Αναδημοσιεύουμε και τα Τρία Μέρη από : eagainst.com
Μέρος Πρώτο
[…] Εξετάζοντας την ψυχολογία του ναζισμού πρέπει πρώτα να θεωρήσουμε
σαν εισαγωγή το θέμα της δυνατότητας εφαρμογής των ψυχολογικών
παραγόντων στην κατανόηση του ναζισμού. Κατά την επιστήμη και ακόμη
περισσότερο κατά την εκλαϊκευτική εξέταση του ναζισμού προβάλλονται
συνήθως δύο αντίθετες απόψεις: σύμφωνα με την πρώτη, η ψυχολογία δεν
είναι ικανή να εξηγήσει ένα οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο όπως ο
φασισμός και σύμφωνα με τη δεύτερη, ο φασισμός αποτελεί σήμερα πέρα για
πέρα ψυχολογικό πρόβλημα.
Η πρώτη άποψη θεωρεί το ναζισμό είτε σαν αποτέλεσμα ενός αποκλειστικά
οικονομικού δυναμισμού –των επεκτατικών τάσεων του γερμανικού
ιμπεριαλισμού- είτε σαν ουσιαστικά πολιτικό φαινόμενο –της κατάκτησης
του κρατικού μηχανισμού από ένα πολιτικό κόμμα υποστηριζόμενο από τους
βιομηχάνους και τους Γιούνγκερς. Με δύο λόγια, η νίκη του ναζισμού
θεωρείται σαν αποτέλεσμα της εξαπάτησης και του εκβιασμού της
πλειοψηφίας του πληθυσμού από μια μειοψηφία.
Η δεύτερη άποψη, εξάλλου, υποστηρίζει πως ο ναζισμός μπορεί να
εξηγηθεί μόνο με βάση την ψυχολογία ή μάλλον με βάση την ψυχοπαθολογία.
Θεωρούν το Χίτλερ σαν τρελό ή σα «νευρωτικό» και τους οπαδούς του επίσης
τρελούς και πνευματικά ανισόρροπους. Σύμφωνα με την εξήγηση αυτή, όπως
την παρουσιάζει ο Λ.Μάμφορντ, οι αληθινές πηγές του φασισμού πρέπιε να
αναζητηθούν «στην ανθρώπινη ψυχή και όχι στην οικονομία». Και
συνεχίζει: «Στην ακαταμάχητη έπαρση, την ευχαρίστηση της ωμότητας, τη
νευρωτική αποσύνθεση – σε όλα αυτά βρίσκεται η εξήγηση του φασισμού και
όχι στη συνθήκη των Βερσαλλιών ή την ανικανότητα της γερμανικής
δημοκρατίας.»
Κατά τη γνώμη μας, καμία απ΄αυτές τις εξηγήσεις που τονίζουν τους
πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες και αποκλείουν τους ψυχολογικούς
–ή αντίστροφα- είναι ορθή. Ο ναζισμός είναι ένα ψυχολογικό πρόβλημα,
αλλά οι ψυχολογικοί παράγοντες αυτοί καθαυτοί θα πρέπει να θεωρείται πως
διαμορφώθηκαν από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες. Ο ναζισμός είναι
οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα, αλλά η εξάπλωσή του σ΄έναν ολόκληρο
λαό θα πρέπει να γίνει κατανοητή πάνω σε ψυχολογική βάση. Αυτό που μας
ενδιαφέρει στο κεφάλαιο αυτό είναι η ψυχολογική αυτή άποψη του ναζισμού,
η ανθρώπινη βάση του. Το θέμα αυτό προβάλλει δύο προβλήματα: τη
διαμόρφωση χαρακτήρα των ανθρώπων εκείνων προς τους οποίους απευθυνόταν
και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας που τον κατέστησε ένα
τόσο αποτελεσματικό όργανο σχετικά με τους ίδιους αυτούς ανθρώπους.
Θεωρώντας την ψυχολογική βάση της επιτυχίας του ναζισμού, θα πρέπει
να κάνουμε, πριν ακόμη ξεκινήσουμε, τον εξής διαφορισμό: ένα μέρος του
πληθυσμού υποτάχθηκε στο ναζιστικό καθεστώς χωρίς μεγάλη αντίσταση, αλλά
και χωρίς να γίνουν οι άνθρωποι αυτοί θαυμαστές της ναζιστικής
ιδεολογίας και πολιτικής πρακτικής. Ένα άλλο μέρος ένοιωσε να έλκεται
ισχυρά από τη νέα ιδεολογία και αφοσιώθηκε με φανατισμό στους κήρυκές
της. Την πρώτη ομάδα αποτελούσε κατά κύριο λόγο η εργατική τάξη και η
φιλελεύθερη και καθολική αστική τάξη. Παρά την εξαίρετη οργάνωση,
ιδιαίτερα της εργατικής τάξης, οι ομάδες αυτές, μολονότι τηρούσαν
συνέχεια εχθρική στάση απέναντι στο ναζισμό από την εμφάνισή του μέχρι
το 1933, δεν πρόβαλαν την εσωτερική αντίσταση που θα ανέμενε κανείς σαν
αποτέλεσμα των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Η θέλησή τους να αντισταθούν
κατέρρευσε γρήγορα και από τότε πολύ λίγο ενόχλησαν το καθεστώς (εκτός
φυσικά μιας μικρής μειοψηφίας, που αγωνίστηκε ηρωικά κατά του ναζισμού
ολ΄αυτά τα χρόνοα).
Ψυχολογικά, αυτή η προθυμία υποταγής στο ναζιστικό
καθεστώς φαίνεται πως οφειλόταν κατά κύριο λόγο σε μια κατάσταση
εσωτερικής κόπωσης και μοιρολατρίας, η οποία, όπως θα δείξουμε στο
επόμενο κεφάλαιο, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μμας,
ακόμη και στις δημοκρατικές χώρες. Στη Γερμανία υπήρχε μια ακόμη συνθήκη
που αφορούσε την εργατική τάξη αυτής της χώρας: η ήττα που είχε υποστεί μετά τις πρώτες νίκες της επανάστασης του 1918.
Η εργατική τάξη είχε εισέλθει στη μεταπολεμική περίοδο με πολλές
ελπίδες πραγματοποίησης του σοσιαλισμού ή τουλάχιστο θετικής ανόδου της
πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής της θέσης.
