Αναδημοσιεύουμε από το site της Ζωής Κωνσταντοπούλου
Οι επίδοξοι πλαστογράφοι της ιστορίας δεν μιλούν για τα πραγματικά
περιστατικά. Προσπαθούν να ξαναγράψουν την ιστορία γιατί γνωρίζουν την
ευθύνη τους. Και προφασίζονται, όπως ο κ. Βούτσης, ότι «παρακαλούν να
μην έχουν ενοχές μετά από ένα, δύο χρόνια», ενώ γνωρίζουν ότι
συμπράττουν σε ένα προμελετημένο έγκλημα κατά του ελληνικού λαού.
Γνωρίζουν την ενοχή τους, ανεξαρτήτως αν δεν έχουν ενοχές.
Διάβασα τη σημερινή συνέντευξη του νέου Προέδρου της Βουλής κ. Βούτση στην Καθημερινή. [1] Αντιπαρέρχομαι το ιταμό ύφος, την παραληρηματική διατύπωση, τον έκδηλο σεξισμό, την προχειρολογία, την ακατάσχετη λασπολογία, το έλλειμμα εαυτού, και μπαίνω στην ουσία:
Ο κ. Βούτσης προσπαθεί να θεωρητικοποιήσει την πολιτική υποκρισία, την πολιτική διπροσωπία, την πολιτική απάτη, την προδοσία του λαού και των συντρόφων, την ένδεια επιχειρημάτων του ιδίου και των συνεργών του και το πλήρες αδιέξοδο στο οποίο οι ίδιοι έχουν οδηγήσει τα πράγματα, με το εφεύρημα ότι υπάρχει δήθεν ένα «καθήκον σιωπής» εκείνων που έχουν υπηρετήσει σε θέσεις ευθύνης σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. «Οφείλουμε να μην μιλάμε», λέει, και νομίζει ότι έτσι εύκολα ξεμπερδεύει με το καθήκον αληθείας, διαφάνειας, λογοδοσίας που η δημοκρατική κοινωνία διεκδικεί να υπηρετείται από τους εκπροσώπους της.
Ως άνθρωπος που πιστεύει βαθιά στην δημοκρατία, στην ισότητα και στη δικαιοσύνη, υποστηρίζω το εντελώς αντίθετο από τον ισχυρισμό Βούτση, που άτσαλα προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το ποδοπατημένο από τον ίδιο και τους λοιπούς παραχαράκτες της ιστορίας φύλλο συκής: οφείλουμε να μιλάμε και να λέμε την αλήθεια. Όχι μετά από δεκαετίες, ως μετά Χριστόν προφήτες. Αλλά την ώρα που γράφεται η Ιστορία. Αυτό το καθήκον αληθείας υπηρέτησα, υπηρετώ και θα υπηρετήσω, από κάθε θέση και με οποιοδήποτε κόστος. Γιατί η πολιτική έχει αξία και σημασία εάν παραμένεις αληθινός. Και χάνει την αξία της όταν μετατρέπεσαι σε κάλπικη δεκάρα (ή κάλπικο ευρώ), που σε παίζουν στα δάκτυλα οι εκπρόσωποι των πάσης φύσεως συμφερόντων.
Διάβασα τη σημερινή συνέντευξη του νέου Προέδρου της Βουλής κ. Βούτση στην Καθημερινή. [1] Αντιπαρέρχομαι το ιταμό ύφος, την παραληρηματική διατύπωση, τον έκδηλο σεξισμό, την προχειρολογία, την ακατάσχετη λασπολογία, το έλλειμμα εαυτού, και μπαίνω στην ουσία:
Ο κ. Βούτσης προσπαθεί να θεωρητικοποιήσει την πολιτική υποκρισία, την πολιτική διπροσωπία, την πολιτική απάτη, την προδοσία του λαού και των συντρόφων, την ένδεια επιχειρημάτων του ιδίου και των συνεργών του και το πλήρες αδιέξοδο στο οποίο οι ίδιοι έχουν οδηγήσει τα πράγματα, με το εφεύρημα ότι υπάρχει δήθεν ένα «καθήκον σιωπής» εκείνων που έχουν υπηρετήσει σε θέσεις ευθύνης σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. «Οφείλουμε να μην μιλάμε», λέει, και νομίζει ότι έτσι εύκολα ξεμπερδεύει με το καθήκον αληθείας, διαφάνειας, λογοδοσίας που η δημοκρατική κοινωνία διεκδικεί να υπηρετείται από τους εκπροσώπους της.
Ως άνθρωπος που πιστεύει βαθιά στην δημοκρατία, στην ισότητα και στη δικαιοσύνη, υποστηρίζω το εντελώς αντίθετο από τον ισχυρισμό Βούτση, που άτσαλα προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το ποδοπατημένο από τον ίδιο και τους λοιπούς παραχαράκτες της ιστορίας φύλλο συκής: οφείλουμε να μιλάμε και να λέμε την αλήθεια. Όχι μετά από δεκαετίες, ως μετά Χριστόν προφήτες. Αλλά την ώρα που γράφεται η Ιστορία. Αυτό το καθήκον αληθείας υπηρέτησα, υπηρετώ και θα υπηρετήσω, από κάθε θέση και με οποιοδήποτε κόστος. Γιατί η πολιτική έχει αξία και σημασία εάν παραμένεις αληθινός. Και χάνει την αξία της όταν μετατρέπεσαι σε κάλπικη δεκάρα (ή κάλπικο ευρώ), που σε παίζουν στα δάκτυλα οι εκπρόσωποι των πάσης φύσεως συμφερόντων.
