ΕΞΕΓΕΡΣΗ..Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΕΞΕΓΕΡΣΗ..Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΒΑΤΟ ΔΕΝ ΣΩΘΗΚΕ ..ΒΕΛΑΖΟΝΤΑΣ

'Αρθρο 120: (Ακροτελεύτια διάταξη)

1. Tο Σύνταγμα αυτό, που ψηφίστηκε από την E΄ Aναθεωρητική Bουλή των Eλλήνων...

2. O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων.

3. O σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος.

4. H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Eλλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.»

Το email μας tolimeri@gmail.com

ΓΑΠ & ΑΝΔΡΕΑ Co .Η Ελβετκή εταιρεία του ,αδελφού του πρωθυπουργού.που θα κάνει το ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΤΙ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29.5.14

Κώστας Λαπαβίτσας: Σημείο καμπής για το ΣΥΡΙΖΑ


Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές αποτελεί γεγονός ολκής για τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Προσφέρει τη δυνατότητα μεγάλων αλλαγών, αν και προέκυψε κυρίως λόγω της εκλογικής υποχώρησης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και όχι λόγω της δυναμικής του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. Το κεντρικό ζήτημα των εκλογών ήταν αν η χώρα είναι έτοιμη να προχωρήσει σε μια βαθιά ανατροπή του πολιτικού σκηνικού εδώ και τώρα. Φάνηκε ότι οι δυνάμεις της ανατροπής υπάρχουν, είναι μετρήσιμες, σε βαθμό που εκφράζονται από το ΣΥΡΙΖΑ βγήκαν πρώτες, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα δε δείχνει ότι η ανατροπή θα προκύψει αυτόματα. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να δώσει την ώθηση που χρειάζεται, αλλάζοντας και τον εαυτό του.
Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του εκλογικού αποτελέσματος ήταν η πολυδιάσπαση της συνολικής ψήφου, πράγμα που συνέβη κυρίως γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε να δώσει όραμα ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής. Αντίθετα διάλεξε να αναμετρηθεί στις εκλογές κινούμενος προς το κέντρο και οδήγησε έτσι σε μείωση της εκλογικής του επιρροής. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έπεισε τα λαϊκά στρώματα ότι κατέχει την απάντηση στην κρίση, ότι έχει το πρόγραμμα και τους ανθρώπους για να ανατρέψει τη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα που σταδιακά εμφανίζεται. Γι’ αυτό και η ψήφος του συρρικνώθηκε, παρά το γεγονός ότι ήρθε πρώτος.
Η αντίφαση να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ μειωμένη εκλογική επιρροή τη στιγμή ακριβώς που ο Αλέξης Τσίπρας ετοιμάζεται για την πρωθυπουργία δείχνει παραστατικά ότι τα πολιτικά πράγματα βρίσκονται σε σημείο καμπής. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε κυρίαρχο πολιτικό κόμμα, αλλά μόνο αν προχωρήσει σε ριζοσπαστική ανανέωση της φυσιογνωμίας του. Αν αντίθετα συνεχίσει την πορεία προς το κέντρο, υπάρχει σαφέστατα ο κίνδυνος να υποχωρήσει κι άλλο η ψήφος του και να μη συμβεί ποτέ ο εκλογικός θρίαμβος της Αριστεράς.
Ο κυβερνητικός συνασπισμός έχει δεχθεί μεγάλο πλήγμα και δικαίως, αλλά δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Απεναντίας στο επόμενο διάστημα θα συμβεί ανασύνταξη του χώρου της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, ο οποίος δε διαλύθηκε παρά τις προσδοκίες πολλών. Ακόμη σημαντικότερη θα είναι η ανασύνταξη της Δεξιάς, η οποία παραμένει ισχυρότατη. Υποχώρησε μεν η ΝΔ στην εκλογική αναμέτρηση, αλλά το συνολικό ποσοστό της συντηρητικής ψήφου ήταν πολύ υψηλό. Η Χρυσή Αυγή είναι ένας από τους αδιαμφισβήτητους νικητές των εκλογών και το μόνο κόμμα που αύξησε των αριθμό των ψήφων του σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 2012. Επανεμφάνιση έκανε επίσης ο ΛΑΟΣ.
Το γενικότερο πλαίσιο της Ευρώπης θα είναι αρνητικό για το ΣΥΡΙΖΑ λόγω της ανόδου της Άκρας Δεξιάς. Πρόκειται για βαθιά μεταβολή που οφείλεται σε ένα πρωτοφανές κύμα δυσαρέσκειας με ποικίλες καταβολές και εκφράσεις. Δεν υπάρχει πλέον η προοπτική του “βαδίζουμε προς μια ευημερούσα και ενιαία Ευρώπη”, αλλά μάλλον συμβαίνει το αντίθετο. Εντός της Ευρωζώνης υπάρχουν οι ισχυρές χώρες του πυρήνα – με μεγάλες διαφορές μεταξύ τους – που βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τις μικρότερες και αδύναμες χώρες της περιφέρειας. Εκτός της Ευρωζώνης, αλλά σε άμεση οικονομική σχέση με αυτή, υπάρχουν ισχυρές χώρες που φυσικά δε συνιστούν περιφέρεια, όπως η Βρετανία. Υπάρχει, τέλος, μια μεγάλη περιφέρεια εντός και εκτός της ΕΕ, κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη, η οποία έχει εξαιρετικές ιδιομορφίες.
Η Ευρώπη μετά την κρίση του 2008-9 λειτούργησε πολύ διαφορετικά από άλλες περιοχές του κόσμου και το κοινό νόμισμα βρέθηκε στην καρδιά της δυσλειτουργίας της. Η ΟΝΕ είναι ένα πολύ σκληρό θεσμικό πλαίσιο που σφραγίζει τη ζωή των χωρών-μελών. Επηρεάζει επίσης βαθύτατα και χώρες που δεν είναι στο κοινό νόμισμα, αλλά οι οικονομίες τους είναι στενά συνδεμένες με αυτή, όπως η Βρετανία. Το κοινό νόμισμα καθόρισε την πορεία της Ευρώπης με εξαιρετικά αρνητικό τρόπο. Η νομισματική ένωση έχει αποτύχει παντελώς ως πλαίσιο σύγκλισης και ευημερίας και διατηρείται στη ζωή μόνο μέσα από πολιτικές εξωφρενικής λιτότητας. Στην πράξη όλη η ενεργητικότητα της Ευρώπης από το 2010 έχει δαπανηθεί στην προσπάθεια να συντηρηθεί το κοινό νόμισμα. Συντρίφτηκε η εσωτερική περιφέρεια της ΟΝΕ και προκλήθηκαν προβλήματα σε ολόκληρη την Ευρώπη από την ανεργία και την απουσία ανάπτυξης. Η Ευρώπη έχει επίσης πολύ σκληρή και προβληματική πολιτική σε σχέση με τη μετανάστευση. Μέσα σε αυτή την κατάσταση άνθισε η μισαλλοδοξία από την οποία εισπράττει οφέλη η Άκρα Δεξιά. Υπάρχει ακόμη μεγάλο δημοκρατικό έλλειμμα στην ΕΕ το οποίο η Άκρα Δεξιά εκμεταλλεύτηκε, όπως πάντα συμβαίνει σε περιόδους κρίσης.
Στις εξαιρετικά δύσκολες αυτές συνθήκες, αν ο ΣΥΡΙΖΑ φερθεί συντηρητικά και συνεχίσει να μετατοπίζεται προς το κέντρο σε αναζήτηση εκλογικών συμμαχιών, η εκλογική του ισχύς θα πέσει κι άλλο. Για να κυβερνήσει θα πρέπει να προσφέρει πειστικό κοινωνικό και οικονομικό πρόγραμμα ανατροπής, να κινηθεί ριζοσπαστικά δείχνοντας στον ελληνικό λαό ότι όντως θα αλλάξει τα πράγματα χωρίς να κάνει πίσω. Θα πρέπει ακόμη, έστω και την τελευταία ώρα, να δημιουργήσει μηχανισμούς που θα τον δένουν με τα λαϊκά στρώματα με οργανικό τρόπο επιτρέποντας του να αντλεί εξωκοινοβουλευτική στήριξη σε κρίσιμες στιγμές.
Οι επιλογές για το ΣΥΡΙΖΑ είναι σκληρές, όπως πάντα συμβαίνει στα κόμματα της Αριστεράς που πλησιάζουν την εξουσία σε περιόδους κρίσης. Αυτοί που διαμορφώνουν τις θέσεις του καλό θα είναι να μη παρασυρθούν από την αγαλλίαση της νίκης και να θυμούνται ότι ο ψύχραιμος ριζοσπαστισμός είναι το μόνο όπλο και η μόνη προστασία για την Αριστερά.

