π.Χ. ΣΥΝΕΣΗ.

Κάποιο λόγο θα ‘χει και μας απιστεί η σοφία.
Εξάλλου και το σπίτι μας το ροκανίζουμε και τον πλανήτη
Από παντού τον κατατρώγουμε
Μ’ αφέλεια.
Π.Χ. εγκαταλείφθηκε η σύνεση-

Μπορεί γιατί και οι δυνάμεις μας δεν είχανε ανακαλύψει
Την καταστροφική αξία τους.

Ο ουρανός αγγίζει χαμηλά εκεί την γη και φιλικό
το πεύκο βγάζει απ’ το ρετσίνι του ένα θυμίαμα
που κάθε άγγελος ζηλεύει.

Πάντως στις επιτύμβιες στήλες καθαρογραμμένο είναι:
Σκοτωθήκαμε-
Μες τους πολέμους που δημιουργήσαμε.
Ξιφομαχούμε μ’ απληστία.

Εγώ το ξέρω ότι χτίζουμε τον κόσμο στον οποίο θα υποφέρουμε
Γι’ αυτό και στα ποιήματα περιορίζομαι όλο για θεούς να γράφω-
Τους πολλούς θεούς που πάντα η φύση μου έδειξε
Όταν στα παιδικάτα μου με μεγαλώνανε και με διδάσκανε νεράιδες!

10.5.2008

ΟΙ ΠΑΝΑΓΙΕΣ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ.

ΟΙ ΠΑΝΑΓΙΕΣ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ.

Άσε τις λέξεις –πολιτείες στο βράδιασμα- να σου μιλήσουν
Ακίνητες, φιγούρες του βραδιού
Πλέουν μες τ’ άστρα.

Όσα αγαπώ τ’ ανακαλύπτεις και σε μια γραμματική τυφλού
Με την αφή καταλαβαίνεις
πιο καλά τον κάθε κόσμο.
Έχω βιβλία της χαράς, τα ευαγγέλιά μου είναι
Μυρσίνες

Πάνω τους οι δροσοσταλίδες που γυαλοκοπούν
Έχουνε λούστρο πόθου.

Βλέπω μέσα στον άνεμο, ακούω πέρα από το φως
Οι σιωπές μου όρθιες σαν λόγχες
Πληγώνουνε την μοναξιά. Το αίμα της
Βάφει ετούτα τα λευκά τριαντάφυλλα
Σαν εικονίσματα της ανθεστήριας πρωτομαγιάς..

Οι Παναγιές του δειλινού έρχονται μέσα στα γαλάζια βράδια
και
Μες την ψυχή μου..

9.5.2008

ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ..

ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ.

Πως σβήνει η μέρα, ευώνυμα που μοσχοβόλησε ο βασιλικός!
Επουράνιος ήχος
Μακραίωνης πνοής που η ιστορία μέσα του
Ξαφνιάζει πάντα.
Ανάσκελα διαβάζω ουρανό. Είναι λίγος ο άνεμος
Και τ’ άστρα γράφουνε πορείες φωτιάς
Μέσα σε τούτη την ωραία νύχτα!

Ξέμαθα να ελπίζω-
Μπορεί με το που χόρτασα όνειρα-
Λες και μ’ αυτά να ξεπληρώθηκε το τίποτα που αληθινά κατέχω..

Παραστρατίζω μες τα μονοπάτια
Είναι αψιά η εξουσία που μετέχουμε
Όλη η ζωή μου μία δίκη υπέρ αδυνάτου..
Κάτι φορές ακούγεται ο πηλός
Ν’ ασχυμονεί κι ήχο κακό να βγάζει.

Τουλάχιστον να βρω το ζύγι που κανέναν δεν θα αδικώ!
Τουλάχιστον να πνέει μέσα μου ελληνικό μελτέμι!


9.5.2008

ΣΚΗΝΙΚΟ.

ΣΚΗΝΙΚΟ.

