"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (2) Μοναχοῦ Μωϋσέως ἁγιορείτου




2

῾Η ἱστορία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους δέν γράφεται!

᾿Εκεῖνο τό τζάκι ἔκαιγε πρίν τρία χρόνια νομίζω.. Πάλι κρύο ἀπόψε κι ἡ κτιστή ρώσικη σόμπα ἀνάβει ἀπό τό μεσημέρι. ᾿Αποφασίζω νά κάνω ἀρχή τῶν λόγων μου. ῾Η ὑγεία μου, πού δέν εἶναι καλή, ἡ κόπωσή μου ἀπό τή μελέτη, οἱ μεγάλες νύχτες, πρόσφατα γεγονότα πού ἔκαναν ὁρισμένους νά καταθέσουν ἀνακρίβειες καί τό χειρότερο νά διαδίδουν ψέματα, μοῦ μαυρίζουν τήν εἰκόνα τοῦ ἱεροῦ τόπου μας, μέ σπρώχνουν νά γράψω. Δέν θά διορθώσω, δέν θά μαλώσω, δέν θά φωνάξω, θά καταθέσω ὅμως τόν ὀβολό μου στό κυτίον τοῦ ἐλέους ἐκ τοῦ ὑστερήματός μου.
    «᾿Ακόμη δέν ἔχει γραφτεῖ ἕνα βιβλίο γιά τό ῞Αγιον ῎Ορος!», θυμᾶμαι ἔλεγε ἐκεῖνος ὁ καλός γέροντας στό τζάκι, πού μόλις ἄσπριζαν τά κάπως πλούσια γένεια του. Δέν θά παραστήσω τόν συγγραφέα ἐγώ. ῾Η κατάθεσή μου θά εἶναι τοῦ μόχθου μου. Δέν ταπεινολογῶ, δέν ὑπερηφανεύομαι, δέν ἀεροβατῶ. Δέν ξέρω ἄν θά φθάσει αὐτή ἡ γραφή μου σέ θύρες καρδιῶν ἁπλῶν. Γνωρίζω πάντως καλά πώς ἄν δέν ἐκδοθεῖ τό πόνημα αὐτό δέν θά χάσει ἡ γραμματεία κάτι σημαντικό.
   ῾Η ἱστορία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους δέν γράφεται! Δέν θυμᾶμαι ἄν αὐτό τό ἄκουσα. Σκέφθηκα πολλούς τρόπους γιά τήν φιλόδοξη συγγραφή μου. ᾿Αποφάσισα τέλος νά μεταφέρω τή σκέψη μου καθαρή, δίχως λογοπαίγνια, ἥρωες, δεύτερα πρόσωπα καί λοιπά εὐφυῆ τεχνάσματα. Δίχως ἡμερομηνίες καί χρονολογική σειρά, ἑνότητες καί κεφάλαια, θά προχωρήσω. ῎Εχει τόσα ξαφνιάσματα ἡ ζωή ἐδῶ, ἡ κουβέντα, ἡ σιωπή, ἡ νύχτα. Δέν θά μεταφέρω διαβάσματα καί δέν θά κάνω καμμιά παραπομπή. Δέν θά γράψω ἐγώ τήν ἱστορία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, κάτι πού δέν μπορεῖ νά γραφεῖ. Θά ἐπιτελέσω ἔργο φωτογράφου καί μάλιστα ἐρασιτέχνη. Μιά ἁπλή μαρτυρία θά καταθέσω. Δέν ἔχω φίλους, δέν ἔχω ἐχθρούς, ἐδῶ τούς λησμονῶ ὅλους. Θά ἐκθέσω τόν ἑαυτό μου μόνο, ἄφοβα. ῎Αν κάπου ἀφήνω νά φανεῖ ὁ πόνος μου ἄς μοῦ τό συγχωρέσουν ἐκεῖνοι, πού ἐλπίζω καλοδιάθετα, τά βλέπουν ὅλα οὐράνια...