21.5.14

Βαθιά διαγραφή του χρέους για προοπτική ανάπτυξης


Η Φωτό Μουτου Κώστα Λαπαβίτσα
Πηγαίνουμε πλέον ολοταχώς προς τις ευρωεκλογές που ίσως κρίνουν την πορεία της Ελλάδας για χρόνια. Το δίλημμα που θέτει η κυβέρνηση Σαμαρά είναι ‘σταθερότητα, ή επιστροφή στο πρόσφατο παρελθόν της κρίσης’ τονίζοντας ότι η ανάκαμψη βρίσκεται επί θύραις. Ταυτόχρονα παραδέχεται ότι η Ελλάδα συνεχίζει να έχει πρόβλημα χρέους παρουσιάζοντας όμως η κυβέρνηση τον εαυτό της ως το μόνο αξιόπιστο διαπραγματευτή. Το τι θα επιχειρήσει να διαπραγματευτεί μας το έχει ήδη αποκαλύψει ο κ. Στουρνάρας: Δε θα υπάρξει διαγραφή γιατί αντιτίθεται η ΕΕ, αλλά θα επιδιωχθεί η μείωση των επιτοκίων και η επιμήκυνση. Κι εκεί θα τελειώσει η κρίση, κατά την κυβέρνηση Σαμαρά.
Από την άλλη, η αντιμνημονιακή αντιπολίτευση και φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο και χρειάζεται διαγραφή. Σε σημαντικό βαθμό μάλιστα φαίνεται να συμφωνεί και το ΔΝΤ. Δεν υπάρχει βέβαια κοινά αποδεκτή εκτίμηση για το μέγεθος της διαγραφής, πόσο μάλλον για τη διαδικασία μέσω της οποίας θα επιτευχθεί. Αλλά κυριαρχεί η αντίληψη ότι χωρίς διαγραφή του χρέους η Ελλάδα δε θα μπορέσει να βγει απο τα ερείπια της κρίσης.
Το χρέος, λοιπόν, θα αποτελέσει καίριο ζήτημα οικονομικής πολιτικής την επόμενη περίοδο και οι ευρωεκλογές θα δείξουν το δρόμο για την αντιμετώπισή του. Στο πλαίσιο αυτό το διεθνές οικονομικό δίκτυο RMF (Λονδίνο) σε συνεργασία με το Δίκτυο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (Θεσσαλονίκη) δημοσίευσε μια εμπεριστατωμένη ανάλυση σχετικά με την αντιμετώπιση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Η μελέτη αναλύει δύο βασικούς τρόπους ελάφρυνσης: τη “μαλακή επιλογή”, η οποία εξετάζει τη συναινετική μείωση του μέσου επιτοκίου και την επιμήκυνση του χρέους, καθώς και τη “σκληρή επιλογή”, η οποία εξετάζει τη βαθιά διαγραφή της ονομαστικής αξίας του χρέους. Συγκρίνεται δηλαδή η επιλογή της κυβέρνησης με αυτή της αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης.
Είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι το χρέος είναι τροχοπέδη για την ελληνική οικονομία όχι μόνο γιατί τα ποσά που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή του είναι πολύ μεγάλα, αλλά και γιατί η ανάγκη της εξυπηρέτησης επιβάλλει σκληρές πολιτικές λιτότητας μέσω της επιδίωξης πρωτογενών πλεονασμάτων. Συνεπώς το χρέος δεν επιτρέπει την υιοθέτηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής που θα τόνωνε την ανάπτυξη μειώνοντας την ανεργία. Η μελέτη του RMF εστιάζει στα αποτελέσματα των δύο επιλογών ως προς τον πρόσθετο “δημοσιονομικό χώρο” ο οποίος θα προκύψει από την ελάφρυνση του χρέους. Δηλαδή προσφέρει μια εκτίμηση της δυνατότητας άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής χωρίς παράλληλη αύξηση των ελλειμμάτων για κάθε περίπτωση ελάφρυνσης του χρέους.
Πιο συγκεκριμένα, συγκρίνεται η μείωση του μέσου επιτοκίου κατά 0,5% ή και 1% με τη μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους στο 60% του ΑΕΠ.  Δεδομένου ότι το ζητούμενο είναι ο υπολογισμός του “δημοσιονομικού χώρου”, η επιμήκυνση – όση κι αν είναι – δεν έχει καμία σημασία γιατί τα κονδύλια αναχρηματοδότησης δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και άρα δεν επηρεάζουν την επιδίωξη πλεονασμάτων. Μόνο τα επιτόκια και το μέγεθος του χρέους έχουν σημασία στο θέμα αυτό.
Η μελέτη συμπεραίνει ότι η  “μαλακή επιλογή” θα έχει αμελητέα αποτελέσματα και μόνο η “σκληρή επιλογή” μπορεί να δώσει περιθώριο ανάπτυξης στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια:
1. Η “σκληρή επιλογή” ανοίγει “δημοσιονομικό χώρο” 10 δις το χρόνο που θα είναι διαθέσιμα για επενδύσεις, κράτος πρόνοιας, μισθούς, συντάξεις.
2. Η “σκληρή επιλογή” εξασφαλίζει δημοσιονομική σταθερότητα. Δεν προκύπτει αύξηση ελλειμμάτων και υπάρχει σταθερός λόγος χρέους.
3. Η “μαλακή επιλογή” με μείωση 0,5% του μέσου επιτοκίου προσφέρει αμελητέο “δημοσιονομικό χώρο” της τάξης του 0,8% του ΑΕΠ και άρα αμελητέο περιθώριο ανάκαμψης και ανάπτυξης.
4. Η “μαλακή επιλογή” με μείωση 1% του μέσου επιτοκίου προσφέρει ανεπαρκή “δημοσιονομικό χώρο” της τάξης του 1,6% του ΑΕΠ και άρα ανεπαρκή χώρο ανάκαμψης και ανάπτυξης.
5. Η “μαλακή επιλογή” της κυβέρνησης και της ΕΕ θα κρατήσουν την Ελλάδα στη λιτότητα για δεκαετίες.
Το συμπέρασμα είναι αναντίρρητο και οι σημασία του αποτυπώνεται εξαιρετικά στο κείμενο του Σπύρου Μαρκέτου, καθηγητή Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ, που αναρτάται παρακάτω. Η βαθιά διαγραφή του χρέους είναι η καλύτερη λύση την οποία διαθέτει η Ελλάδα, αν πράγματι θέλει να εξασφαλίσει χώρο για την εφαρμογή δημοσιονομικών πολιτικών οι οποίες θα ενισχύουν την ανάπτυξη και συνάμα θα εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του χρέους.
Εννοείται ότι αυτή η επιλογή θα έχει σημαντικές πολιτικές και θεσμικές επιπλοκές οι οποίες χρειάζονται επιμέρους ανάλυση. Το δημόσιο χρέος είναι μια συμβολαιακή υποχρέωση η οποία στην περίπτωση της Ελλάδας διέπεται από το αγγλικό δίκαιο. Για να διαγραφεί ολοκληρωτικά θα πρέπει να υπάρξει αμοιβαία συμφωνία δανειστή και δανειζόμενου, κάτι που μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από μια διαδικασία σκληρής διαπραγμάτευσης.
Το πραγματικό πρόβλημα για την Ελλάδα είναι να θεμελιώσει τις βασικές παραμέτρους της διαπραγμάτευσης, πράγμα που μπορεί να συμβεί μόνο μέσω ανοιχτής δημόσιας συζήτησης, η οποία δεν έχει γίνει ποτέ. Η Ελλάδα συνεχίζει να έχει όπλα στη διάθεση της συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής που σταδιακά αναφαίνεται στην Ευρώπη. Πάνω απ’ όλα η Ελλάδα συνεχίζει να έχει τη δυνατότητα μονομερούς άρνησης πληρωμών. Επείγει λοιπόν να συζητηθεί το θέμα με τη σοβαρότητα που του αξίζει και οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης οφείλουν να έχουν τον πρώτο λόγο. Η μελέτη του RMF είναι ένα βήμα στην κατεύθυνση αυτή.
Η πλήρης μελέτη του RMF είναι διαθέσιμη σε ελληνική μετάφραση στη διεύθυνση: 

9.4.14

Κ. Λαπαβίτσας: "Η κυβέρνηση θα σπαταλήσει 400 εκατ. για να ζητήσει τη ψήφο στις ευρωεκλογές" (ηχητικο)



Πυροτέχνημα με σοβαρές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία χαρακτήρισε την απόφαση της κυβέρνησης να βγεί για δανεισμό στις αγορές, μιλώντας στο Κόκκινο ο καθηγητής οικονομικών, Κώστας Λαπαβίτσας

Τόνισε πως αυτό "θα κοστίσει τουλάχιστον 40 εκατ ευρώ για κάθε δις ευρώ που δανειζόμαστε. Δηλαδή για πέντε χρόνια θα έχουμε 400 εκατ. τα οποία η κυβέρνηση είναι διατιθεμένη να σπαταλήσει για να ζητήσει τη ψήφο στις ευρωεκλογές". 

"Είναι μια κυνική διαχείριση που δείχνει οτι δεν έχει αλλάξει τίποτα στο επίπεδο πολιτικής και στα διαπλεκόμενα συμφέροντα που καθορίζουν την οικονομία. Απαράδεκτο να συμβαίνει αυτό σε μια χώρα με την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας την στιγμή που τα υπόλοιπα στοιχεία όπως οι εξαγωγές δείχνουν πως 
οχι μονο δεν έχουμε success story αλλά βρισκόμαστε μπροστά στη κατάρρευση" δήλωσε ο Κ. Λαπαβίτσας.