Περπατούσε μέσα στους δρόμους των άστρων.
Ένας μικρός επαίτης του μεγάλου φεγγαριού.
Μόνος.
Γυμνός.
Από όνειρα και αισιοδοξία.
Στην καρδιά του
Μια ουτοπία ζωντανή.

Να φαίνεται όπως θα πρέπει να επινοηθεί μια απελπισία
Από τον σκηνοθέτη ενός μακάβριου σκηνικού.
Και το σκοτάδι που παίζει με τις λίγες
Αποκαλύψεις και τα πολλά κρυμμένα
Μυστικά του
-σαν λόγος θεού-
Άηχο
Γυρίζει και γυρίζει
Κι αναπαύει την ζωή μέσα στον μαύρο του οίκο.

Μόνος.
Γυμνός.
Κι ένα τραγούδι άστρων για μια λιγομίλητη νύχτα
Που παίζει ανταύγειες στην καρδιά των πρωινών πουλιών.
Σημαίνει θεού ήχος και έχει τις παρουσίες των αγγέλων
Υποταγμένες στο βαθύ γαλάζιο-μαύρο μυστικό της.

Τώρα σχηματίζεται από ψυχή γραμμένη ένα σώμα
Μαγευτικό ζωηρής μουσικής.
Τα λουλούδια υπόσχονται ευωδιαστές ανάσες.
Μια σπαθιά φωτός σχίζει στα δύο τον αέρα.
Κι ένας κοκκινολαίμης άρχοντας της πιο αθώας νότας ξεκλειδώνει
Το ωραίο πρωί!


9.5.2008

Εγώ το ξέρω ότι έτσι επιβάλλονται οι συμφωνίες των πουλιών

Εγώ το ξέρω ότι έτσι επιβάλλονται οι συμφωνίες των πουλιών

Μαθαίνεις να διαβάζεις πια την μελωδία τους και πάλι
Στο πρωινό εκείνο που εξέχει είναι ο ύμνος που ποτέ σου δεν σπουδάζεται

Ακάθιστος.

Είσαι ο πιο συνεπαρμένος αγγελο-
Δίδαχτος επαίτης.
Μέσα στον θρύλο της γλυκιάς ζωής.

Με το ίδιο νόμισμα πληρώνονται. Λόγια πολλά που δεν λένε τίποτα κι όμως λάμπουν
Με τον ήχο τους θούριο πολεμικό.

Τώρα ξέρω να ξεχωρίσω μέσα στο φως του ήλιου
Την πιο γλυκιά μουσική!

8.5.2008

ΑΛΦΑΒΗΤΟ.

ΑΛΦΑΒΗΤΟ.

Σ’ αυτήν την γλώσσα που μιλώ λείπουν οι δίφθογγοι.
Μόνο οι επιθετικές
αντωνυμίες των δικών σου υποσχέσεων
λείπουν μα περισσεύουν …

Πως γίνεται αυτό;

Πάντα έρχομαι από μια χώρα που δεν είναι ποιημάτων

Ερημίτης με θρησκεία δύσκολη

Των ακρίδων ξέρω την γεύση πικρή

Και ο θεός μου είναι ανέλπιστα λίγος!

Ψάχνοντας ακόμη και μέσα στον άνεμο το χνάρι του εαυτού
Είναι μοίρα η στέρηση-
μόνο γη οργώνω
Κι άλλα πια τα νοήματα που με κόπο κατέχω
Πράσινα και με χλωροφύλλης επιχρίσματα
Έρχεται έρχεται η αγιοσύνη απ’ την μοναξιά των λέξεων
Μόνο που την κατέχουν οι αληθινά αθώοι

Που νιώθουν των παιδιών τον άδολο έρωτα
Και των νερών που τρέχουν δροσερή τους βλασφημία..

Ο φευγαλέος τούτος που μου λιγοστεύει βίος

Κάτω απ’ τα σεντόνια τόνε ψάχνω
Είναι μία ανέραστη απελπισία του κορμιού που θέλει
Να αναγνώθει πάνω στην ελπίδα πόνο…

Σ’ αυτήν την γλώσσα που μιλώ λείπουν τα ουσιαστικά
Που θα προσδιορίσουνε στο μέλλον την αγριεμένη εξουσία.
Μόνο χίμαιρες κατέχω, μόνο απλό
Λόγο του αφελή που πίστεψε ότι οι άνθρωποι γύρω του εμφύλια δεν
θα πολεμούνε!

