"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεία λατρεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεία λατρεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Γιατί θυμιάζουμε;

Τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Χριστοδούλου
Τό θυμίαμα στή λατρεία τοῦ Θεοῦ ἐχρησιμοποιεῖτο καί ἀπό τούς Ἑβραίους καί ἀπό τούς εἰδωλολάτρες. Ἦταν δεῖγμα άναγνώρισης τῆς ὑπερέχουσας ἀξίας τοῦ Θεοῦ, ἦταν σύμβολο ὑποταγῆς καί ἀφοσίωσης. Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε την περιγραφή του και το μείγμα από το οποίο απετελείτο. Συγκεκριμένα, στο Εξόδου 30, 34-38 ο Θεός δίδει εντολή να αποτελείται το θυμίαμα από 4 συστατικά στοιχεία, από σταχτή, όνυχα, χαλβάνη και λίβανο. Γι’ αυτό και οι έννοιες «θυμίαμα» (ή μοσχοθυμίαμα) και «λιβάνι» δεν ταυτίζονται.
Τό λιβάνι εἶναι ἕνα ἀπό τά στοιχεῖα ἀπό τά ὁποῖα ἀπαρτίζεται τό θυμίαμα.
Στα χρόνια του Κυρίου το εβραϊκό θυμίαμα απετελείτο από 13 αρωματώδη στοιχεία, πως μαρτυρεί ο Ιώσηπος. Η Σκηνή του Μαρτυρίου περιείχεν, εκτός των άλλων, και το «χρυσούν θυμιατήριον», μέσα στο οποίον έκαιαν κάρβουνα και ο Ιερέας πετούσε αρκετό θυμίαμα και έπειτα γονάτιζε και προσευχόταν στον Θεό. Στο ναό του Σολομώντος υπήρχε το θυσιαστήριον του θυμιάματος, στο οποίο εθυμίαζε κάθε ημέρα ένας Ιερεύς. Ο Ιερεύς δε, που του έπεφτε ο κλήρος να θυμιάσει, εθεωρείτο ότι αξιωνόταν μεγάλης τιμής από τον Θεό. Τούτο συνέβη και με τον Ζαχαρία, πατέρα του τιμίου Προδρόμου, που κατά την ώρα του θυμιάματος δέχθηκε από τον Άγγελο την πληροφορία ότι θα γεννήσει σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία και με τη γυναίκα του στείρα τον Βαπτιστή. Η ώρα του θυμιάματος στους Εβραίους ήταν συγκλονιστική για τους συμβολισμούς της.
Και οι ειδωλολάτρες χρησιμοποιούσαν θυμίαμα στη λατρεία τους, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, οι Αιγύπτιοι, οι Φοίνικες, οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι κλπ. Σας υπενθυμίζω τις περιπτώσεις αγίων χριστιανών μαρτύρων που, επειδή δεν εδέχθησαν να ρίψουν θυμίαμα εμπρός στα είδωλα, εθυσιάσθησαν οι ίδιοι.
Θυμίαμα προσεφέρετο και προς τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, που ελατρεύετο ως Θεός. Το ίδιο συνέβαινε και για άλλους επιφανείς ανθρώπους που είχαν δοξασθή από τους ανθρώπους. Κατά τον ιστορικό Θεοδώρητο, ο Ιουλιανός Παραβάτης αξίωνε να του καίνε θυμίαμα.
Συμβολισμοί
Η χριστιανική θρησκεία παρέλαβε από τους Εβραίους το θυμίαμα και το καθιέρωσε και στη δική της λατρεία.
Του προσέδωσε δε πνευματικούς συμβολισμούς, που αξίζει να θυμηθούμε.
1. Το θυμίαμα εν πρώτοις συμβολίζει την προσευχή, που ανεβαίνει προς τον
θρόνον του Θεού. «Κατενθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου…». Είναι η ορμή της ψυχής προς τα άνω.
Και ταυτόχρονα συμβολίζει και την ζέουσαν επιθυμία μας να γίνει η  προσευχή μας δεκτή «εις οσμήν ευωδίας πνευματικής». Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος «ώσπερ το θυμίαμα και καθ’ εαυτό καλόν και ευώδες, τότε δε μάλιστα επιδείκνυται την ευωδίαν, όταν ομιλήση τω πυρί. Ούτω δε και η ευχή καλή μεν καθ’ εαυτήν, καλλίων δε και ευωδεστέρα γίνεται, όταν μετά και ζεούσης ψυχής αναφέρηται, όταν θυμιατήριον η ψυχή γένηται και πυρ ανάπτη σφοδρόν». Γι’ αυτό και πρέπει να διδάσκουμε το λαό ότι, όταν προσεύχεται, καλόν είναι να καίει θυμίαμα στο σπίτι.
2. Συμβολίζει ακόμη τις γλώσσες πυρός της Άγιας Πεντηκοστής, όταν ο Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Πανάγιόν Του Πνεύμα «εν είδει πυρίνων γλωσσών». Στην ευχή που λέγει ο ιερεύς, όταν ευλογεί το θυμίαμα στην Πρόθεση, αναφέρει «Θυμίαμα Σοι προσφέρομεν Χριστέ ο Θεός εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου Σου Πνεύματος». Με το θυμίαμα δηλ. ζητούμε από τον Κύριο να μας στείλει την αγιοπνευματικήν Του χάρι. Γι’ αυτό και οι πιστοί, όταν τους θυμιάζει ο Ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή σε δείγμα αποδοχής της χάριτος αυτής. Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει ως εξής την σημασίαν του θυμιάματος:
«Δηλοί την απ’ ουρανού χάριν και δωρεάν εκχυθείσαν τω κόσμον διά Ιησού Χριστού και ευωδίαν του Πνεύματος και πάλιν εις τον ουρανόν δι’ αυτου αναχθείσαν».
3. Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει εξ άλλου και τον αίνον, που απευθύνεται προς τον Θεό. Η καύση του θυμιάματος σημαίνει τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δε ευχάριστο συναίσθημα, που δημιουργείται από το άρωμα του θυμιάματος σε όλο το χώρο του Ι. Ναού, σημαίνει την πλήρωση της καρδιάς μας από τη θεία ευαρέστηση, που είναι ο καρπός της αγάπης μας προς τον Θεό. Στην περίπτωση αυτή κάθε πιστός μετατρέπεται σε «ευωδίαν Χριστού».
4. Το δε θυμιατήριον, που καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει την κοιλίαν της Θεοτόκου, η οποία δέχθηκε στα σπλάγχνα της σωματικώς την Θεότητα, που είναι «πυρ κατανάλισκαν», χωρίς να υποστή φθοράν ή αλλοίωση. Κατά τον Άγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κων/λεως «Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, το πυρ την θεότητα και ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος προπορευομένην».
Και αλλού: «Η γαστήρ του θυμιατηρίου νοηθείη αν ημίν η ηγιασμένη μήτρα της Θεοτόκου φέρουσα τον θείον άνθρακα Χριστόν, εν ω κατοικεί πάν το πλήρωμα της θεότητας σωματικώς. Διό και την οσμήν της ευωδίας αναδίδωσιν ευωδιάζον τα σύμπαντα». Με απλά λόγια και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτόν τον συμβολισμόν, λέγοντας: «Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο. Όπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε».