sto kokkino

10.3.14

Κώστας Λαπαβίτσας: Η γαλλική και ιταλική επιπλοκή της Ευρωζώνης

Την προηγούμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε μια σπάνια έξαρση ειλικρίνειας, ανακοίνωσε ότι η Γαλλία και η Ιταλία έχουν πλέον γίνει το επίκεντρο του προβλήματος της Ευρωζώνης. Οι δύο χώρες πάσχουν από έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Πολύ σωστή η θέση της Επιτροπής, μόνο που δεν ήθελε, ή δεν είχε το κουράγιο, να βγάλει τα λογικά συμπεράσματα. Ας συμβάλλουμε λοιπόν στις προσπάθειες των καλών γραφειοκρατών των Βρυξελλών με μια απλή ανάλυση.
Το διάγραμμα που παραθέτω προέρχεται από μια μελέτη που έκανα το 2013 από κοινού με το Χάινερ Φλάσμπεκ για λογαριασμό του Ινστιτούτου Ρόζα Λούξεμπουργκ στη Γερμανία. Δείχνει τη μεταβολή του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ισπανία. Το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι ο πλέον διαδεδομένος δείκτης ολικής, ή εθνικής, ανταγωνιστικότητας, διότι λαμβάνει υπόψη του τις αλλαγές στην παραγωγικότητα και εστιάζει στις αλλαγές του συνολικού κόστους εργασίας. 
Αν η καμπύλη μιας χώρας υπερβαίνει αυτή μιας άλλης, η πρώτη χάνει ανταγωνιστικότητα. Η μεταβολή του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας είναι επίσης πολύ στενά συνδεδεμένη με τον πληθωρισμό, χωρίς βέβαια να τον προκαλεί. Για το λόγο αυτό το διάγραμμα δείχνει και το στόχο πληθωρισμού της ΕΚΤ, που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από 2%. Αν το κόστος εργασίας μιας χώρας υπερβαίνει συστηματικά αυτό μιας άλλης, τότε και ο πληθωρισμός της θα είναι υψηλότερος, άρα θα χάνει ανταγωνιστικότητα.
ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟ ΜΟΝΑΔΙΑΙΟ ΚΟΣΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Το βαθύτερο πρόβλημα της Ευρωζώνης απεικονίζεται με ενάργεια στο διάγραμμα. Από την υιοθέτηση του ευρώ και μετά η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και της Ισπανίας ως προς τη Γερμανία κατέρρευσε. Το αποτέλεσμα ήταν μεγάλα ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές και των δύο χωρών, που στην περίπτωση της Ελλάδας έφτασαν το τεράστιο 15% του ΑΕΠ το 2008. Τα ελλείμματα, πολύ φυσιολογικά, χρηματοδοτήθηκαν με δανεισμό από τις πλεονασματικές χώρες, δηλαδή κυρίως τη Γερμανία. Έτσι εμφανίστηκε ο διαχωρισμός κέντρου – περιφέρειας. Οι άφθονες ροές κεφαλαίου από το κέντρο, με πολύ φθηνά επιτόκια μέχρι το 2008, οδήγησαν και σε πιστωτική έκρηξη στην περιφέρεια. Η κατάληξη ήταν η περιφέρεια να βουλιάξει στα χρέη – ιδιωτικά και δημόσια, εγχώρια και διεθνή.
Ο κύριος λόγος απώλειας της ανταγωνιστικότητας, όπως επίσης δείχνει το διάγραμμα δεν ήταν μια μισθολογική έκρηξη στην περιφέρεια, αλλά η καθήλωση του εργατικού κόστους στη Γερμανία, ιδίως μέχρι το 2008.  Το ανταγωνιστικό όφελος για τις γερμανικές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι μέσα στην ΟΝΕ δε μπορεί να υπάρξει υποτίμηση, ήταν τεράστιο. Η γερμανική εμπορική υπεροχή οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην πίεση που δέχθηκαν οι Γερμανοί εργάτες και ελάχιστα  στην περιβόητη γερμανική αποτελεσματικότητα και τα συναφή.
Για να το θέσω με μαρξιστικούς όρους, η κρίση της Ευρωζώνης είναι στη βάση της πρόβλημα ταξικό, δηλαδή σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας ποικίλλει σε κάθε χώρα ανάλογα με την ιστορία της, του θεσμούς της και την ταξική της πάλη. Η γερμανική αστική τάξη σε συνεργασία με το κράτος και με τη στήριξη των συνδικάτων κατήγαγε θρίαμβο επί της γερμανικής εργατικής τάξης τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Σχεδόν όλη η αύξηση της παραγωγικότητας – όση αυτή ήταν – πήγε στα κέρδη του κεφαλαίου. Οι αστικές τάξεις της περιφέρειας δεν είχαν την ίδια επιτυχία απέναντι στις δικές τους εργατικές τάξεις κι έτσι βρέθηκαν υποτελείς της γερμανικής μέσα στην ΟΝΕ.
Η υπεροχή της Γερμανίας της επέτρεψε να επιβάλλει τη δικιά της συνταγή επίλυσης της κρίσης, η οποία φαίνεται με παραστατικό τρόπο στο διάγραμμα. Ο βαθύτερος στόχος, είτε υπήρχε Μνημόνιο, όπως στην Ελλάδα, είτε όχι, όπως στην Ισπανία, ήταν η συντριβή του εργατικού κόστους . Η μείωση ήταν εντυπωσιακή και στις δύο χώρες και φυσικά συνοδεύτηκε από τεράστια ανεργία και διάλυση των κοινωνικών δομών. Η μερική ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας συμβάδισε με την απάλειψη του εξωτερικού ελλείμματος, ενώ παράλληλα η λιτότητα έφερε σχετική δημοσιονομική σταθεροποίηση και στις δύο χώρες. Οι επιτυχίες για τις οποίες τόσο επαίρεται η κυβέρνηση Σαμαρά οφείλονται σε κοινωνική συντριβή και οικονομική καταστροφή.
Η σχετική σταθεροποίηση της περιφέρειας μέσω της συντριβής του εργατικού κόστους δεν απάλειψε όμως τα αίτια της κρίσης, όπως μας λέει και η ίδια η Επιτροπή. Αντίθετα, το αδιέξοδο της Ευρωζώνης έχει γίνει σχεδόν πλήρες μέσω της γερμανικής συνταγής. Δεν έχει κανείς παρά να δει το διάγραμμα για να καταλάβει τους λόγους. Όσο η Γερμανία ήταν απασχολημένη με την καθυπόταξη της περιφέρειας, το μοναδιαίο κόστος εργασίας στη Γαλλία και στην Ιταλία συνέχισε να ανεβαίνει χωρίς σοβαρή αλλαγή ρυθμού. Να σημειωθεί ότι και οι δύο χώρες, ιδίως η Γαλλία, είναι πολύ κοντά στο στόχο πληθωρισμού της ΕΚΤ, άρα δεν τίθεται θέμα πειθαρχίας από την πλευρά τους. Στην πράξη η μη πειθαρχική χώρα είναι η Γερμανία, όπου το κεφάλαιο συνεχίζει να κρατάει το εργατικό κόστος εξαιρετικά χαμηλά.
Το αποτέλεσμα ήταν η σωρευτική απώλεια ανταγωνιστικότητας και για τη Γαλλία και για την Ιταλία που πλέον είναι πολύ μεγάλη. Συνεπώς και οι δύο χώρες έχουν βρεθεί να αντιμετωπίζουν αυξανόμενα προβλήματα εξωτερικών συναλλαγών, χρέους, οικονομικής δυστοκίας και ανεργίας εντός της ΟΝΕ. Η σταδιακή εμφάνιση γαλλικού και ιταλικού ζητήματος επιβεβαιώνει τη βαθιά αποτυχία της Ευρωζώνης, καθώς η κρίση της περιφέρειας βαθμιαία πέρασε και στο κέντρο. Το πρόβλημα δεν έχει ακόμη εμφανιστεί στις χρηματοπιστωτικές αγορές γιατί και οι δύο χώρες δανείζονται σε μεγάλο βαθμό από εγχώριες πηγές, αλλά είναι θέμα χρόνου. Όταν θα πάρει οξεία μορφή, η Γερμανία θα βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση γιατί φυσικά δε θα μπορεί να αντιμετωπίσει την Ιταλία, πόσο μάλλον τη Γαλλία, όπως τις χώρες της περιφέρειας. Η διάλυση του ευρώ θα τεθεί ξανά επί τάπητος.
Αλλά και για τη γαλλική αστική τάξη, που είναι ο μεγάλος χαμένος της ΟΝΕ, το πρόβλημα είναι εξαιρετικά δισεπίλυτο. Αν συνεχίσει την παρούσα πορεία, το αδιέξοδο απλώς θα μεγαλώνει. Αν υιοθετήσει τη γερμανική συνταγή σκληρής λιτότητας και μείωσης μισθών, θα προκαλέσει γιγαντιαία ύφεση σε ολόκληρη την Ευρωζώνη διακινδυνεύοντας άνοδο της άκρας Δεξιάς στην εξουσία. Αν φύγει από την ΟΝΕ, θα πρέπει να είναι έτοιμη για βαθιές και ουσιαστικές ρήξεις σε όλα τα επίπεδα. Το τι θα κάνει δεν έχει ακόμη διαφανεί, αλλά ο χρόνος τελειώνει
Όσον αφορά την περιφέρεια, τέλος, τα πράγματα είναι απλώς τραγικά. Τα κατάφερε βέβαια να παραμείνει στο ευρώ συντρίβοντας τους μισθούς και την παραγωγή της, αλλά δεν κέρδισε κανένα πλεονέκτημα αφού η Γερμανία συνεχίζει την τρέχουσα πολιτική. Η ανάκαμψη που θα σημειωθεί, όταν τελειώσει η βαθύτατη ύφεση, θα είναι πιθανότατα ασθενική και ασταθής. Στην πράξη η περιφέρεια θα λιμνάσει κρατώντας τους μισθούς χαμηλά εσαεί. Πρόκειται για ομαδική αυτοκτονία χωρών με στόχο τη συμμετοχή σε μια αποτυχημένη νομισματική ένωση. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει πολλά να πει για τον παραλογισμό που κατέλαβε την Ευρώπη στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα.