8.5.2008

1 Φεβρουαρίου 2010

ΑΓΝΟΙΑ.

ΑΓΝΟΙΑ.

Ούτε κόππα δεν ήξερα, ούτε
Μέλι της ποίησης προτού να σε βρω
Μέσα στην πατριδογνωσία μου ελπίδα.

Κι η μάνα μου σαν να μην ήθελε να μου το πει πως γίνεται
Μία ψυχή σαράντα θρύψαλα-
Μόνο με κοίμιζε στην αγκαλιά της λέγοντας
Παλιό μικρασιάτικο τραγούδι.

Αχ ασυλλόγιστα νιάτα μου!
Αθώα που υπήρξατε!
Με τις φιλίες που ζωντάνευαν ειλικρινά
Μέσα στα ωραία χρόνια.

Βασάνιζε και την φωνή του εκείνο το πεισματικό τριζόνι
Όπως να ήταν να πριόνιζε την νύχτα
Εκεί στην εξοχή
με μία λάμπα πετρελαίου
λίγη κι άφθονη
Που όλους γύρω της μας συγκεντρώνει.
Μια άγια ώρα!

Τώρα
Αλλιώς ηχεί ο ανήλεος καιρός.
Πάνε τα όνειρα που τότε αλήθεια είχαμε
Καταχτήσει.
Πάνε εκείνα τα πριόνια που έκοβαν φέτες την νύχτα.
Βαραίνει ο ουρανός. Σιγά
Σιγότερα ακούγεται η μουσική.

Ούτε κόππα δεν ξέρω, ούτε
Πατριδογνωσία σωστή.
Μόνο αραδιάζω χίμαιρες κι ελπίζω
Να γράφομαι μέσα στους ουρανούς σωστός!

7.5.2008

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ.

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ.

Να μυρίζει ωραία το πεύκο κι ο παππούς μου αναστημένος να στέκεται
Ανάμεσα στις ανθισμένες κείνες που αγαπούσε τριανταφυλλιές.

Με το αγαλματένιο του χαμόγελο.
Πάλι καπνίζοντας.
Και ο καπνός
Όπως να βγαίνει έξω από την γυάλα ετούτη
Που τον κήπο περιέχει αυτού του ονείρου.

Κίτρινα και βαθιά
Κόκκινα ρόδα. Αιώνια σύμβολα!
Ξιφομαχούν μες τον ευωδιαστό γύρω μου άνεμο..

Τώρα μες απ’ το όνειρο κοίτα που αναιρείται ο χρόνος
Όπως με σπόγγο σβήνεται
Στον μαυροπίνακα η λάθος μας γραμμένη ορθογραφία-
Κι είναι ο δάσκαλος σαν χρόνος πάντα αυστηρός.

Να βλέπω τον παππού μου όπως αντιγράφω νοσταλγία στο μουντζαλωμένο μου τετράδιο
Που του περίσσεψαν τα λάθη και οι λέξεις αινιγματικές
Τους αναγνώστες του θα δυσκολεύουν-
Όλο.

Και μου λέει πάλι το μικρό του μεγάλο παράπονο.
Όπως καπνίζει και φυσάει τον καπνό
Ολοένα προς τα πίσω:
Προς τους πικρούς
Παλιούς ελληνικούς αιώνες!

7.5.2008

Μελαχρινή σαν το κοχύλι που ‘βαλα στ’ αυτί για να ακούσω θάλασσα

Μελαχρινή σαν το κοχύλι που ‘βαλα στ’ αυτί για να ακούσω θάλασσα
Σαν το τσαμπί του μαύρου σταφυλιού
Που χοχλάζει βαθιά του του θέρους το σφρίγος,
Είναι μου!