Λειτουργική Χρήση
1. Η Εκκλησία μας εισήγαγε το θυμίαμα με νέους συμβολισμούς στη θεία λατρεία από την αρχή. Κατά τον 3ο Αποστολικό Κανόνα μόνο θυμίαμα και έλαιο είναι επιτρεπτά στο Άγιον Θυσιαστήριον. Ο δε Ιουστινιανός εδώρησε στην Άγια Σοφία 36 χρυσά θυμιατήρια με πολύτιμους λίθους, κατά δε μαρτυρίαν του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου οι βασιλείς στο Βυζάντιο εισερχόμενοι στην εκκλησία προσέφεραν θυμίαμα στα ειδικά θυμιατήρια, τα καλούμενα «καπνιστά».
Το θυμιατόν, κατά ταύτα, ως ένα ιερό σκεύος αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού, πρέπει να είναι καθαρό και όχι μαυρισμένο από τον καπνό, να είναι από καλό μέταλλο και όχι ευτελές και να συμμορφώνεται ως προς το σχήμα προς την λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Το «κατζίον» είναι ειδικής χρήσεως θυμιατόν, που χρησιμοποιείται στις Αγρυπνίες και στις κατανυκτικές Ακολουθίες της Μεγ. Τεσσαρακοστής και της Μεγ. Εβδομάδος. Το δε χρησιμοποιούμενο θυμίαμα πρέπει να είναι αρωματώδες, ως εκείνο πού παράγεται στο Άγιον Όρος και στις άλλες μονές μας. Από εκεί να το προμηθεύεσθε, πρώτον μεν διότι παρασκευάζεται με προσοχή και ευλάβεια, δεύτερον δε διότι προμηθευόμενοι αυτό ενισχύετε οικονομικά τις πτωχές μονές.
2. Θυμίαμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εκκλησιαστικές Ακολουθίες και δη κατά την έναρξή των. Και στα επτά Μυστήρια επίσης. Δυστυχώς σήμερα αυτό έχει εγκαταλειφθεί αδικαιολογήτως, ενώ θα έπρεπε να επανέλθει. Η Βάπτιση π.χ. μπορεί και πρέπει να αρχίζει με θυμίαμα, το ίδιο και το Ευχέλαιο. Ο Εσπερινός και η Θεία Λειτουργία τελούνται σήμερα με χρήση θυμιάματος, το οποίον όμως δέον να προσφέρεται κατά την τάξιν.
3. Ειδικότερον, του θυμιάματος προηγούνται:
α. Η προετοιμασία του θυμιατού με το άναμμα των ανθράκων. Τα εν χρήσει «καρβουνάκια» χρειάζονται προσοχή, διότι κατά το άναμμα  βγάζουν αποπνικτικό καπνό που ενοχλεί.
Γι’ αυτό και πρέπει να ανάπτονται μακρυά από το λαό, είτε σε μια άκρη του Ιερού, άωτε και έξω από αυτό. Επίσης, χρειάζεται προσοχή κατά το άναμμα, διότι εκσφενδονίζονται μικρές καύτρες που μπορεί να προκαλέσουν ζημιές σε τραπεζομάνδηλα ή στα χαλιά. Ποτέ δεν ανάπτεται το θυμιατό εμπρός στην Άγια Τράπεζα. Προτιμότερη είναι η χρήση καρβουνόσκονης, που ούτε «πετάει» καύτρες, ούτε βγάζει καπνό. Ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση του θυμιατού χωρίς αναμμένα κάρβουνα.
β. Η τοποθέτηση του θυμιάματος. Το ορθόν είναι το θυμίαμα να το προσφέρει Αρχιερεύς-όταν λειτουργεί- ή ο Ιερεύς, τοποθετώντας ο ίδιος το «λιβάνι» μέσα στο θυμιατό. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει σε ευπρεπές δοχείο τοποθετημένο το θυμίαμα και με ένα κουταλάκι παίρνει από αυτό, συνήθως προσφερόμενο από ένα παιδί, το αναγκαίο θυμίαμα και το τοποθετεί επάνω στα κάρβουνα. Η χειρονομία είναι βέβαια συμβολική, δηλ. εντάσσεται και αυτή μέσα στους άπειρους συμβολισμούς, που υπάρχουν στη λατρεία μας. Είναι όμως και χαρακτηριστική, διότι δείχνει με απτό τρόπο ότι το θυμίαμα προσφέρεται από τον ίδιο τον λειτουργό.
γ. Η ευλόγηση αυτού από τον Αρχιερέα, αν χοροστατεί ή λειτουργεί, ή από τον ίδιον τον Ιερέα. Η ευλόγηση είναι διαφορετική στην «κάλυψη» των θείων δώρων και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Δηλ., όταν πρόκειται να «καλύψει» τα Άγια ο Αρχιερεύς ή ο Ιερεύς, προσφερομένου του Θυμιάματος, λέγει την ευχή «Θυμίαμα Σοι προσφέρομεν, Χριστέ…» και το ευλογεί. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις λέγει «Ευλογητός ο Θεός ημών…» και ευλογεί με το χέρι.
4. Το θυμίαμα πραγματώνει κατά περίπτωσιν είτε ο Αρχιερεύς, είτε ο Ιερεύς, είτε ο Διάκονος. Εις τον Εσπερινό και τον Όρθρο θυμιά ο Διάκονος, εάν υπάρχει, ή ο Ιερεύς. Εάν δεν χοροστατεί Αρχιερεύς, την ευλόγηση του δίδει ο Ιερεύς. Εάν όμως παρίσταται Αρχιερεύς χοροστατών προσάγεται προς αυτόν το θυμίαμα και εκείνος ευλογεί από του αρχιερατικού Θρόνου. Ο λαμβάνων την ευλογίαν θυμιά τρις τον Αρχιερέα. Στην περίπτωση αυτή ο θυμιών εισέρχεται στο Άγιον Βήμα και θυμιά την Αγίαν Τράπεζαν, τους παρόντες Ιερείς και εξέρχεται του Βήματος, που θυμιά τις εικόνες του τέμπλου και πάλιν τον Αρχιερέα 9κις, και εν συνεχεία τον λαόν.
Επιστρέφων στον Σολέα θυμιά 9κις τον Αρχιερέα, μετά πάλιν τις εικόνες του τέμπλου, και εισερχόμενος στο Άγιον Βήμα θυμιά πάλιν πέριξ την Αγίαν Τράπεζα, την Πρόθεση, τους εντός του Βήματος κλπ.
5. Θυμίαμα προσφέρεται κατά την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, κατά την ψαλμώδηση του Απολυτίκιου, προ της Αναγνώσεως του Ευαγγελίου, κατά τον Χερουβικόν ύμνον, μετά τον καθαγιασμόν, κατά το «Ορθοί, μεταλαβόντες…». Μετά την καθιέρωση, στα όρια της Ι. Αρχιεπισκοπής και μερικών άλλων Ι. Μητροπόλεων, της μελωδικής αποδόσεως του «Αλληλουιαρίον», το θυμίαμα προ του Ευαγγελίου γίνεται κατά την ώραν αυτήν με άνεση και χωρίς να παρενοχλείται κανείς.