12.2.14

Κώστας Λαπαβίτσας: Η νέα κρίση των αναπτυσσομένων χωρών και η Αργεντινή


 Lapavitsaw

Την προηγούμενη εβδομάδα η Αργεντινή υποτίμησε το ‘επίσημο’ πέσο κατά 15%, ενώ το ‘ανεπίσημο’, ή ‘μπλε΄, πέσο υποχώρησε ακόμη περισσότερο. Η κίνηση αυτή έφερε με μιας αναταραχή στις αγορές συναλλάγματος και άλλων αναπτυσσομένων χωρών, όπως η Τουρκία, η Νότια Αφρική και η Βραζιλία. Η ένταση που από μήνες έχει συσσωρευτεί στις διεθνείς συναλλαγές των αναπτυσσομένων χωρών φαίνεται ότι οδηγεί σε νέα συναλλαγματική και χρηματοπιστωτική κρίση, της οποίας η Αργεντινή ίσως αποδειχθεί ο καταλύτης. Οι κεντρικές τράπεζες της Ινδίας και της Νότιας Αφρικής ήδη ανέβασαν τα επιτόκια για να προστατεύσουν τα νομίσματά τους. Εκεί όμως που τα πράγματα πηγαίνουν ταχέως προς κρίση είναι η Τουρκία, όπου η κεντρική τράπεζα την Τρίτη εκτόξευσε το επιτόκιο των ρέπος από 4,5% σε 10% και το επιτόκιο του βραχυπρόθεσμου δανεισμού από 7,75% σε 12% σε μια προσπάθεια να σταματήσει την καθίζηση της λίρας.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες ωθούνται σε κρίση για μια ακόμη φορά λόγω της δομής του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και το ρόλου των ΗΠΑ σ’ αυτό. Η γιγαντιαία κρίση του 2007-9 έπληξε μεν τις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά το βάρος έπεσε στις χώρες του ώριμου καπιταλισμού και κυρίως στις ΗΠΑ. Για την αντιμετώπιση της κρίσης κινητοποιήθηκαν οι κεντρικές τράπεζες, οι οποίες για περίπου τέσσερα χρόνια δημιούργησαν τεράστια ποσά ρευστότητας με στόχο τη διάσωση των τραπεζών και την αποτροπή βαθιάς ύφεσης. Τα ποσά είναι ιλιγγιώδη. Μόνο στις ΗΠΑ ο Μπεν Μπερνάνκε έχει διαθέσει περίπου 3 τρις δολάρια οδηγώντας τα επιτόκια κοντά στο 0%. Στην ουσία πρόκειται για τεράστια κρατική στήριξη των ιδιωτικών τραπεζών, οι οποίες, αφ’ ενός, απολαμβάνουν πρόσβαση σε πάμφθηνο ρευστό και, αφ’ ετέρου, μπορούν να δανείσουν με υψηλότερο επιτόκιο εξασφαλίζοντας κέρδη. Η κρατική αυτή στήριξη είναι και ο κύριος λόγος ανάκαμψης του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος μετά την κρίση του 2007-9 που σχεδόν έφερε την ολική του καταστροφή.
Μέρος του πάμφθηνου χρήματος, όπως ήταν φυσικό, κατέληξε στις αγορές των αναπτυσσομένων χωρών. Οι ροές κεφαλαίων ανέκαμψαν δυναμικά μετά το 2009 και οι αναπτυσσόμενες χώρες βρέθηκαν ξανά να έχουν στη διάθεσή τους μεγάλη ρευστότητα από το εξωτερικό. Όταν το χρήμα είναι φθηνό, αυτός που το δανείζεται δε δίνει ιδιαίτερη σημασία στο που θα το επενδύσει. Ακόμη και στην κατεστραμμένη Ελλάδα έφθασαν τα απόνερα αυτού του κύματος ρευστότητας, κάνοντας διάφορους να μιλούν για κάποιον (πολύ καλά) κρυμμένο δυναμισμό της οικονομίας που ‘βλέπουν οι ξένοι’.
Πολλά πράγματα έχουν φυσικά αλλάξει στις αναπτυσσόμενες χώρες από την τελευταία μεγάλη τους κρίση, αυτή του 1997-2001. Οι ισοτιμίες είναι πλέον μεταβαλλόμενες και όχι προσδεδεμένες στο δολάριο, υπάρχουν μεγάλα αποθεματικά συναλλάγματος (κυρίως δολαρίου) και έχουν εμφανιστεί μεγάλες εγχώριες αγορές ομολόγων, έχει δηλαδή προχωρήσει η χρηματιστικοποίηση. Η κυριότερη βέβαια διαφορά είναι η εμφάνιση της Κίνας ως τεράστιας αγοράς πρώτων υλών που έχει επιτρέψει σε αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες να σημειώσουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για χρόνια.
Αλλά η ιδέα ότι οι χώρες αυτές αποτελούν σίγουρη και προσοδοφόρα επένδυση για το φθηνό χρήμα από τις ΗΠΑ και αλλού είναι φυσικά μύθος. Οι αναπτυξιακοί τους ρυθμοί εξαρτώνται από εξωγενείς παράγοντες, ο κυριότερος των οποίων είναι η κινεζική ζήτηση. Από το 2012 και μετά οι επιδόσεις πολλών αναπτυσσομένων χωρών είναι κάτω του μετρίου, καθώς υποχωρεί η ανάπτυξη της Κίνας. Η προβληματικοί ρυθμοί ανάπτυξης δημιουργούν κίνδυνο βίαιης αντιστροφής των εισροών ξένων κεφαλαίων γεννώντας κρίση. Η ανακοίνωση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας το Δεκέμβριο του 2013 ότι πλέον θα περιορίσει τη δημιουργία υπερβολικά φθηνού χρήματος, επέτεινε την ανησυχία για εμφάνιση νέας παγκόσμιας κρίσης που ίσως χαρακτηριστεί από κατάρρευση των ισοτιμιών και εμφάνιση ύφεσης. Αυτό ήταν το κλίμα μέσα στο οποίο η Αργεντινή υποτίμησε το πέσο δραστικά γιγαντώνοντας την αναταραχή στις αγορές συναλλάγματος των αναπτυσσομένων χωρών.
Το παράδοξο είναι ότι οι παράγοντες που καθόρισαν την απόφαση της Αργεντινής μικρή σχέση έχουν με αυτούς που επηρεάζουν την πορεία των υπολοίπων αναπτυσσομένων χωρών. Τα χρόνια που πέρασαν η Αργεντινή δεν είχε σημαντικές εισροές ξένου κεφαλαίου. Πως θα μπορούσε άλλωστε, αφού το 2001 έκανε παύση πληρωμών και μετά δραστική διαγραφή του χρέους της; Παρά τη συμφωνία που τελικά επήλθε, η χώρα δεν κατόρθωσε να επιστρέψει κανονικά στις αγορές και ο λόγος είναι τα λεγόμενα ‘όρνεα’ των αγορών, κυρίως η εταιρεία Έλιοτ που κατέχει σημαντικό όγκο παλαιών ομολόγων, απαιτεί πλήρη αποπληρωμή και δε δέχεται το διακανονισμό που οι άλλοι δανειστές αποδέχθηκαν. Τα ‘όρνεα’ αυτά έχουν πρόσφατα κερδίσει δικαστικές αποφάσεις στα αμερικανικά δικαστήρια και ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν δεν επιτρέπει στην Αργεντινή να επιδιώξει νέο δανεισμό.
Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι λοιπόν η αντιστροφή των διεθνών κεφαλαιακών ροών, αλλά η μεγάλη έξοδος εγχώριου κεφαλαίου. Εδώ τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα και χρειάζεται προσοχή, Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί είναι ότι η εξέλιξη αυτή δεν είναι αποτέλεσμα της παύσης πληρωμών του 2001, όπως βιάστηκαν να πουν με τη γνωστή τους χαιρεκακία οι μνημονιακοί κύκλοι στην Ελλάδα. Είναι γνωστό εξάλλου ότι από το 2010 και μετά δεν έχει υπάρξει ευκαιρία να ειπωθεί κάτι κακό για την Αργεντινή που να έχει αφεθεί ανεκμετάλλευτη από τους μνημονιακούς. Η επωδός είναι πάντα η ίδια: ευτυχώς που δεχθήκαμε την Τρόικα και δεν κάναμε του κεφαλιού μας, όπως η Αργεντινή. Ουδεμία σχέση έχει όμως αυτή η αποστροφή με την πραγματικότητα. Μετά την παύση πληρωμών και τη βαθιά κρίση του 2002, η Αργεντινή γνώρισε την πιο επιτυχημένη δεκαετία ανάπτυξης στην ιστορία της που συγκρίνεται μόνο με την Κίνα.
Ο μοχλός ανάκαμψης ήταν η ανάκτηση της εγχώριας αγοράς, αλλά και η έντονη άνοδος των εξαγωγών. Κι εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Οι εξαγωγές της Αργεντινής ήταν το 2013 κατά 60% βασισμένες στο αγροτικό τομέα που κυριαρχείται από μεγάλα επιχειρηματικά συγκροτήματα. Οι εισαγωγές, από την άλλη, είναι κατά 80% προϊόντα του δευτερογενούς τομέα. Η χώρα έχει παρουσιάσει μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα συνεχώς από το 2003, αλλά τα πλεόνασμα φθίνει, ιδίως το τελευταίο διάστημα. Ο λόγος φαίνεται να είναι η απομείωση της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων λόγω της ανόδου του πληθωρισμού που πλέον είναι πάνω από 20%. Τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, ως εκ τούτου, πιέζουν από καιρό για μέτρα περιορισμού του πληθωρισμού. Παράλληλα, δεν προχωρούν σε ρευστοποίηση εξαγωγών σόγιας που έχουν ήδη συμφωνηθεί – ύψους 4δις – αλλά προτιμούν να περιμένουν κερδοσκοπώντας με την προοπτική της υποτίμησης.
Τα αγροτικά συμφέροντα σε συμμαχία με το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο που επιδιώκει την ‘εξομάλυνση’ του χρέους και τη επιστροφή της χώρας στις ‘φυσιολογικές’ δραστηριότητες των παγκοσμίων αγορών, έχουν σταδιακά δημιουργήσει συνθήκες πολιτικής αναταραχής, με μοχλό την άνοδο του πληθωρισμού την τελευταία διετία. Το αποτέλεσμα είναι έντονη κοινωνική ανησυχία ότι η χώρα κινδυνεύει με κατάρρευση, πράγμα που οδηγεί σε διαρροή κεφαλαίων και άρα σε μεγάλη απώλεια συναλλαγματικών αποθεμάτων. Από περίπου 50δις δολάρια προ διετίας, τα αποθέματα έχουν πέσει κάτω από 30δις σήμερα. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η Αργεντινή συνεχίζει να κάνει πληρωμές στο χρέος της από τα αποθέματά της. Δεδομένου ότι η χώρα δεν έχει πρόσβαση στις αγορές, η ανησυχία της κοινωνίας συντείνει στην εμφάνιση κρίσης.
Στο στόχαστρο των εγχώριων συντηρητικών δυνάμεων, αλλά και των διεθνών καλοθελητών που έχουν ξεσπαθώσει, είναι η ριζοσπαστική κατεύθυνση που έχει πάρει η Αργεντινή τα τελευταία χρόνια, παρά τις αναμφίβολες αδυναμίες της. Το ζητούμενο είναι να φανεί ότι ‘δεν υπάρχει άλλος δρόμος’, ότι όποιος πάει κόντρα ‘στις αγορές’ καταστρέφεται. Η πίεση που δέχεται η κυβέρνηση Φερνάντες και ειδικά ο υπουργός Οικονομικών, Άξελ Κισιλόφ, είναι τεράστια. Δυστυχώς δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις ότι θα καταφέρουν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις πιέσεις και κινούμενοι ριζοσπαστικά. Η υποτίμηση που πρόσφατα ανακοινώθηκε, όπως και η μερική άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, αποτελούν υποχώρηση που δεν πρόκειται να λύσει το εγχώριο πρόβλημα.
Θα είναι σφάλμα και ήττα των εναλλακτικών δυνάμεων παγκοσμίως, αν η κυβέρνηση Φερνάντες προχωρήσει σε συντηρητικές μεθόδους ελέγχου του πληθωρισμού, με περιοριστική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική και άλλα μέτρα που θα κάνουν την Αργεντινή μια ακόμη ‘φυσιολογική’ χώρα του παγκόσμιου συστήματος. Έχει απόλυτη σημασία να ληφθούν μέτρα δραστικά που θα λύσουν την κρίση προς όφελος των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων περιορίζοντας το επιθετικό εγχώριο κεφάλαιο. Από τις αποφάσεις που θα λάβει το Μπουένος Άιρες θα εξαρτηθούν πολλά και για το πώς οι άλλες αναπτυσσόμενες χώρες θα αντιμετωπίσουν τη νέα κρίση που τους επιφυλάσσει το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

24.1.14

Οι τρεις προτάσεις του Λαπαβίτσα για να βγει η Ελλάδα από την κρίση και την ύφεση


Προτάσεις για το ζήτημα του χρέους και της ύφεσης στην Ελλάδα, παρουσιάζει ο γνωστός οικονομολόγος Κώστας Λαπαβίτσας, ο οποίος έχει αναλάβει και την εποπτεία του προγράμματος του κυπριακού ΑΚΕΛ.

Γράφει ο Κώστας Λαπαβίτσας

«Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως αλλαγή πολιτικής και ριζοσπαστικές τομές σε όλα τα επίπεδα, μόνο που το θέμα τίθεται σήμερα με πολύ διαφορετικό τρόπο από ότι το 2010. Τότε το ζήτημα ήταν να κάνει η χώρα γρήγορα παύση πληρωμών και να βγει από την ΟΝΕ ώστε να αποφευχθεί η τραγωδία. Δυστυχώς στάθηκε αδύνατο καθώς ολόκληρο το πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε ανεπαρκέστατο.

Η Ελλάδα γνώρισε καταστροφή που δεν επιδέχεται σύγκριση με άλλες χώρες οι οποίες αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα, αλλά δεν ήταν δεμένες σε νομισματικό ζουρλομανδύα. Το ζήτημα τώρα όμως είναι διαφορετικό. Η καταστροφή έχει πια συντελεστεί και το πρόβλημα της χώρας είναι να μπορέσει να ξεφύγει από τη μοίρα της στασιμότητας, φτώχειας και ασημαντότητας που της επιφυλάσσουν οι 'εταίροι' της στην ΕΕ. Τρεις παράγοντες έχουν καθοριστική σημασία στο θέμα αυτό.