Θέλω να σε πω με αρώματα
Με γεράνια, με ορτανσίες
Τις γαρυφαλλιές να βάλω να σε απαγγείλουνε:
«Σοφία!»

Άκου με λοιπόν, είμαι ο άνεμος
Είμαι το σιγανό ψιχάλισμα
Κι αν μ’ αρνηθείς γυρίζω πάλι πίσω τον καιρό
Και κείνο που ‘θελες κοντά σου τ’ οδηγώ κοντά σου

Γιατί ποθώ να συντριβώ στις συμπληγάδες των χειλιών σου!

27.10.1981

ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ…

ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ…

Εδώ είμαι ‘γω
Αγαπώντας μια μελαχρινή- μαθήτρια των άστρων!

Λιγοστά σαν τα αρχίζει ο ήλιος
Και τα τελειώνει ο άλλος ήλιος
Τα χτυποκάρδια των πουλιών γιατί η ανεμελιά που τα ‘χει συμβουλέψει
Έχει έναν ρυθμό ημερωμένο.. Δίνει και δέχεται..
Όμως εγώ
Πολλά τα χτυποκάρδια μου
Γίναν το φουσκωμένο κύμα να μου πνίγει την καρδιά.

Η ώρα ήτανε ευγενική που κλείναν τα λουλούδια τα ματάκια τους
Μύριζε γύρω η ανάσα ενός θεού που θύμωσε..
Κρατιόμουν από αυτό το σούρουπο
Με το λίγο συννεφάκι και το ροδαλό που εξουσίαζε
Πλασμένος από λίγη ζύμη, ζυμώνοντας
Ένα μεγάλο ψωμί- ποιος το θέλει;
Αγάπη
Μελαχρινή
Με τα γυριστά σου ματοτσίνορα
Γεμίζει σκέψη, πολλή σκέψη το ντουφέκι που κρατώ
Δεν βαστά-τσακίζεται
Κι από μακριά
Τρέχει με ένα μήνυμα κακό
Η απόγνωση να με προλάβει..

Αλήθεια πού
Να ναι η ζωή σου να ‘ρθω να σε βρω;
Ποια λύπη να σκουντάει η ανάσα σου να έρθω να σε καθησυχάσω;
Είμαι κουρασμένος απ’ τον πόνο… όμως
Ξεκούραστος για την αγάπη.

Ευτυχώς υπάρχει πάντα κάποια λέξη
Και στο πλάι της άλλη και στο πλάι της άλλη- ποίημα

Και κάτι ιδέες κρυφές
Αγαπητικιές μου οι ίδιες
Κρύβομαι μέσα τους
Ποιος θα μ’ αναγνωρίσει
Όταν πέφτει το φεγγάρι μες τον ύπνο μου
Σε ονειρεύομαι..

Είναι μεσάνυχτα από ψυχή αγγέλου
Ένα απρόσμενο κουράγιο μου πέταξε μέσα στου ουρανού τα
Άπατα
Το κυνήγησαν άνεμοι- έφυγε, πάει
Έφτασε το χρυσάφι του ήλιου- το κατόπι
Το πήραν πόθοι- έφυγε, πάει
Έγινε ευτυχία! Δυστυχισμένος

Ρεμβάζω..
Ένα παιδί ορφανό στα σκαλοπάτια του κόσμου και το θλίβει η
Βροχή
Κι εσύ ένα χάδι και μια αγκαλιά ν’ απαγκιάσω
Είναι μεγάλος ο κόσμος, μεγάλη εσύ
Που σήκωσες με μια βοή ζωής την θλίψη μου να την πετάξεις
Όντας σου το αεράκι ενάντιο
Μελαγχολικό που ανατάραξε μέσα στο στήθος τα αισθήματά μου..

Αύριο μια ηρωική μέρα του Οκτώβρη!
Σε γιορτάζει η καρδιά μου
Ρωτάω: «Ποιάν αγαπάς;» «Εσένα!
Εσένα!» απαντάω..
Είμαι πείσμα στριφογυριστό πάνω στο σίγουρο είναι σου!

1981

ΦΩΣ ΤΟ ΕΛΕΗΤΙΚΟ..

