Του Χάρη Ναξάκη
Στο μουσείο Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη
ένας ερυθρόμορφος αμφορέας των αρχών του 4ου αι. π.χ. αναπαριστά την
ιστορική χειραψία Διόνυσου και Απόλλωνα στους Δελφούς.[1]
Γιατί όμως οι έλληνες
των ιστορικών χρόνων(5ος και 4ος αιώνας) έβαλαν τον Διόνυσο
να συμφιλιωθεί με τον Απόλλωνα;
Τι θα μπορούσαν μαζί να κουβεντιάσουν το
διονυσιακό πρότυπο (Νίτσε), δηλαδή τα ένστικτα,
το συναίσθημα, το πάθος για χορό και μουσική, η έκσταση του εδώ και τώρα, με το
απολλώνιο ιδεώδες του ορθού λόγου, της υπολογιστικής σκέψης, του κάλλους, των
υψηλών ιδανικών; Τίποτα θα πουν οι ορθολογιστές, οι φωταδιστές της προόδου.Και
όμως πολλά,γιατί και τα δύο είναι στοιχεία της ανθρώπινης ταυτότητας. Ο
διαφωτισμός στην φιλελεύθερη ή στην αριστερή
εκδοχή , το δόγμα της πνευματοκρατίας και της λογοκρατίας, στην προσπάθεια του να επιβάλει
τον ανθρωπολογικό μύθο ότι ο άνθρωπος ξέκοψε από την αποπνικτική για τον
ατομοκεντρισμό φύση, εφεύρε το ορθολογικό άτομο πού το
καθοδηγεί ο απαλλαγμένος από το συναίσθημα, τις συγκινήσεις και τα ένστικτα
λόγος και το οποίο είναι δημιουργός ενός πολιτισμού πού ενσαρκώνει την οριστική
νίκη του πνεύματος επί της ζωώδους φύσης. Η λογική μάλιστα, σύμφωνα με το
καρτεσιανό διυστικό μοντέλο ενός αποχωρισμένου από το σώμα νου, είναι συνώνυμη
του πνεύματος και το συναίσθημα του σώματος. Σε αντίθεση όμως με την νεωτερική
αφήγηση οι έλληνες των κλασικών χρόνων δεν συνέλαβαν την ανθρώπινη ταυτότητα ως
ένα Είναι ορθολογικά λογοκρατούμενο, πού το βέλος του χρόνου το οδηγεί σε αναπόφευκτη
εξύψωση ,πρόοδο ,αλλά ως ένα Είναι τραγικό και γι’ αυτό ενέταξαν το τραγικό
στον λόγο. Η χειραψία του Διόνυσου με τον Απόλλωνα αποτυπώνει την κατανόηση από
την φιλοσοφία των κλασικών χρόνων ότι στην καρδιά της ορθολογικότητας πρέπει να
κρατάμε αναμμένο το καντήλι των συναισθημάτων και του πάθους, ότι τα
συναισθήματα όχι μόνο δεν πρέπει να εξοβελιστούν από την ανθρώπινη ταυτότητα, αλλά
αντίθετα να αναδειχθούν και ενίοτε να συμφιλιωθούν με τον λόγο.