Πρώτον, θα πρέπει να υπάρξει απαλλαγή από το χρέος το οποίο είναι καταφανώς μη βιώσιμο. Σήμερα είναι περίπου 320 δις, στο μεγάλο όγκο του σε χέρια δημόσιων φορέων και όχι ιδιωτών, με μέση ωριμότητα περίπου 16 χρόνια και μέσο επιτόκιο γύρω στο 2,5%. Η Ελλάδα δε μπορεί να αντιμετωπίσει τα τοκοχρεολύσια γιατί αυτό σημαίνει μόνιμη πολιτική λιτότητας και επιδίωξη τεράστιων πρωτογενών πλεονασμάτων. Αλλά ούτε επαρκεί και μια επιφανειακή αναδιάρθρωση που ίσως το επιμηκύνει κι άλλο, η μειώσει περισσότερο τα επιτόκια. Καμία χώρα με τέτοιο τεράστιο όγκο χρέους – του οποίου οι ξένοι δημόσιοι κάτοχοι έχουν προτεραιότητα στην αποπληρωμή – δε μπορεί να δανειστεί ελεύθερα στις ανοιχτές αγορές. Η Ελλάδα χρειάζεται βαθύτατη διαγραφή του χρέους της σε ποσά που θα κυμαίνονται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια. Παρά τα όσα έχουν συμβεί, συνεχίζει να έχει όπλα για να το απαιτήσει, περιλαμβανομένης της έννοιας του 'απεχθούς' χρέους για τα μνημονιακά δάνεια που δόθηκαν με εμφανή πολιτικό καταναγκασμό. Καμία ριζοσπαστική πολιτική δεν είναι εφικτή στη χώρα, χωρίς αυτό το πρώτο βήμα.

Δεύτερον, θα πρέπει να υπάρξει άρση της λιτότητας και νέα πολιτική ανάπτυξης. Αν δεν υπάρξει αλλαγή στο μίγμα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς και αλλαγή αναπτυξιακής πολιτικής μακριά από τις ιδιωτικοποιήσεις, την απελευθέρωση των αγορών και τη συντριβή των μισθών, η Ελλάδα είναι καταδικασμένη. Η κατανάλωση θα παραμείνει χαμηλή, οι επενδύσεις προβληματικές και οι εξαγωγές αδύναμες για χρόνια. Οι ρυθμοί ανάπτυξης θα κυμανθούν, στην καλύτερη περίπτωση στο 2-3% και η ανεργία θα παραμείνει εξαιρετικά υψηλή. Η χώρα θα χάσει μεγάλο μέρος των νέων της και του εκπαιδευμένου προσωπικού της. Ριζοσπαστική πολιτική στα θέματα αυτά σημαίνει να μη δεσμεύεται η χώρα ότι θα επιδιώξει πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά ούτε καν ισοζυγισμένους προϋπολογισμούς. Σημαίνει επίσης εισοδηματική πολιτική που θα επιφέρει άνοδο των μισθών και των συντάξεων. Σημαίνει τέλος δημόσιες επενδύσεις και αλλαγή στη σχέση κράτους και ιδιωτικού τομέα. Δε νοείται ριζοσπαστική πολιτική στην Ελλάδα σήμερα χωρίς να έχει η κυβέρνηση δημοσιονομική και νομισματική ελευθερία.

Τρίτον, θα πρέπει να εθνικοποιηθούν χωρίς περιστροφές οι τράπεζες. Η διαχείριση της κρίσης της τετραετία που πέρασε έθεσε τις τράπεζες υπεράνω όλων. Ο ελληνικός λαός δανείστηκε τεράστια ποσά για τη διάσωση των τραπεζών, η κερδοφορία τους έχει ανακάμψει, η μονοπωλιακή τους δομή έγινε εντονότερη με αδιαφανείς και πιθανότατα παράνομους τρόπους, αλλά η παροχή πιστώσεων παραμένει εξαιρετικά προβληματική και πανάκριβη. Εν μέρει αυτό οφείλεται στην προϊούσα αποδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος ολόκληρης της ΟΝΕ που έχει φέρει μεγάλες αποκλίσεις στα επιτόκια. Εν μέρει όμως οφείλεται και στα προβληματικά δάνεια που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η λύση είναι να υπάρξει δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχος, να ανοίξουν τα βιβλία, να αποδοθούν ευθύνες και να μπουν οι τράπεζες σε νέα πορεία σε κοινωνική βάση. Καμία ριζοσπαστική πολιτική, με πραγματική παραγωγική αναδιάρθρωση, δεν είναι εφικτή σε άλλη βάση.

Αρκεί η απαρίθμηση και μόνο των βασικών χαρακτηριστικών μιας ριζοσπαστικής πολιτικής για να φανεί ότι, μέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ, μια τέτοια κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει ανυπέρβλητες δυσκολίες. Ούτε το χρέος μπορεί να διαγραφεί ουσιαστικά, ούτε έλεγχος στη δημοσιονομική και τη νομισματική πολιτική μπορεί να υπάρξει, ούτε αλλαγή στην πολιτική ανάπτυξης με τόνωση των δημοσίων επενδύσεων και του εισοδήματος. Μια ριζοσπαστική κυβέρνηση, αν δε θέλει να παραδοθεί άνευ όρων και να βρεθεί εκτεθειμένη στη λαϊκή οργή, θα πρέπει να είναι έτοιμη για ρήξη με την ΕΕ, πράγμα που σημαίνει σε πρώτη φάση έξοδο από την ΟΝΕ. Αν όμως δεν υπάρχει σχέδιο και προετοιμασία των λαϊκών στρωμάτων για μια τέτοια εξέλιξη, η προοπτική του χάους και της εμφάνισης αυταρχικών λύσεων δεν είναι καθόλου αμελητέα. Η μελέτη και η προετοιμασία της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα είναι απολύτως απαραίτητα βήματα για μια ριζοσπαστική έξοδο από την κρίση, υπέρ των λαϊκών και στρωμάτων».

22.1.14

Λαπαβίτσας: έξοδος από την ΟΝΕ (αν μια ριζοσπαστική κυβέρνηση δεν θέλει να παραδοθεί άνευ όρων)