᾿Αντιγραφή:᾿Οδυσσεύς

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (1) Μοναχοῦ Μωϋσέως ἁγιορείτου






1

Σκέψεις πλάι στό τζάκι

῎Εκαιγε τό  τζάκι. Γύρω οἱ μοναχοί ἀνέμεναν τήν κρούση γιά τήν ἀγρυπνία. Οἱ τελευταῖοι ἔπαιρναν τόν καφέ τους. Κι ἔμπαιναν στήν κουβέντα γιά τόν καιρό, τόν ἄρρωστο Γέροντα, τή θάλασσα καί τό χαλασμένο τηλέφωνο. Τότε φούντωσε ξανά ὁ πόθος μου νά γράψω ἕνα «ἄλλο» βιβλίο γιά τό ῞Αγιον Ὄρος, μιά «ἄλλη» ἱστορία, ἕναν «ἄλλο» ὁδηγό. ῎Οχι πολύ μεγάλο, ὄχι μικρό, δίχως πολλές λεπτομέρειες καί γενικότητες...
   Παρότι ἔχω γράψει χιλιάδες σελίδες αἰσθανόμουν ἀνώριμος. ῎Εβλεπα νά μήν ἔχουν ἀσπρίσει πολύ τά γένεια μου. Δέν μποροῦσα ὅμως νά γνωρίζω καθόλου ἄν θά ὑπάρξω ἀσπρογένης μέ ἀναμνήσεις. ῎Εχω κι ἐκείνη τήν ἡπατική ἀνεπάρκεια, πού μοῦ θυμίζει τόν θάνατο πιό πολύ ἀπό τό ράσο μου. Δέν θά ἔκανα ἄλλωστε βαθυστόχαστες σκέψεις, θεολογικές ἀναλύσεις, λογοτεχνικές περιγραφές, κάτι πού νά ἑλκύει καί νά προκαλεῖ τόν ἔπαινο. Θά προσπαθοῦσα νά εἶμαι ἀγαθός καί εἰλικρινής. Δέν θά ᾿γραφα γιά σκιές, γιά γνωστά, γιά λάθη, γιά ὑψηλά. Θά ἔγραφα γιά τό φῶς τό ὁρατό, τό τωρινό καί θά ἔκανα λάθη, παρά τήν προσοχή μου νά μήν προβῶ σέ ἐκτιμήσεις, ἀφοῦ σάρκα φορῶ καί στή γῆ οἰκῶ: Τήν ἁγιορείτικη γῆ, θά ᾿θελα νά περιγράψω πού τήν ἀγαπῶ ἀληθινά καθώς καί ὅσους μόνιμα τήν πατοῦν κι εἶναι σκεπασμένοι μέ τό ἅγιο χῶμα της. Ζῶ πλάι σ᾿ αὐτούς γιά τούς ὁποίους μιλῶ καί συμπάσχω στίς ἀγωνίες τους καί τά πείσματά τους.
   ῎Ισως κάμποσα ἀπ᾿ ὅσα θά ᾿θελα νά γράψω νά μποροῦσαν ν᾿ ἀφαιρεθοῦν, νά θέλανε ἕνα καλύτερο «χτένισμα» καθώς λένε. ῞Ομως ὅταν τά γεροντάκια μοῦ διηγοῦνται ἱστορίες δέν τά διακόπτω ποτέ, γιατί χάνουν τή σειρά τῶν λόγων τους, λόγων βέβαια πού δέν ἔχουν σειρά, μά αὐτή εἶναι ἡ ὀμορφιά τους. ῎Οχι, δέν θά προσπαθήσω νά τούς μιμηθῶ. Θ᾿ ἀποτύχω σίγουρα. Τό ξέρω καλά, τουλάχιστον αὐτό. ῞Ομως θέλω νά γράψω αὐτό τό βιβλίο δίχως ἐπιτήδευση.
   Φοβᾶμαι πώς ἐπειδή πολύ τό θέλω ὁ καλός Θεός δέν θά μέ ἀφήσει νά τό ὁλοκληρώσω. Τοῦ Θεοῦ οἱ χάρες εἶναι ὅλες μυστικές. Τώρα τό νά θέλω ἐγώ νά δημοσιεύσω αὐτό πού λέγεται μόνο ἐμπιστευτικά ἤ τό πολύ σέ δυό –τρεῖς  καλούς φίλους πλάι στό τζάκι, τί νά πῶ; Θά γευθῶ τόν καρπό τοῦ πείσματός μου...

᾿Αντιγραφή:᾿Οδυσσεύς