6. Είθισται ψαλλομένου του Χειρουβικού να εξέρχεται ο Αρχιερεύς ή ο Ιερεύς στην Ωραία Πύλη και να θυμιά τις εικόνες του τέμπλου, όταν ο ιεροψάλτης φθάσει εις την λέξιν «Τριάδι». Η σύνδεσε της λέξεως αυτής με την έξοδον από του Αγίου Βήματος δεν ευρίσκει κανένα εννοιολογικό έρεισμα. Όμως έχει επικρατήσει και τηρείται από πολλούς ιερουργούς. Διαφορετική είναι η περίπτωση της ενάρξεως του θυμιάματος στον Εσπερινό, όταν ο ιεροψάλτης φθάσει στη λέξη «ως θυμίαμα ενώπιον Σου». Την έξοδο στο «Τριάδι» φαίνεται ότι επέβαλαν πρακτικοί λόγοι, επειδή τότε περίπου ο Ιερεύς έχει τελειώσει την Ανάγνωση της ευχής του Χερουβικού ύμνου.
Άλλωστε, η παλαιά τάξη ήταν να θυμιά ο Διάκονος καθ’ ον χρόνον ο Ιερεύς ανεγίνωσκε την ευχήν.
7. Ο τρόπος χειρισμού του θυμιατηρίου προϋποθέτει εμπειρίαν και ζήλον. Πολλοί ιερουργοί, ιδίως νεοχειροτόνητοι, δεν γνωρίζουν πώς γίνεται το θυμιάτισμα, δηλ. πώς πιάνουμε το θυμιατό, πώς το κινούμε με χάρι, πώς το κατευθύνουμε όπου πρέπει, πώς αποφεύγουμε ζημιές, με αποτέλεσμα να δείχνουν αδεξιότητα και να στερούν τον απαραίτητο παλμό από το θυμιάτισμα. Και βέβαια είναι απόβλητη η συνήθεια πολλών αδαών ή και αδεών, να θυμιατίζουν πολύ γρήγορα και έντονα, χωρίς τη δέουσα ιεροπρέπεια, όπως και άλλων που με πολύ δισταγμό σηκώνουν το χέρι των, αποδίδοντες στο θυμιάτισμα νωχελικό ρυθμό. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο ενδείκνυται. Το ένα προδίδει «παρρησίαν», το άλλο αμηχανία. Χρειάζεται χειραγωγία από έμπειρους προς αρχαρίους. Το θυμιατόν κινεί το δεξιό χέρι με σταθερότητα, αλλά και με ευπρέπεια. Κατά το θυμιάτισμα είτε του Αρχιερέως, είτε των ιερών εικόνων, ο θυμιών Διάκονος ή ο Ιερεύς κλίνει ελαφρώς τον αυχένα μετά από κάθε τριττή κίνηση. Χρειάζεται, επίσης, προσοχή να μη πεταχθούν έξω τα κάρβουνα. Η τέχνη του θυμιάν αποβλέπει στην αποφυγή και τέτοιων αδεξίων κινήσεων.
8. Το θυμίαμα με το «κατζίον» θέλει και αυτό την τέχνην του. Το «κατζίον» έχει συνήθως 1 ή 3 κουδουνάκια. Ο χειριζόμενος αυτό οφείλει να το κινεί κατά τρόπον που να επιτρέπει στα κουδουνάκια να ακούγονται ελαφρώς. Με το ιερό αυτό σκεύος ο ιερουργός σχηματίζει στον αέρα το σημείον του Σταυρού, αντί άλλης κινήσεως.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: “ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ”, 

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Μιά ἔμμεση ἀπάντηση σέ ὅσους ἐπιχειροῦν ( μέσῳ τῶν λειτουργικῶν μεταφραστικῶν καινοτομιῶν) τόν θρυμματισμὸ τῆς γλωσσικῆς μας ταυτότητας-ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΑΓΟΥΡΟΥ



Η «ΓΛΩΣΣΑ» ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ


Αὐθόρμητη καὶ ἄδολη ξεπηδάει μιὰ σκέψη, τοῦτες τὶς δύσκολες καὶ δυσοίωνες (;) ἡμέρες στὴν Ἑλλάδα, ὅπου ὅλα ἀποδομοῦνται, ἀπαξιώνονται καὶ ἀναπροσδιορίζονται ὀλοκληρωτικὰ ὑπὸ τὸ παραμορφωμένο πρόσχημα τῆς διογκωμένης οἰκονομικῆς κρίσεως. Μιὰ σκέψη, ποὺ ὅσο ἄδολη ἀναπηγάζει, ἄλλο τόσο ὀδυνηρὴ ἑδραιώνεται. Μιὰ σκέψη συνειρμική.
Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκβράστηκαν οἱ ἐπαίσχυντες καὶ μεθοδευμένες δηλώσεις τῆς κ. Dragona (βλ. σχετ. http://christianvivliografia.wordpress.com/2010/06/30/νεκροτητα-πνευματοσ/), μὲ τὶς ὁποῖες διεκπεραιώνεται σταδιακῶς ἡ ἐργολαβία τῆς  ὕπουλης ἀπαξιώσεως τῆς γλωσσικῆς μας καταγωγῆς καὶ συνέχειας, καὶ μάλιστα ἀπὸ δημόσιο λειτουργὸ ἀμειβόμενο ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ δημόσιο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ΚΟΙΝΟ κορβανά. Στρώνεται κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ χαλί, προετοιμάζεται δηλαδὴ λίγο λίγο τὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ  ὁ προγραμματισμένος θρυμματισμὸς τῆς γλωσσικῆς μας ταυτότητας καὶ συνεπῶς ἡ συθέμελη κατασύντριψη τῆς συλλογικῆς μας συνειδήσεως καὶ ἰδιοπροσωπίας.
Μέχρι ἐδῶ ὅμως ἀναμενόμενο. Οἱ ἐχέφρονες ἦταν ἀπὸ καιρὸ ἕτοιμοι. Ὁ συνειρμὸς ὅμως στρέφεται στὰ καθ᾽ ἡμᾶς ἐκκλησιαστικά. Ἄνθρωποι ἐγνωσμένης καταρτίσεως, μὲ ἀκαδημαϊκὴ αἴγλη καὶ  προίκα ἀπὸ τὸν Θεό διανοητικὴ ὄχι μικρή, φαίνεται νὰ ξεπερνοῦν τὰ ὅρια τοῦ διαλόγου περὶ τῆς γλώσσης τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας βομβαρδίζοντας διαρκῶς καὶ ἀνηλεῶς τὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα.
Ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος κατὰ τὸ τελευταῖο χρονικὸ διάστημα ἔχουν γραφεῖ πολλά. Ἀλλά, ἐπὶ τῆς διαδικασίας, ἄραγε ἔχουν «ὦτα» νὰ ἀκούσουν,  ἄραγε ἔχουν «ὀφθαλμούς» νὰ δοῦν (Ψαλμ. ΡΛΔ´ 17), ἄραγε ἔχουν αἴσθηση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὴν πραγματικότητα; Ἄραγε, ἀφοῦ δὲν «καταλαβαίνουν τὴν γλῶσσα τῆς Λατρείας», τουλάχιστον δὲν ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ ΤΗΝ «ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ»; Δὲν ἀντιλαμβάνονται ἄραγε ὅτι μὲ τὴν (ἔστω) καλοπροαίρετη ἐμμονή τους στὴν μετάφραση τῆς λειτουργικῆς γλώσσης εὐνοοῦν συνδυασμοὺς καὶ συνειρμούς; Δὲν κατανοοῦν πὼς ἂν μή τι ἄλλο αὐτὴ ἡ κρίσιμη στιγμὴ δὲν προσφέρεται γιὰ ἐπὶ πλέον “πειράματα”, “μέτωπα” καὶ ἀναστατώσεις μέσα στὴν Ἐκκλησία; Δὲν ἐννοοῦν πὼς νομιμοποιοῦν τὸν προβληματισμὸ γιὰ τὴν “συναυλία” , τὴν “συγχορδία” τῶν ἐν γένει ΑΝΤΙΓΛΩΣΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ, πὼς συγχρόνως μὲ τὴν φωνὴ τῆς σάλπιγγος, σύριγγός τε καὶ κιθάρας, σαμβύκης τε καὶ ψαλτηρίου, συμφωνίας καὶ παντὸς γένους μουσικῶν (Δαν. Γ´ 5 κ. ἑξ.) συμπροσκυνοῦν τὴν ἴδια θεότητα τῆς Ἀλλοτριώσεως; Δὲν βαστιοῦνται ἄραγε ἀπὸ τὴν ἀψυχολόγητη καὶ ἐπίμονη ὑποστήριξη τῆς ἰδέας τους; Δὲν ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ, δὲν ὑποψιάζονται ὅτι ἐνδέχεται νὰ μιλᾶνε τὴν ἴδια ΓΛΩΣΣΑ μὲ τὴν κ. Dragona καὶ τοὺς ἐντολεῖς της κι ὅτι, ἔστω ἄθελα, συνευδοκοῦν μὲ τὸν τρόπο τους καὶ ἀπὸ τὴν πλευρά τους στὸ ἄτιμο καὶ βρώμικο παιχνίδι ποὺ παίζεται εἰς βάρος τῆς αὐτοσυνειδησίας μας καὶ τῆς ὀργανικοῦ μας συνδέσμου μετὰ τῶν Πατέρων ἡμῶν;
Εἶναι πράγματι κρῖμα ἔνα τέτοιο ἐκκλησιαστικὸ δυναμικό,  ἕνα σημαντικότατο κεφάλαιο νὰ σπαταλιέται τόσο ἀνυποψίαστα, τόσο ἄδοξα, τόσο ἀψυχολόγητα, τόσο ἀνώφελα, τόσο ἀντισυσπειρωτικά, τόσο ἀντι-ενωτικά, τόσο ἀντι -εκκλησιαστικά αὐτές τίς ὧρες. ΚΡΙΜΑ.


Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Τά ὄνειρα τῶν μεταρρυθμιστῶν τῆς Λατρείας μας : Ἀποδόμηση καί μαζικότητα- Πρωτ/ρου π. Ἰωάννου Φωτοπούλου




Τό κείμενο «Ἀποδόμηση καί μαζικότητα», δημοσιευμένο στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» (Ἰανουάριος 2001), εἶναι μιά τοποθέτηση στό ἄρθρο τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Πέτρου Βασιλειάδη, «Λειτουργική Ἀναγέννηση: Συμμετοχή τοῦ Λαοῦ καί ἐνεργοποίηση τῆς Ἀναφορᾶς» (ΣΥΝΑΞΗ, τευχ.72).
Ἐπειδή ἡ ἐπίθεση τῶν λεγομένων «Ἀνανεωτῶν» κατά τῆς λατρείας μας συνεχίζεται, ἀποφασίσαμε νά ἀναδημοσιεύσουμε τό κείμενο αὐτό.

Στό «Συμπόσιο» γιά τήν λεγομένη «λειτουργική ἀνανέωση» πού ἔλαβε χώρα στό Βόλο (22-25 Ὀκτωβρίου 2000) μεταξύ τῶν εἰσηγητῶν περιλαμβανόταν καί ὁ καθηγητής τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης κ. Πέτρος Βασιλειάδης.  Ἀνάμεσα στήν πληθώρα τῶν ἀναφορῶν του στήν ἐσχατολογία παρενέβαλε καί τίς προτάσεις του γιά τά μεταρρυθμιστέα ζητήματα τῆς Λατρείας : ἀνακατανομή τῶν λειτουργικῶν ἀναγνωσμάτων, θέση τῆς γυναίκας στή Λατρεία, μετάφραση τῶν  ἀναγνωσμάτων καί τῶν  ὓμνων  στήν καθομιλουμένη  κ.λ.π.  Ἡ μόνιμη ἐπωδός ἦταν ἡ αἰτουμένη συμμετοχή  τοῦ λαοῦ, ἡ πρόγευση τῶν ἐσχάτων.  Μήπως ὃμως στήν πραγματικότητα εἶναι βαθύτερα τά αἰτήματά του καί τά ὁράματα του;  ὄχι μόνο αὐτοῦ ἀλλά καί πολλῶν ἄλλων ἐκ τῶν θεωρητικῶν τῆς λειτουργικῆς μεταρρυθμίσεως;
Ἡ συμμετοχή τοῦ λαοῦ στά «δρώμενα» εἶναι στ᾿ ἀλήθεια μόνο μιά «ἔμμονη ἰδέα» μέ «τήν πλήρη ψυχοδυναμική ἔννοια»,γιά νά χρησιμοποιήσουμε τή γλῶσσα τῶν «ψυχοθεραπευτῶν», ἤ  ἐφαλτήριο γιά κάτι περισσότερο;
Οἱ θεωρητικές θέσεις τοῦ κ. Καθηγητοῦ φαίνονται καλλίτερα ἀναπτυγμένες στό 8 σελίδων ἄρθρο του «Λειτουργική Αναγέννηση : Συμμετοχή τοῦ λαοῦ καί ἐνεργοποίηση τῆς ἀναφορᾶς», πού δημοσιεύτηκε στό τεῦχος 72 τοῦ περιοδικοῦ «ΣΥΝΑΞΗ». Προσεκτική μελέτη τοῦ ἄρθρου τοῦ κ. Βασιλειάδη ἀποκαλύπτει τά κάτωθι:
1) Τά κριτήριά του γιά τήν ἀνάγκη «Λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως» δέν εἶναι ὀρθόδοξα γιατί δέν εἶναι ἐκκλησιολογικά. Δέν εἶναι δέ ἐκκλησιολογικά διότι αὐτή ἠ «ἀνάγκη» δέν προέρχεται ἀβίαστα ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.  ῾Ὁ ἴδιος γράφει ὃτι «εἶναι...ἀπόρροια τριῶν ἐξελίξεων στό χῶρο τῆς ἐπιστήμης  καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς: (α) τῆς ἀνάπτυξης τῆς ἐπιστήμης τῆς «πολιτιστικῆς ἀνθρωπολογιας», (β) τῆς καταλυτικῆς ἐπίδρασης πού εἶχε ἡ «λειτουργική κίνηση» σέ ὃλες ἀνεξαίρετα τίς χριστιανικές ὁμολογίες, καί (γ) τῆς δημιουργίας ἑνός νέου κλάδου στήν ἐπιστήμη τῆς θεολογίας, ἐκείνου τῆς «λειτουργικῆς θεολογίας»,  μάλιστα μέ πολύ οὐσιαστική Ὀρθόδοξη συμβολή».(σ.35).
Ἀσφαλῶς οὔτε ἡ «πολιτιστική ἀνθρσωπολογία», οὔτε ἡ «λειτουργική κίνηση» τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν (λέγε, κατά τήν ὀρθόδοξη Παράδοση, «τῶν αἱρέσεων»), οὔτε «ἡ λειτουργική θεολογία» τῶν σπουδαστηρίων ἀποτελοῦν συνιστῶσες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.  Στήν πραγματικότητα εἶναι θρησκειολογικά καί  ὀρθολογιστικά μορφώματα ἐπιμελῶς  προωθούμενα στούς φοιτητές τῶν Θεολογικῶν καί ἱερατικῶν σχολῶν, στήν εἰλικρινά ἀνησυχοῦσα διανόηση, σέ θρησκευτικούς κύκλους, πότε μέ δύσκολη ἐπιστημονικοφανῆ  γλῶσσα, πότε λαϊκότερα, σέ κάθε εὐκαιρία καί στιγμή.
2) Αὐτά τά ἀντορθόδοξα κριτήρια τοῦ κ. Βασιλειάδη  ἔχουν σάν φυσική συνέπεια ὁ κ. Καθηγητής, πρός στήριξη τῶν θέσεών του, νά ἀναφέρεται ὄχι στούς Ἁγίους Πατέρες, ἀλλά στό «μανιφέστο τοῦ Dom Lambert» στόν Aidan Kanavagh καί στόν π. Ἀλέξανδρο Schmeman, τοῦ ὁποίου κάθε λόγος θεωρεῖται θέσφατο.  Ἐξ ἄλλου ὁ κ. Καθηγητής φαίνεται νά πιστεύει ὃτι οἱ μετά τόν 8ο αἰῶνα Πατέρες  εἶναι θεολογικά ἄρρωστοι ἀφοῦ διακηρύσσει ὃτι μετά τή χρυσῆ περίοδο τοῦ Χριστιανισμοῦ ὑπάρχει «ἔλλειψη ὑ γ ι ο ῦ ς  θεολογικοῦ προβληματισμοῦ» (σ.38).
3) Μαζί μέ τήν ἐπιμονή του γιά τήν ἔκφωνη ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν ὁ κ. Βασιλειάδης ἐκφράζει καί τήν ἐπιθυμία του καί γιά ἄλλες κατεδαφιστικές καινοτομίες : α) Ζητεῖ «τήν κατάργηση τοῦ τέμπλου στή σημερινή του μορφή»(σ.38). β) Ζητεῖ ἡ λατρεία «νά πραγματοποιεῖται στήν καθομιλουμένη γλῶσσα»(σ.40).  γ) Θέλει, λέει, «νά εἴμαστε ἐνήμεροι γιά τίς θεμιτές» (ποιός θά τό κρίνει; σ.σ. ) ἐναλλακτικές λύσεις στήν ἀρχιτεκτονική καί διαρρύθμιση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου».  δ) Ἀμφισβητεῖ τό ρόλο τῶν ψαλτῶν καί τῶν χορῶν στή διευκόλυνση τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἐκκλησιάσματος.  ε)ἀμφιβάλλει γιά τό ἄν «τό εἶδος τῆς μουσικῆς πού χρησιμοποιεῖται εἶναι τό καταλληλότερο γιά νά ἀποδώσει τά νοήματα τοῦ κειμένου» (σ.40).
4) Ὑβρίζοντας καί χλευάζοντας τή ζωντανή λειτουργική μας παράδοση ὁ κ. Βασιλειάδης, λησμονώντας τή θέση του ὡς ποιμαινομένου  καί κατά παραχώρηση διδασκάλου, μᾶς λέγει ὅτι ἡ λειτουργία, ἄν δέ γίνουν οἱ τερατώδεις αὐτές μεταρρυθμίσεις του καί ἄλλες ἴσως, «μπορεῖ πολύ εὔκολα νά ἐκτραπεῖ στήν καλύτερη περίπτωση σέ μιά ἄχρηστη καί περριτή τυπολατρία καί στή χειρότερη σέ μαγική, σακραμενταλιστική (ἀκόμη καί δαιμονική ) ἐκδήλωση, πού ἀντί νά κατευθύνει τή χριστιανική κοινότητα πρός τό ὂραμα τῆς Βασιλείας, νά τήν ἀποπροσανατολίζει ὁδηγώντας την σέ ἀτομιστικές μυστικῆς ὑφῆς ἀτραπούς....καί τελικά στό θάνατο, στήν κόλαση.» (σ.40- 41).  Δέν γνωρίζω τί εἴδους «λειτουργία» ὀνειρεύεται ὁ κ. καθηγητής.  Πάντως  ὄχι τήν ὀρθόδοξη  Λειτουργία.
Εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον νά παρακολουθήσει κανείς τόν πυρῆνα  τῆς σκέψεως τοῦ κ. Βασιλειάδη.  Ἀπό τή μιά κόπτεται γιά «τήν πλήρη συμμετοχή τοῦ λαοῦ στή λατρεία» (σ.40), γιά «συνειδητή συμμετοχή τοῦ λαοῦ στήν Εὐχαριστία» (σ.41), γιά «ἑνότητα...καθολικότητα...γιά προτεραιότητα τῆς κοινωνίας μέ τούς ἄλλους»(σ.41).  Ἀπό τήν ἄλλη τρεῖς φορές στό κείμενό του, ἀναφερόμενος στήν Ἐκκλησία, χρησιμοποιεῖ τήν κλασσική γιά τούς κοινωνιολόγους, πολιτικούς καί φιλοσόφους κατηγορία τῆς  «μάζας», ἡ ὁποία ὃμως εἶναι ἀνοίκεια καί ἀπαράδεκτη γιά τήν κατ᾿ ἐξοχήν, μοναδική κοινωνία προσώπων, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία.  Ἔτσι ἐμφανίζει τήν «Εὐχαριστία ὡς  μ α ζ ι κ ή  ἐμπειρία» (σ.35) ὁμιλεῖ γιά «μ α ζ ι κ ή ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας» (σ.37)καί γιά «μ α ζ ι κ ό  ἐπαναπροσδιορισμό τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας» (σ.40).
Πῶς φαντάζεται ἆρα γε ὁ κ. καθηγητής ὃτι  μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ ἡ συμμετοχή τοῦ λαοῦ στή λατρεία; Γράφει : «Ὅσοι ἰσχυρίζονται τό θεμιτό τῆς ἱεραρχικῆς δομῆς τῆς λειτουργικῆς τάξης τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἐξαιτίας ἀδικαιολογήτου χριστομονισμοῦ, εἴτε ἐξ ἐπιδράσεως τῶν ἀρεοπαγιτικῶν κειμένων, ἀγνοοῦν ἤ ἠθελημένα παραποιοῦν τήν κλασσική ἐσχατολογική διατύπωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου Α΄ Κορ. 15, 28.  Ἱεραρχική δομή στήν Ἐκκλησία καί τή λειτουργία της θά ἐδικαιολογεῖτο, μόνο ἐφ᾿ ὃσον ὑποσκάπταμε τό ὃραμα τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας καί μετατρέπαμε τήν Ἐκκλησία σέ θεσμό τοῦ κόσμου τούτου»(σ.37).  Τελειώνει δέ τό ἄρθρο του μέ τήν εὐχή γιά «ὑπέρβαση τῆς φθαρτῆς ἱεραρχικῆς τάξης τῶν ἱερατικῶν χαρισμάτων, πού στήν οὐσία εἶναι ἀντανάκλαση τῆς πεπτωκυίας κοσμικῆς τάξης πραγμάτων» (σ.41).
Ποιό εἶναι τό μήνυμα καί τό σύνθημα τοῦ κ. Βασιλειάδη; Γκρεμίστε τίς δομές!  Ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπως γνωρίζουμε, ἔχει τήν ἱεραρχική της δομή.  Ἔχει τόν Κλῆρο καί τό Λαό.  Ὁ Κλῆρος χωρίζεται σέ ἀνώτερο (τριπλῆ διάκριση, Ἐπίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος) καί κατώτερο (ὑποδιάκονοι, ψάλτες, ἀναγνῶστες, νεωκόροι).  Ὁ ἃγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης στά θεόπνευστα συγγράμματά του «Περί οὐρανίου ἱεραρχίας» καί «Περί ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας» βλέπει τήν Ἐκκλησιαστική ἱεραρχία, τήν «ἱεραρχική δομή» τοῦ κ. Βασιλειάδη, ὡς ἀντίτυπο καί εἰκόνα τῆς Οὐρανίου ἱεραρχίας.  Αὐτό ἐνοχλεῖ ἀφάνταστα τόν κ. καθηγητή.  Ἀδυνατεῖ νά κάμψει τόν αὐχένα καί νά δεχθεῖ ὃτι οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἱερεῖς, ἔχοντες τήν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, ὄντες «οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων» (Α΄Κορ. 4, 1)  αὐτοί  μ ό ν ο δύνανται τῇ προσευχητικῇ συμμετοχῇ τοῦ λαοῦ νά προσφέρουν τήν ἀναίμακτη θυσία «ὑπέρ τῶν ἡμετέρων (δηλ. τῶν δικῶν τους ) ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων» (Εὐχή τῆς Θ. Λειτουργίας).  Ὅσους δέχονται ὃτι οἱ ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς ἔχουν τήν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ ὁ κ. καθηγητής τούς κατηγορεῖ γιά «χριστομονισμό»!
Δέν μπορεῖ ἐπίσης ὁ κ. καθηγητής νά δεχθεῖ ὃτι  οἱ κληρικοί ποιμαίνουν τήν Ἐκκλησία, ὃτι διαχειρίζονται τά πράγματά της κ.λ.π.  Ἐμφορούμενος πιθανότατα ἀπό τήν κρυπτο-προτεσταντική θεωρία περί «βασιλείου ἱερατεύματος» ἰσχυρίζεται ὃτι ὃλοι οἱ πιστοί εἶναι συλλειτουργοί, πράγμα πού δέν στηρίζεται στήν ὀρθόδοξη λειτουργική παράδοση.  Διαγράφει λοιπόν μέ τήν καθηγητική του μονοκοντυλιά, ὡς ἐμπόδιο τῶν θέσεών του, τά συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου.  Μέ τή διαφορά ὃτι μαζί μ᾿ αὐτά ὀφείλει νά διαγράψει ὃλους τούς Ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι τόν χρησιμοποιοῦν μέ ἄπειρο σεβασμό, πού τόν ἑρμηνεύουν καί τόν σχολιάζουν, ὃπως ὁ ἃγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, οἱ Πατέρες τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ἃγιος Νικόδημος ὁ ἂγιορείτης κ.λ.π.
Λοιπόν; Κάτω οἱ δομές! Καί ὄχι μόνο οἱ ἱεραρχικές.  Οἱ «ἐναλλακτικές λύσεις στήν ἀρχιτεκτονική καί διαρρύθμιση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου» τίς ὁποῖες εἰσηγεῖται ὁ κ. Καθηγητής  τί ἄλλο εἶναι παρά  κατάργηση τῆς δομῆς τοῦ Ναοῦ. Ἡ τέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας «στήν καθομιλουμένη γλώσσα» εἶναι κατάργηση τῆς δομῆς  τῆς λειτουργικῆς γλώσσας.  Ἡ ἀμφισβήτηση τῆς δυνατότητας τῶν ψαλτῶν καί τῶν χορῶν νά «διευκολύνουν τή συμμετοχή τοῦ ἐκκλησιάσματος» σημαίνει τήν καταστροφή τῆς παραδεδομένης δομῆς τῶν συντελεστῶν τῆς Λατρείας καί τήν ὑποκατάσταση της ἀπό μιά μαζική συμψαλμωδία.  Ἡ ἀμφισβήτηση τῆς καταλληλότητας τῆς ὑπό π ά ν τ ω ν θαυμαζομένης λειτουργικῆς μας μουσικῆς «γιά τήν ἀπόδοση τῶν νοημάτων τοῦ κειμένου» ὑποδηλώνει τήν ἐπιθυμία γιά κατάργηση τῆς δομῆς  τοῦ ἀρτίου μουσικοῦ μας  συστήματος, τῆς δομῆς τῶν ὑμνολογικῶν κειμένων, τῆς δομῆς τῶν λειτουργικῶν βιβλίων. Καί ... «πάει  λέγοντας».
Ποιά θά εἶναι ἡ συνέπεια τῆς καταργήσεως τῶν δομῶν;  Ἡ μ α ζ ο π ο ι η σ η τῆς Ἐκκλησίας, τό φροῦδο ὄνειρο τοῦ κ. Βασιλειάδη.  Μέ τήν κατάργηση τοῦ ἱεροῦ τέμπλου, τήν πιθανή ἀναστροφή τῆς Ἁγίας Τραπέζης, μέ τή «Βαβυλωνία» τῆς μαζικῆς συμψαλμωδίας, μέ μιά πιό «κατάλληλη» μουσική, μέ μιά γλώσσα τοῦ καθ᾿ ἡμέραν βίου κατά τήν τέλεση τῆς Λατρείας θά ἐπιτύχουμε τή «μαζική ἔκφραση» τῆς Ἐκκλησίας. Ἄς προσθέσουμε μερικά μουσικά ὄργανα καί ἓνα πλούσιο  ἀνθώδη διάκοσμο γιά νά ἔχουμε μιά πλήρη θεατρικότητα, κατάλληλη γιά τή «μάζα».  Τό ἀνθρώπινο πρόσωπο χάνεται.
Εἶναι πολύ ἐκφραστικό τῶν ἀπόψεων τοῦ κ. Βασιλειάδη καί τῶν ὁμοψύχων του τό φρικτό καί ἀπαράδεκτο σκίτσο  πού «φιγουράρει» ἀκριβῶς πρίν ἀπό τό ἄρθρο τοῦ κ. Καθηγητοῦ κάτω ἀπό τό γενικό τίτλο: «Τό αἴτημα τῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ».(περ. ΣΥΝΑΞΗ σ.33) Ἐκεῖ εἰκονίζονται τρία «πρόσωπα» χωρίς μάτια (ἔχουν μόνο φρύδια) χωρίς αὐτιά, χωρίς στόμα!
Καί τά τρία  εἶναι μπλεγμένα σέ διάφορες περίεργες γραμμές, μιά «σοῦπα», μιά ἄμορφη  μάζα.  Αὐτή  λοιπόν εἶναι ἡ περιβόητη συμμετοχή τοῦ λαοῦ;
Ὑπάρχει ὃμως καί κάτι πιό ἐνδιαφέρον στό ἐν λόγῳ ἄρθρο.  Κι αὐτό εἶναι ὁ τελικός  στόχος αὐτοῦ τοῦ «μαζικοῦ ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας», τόν ὁποῖο διακαῶς ἐπιθυμεῖ ὁ συγγραφεύς του.  Γράφει ὁ κ. Βασιλειάδης: « Ἡ συνειδητή...συμμετοχή τοῦ λαοῦ στήν Εὐχαριστία μέ τήν ἐνεργοποίηση (καί φυσικά τήν  εἰς  ἐπήκοον τοῦ συλλειτουργοῦντος πληρώματος τῆς ἐκκλησίας ἐκφορά τῆς εὐχῆς ) τῆς ἀναφορᾶς, θά ἔχει ὡς ἐπακόλουθα τόσο τήν ὑπέρβαση τῶν ἐθνικιστικῶν, φυλετικῶν ἐκδηλώσεων, τήν προώθηση τῆς ἑνότητας τῆς ᾿Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί τήν ἀναζήτηση τῆς ὁρατῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὃπως καί τόν ἀγῶνα γιά τήν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπότητας, ἀφοῦ σταδιακά θά γίνει συνείδηση ὃλου τοῦ λαοῦ ὃτι ἡ «λειτουργία του» προσφέρεται  «ὑπέρ τῆς οἰκουμένης».  (σ. 41). Ἐκκινῶντας  ἀπό τήν ἔκφωνη ἀναφορά τῆς εὐχῆς, πού εἶναι τό πρῶτο ἄνοιγμα, προωθοῦμε τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας (ἄραγε  δέν ὑπάρχει;), ἀναζητοῦμε καί πετυχαίνουμε τήν ὁρατή  ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ( σ᾿ αὐτήν ἀσφαλῶς θά περιληφθεῖ κάθε ἑτεροδοξία, ἀφοῦ, κατά τόν συγγραφέα, ἄλλο εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία καί ἄλλο ἡ Ἐκκλησία ) καί φθάνουμε στήν «ἑνότητα τῆς ἀνθρωπότητος», τῆς «οἰκουμένης».
Ἄς φανταστοῦμε μιά ἐξελισσόμενη, κινούμενη εἰκόνα ἑνός ναοῦ: Ἐκφωνεῖται ἡ Ἀναφορά. Σταδιακά, καταργεῖται τό τέμπλο «ὑπό τή σημερινή του μορφή» καί στή συνέχεια, τελείως.  Ἡ Ἁγία Τράπεζα ἀναστρέφεται καί ὁ ἱερεύς ἱερουργεῖ θεατρικά, ὂπως κάμουν οἱ παπικοί.  Στή συνέχεια ἡ Ἁγία Τράπεζα μετακινεῖται πρός τό κέντρο τοῦ Ναοῦ καί οἱ  πιστοί κυκλώνουν τό θυσιαστήριο. Σέ λίγο, δίπλα στόν λειτουργοῦντα ἱερέα παραστέκουν ἱερεῖς  ἄλλων δογμάτων στά πλαίσια  τῆς «ἀναζητήσεως τῆς ὁρατῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας».  Ἀκόμη λίγο, καί ὁ ναός διευρύνεται, οἱ τοῖχοι ἐξαφανίζονται.  Τό θυσιαστήριο τοῦ Χριστοῦ μετατρέπεται σέ «τράπεζα δαιμονίων» γιατί γύρω του εἶναι συναγμένοι οἱ θρησκευτικοί «λειτουργοί» ὃλων τῶν θρησκειῶν καί τό «πλήρωμα» τοῦ ναοῦ ἀποτελεῖται ἀπό μιά ἀγέλη πανθρησκειακή. Τό «ὃραμα» τῆς ἑνωμένης ἀνθρωπότητας  ἔχει γίνει πραγματικότητα!
Ὀ κ. Βασιλειάδης πιστός στό σχεδιασμό του, προκάλεσε, ὂπως ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος, «διορθόδοξη διάσκεψη μέ θέμα «Ὀρθόδοξη Λειτουργική Ἀναγέννηση καί ἡ  ὁρατή  ἑνότητα», ἡ ὁποία διατύπωσε.... «θεμελιώδεις ἀρχές», οἱ ὁποῖες πρέπει νά  διέπουν τήν κάθε χριστιανική λατρεία.» (περιοδ. ΣΥΝΑΞΗ τευχ. 72 σ. 39).   Ἦταν τό πρῶτο βῆμα  γιά νά ἐπιτευχθεῖ  κάποιο «μάντρωμα» ὃλων τῶν Ὀρθοδόξων,  μία ἀντορθόδοξη «ὁμοιομορφία» κατά τήν τέλεση τῆς Λατρείας.  Αὐτό θά ἐξυπηρετήσει  τήν πορεία πρός τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν.
Στίς ἀρχές  Φεβρουαρίου 2000, στό Διορθόδοξο Κέντρο τῆς Μονῆς Πεντέλης ἔγινε τό δεύτερο βῆμα  πρός «τήν  ὁρατή  ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας».  Ὀρθόδοξοι θεολόγοι  φύρδην - μίγδην μέ Ἀγγλικανούς, προτεστάντες, Νεστοριανούς, Κόπτες, Σύρους ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν συζήτησαν γιά τή διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας στή νέα χιλιετία!  Μαζί τους ἡ κ. Ἐμι Πιρισιμονιάν, ὑπεύθυνη ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τοῦ Π.Σ.Ε., ἡ  ὁποία «πολλές φορές καλεῖται νά ξεπερνᾶ ἐντάσεις ἀκόμη καί στό ἐσωτερικό τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»(!), καθώς καί ἡ Τζέϊν Μέϊλαντ, ἀγγλικανή «ἱέρεια»! Δέν ἀπουσίαζε καί ὁ κ. Βασιλειάδης (ἐφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ», Τρίτη 8 Φεβρ. 00 σελ. Α 21).