Στο άρθρο ο Κώστας Λαπαβίτσας αναφέρεται ξεχωριστά στο ελληνικό ζήτημα και επισημαίνει τρεις παράγοντες για την επίλυσή του: την απαλλαγή από το χρέος, την άρση της λιτότητας και μια νέα πολιτική ανάπτυξης, την εθνικοποίηση των τραπεζών. Εξηγεί πως προϋπόθεση και για τους τρεις είναι η έξοδος από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ
Το Σεπτέμβριο του 2013 το ερευνητικό δίκτυο Research on Money and Finance (RMF) στο Λονδίνο και το Ινστιτούτο Προμηθέας στην Κύπρο συμφώνησαν να προχωρήσουν σε συστηματική έρευνα τηςΕυρωζώνης και της κυπριακής οικονομίας, με συμβολή και άλλων ευρωπαίων ερευνητών. Ο στόχος ήταν να γίνει ολοκληρωμένη μελέτη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών στην Ευρωζώνη, ώστε να διαμορφωθεί εναλλακτικό πρόγραμμα για την Κύπρο.
Στο διάστημα που πέρασε έγινε πλέον φανερό ότι η κυπριακή οικονομία έχει μπει σε βαθύτατη κρίση, μεταχεία συρρίκνωση του ΑΕΠ και εκτίναξη της ανεργίας. Παραμένει άδηλο το πότε τελικά θα σταθεροποιηθεί το ΑΕΠ, ενώ δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι θα ακολουθήσει ταχεία ανάκαμψη. Έπεται ότι η Κύπρος χρειάζεται ριζοσπαστικές εναλλακτικές προτάσεις που θα πατάνε σε ουσιαστική ανάλυση των συνθηκών, ενώ θα είναι εφαρμόσιμες εδώ και τώρα. Μόνο η κυπριακή Αριστερά έχει τη συγκρότηση και τη θέληση να διαμορφώσει τέτοιες προτάσεις. Όλα τα υπόλοιπα κόμματα έχουν στην ουσία συμβιβαστεί με τις επιταγές της Τρόικας.
Είναι προς τιμή της κυπριακής Αριστεράς ότι επιδιώκει, έστω και με περιορισμένους πόρους, να φέρεισε πέρας ένα τέτοιο εγχείρημα. Το ΑΚΕΛ έχει δείξει ωριμότητα και αποφασιστικότητα που αν υπήρχαν σε άλλα αριστερά κόμματα μεγαλύτερων χωρών πολλά πράγματα θα ήταν ήδη πολύ καλύτερα στην Ευρώπη. Πάνω απ' όλα, αρνήθηκε να εγκλωβιστεί στο αδιέξοδο της εκ προοιμίου απόρριψης οποιασδήποτε εναλλακτικής πολιτικής που θα περιλαμβάνει έξοδο από την ΟΝΕ. Με θάρρος αποφάσισε να εξετάσει ανοιχτά όλες τις εκδοχές, ώστε να διαμορφώσει προτάσεις που θα είναι πραγματικά υπέρ των λαϊκών και εργατικών στρωμάτων.
Τα πρώτα αποτελέσματα της επιστημονικής συνεργασίας RMF-Προμηθέα εμφανίστηκαν ήδη τοΔεκέμβριο του 2013, αλλά δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα. Πρόκειται για αρχικές τεχνικές μελέτες των κυπριακού τραπεζικού συστήματος και του δημοσίου χρέους, δηλαδή των δύο καθοριστικών πλευρών της κυπριακής κρίσης.
Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να μιλήσει κανείς για ολοκληρωμένη αντιπρόταση, αλλά ήδη διαφαίνεται η χρεοκοπία του κυπριακού τραπεζικού συστήματος και η έλλειψη πειστικής διεξόδου υπό τις παρούσες συνθήκες. Η καταστροφή είναι ξεκάθαρα αποτέλεσμα της εισόδου της χώρας στην ΟΝΕ και, πάνω απ' όλα, του ανοίγματος των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα. Η ελληνική κρίση κατέστρεψε και την Κύπρο, ενώ η καταστροφή ολοκληρώθηκε από την Τρόικα. Διαφαίνεται επίσης, η εξαιρετικά ανησυχητική πορεία του δημοσίου χρέους που εξελίσσεται σε μη βιώσιμο μέγεθος. Οποιαδήποτεριζοσπαστική πρόταση για την Κύπρο θα πρέπει να προτείνει αποφασιστικές τομές και στα δύο αυτά θέματα. Χωρίς έξοδο από την ΟΝΕ οι δυνατότητες διαφαίνονται εξαιρετικά περιορισμένες.
Η συνεργασία RMF-Προμηθέα έχει μόλις αρχίσει και θα ακολουθήσουν και άλλες επιμέρους μελέτες της κυπριακής οικονομίας στο μέλλον. Υπάρχει επίσης ο στόχος να διαμορφωθούν προτάσεις για τηνΕυρωζώνη συνολικά, σε συνεργασία φυσικά με οικονομολόγους και ιδρύματα της Ευρώπης. Η Κύπρος μπορεί να παίξει ένα ρόλο τελείως αναντίστοιχο του μεγέθους της ακριβώς λόγω των τραγικών συνθηκών που της επιβλήθηκαν από την Τρόικα. Το πραγματικό πρόβλημα όμως δεν είναι η Κύπρος αλλά η στάση της Αριστεράς στην υπόλοιπη Ευρώπη που μόνο ως αξιοθρήνητη μπορεί να χαρακτηριστεί.
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης η ευρωπαϊκή Αριστερά συνολικά - αλλά και τα επιμέρους κομμάτια της - δεν έχει κατορθώσει να αρθρώσει πειστική εναλλακτική πρόταση. Απεναντίας, όλο και περισσότερο αποδέχεται το πλαίσιο που έχει επιβάλλει η ΕΕ, όσο κι αν λεκτικά απορρίπτει τοννεοφιλελευθερισμό, ή διαρρηγνύει τα ιμάτια της περί καπιταλισμού. Βασικός λόγος του ιδεολογικού εγκλωβισμού της είναι ότι μεγάλο μέρος της Αριστεράς έχει πιαστεί στην παγίδα του ευρώ.
Υπάρχει όντως το φετίχ του νομίσματος, μόνο που το έχουν αυτοί που επιθυμούν πάση θυσία να διατηρήσουν το ευρώ. Ποιος εχέφρων άνθρωπος θα ήθελε να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες αλλαγής του νομίσματος, αν υπήρχε μια πειστική ριζοσπαστική πορεία υπέρ των λαϊκών και εργατικών στρωμάτωνεντός της ΟΝΕ; Το πρόβλημα είναι ότι μια τέτοια πορεία ποτέ δεν ήταν εφικτή και έχει γίνει ακόμη λιγότερο στην πορεία της κρίσης, αφού η ΕΕ έχει γίνει πολύ πιο νεοφιλελεύθερη σε όλα τα μέτωπα. Ηέξοδος από την ΟΝΕ παραμένει εξαιρετικά πιθανή εκδοχή για μια κυβέρνηση που πραγματικά θέλει να κάνει τομές.
Το φετίχ του νομίσματος, ιδίως στην Ελλάδα, το έχουν αυτοί που στην πραγματικότητα δε θέλουν να κάνουντομές και τρέμουν την κοινωνική αλλαγή. Κρύβονται έτσι πίσω από ανάλαφρες διαπιστώσεις του τύπου 'το πρόβλημα δεν είναι το νόμισμα, αλλά οι κοινωνικές σχέσεις'. Φαίνεται ότι το νόμισμα είναι μια ουσία κενή περιεχομένου, μια πλατωνική μορφή, η οποία αυθαίρετα επικάθεται σε οποιεσδήποτε κοινωνικές σχέσεις βρεθούν κατά τύχη μπροστά της. Γιατί να ασχολείται συνεπώς ένας αριστερός με τα επιφανειακά; Το ζητούμενο είναι να αλλάξει η κοινωνία, να ανατραπεί ο καπιταλισμός. Το θέμα του νομίσματος θα λυθεί από μόνο του. Τελικά, για την ώρα θα μείνουμε στο ευρώ ...
Η ΕΛΛΑΔΑ
Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως αλλαγή πολιτικής και ριζοσπαστικές τομές σε όλα τα επίπεδα, μόνο που το θέμα τίθεται σήμερα με πολύ διαφορετικό τρόπο από ότι το 2010. Τότε το ζήτημα ήταν να κάνει η χώρα γρήγορα παύση πληρωμών και να βγει από την ΟΝΕ ώστε να αποφευχθεί η τραγωδία. Δυστυχώς στάθηκε αδύνατο καθώς ολόκληρο το πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε ανεπαρκέστατο. Η Ελλάδα γνώρισε καταστροφή που δεν επιδέχεται σύγκριση με άλλες χώρες οι οποίες αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα, αλλά δεν ήταν δεμένες σε νομισματικό ζουρλομανδύα. Το ζήτημα τώρα όμως είναι διαφορετικό. Η καταστροφή έχει πια συντελεστεί και το πρόβλημα της χώρας είναι να μπορέσει να ξεφύγει από τη μοίρα της στασιμότητας, φτώχειας και ασημαντότητας που της επιφυλάσσουν οι 'εταίροι' της στην ΕΕ. Τρεις παράγοντες έχουν καθοριστική σημασία στο θέμα αυτό.
Πρώτον, θα πρέπει να υπάρξει απαλλαγή από το χρέος το οποίο είναι καταφανώς μη βιώσιμο. Σήμερα είναι περίπου 320 δις, στο μεγάλο όγκο του σε χέρια δημόσιων φορέων και όχι ιδιωτών, με μέση ωριμότητα περίπου 16 χρόνια και μέσο επιτόκιο γύρω στο 2,5%. Η Ελλάδα δε μπορεί να αντιμετωπίσει τατοκοχρεολύσια γιατί αυτό σημαίνει μόνιμη πολιτική λιτότητας και επιδίωξη τεράστιων πρωτογενών πλεονασμάτων. Αλλά ούτε επαρκεί και μια επιφανειακή αναδιάρθρωση που ίσως το επιμηκύνει κι άλλο, η μειώσει περισσότερο τα επιτόκια. Καμία χώρα με τέτοιο τεράστιο όγκο χρέους – του οποίου οι ξένοι δημόσιοι κάτοχοι έχουν προτεραιότητα στην αποπληρωμή – δε μπορεί να δανειστεί ελεύθερα στις ανοιχτές αγορές. Η Ελλάδα χρειάζεται βαθύτατη διαγραφή του χρέους της σε ποσά που θα κυμαίνονται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια. Παρά τα όσα έχουν συμβεί, συνεχίζει να έχει όπλα για να το απαιτήσει, περιλαμβανομένης της έννοιας του 'απεχθούς' χρέους για τα μνημονιακά δάνεια που δόθηκαν με εμφανή πολιτικό καταναγκασμό. Καμία ριζοσπαστική πολιτική δεν είναι εφικτή στη χώρα, χωρίς αυτό το πρώτο βήμα.
Δεύτερον, θα πρέπει να υπάρξει άρση της λιτότητας και νέα πολιτική ανάπτυξης. Αν δεν υπάρξει αλλαγή στο μίγμα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς και αλλαγή αναπτυξιακής πολιτικής μακριά από τις ιδιωτικοποιήσεις, την απελευθέρωση των αγορών και τη συντριβή των μισθών, η Ελλάδα είναι καταδικασμένη. Η κατανάλωση θα παραμείνει χαμηλή, οι επενδύσεις προβληματικές και οι εξαγωγές αδύναμες για χρόνια. Οι ρυθμοί ανάπτυξης θα κυμανθούν, στην καλύτερη περίπτωση στο 2-3%και η ανεργία θα παραμείνει εξαιρετικά υψηλή. Η χώρα θα χάσει μεγάλο μέρος των νέων της και τουεκπαιδευμένου προσωπικού της. Ριζοσπαστική πολιτική στα θέματα αυτά σημαίνει να μη δεσμεύεται η χώρα ότι θα επιδιώξει πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά ούτε καν ισοζυγισμένους προϋπολογισμούς. Σημαίνει επίσης εισοδηματική πολιτική που θα επιφέρει άνοδο των μισθών και των συντάξεων. Σημαίνει τέλος δημόσιες επενδύσεις και αλλαγή στη σχέση κράτους και ιδιωτικού τομέα. Δε νοείται ριζοσπαστική πολιτική στην Ελλάδα σήμερα χωρίς να έχει η κυβέρνηση δημοσιονομική και νομισματική ελευθερία.
Τρίτον, θα πρέπει να εθνικοποιηθούν χωρίς περιστροφές οι τράπεζες. Η διαχείριση της κρίσης της τετραετία που πέρασε έθεσε τις τράπεζες υπεράνω όλων. Ο ελληνικός λαός δανείστηκε τεράστια ποσά για τη διάσωση των τραπεζών, η κερδοφορία τους έχει ανακάμψει, η μονοπωλιακή τους δομή έγινε εντονότερη με αδιαφανείς και πιθανότατα παράνομους τρόπους, αλλά η παροχή πιστώσεων παραμένει εξαιρετικά προβληματική και πανάκριβη. Εν μέρει αυτό οφείλεται στην προϊούσα αποδιάρθρωση τουτραπεζικού συστήματος ολόκληρης της ΟΝΕ που έχει φέρει μεγάλες αποκλίσεις στα επιτόκια. Εν μέρει όμως οφείλεται και στα προβληματικά δάνεια που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η λύση είναι να υπάρξει δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχος, να ανοίξουν τα βιβλία, να αποδοθούν ευθύνες και να μπουν οι τράπεζες σε νέα πορεία σε κοινωνική βάση. Καμία ριζοσπαστική πολιτική, με πραγματική παραγωγική αναδιάρθρωση, δεν είναι εφικτή σε άλλη βάση.
Αρκεί η απαρίθμηση και μόνο των βασικών χαρακτηριστικών μιας ριζοσπαστικής πολιτικής για να φανεί ότι, μέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ, μια τέτοια κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει ανυπέρβλητες δυσκολίες. Ούτε το χρέος μπορεί να διαγραφεί ουσιαστικά, ούτε έλεγχος στη δημοσιονομική και τη νομισματική πολιτική μπορεί να υπάρξει, ούτε αλλαγή στην πολιτική ανάπτυξης με τόνωση των δημοσίων επενδύσεων και του εισοδήματος. Μια ριζοσπαστική κυβέρνηση, αν δε θέλει να παραδοθεί άνευ όρων και να βρεθεί εκτεθειμένη στη λαϊκή οργή, θα πρέπει να είναι έτοιμη για ρήξη με την ΕΕ, πράγμα που σημαίνει σε πρώτη φάση έξοδο από την ΟΝΕ. Αν όμως δεν υπάρχει σχέδιο και προετοιμασία των λαϊκών στρωμάτων για μια τέτοια εξέλιξη, η προοπτική του χάους και της εμφάνισης αυταρχικών λύσεωνδεν είναι καθόλου αμελητέα. Η μελέτη και η προετοιμασία της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα είναι απολύτως απαραίτητα βήματα για μια ριζοσπαστική έξοδο από την κρίση, υπέρ των λαϊκών και στρωμάτων.
Αυτή ακριβώς είναι η βαθύτερη σημασία της πρωτοβουλίας του ΑΚΕΛ και της συνεργασίας RMF-Προμηθέα. Έστω και την τελευταία στιγμή μπορούν να μπουν κάποιες βάσεις για να υπάρξει λύση στην κρίση που πραγματικά θα απορρίπτει την κυρίαρχη ιδεολογία και δε θα τη ντύνει απλώς με άλλα ρούχα. Το πραγματικό εναλλακτικό πρόγραμμα που χρειάζεται η Ελλάδα σήμερα δε μπορεί να γίνει 'εντός των τειχών' κάποιου κόμματος και ξαφνικά να ανακοινωθεί στον ανυποψίαστο λαό.
Για να υπάρξει πρόγραμμα που πραγματικά θα κάνει τις ριζικές τομές που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία απαιτείται ευρεία συμμετοχή από τα κάτω. Έστω και τώρα πρέπει να υπάρξει ανοιχτή συζήτηση, με παρουσίαση τεχνικών αποτελεσμάτων, αλλά και με συνεχή ανάλυση των πολιτικών και κοινωνικών συνεπειών. Όλοι οι άλλοι δρόμοι είτε οδηγούν σε αδιέξοδο, είτε προοιωνίζονται την ήττα των δυνάμεων αλλαγής, με αρνητικές επιπτώσεις για ολόκληρη την κοινωνία. Το επόμενο διάστημα θα πρέπει να φέρει γόνιμες πρωτοβουλίες στο θέμα αυτό.