ΦΩΣ ΤΟ ΕΛΕΗΤΙΚΟ..

Στα φυλλώματα της ελιάς που κεντούσε
Με τα χρώματα και τις κλωστές του ο ήλιος
Είχε τον λόγο μια μεγάλη Κυριακή-
Ούριο φυσούσε αεράκι-

Φούσκωνε τα πανιά σ’ ένα καράβι τ’ ουρανού.
Ένας άγγελος κινούσε για καλό ταξίδι.
Μέσα από το στρόγγυλο φως της μέρας φτάναν
Στο αυτί μου οι μουσικές:

«Άργησα μες την λύπη μου-
Πυροβολώντας με την κάνη των ματιών και τίποτα!
Μόνο ύμνους απλώνω, μόνο προσευχές..
Μόνο θεό γυρευω, μόνο ελπίδα!»

Τώρα ένα τραγουδιστό παραπονιάρικο φεγγάρι..

26.10.1981

31 Ιανουαρίου 2010

ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ..

ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ..

Καλά λοιπόν η μοναξιά..
Όμως να πνεύσει ένας άνεμος εφηβικός και να με πάει ίσαμε
αυτή την δύση στον ορίζοντα στο βάθος του που καίγεται
Τι καλά!

Τόχα μαντέψει το γραφτό μου κει στους ουρανούς.
Είχα πει να δώσω μοίρα ο ίδιος για τον εαυτό μου.
τί φρένιαζε το αγρίμι του αίματος..
Στην άλλη γειτονιά που είχα κατοικήσει και εγώ για έναν καιρό
Τώρα προβάλανε στο παραθύρι τα κορίτσια.
Στο μελαγχολικό τους πρόσωπο
Παιζογελούσαν οι ειρωνείες.
Με το στανιό τους έπαιρνες κουβέντα.
Όπως:

«Η ελπίδα χέρι που δεν ωφελεί κι αν το ‘χεις
Αλλά δεν τήνε λέω ακατοίκητη την μοναξιά,
Υπάρχει μια αντήχηση του πόνου σου μέσα στις φλέβες του άλλου..»

Φυσούσε αεράκι ανοιξιάτικο.
Στις σελίδες του βιβλίου που μπροστά μου διάβαζα σκουντουφλούσε. Αν
Θα κοιτούσα από το τζάμι,
Βρωμισμένο από τα μυγοφτύματα,
Μακριά κ’ αψηλά περνούσε
Με τον καπετάνιο του που παραλόγισε
Το συννεφένιο καράβι..
Φορτία νοσταλγίες και τα νερά στο κόψιμο της πλώρης
Να παφλάζουνε ευτυχισμένα.
«Άγγελος δεξιά..» η φωνή του ναύτη ….όμως
Στην γη
Δύσκολα που υπάρχουμε!
Με τον φόβο ολοένα μεγαλώνοντας
Τον άλλο φόβο…
Και το χέρι μας άτολμο
Να μην έχουμε κιόλας καταλάβει
Πως με μια τόλμη της ψυχής νικιώνται όλα:
Σαν σπαθί ο γόρδιος που θα κοπεί για το ανάστα μας..

Ροδαλά ή μολυβένια ή μαύρα
Μπόρεσα μια στιγμή να δω τα κάστρα τ’ ουρανού
-Μες από μία ύπνωση ίσως..
Κι η φαντασία μου που λευτερώνονταν σε μεριές κι ακίνητη..
Να γυαλοκοπά πάνω τους το φεγγάρι,
Φοβίζοντας την πράξη που ‘ναι της κακίας ορμήνια.

Κι όταν
Είχε κλώσει για καλά η μέρα πλάι στην πικροδάφνη ή στα νυσταγμένα νυχτολούλουδα
Αγγέλους πολλούς γύρω από κάποιον με φλογέρα
Που αρμένιζε νότες μελαγχολίας ή αγάπης γύρω του..
Η ίδια ερημιά που φοβόμαστε οι άνθρωποι!

26.10.1981

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου