Αναδημοσίευση από: elliniadis.wordpress.com
Από παιδί
είχα ένα μεγάλο σεβασμό για τους αριστερούς χωρίς να έχω μεγαλώσει σε
αριστερή οικογένεια. Η μάνα μου κι ο πατέρας μου, για πολλά χρόνια,
έδιναν αγώνα επιβίωσης στην Αθήνα, μόνοι τους, αβοήθητοι, με δυο μικρά
παιδιά, από ένα υπόγειο στην πλατεία Καλλιγά, στα Πατήσια. Πρόσφυγες από
την Πόλη δεν είχαν την πολυτέλεια να ασχοληθούν με την πολιτική όχι
μόνο γιατί δεν γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα, αλλά και γιατί η πιεστική
προτεραιότητά τους ήταν να βρουν τον τρόπο, σε ένα όχι ιδιαίτερα ευνοϊκό
περιβάλλον, να μας ταΐσουν, να μας ντύσουν και να μας μορφώσουν.
Αγαπούσαν κάθε έναν και κάθε τι που προερχόταν από την Ελλάδα, είχαν
πονέσει με την «τύχη» των Κυπρίων αγωνιστών που πολεμούσαν τους Άγγλους
και έγραφαν καλλιγραφικά τα ελληνικά γράμματα.
Ποτέ δεν εκστόμισαν μία αντικομμουνιστική κουβέντα, ούτε
υπέκυψαν στις πιέσεις των ασφαλιτών του αστυνομικού τμήματος της Κυψέλης
που ζητούσαν από τους καταστηματάρχες πληροφορίες για τα φρονήματα των
πελατών τους. Οι αριστεροί τότε, επί καραμανλικής οκταετίας, κουβαλούσαν
το στίγμα του «κομμουνιστοσυμμορίτη» ή, κατ’ ελάχιστον, του
«συνοδοιπόρου». Αλλά, οι άνθρωποι αριστερών πεποιθήσεων που εμείς
γνωρίζαμε προσωπικά, δεν μας φαίνονταν ούτε αιμοβόροι ούτε αλλόκοτοι.
Αντιθέτως, ήταν αξιοζήλευτοι. Φτωχοί, αλλά αξιοζήλευτοι. Η θεία
Χριστίνα, αδερφή της μητέρας μας, Κοκκινιώτισσα, πρόσφυγας,
κομμουνίστρια και χριστιανή, ήταν η προσωποποίηση της αγιοσύνης.
Θυσιαστική και ανιδιοτελής. Οι αριστεροί γείτονές μας, οι
Βρασιβανόπουλοι, ζούσαν σε ένα μικρό διαμέρισμα γεμάτο από θαυμαστά
βιβλία, ανοιχτό σε όλους.