18.12.13

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ: Κυπριακά μαθήματα για την Ελλάδα



του Κώστα Λαπαβίτσα
Το ΔΝΤ πρόσφατα έδωσε συγχαρητήρια στην Κύπρο για την πιστή εφαρμογή του Μνημονίου, τουλάχιστον όσον αφορά τα δημοσιονομικά. Η κυπριακή κυβέρνηση φαίνεται ότι θα πετύχει το στόχο της δημοσιονομικής προσαρμογής κατά 7% του ΑΕΠ το 2013-14. Τονίζοντας τη μεγάλη επιτυχία της, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το πρωτογενές έλλειμμα για το 2014 θα είναι 3% και όχι 4,25% του ΑΕΠ. Βιάστηκαν να υπερθεματίσουν οι γνωστοί υποστηρικτές των Μνημονίων στην Αθήνα μιλώντας για την ελληνική κακοδαιμονία σε σύγκριση με την κυπριακή αποτελεσματικότητα..
Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική, όπως δείχνουν τα πρώτα αποτελέσματα από την έρευνα της κυπριακής οικονομίας που πρόσφατα ξεκίνησε το ερευνητικό δίκτυο RMF στο Λονδίνο σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Προμηθέας στη Λευκωσία, με σκοπό τη διαμόρφωση εναλλακτικού προγράμματος. Ας αφήσουμε κατά μέρος τις επιπτώσεις της σκληρότατης λιτότητας για την παραγωγή και την απασχόληση – το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί τουλάχιστον 8% φέτος και 4% του χρόνου, ενώ η ανεργία ήδη εκτινάχθηκε στο 18%. Το πραγματικό πρόβλημα της κυπριακής οικονομίας ήταν εξαρχής το τραπεζικό σύστημα και όχι τα δημοσιονομικά. Η υπερδιόγκωση και η κρίση του τραπεζικού συστήματος δημιούργησαν τη δημοσιονομική ανισορροπία. Τι επέφερε λοιπόν το πρόγραμμα της Τρόικας στις κυπριακές τράπεζες;

Η βασικότερη αλλαγή ήταν η διάλυση και απορρόφηση της Λαϊκής Τράπεζας από την Τράπεζα Κύπρου, με ταυτόχρονη ανακεφαλαιοποίηση που στηρίχτηκε στο κούρεμα των καταθέσεων για να αναπληρωθούν οι ζημίες. Η τρίτη μεγάλη εμπορική τράπεζα, η Ελληνική, επίσης ανακεφαλαιοποιήθηκε, αλλά χωρίς κούρεμα καταθέσεων. Ο σημαντικός τομέας των Συνεργατικών Τραπεζών, τέλος, ουσιαστικά εθνικοποιήθηκε και τέθηκε υπό κοινή αρχή. Στην πράξη το κυπριακό τραπεζικό σύστημα μετατρέπεται σε ολιγοπώλιο που θα κυριαρχείται από την Τράπεζα Κύπρου. Ο στόχος αυτών των αλλαγών είναι να επέλθει ‘εξυγίανση’ για να στηριχτεί, υποτίθεται, η ανάκαμψη.
Η έρευνα του RMF και του Προμηθέα δείχνει ότι το τραπεζικό σύστημα όχι μόνο δεν ‘εξυγιαίνεται’, αλλά έχει γίνει τελειωτικά χρεοκοπημένο. Η Τρόικα έφτασε στην Κύπρο όταν το σύστημα ήδη βρισκόταν σε συρρίκνωση, την οποία και σαφώς επιτάχυνε. Τη στιγμή αυτή το μέγεθος του κυπριακού τραπεζικού συστήματος είναι περίπου πέντε φορές το ΑΕΠ, ενώ το 2011 ήταν περίπου εννιά. Τα περιουσιακά του στοιχεία χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από καταθέσεις: 33δις εγχώριες, 10 εκτός ΟΝΕ και 4,5δις εντός ΟΝΕ. Η ρευστότητα αυτή παραμένει διαθέσιμη στις τράπεζες κυρίως λόγω των αυστηρών περιορισμών στις τραπεζικές εργασίες και στην κίνηση κεφαλαίων που έχει επιβάλλει η ΕΕ στην Κύπρο, κατά παράβαση των ίδιων της των κανονισμών. Αν αρθούν οι περιορισμοί, μεγάλο μέρος των καταθέσεων θα αποσυρθούν επιταχύνοντας τη συρρίκνωση των τραπεζών.
Ακόμη χειρότερα, οι κυπριακές τράπεζες κατέχουν περίπου 45δις δανείων προς εγχώρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τα δάνεια αυτά συνδέονται άμεσα με την αγορά ακινήτων, ή συχνά έχουν ακίνητα ως εγγύηση. Καθώς οι τιμές ακινήτων συνεχίζουν να υποχωρούν, αλλά κυρίως καθώς η βαθιά ύφεση εξαπλώνεται στην οικονομία, σε ένα πολύ μεγάλο μέρος θα αποδειχθούν ‘κόκκινα’. Το ποσοστό ίσως ήδη να βρίσκεται στο 40%. Παρουσιάζεται έτσι το ιλαροτραγικό φαινόμενο να δημιουργείται ένα τραπεζικό σύστημα που θα κυριαρχείται από την Τράπεζα Κύπρου, μεγάλο μέρος των δανείων της οποίας θα αποδειχθούν μη εξυπηρετούμενα. Δεν είναι καθόλου απίθανο να χρειαστεί και νέο κούρεμα καταθέσεων. Προφανώς πρόκειται για μεγάλη επιτυχία …
Οι επιπτώσεις αυτών εξελίξεων στην πραγματική οικονομία που στηρίζεται υπέρμετρα στο τραπεζικό σύστημα θα είναι καταστροφικές. Η Κύπρος χρειάζεται επειγόντως εναλλακτικό πρόγραμμα που θα θέτει τις τράπεζες υπό δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχο, ενώ θα τις εξυγιαίνει πραγματικά στη βάση κοινωνικών και εθνικών κριτηρίων. Κατόπιν θα χρειαστεί βιομηχανική πολιτική για να πετύχει την αναδιάρθρωση της οικονομίας της, ώστε να ενισχύσει τον πρωτογενή και το δευτερογενή τομέα που έχουν εξασθενήσει απαράδεκτα τις τελευταίες δεκαετίες. Εννοείται ότι θα πρέπει να συνεχιστούν οι περιορισμοί στις τράπεζες και στην κίνηση κεφαλαίων τουλάχιστον μέχρι να επέλθει σχετική σταθεροποίηση.
Είναι άκρως απίθανο ένα τέτοιο πρόγραμμα να μπορεί να εφαρμοστεί εντός της ΟΝΕ. Προς τιμή του όμως το κυπριακό πολιτικό σύστημα δεν έχει μετατρέψει το ζήτημα του ευρώ σε εθνικό φετίχ, όπως δυστυχώς έπραξε το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Διατηρεί έτσι τη δυνατότητα να συζητήσει την πιθανότητα εξόδου με ψυχραιμία και σοβαρότητα, πράγμα αδύνατον για το ελληνικό πολιτικό σύστημα που πλέον αντιμετωπίζει αυτό το καίριο θέμα με ποδοσφαιρικούς όρους. Η κυπριακή αντιπολίτευση μάλιστα επιδιώκει ανοικτά τη διαμόρφωση εθνικού σχεδίου που θα κάνει εφικτή την αντιμετώπιση ακόμη και της εξόδου, αν και όταν αυτή προκύψει, με τρόπο που θα προασπίζει τα συμφέροντα των εργαζομένων, αλλά και τις προοπτικές ανάπτυξης. Αν η ελληνική αντιπολίτευση έδειχνε έστω και τώρα κάποια στοιχεία από τη σοβαρότητα της κυπριακής, τα πράγματα θα γίνονταν πολύ καλύτερα και στην Ελλάδα.
costaslapavitsas

1.12.13

Κώστας Λαπαβίτσας: Το γαλλικό αδιέξοδο

του Κώστα Λαπαβίτσα
Ποιος θυμάται σήμερα τις ελπίδες που έτρεφαν τόσοι – και στην Ελλάδα – για την προεδρία Ολάντ; Η πραγματικότητα αποδείχθηκε τελείως αντίθετη, με τη δημοτικότητα του Ολάντ σε ελεύθερη πτώση, την εμφάνιση οργανωμένης λαϊκής δυσαρέσκειας και την εντυπωσιακή άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου. Παράλληλα η Γαλλία έχει χάσει την ικανότητα να διαμορφώνει την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα αίτια είναι οικονομικά στη ρίζα τους. Η γαλλική οικονομία παρουσιάζει αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης που ίσως φτάσουν το 1% του χρόνου. Η ανεργία ήδη βρίσκεται στο 11% και το δημόσιο χρέος ξεπέρασε το 95% του ΑΕΠ. Υπάρχει μεγάλη απώλεια ανταγωνιστικότητας και οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές έχουν γίνει ελλειμματικές. Η αξιοπιστία του δημοσίου έχει πληγεί από δύο διαδοχικές υποβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης. Η χώρα λιμνάζει οικονομικά, πράγμα που αντανακλάται κατά μήκος και πλάτος της κοινωνίας. 
Η κυβέρνηση Ολάντ δε φαίνεται δυστυχώς να κατανοεί τη φύση του προβλήματος, ή αν την καταλαβαίνει – που είναι και το πιθανότερο – δεν έχει το κουράγιο να κάνει αυτό που χρειάζεται. Η οικονομική δυστοκία της Γαλλίας πηγάζει από την απώλεια ανταγωνιστικότητας μέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ. Πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο που οδήγησε στην καταστροφή της περιφέρειας το 2010-13 και το οποίο σταδιακά εμφανίζεται και στις χώρες του κέντρου. Η βαθύτερη πηγή του είναι φυσικά η Γερμανία.
Τη δεκαετία που πέρασε, η Γαλλία τήρησε με ευλάβεια τους στόχους του πληθωρισμού που έθεσε η ΕΚΤ, πιο πιστά από οποιαδήποτε άλλη χώρα του κέντρου της ΟΝΕ. Το ίδιο όμως διάστημα η Γερμανία κράτησε τους μισθούς παγωμένους και σημείωσε πληθωρισμό κάτω του στόχου. Συνεπώς είχε όφελος ανταγωνιστικότητας ως προς τη Γαλλία, που μπορεί να μην ήταν τόσο μεγάλο όσο ως προς την περιφέρεια, αλλά σωρευτικά ήταν κάθε άλλο παρά αμελητέο. Μέσα στο πλαίσιο του κοινού νομίσματος, που δεν επιτρέπει ούτε διολίσθηση της ισοτιμίας, ούτε υποτίμηση, το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν ολοένα και μεγαλύτερα προβλήματα για τις γαλλικές επιχειρήσεις. Όταν ξέσπασε η κρίση της περιφέρειας το 2010, όσοι παρακολουθούσαν τα ευρωπαϊκά πράγματα με ψύχραιμο μάτι γνώριζαν ότι και το γαλλικό κεφάλαιο δε μπορούσε στην ουσία να ανταγωνιστεί το γερμανικό εντός της ΟΝΕ.
Το πρόβλημα λοιπόν που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση Ολάντ είναι το δομικό αδιέξοδο που ορθώθηκε για τη γαλλική ελίτ λόγω ευρώ. Αν υιοθετήσει την πολιτική που επέβαλε το Βερολίνο στην περιφέρεια, δηλαδή σκληρή λιτότητα και συντριβή των μισθών για ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας, θα επιφέρει βαθύτατη ύφεση, με απρόβλεπτες κοινωνικές επιπτώσεις. Αν επιχειρήσει να βελτιώσει την κατάσταση με ‘ελαφριά λιτότητα’, όπως στην ουσία κάνει τώρα, θα κωλυσιεργεί γεννώντας λαϊκή αγανάκτηση. Αν επιδιώξει δομικές αλλαγές στην ΟΝΕ που θα άρουν τη λιτότητα και θα επιτρέψουν καλύτερη ισορροπία στο εμπόριο και στις κεφαλαιακές ροές, θα αντιμετωπίσει την αδιαπραγμάτευτη άρνηση του πανίσχυρου Βερολίνου. Η πλέον ορθολογική λύση θα ήταν φυσικά να αναλάβει την πρωτοβουλία για ελεγχόμενη διάλυση της αποτυχημένης νομισματικής ένωσης που πλέον πνίγει την Ευρώπη. Αυτό όμως θα αποτελούσε αποδοχή στρατηγικής ήττας και πιθανώς θα συνοδευόταν από βαθιά κοινωνική και πολιτική αναταραχή.
Το αδιέξοδο έχει γίνει ακόμη πιο δύσκολο λόγω της προβληματικής στάσης της γαλλικής Αριστεράς που – όπως και μεγάλο μέρος της υπόλοιπης ευρωπαϊκής Αριστεράς – θεώρησε την ΟΝΕ μια ‘προοδευτική’ εξέλιξη στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αρνήθηκε συνεπώς να πάρει απορριπτική στάση προς το ευρώ, ενώ την κατέλαβε τρόμος για τις πιθανές επιπτώσεις από τη διάλυση της νομισματικής ένωσης. Χειρότεροι όλων ήταν οι οπαδοί του ‘επαναστατικού ευρωπαϊσμού’, ουκ ολίγοι εκ των οποίων απαντώνται και στη χώρα μας. Πρώην ευρωκομμουνιστές, τροτσκιστές, αναρχικοί και άλλοι βρέθηκαν να επικροτούν την κρατική φιλολογία περί της υποτιθέμενης καταστροφής που θα συνέβαινε αν εξέλιπε το ευρώ. Η ΟΝΕ έπρεπε να διατηρηθεί, αλλά ταυτόχρονα να αλλάξει σε προοδευτική κατεύθυνση μέσα από τους λαϊκούς αγώνες …
Η γαλλική άκρα Δεξιά δεν είχε τέτοιες ψευδαισθήσεις και κατόρθωσε να αποκομίσει μεγάλα οφέλη απορρίπτοντας και το ευρώ και την παχυλή γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Φτάσαμε έτσι στο απαράδεκτο σημείο να παίρνει η αγανάκτηση κατά της λιτότητας το χαρακτήρα δεξιάς πολιτικής στροφής. Το θετικό είναι ότι η γαλλική διανόηση, σε αντίθεση με την ελληνική, δεν είναι ακόμη τελείως εξουθενωμένη πνευματικά. Ο Μοντ Ντιπλοματίκ έχει δώσει σημαντικά δείγματα γραφής ασκώντας κριτική στο ευρώ και την ασφυξία που προκαλεί στην Ευρώπη. Σημαντικοί οικονομολόγοι, όπως ο Φρεντερίκ Λορντόν και ο Ζακ Σαπίρ, είχαν το θάρρος να τοποθετηθούν δημόσια υπέρ είτε της συντεταγμένης διάσπασης της ΟΝΕ, είτε της γαλλικής εξόδου. Αν τα κόμματα της γαλλικής Αριστεράς καταλάβουν έστω και την ύστατη ώρα τι ακριβώς διακυβεύεται, πολλά μπορούν ακόμη να αλλάξουν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το μέλλον της Ευρώπης για μια ακόμη φορά θα αποφασιστεί στη Γαλλία.

18.11.13

ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ: Καβγάς χωρίς στόχο και στρατηγική.


Του Κώστα Λαπαβίτσα
Τι ακριβώς διαπραγματεύεται η κυβέρνηση με την τρόικα; Η Ελλάδα έχει ειλημμένη υποχρέωση να δημιουργήσει πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1,5% του ΑΕΠ το 2014, καθ' οδόν προς το τεράστιο πλεόνασμα του 4,5% το 2016. Εχει επίσης υπογράψει μέτρα για το Ασφαλιστικό, τους δημόσιους υπαλλήλους κ.λπ., που δεν έχουν ακόμη εκτελεστεί.

Για να επιτευχθεί ο στόχος του 1,5% η κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει όσα...
έχει ήδη δεχθεί, αλλά και να προτείνει νέα μέτρα για το 2014. Πού ακριβώς βρίσκεται η ανελαστικότητα και ο δογματισμός της τρόικας, για τον οποίο τόσοι όψιμοι πολέμιοι των μνημονίων ωρύονται στα ΜΜΕ;

Μήπως στο ότι δεν δέχεται την εκτίμηση του κ. Στουρνάρα ότι μας λείπουν «μόνο» 500 εκατ. για του χρόνου, ενώ η ίδια εκτιμά ότι το ποσόν θα κυμανθεί ίσως και πάνω από 2 δισ.; Θα μου πείτε, μα έχει πέσει τόσο έξω στις προβλέψεις της μέχρι τώρα, γιατί να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας αυτή την εκτίμηση. Για δύο λόγους.

Πρώτον, γιατί απέναντί της έχει τον κ. Στουρνάρα, που, αν θυμάστε, στην αρχή του 2013 ήταν 100% σίγουρος ότι τον Σεπτέμβριο θα είχαμε μπει στην ανάκαμψη. Ας μην παριστάνουν λοιπόν διάφοροι - ιδίως οι ερευνητές των τραπεζών - τους εγκυρότερους γνώστες της ελληνικής οικονομίας. Δεύτερον και πολύ σημαντικότερο, γιατί η τρόικα πρέπει να εγκρίνει την επόμενη δόση που οπωσδήποτε θα χρειαστεί η κυβέρνηση. Αυτός που έχει το πορτοφόλι, έχει βαρύνουσα γνώμη...

Εν ολίγοις, αφού η Ελλάδα παραμένει σε καθεστώς που καθορίζεται από τα μνημόνια, η τρόικα τελικά θα υπερισχύσει, όσο κι αν τα προσωρινά ταμειακά διαθέσιμα που δημιούργησε η αυτοκτονική λιτότητα επιτρέπουν στην κυβέρνηση να εμφανίζεται περίπου ως μαχητής του Ρούπελ. Μάταιοι θα αποδειχθούν οι κόποι του καλού κ. Σταϊκούρα, που μήνα με το μήνα ανεβάζει το πρωτογενές πλεόνασμα για να πείσει την τρόικα ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον φαινόμενο δημοσιονομικής διαχείρισης. Ηδη εμφανίστηκαν πιέσεις από τις τράπεζες και άλλους παράγοντες για να πάψει η κωμωδία, να επέλθει μια γρήγορη συμφωνία και να εγκριθεί ο προϋπολογισμός για το 2014.

Η κυβέρνηση επέλεξε να ξεκινήσει έναν καβγά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο με την τρόικα, γιατί τη στιγμή αυτή της βρίσκονται διαθέσιμα στα ταμεία, αλλά κυρίως γιατί τρέμει ακόμη και στην ιδέα νέων μέτρων. Το μέλλον της Ελλάδας δεν θα κριθεί από το αν τα μέτρα για το 2014 είναι αξίας 500 εκατ., 1 δισ. ή και 2 δισ. Οσο κι αν είναι το ύψος τους τελικά, η χώρα θα παραμείνει στο ίδιο καταστροφικό πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, χωρίς ίχνος δικιάς της στρατηγικής. Ο καβγάς θα είχε περιεχόμενο μόνο αν η κυβέρνηση δήλωνε καθαρά ότι έχει δικό της σχέδιο για τη λιτότητα, το χρέος και την ανάπτυξη.

Η στρατηγική όμως έχει χαραχτεί από την τρόικα που, αφού έχει και τα λεφτά, στο τέλος θα υπερισχύσει. Η κυβέρνηση το γνωρίζει, αλλά επιχειρεί να αποκομίσει κάποια πολιτικά οφέλη, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτό που έρχεται.

Ακόμη μια φορά, η ελληνική ελίτ εντυπωσιάζει με το μίγμα κυνισμού, θρασύτητας και φόβου που τη χαρακτηρίζει. Η βαθύτατη κρίση που ξέσπασε το 2010 συντάραξε τα κυρίαρχα στρώματα. Σταδιακά όμως ανέκτησαν το βηματισμό τους και φρόντισαν να προσεταιριστούν τον ξένο παράγοντα με τη γνωστή στάση δουλικότητας και διπροσωπίας. Για να λυθεί, υποτίθεται, η κρίση, υιοθετήθηκαν αλλαγές με τεράστιο κόστος για τη μισθωτή εργασία και τους μικρομεσαίους, οι οποίες ελάχιστα άγγιξαν τα ανώτατα στρώματα. Βαφτίστηκαν «μεταρρυθμίσεις», ενώ στην πράξη πρόκειται για τα κυνικότερα μέτρα προώθησης ταξικών συμφερόντων που έχει γνωρίσει η Ελλάδα από τον Εμφύλιο και μετά.

Η ελληνική ελίτ επιχειρεί μια συντηρητική αναδιάρθρωση που, αν επικρατήσει, θα δημιουργήσει συνθήκες κοινωνικής ασφυξίας και εθνικής υποχώρησης για πολλά χρόνια.

Τα πράγματα βρίσκονται σήμερα σε οριακό σημείο, γιατί οι «μεταρρυθμίσεις» έχουν προκαλέσει κοινωνικό όλεθρο, οι προοπτικές ανάπτυξης είναι κάκιστες και ο ξένος παράγοντας απαιτεί την εκτέλεση των συμφωνηθέντων. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι περαιτέρω λιτότητα ίσως αποδειχθεί καταστροφική, κοινωνικά και πολιτικά, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τη συντηρητική αναδιάρθρωση. Αναγκάζεται έτσι να καταφύγει στο πυροτέχνημα του καβγά με την τρόικα, χωρίς να έχει ανεξάρτητο εθνικό σχέδιο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ο χαμένος δεν θα είναι η τρόικα.

Πηγή:  enet.gr