Ἀνακεφαλαιώνοντας τίς σκέψεις  μας  διαπιστώνουμε ὃτι ὁ οὐσιαστικός στόχος τῶν, προκεχωρημένων ἰδεῶν, ἀνανεωτῶν  δέν εἶναι ἡ «ἀναγέννηση», ἀλλά ἡ Α Π Ο Δ Ο Μ Η Σ Η!  Μέ τή μηδενιστική  «θεολογική» τους σκέψη  ἀποβλέπουν στήν κατάρρευση τῶν πάσης φύσεως ἐκκλησιαστικῶν δομῶν καί, ὑπό τό πρόσχημα τῆς ἀναμορφώσεώς τους, προτείνουν ὑποκατάστασή τους μέ ἄλλα σχήματα εὐέλικτα καί προσαρμόσιμα στή « μαζικότητα» τοῦ οἰκουμενισμοῦ.
Βέβαια στό χῶρο τῆς λεγομένης «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως» ὑπάρχουν καί οἱ καλοπροαίρετοι  θεολόγοι, κληρικοί καί λαϊκοί, καθώς καί διανοούμενοι οἱ ὁποῖοι  βλέποντας μιά αὐξανόμενη ἐκκοσμίκευση ἀνησυχοῦν, καί ἐσφαλμένα  μεταθέτουν τίς εὐθύνες ἀπό τήν ἁμαρτωλή  μακράν τοῦ Θεοῦ βιωτή κληρικῶν καί λαϊκῶν  στήν ἁγιωτάτη λατρεία μας ( γλῶσσα, Τυπικό, Ἀκολουθίες) στίς συνημμένες μ᾿ αὐτήν ἐκκλησιαστικές τέχνες (Ἀρχιτεκτονική, Ἁγιογραφία, Μουσική)  στή θεανθρώπινη δομή τῆς Εκκλησίας μας, στήν κανονική της τάξη. Ὅλα αὐτά τά βλέπουν ἀπηρχαιωμένα καί ἀνεπαρκῆ  καί θέλουν νά κάνουν τό πᾶν  γιά νά ἑλκύσουν τόν κόσμο στήν Ἐκκλησία ἀθετῶντας ἤ «διορθώνοντας»  ὃ,τι ἔχει ἀποθησαυρίσει ἡ Παράδοση  διά τῆς ἁγιοπνευματικῆς πείρας τῶν Ἁγίων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.  Δυστυχῶς ἐν ἀγνοίᾳ τους  «ρίχνουν νερό στό νερόμυλο» τῶν φθορέων τῆς Ὀρθόδοξης  Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Ταπεινά  ἐφιστοῦμε  λοιπόν  τήν προσοχή τους, αὐτῶν τῶν καλοδιάθετων ἀποδεκτῶν τῶν τάχα ποιμαντικῶν «ρηξικέλευθων» προτάσεων γιά ἀποσύνθεση τοῦ ἁγιοπνευματικοῦ-πατερικοῦ ἱστοῦ τῆς ὀρθοδόξου Λατρείας. Θά πρέπει νά προσέξουν ὣστε νά μή γίνουν συνυπεύθυνοι μιᾶς καταστροφικῆς  ἀλλοτρίωσης της, μιᾶς καταλυτικῆς ἀσυνέχειας,  μιᾶς  διακοπῆς  τῆς μέχρι τώρα ἀδιάκοπης  λειτουργικῆς μας ἀναπνοῆς.  Αὐτήν  μηχανεύονται οἱ «εἰδικοί» λειτουργιολόγοι πού θέλουν νά εἰσάγουν ἀντί γιά  τή ζωντανά ρέουσα μέσα στίς φλέβες μας λατρεία,  μιά ἀφύσικη   μηχανιστική διαδικασία,  ἀποκύημα τῆς ἐπιστημονικῆς τους φαντασίας. Νά προσέξουν  οἱ καλοπροαίρετα ἐνδιαφερόμενοι γιά τό καλό τῆς Ἐκκλησίας νά μή γίνουν πολλαπλασιαστές τῶν ἀνοσίων μηνυμάτων τῶν «ἐκσυγχρονιστῶν» μέ κείμενά τους, μέ συζητήσεις, μέ διαλέξεις. Σέ μιά τέτοια στάση θά τούς βοηθοῦσε ἡ ταπεινή ἐμβάθυνση στήν τελουμένη λατρεία τόσο ἡ θεωρητική (μελέτη τῶν Ἁγίων Πατέρων οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουν τή θεία Λατρεία, ὃπως οἱ ἃγιοι Νικόλαος Καβάσιλας καί Συμεών Θεσσαλονίκης) ὃσο καί ἡ πρακτική μέ τή κατά δύναμιν συχνή συμμετοχή στίς ὑπερτέλειες Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Μέ τόν τρόπο αὐτό θά ἀντιληφθοῦν ὃτι ἡ  Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ἔχουσα μεθ᾿ ἑαυτῆς τόν ἴδιο τό Χριστό, σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεσή του (Ματθ. 28, 10) καί τό ἃγιο Πνεῦμα ὁδηγοῦν Αὐτήν εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν (Ἰωαν. 16,13), δέν μπορεῖ νά παρουσιάζει στή ζωή της, πού εἶναι ἡ Λατρεία, συμπτώματα παρακμῆς, τέτοια μάλιστα πού μποροῦν νά ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους στήν κόλαση(!) ὃπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βασιλειάδης. Καί στή συνέχεια, χωρίς βία, θά γίνουν πρόμαχοι θερμοί τῆς ζώσης λειτουργικῆς μας παραδόσεως.

Πηγή:http://www.orthros.org/

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

῾Ιερόθεος Ναυπάκτου: Κινδυνεύουμε νά δοῦμε σχίσματα μέσα στό Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας μας (μέ τήν εἰσαγωγή μεταφράσεων)

Ναυπάκτου Ιερόθεος "οι μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων"

Τον τελευταίο καιρό επιτείνεται μια τάση που παρετηρείτο και παλαιότερα, δηλαδή επικρατεί μια «φρενίτις» μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων και μάλιστα των λειτουργικών ευχών με απρόβλεπτες συνέπειες.
Μια από τις συνέπειες, η χαρακτηριστικότερη, είναι να δημιουργούνται νέες ευχές της θείας Λειτουργίας, με την χρησιμοποίηση ομηρικών λέξεων. Δηλαδή, ενώ μερικές κινήσεις απλοποιούν τις ευχές στην λειτουργική γλώσσα, άλλες τις «εμπλουτίζουν» με ομηρικές λέξεις, πράγμα που δεν έκαναν οι Πατέρες της Εκκλησίας που γνώριζαν πολύ καλά και τον Όμηρο.
Θεωρώ ότι όλη αυτή η νοοτροπία πρέπει να αντιμετωπισθή από την Ιερά Σύνοδο, γιατί οι αυθαιρεσίες πρέπει να σταματήσουν. Στις ημέρες μας επιχειρείται αυτό που δεν γινόταν επί Τουρκοκρατίας, αν και τότε το μορφωτικό επίπεδο ήταν χαμηλό, ενώ σήμερα υψηλό.
Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που έχουν διατυπωθή από πολλούς εναντίον της μεταφράσεως των λειτουργικών ευχών, ακόμη και τότε που ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος προσπάθησε να εισαγάγη την παράλληλη ανάγνωση των βιβλικών κειμένων και στην δημοτική γλώσσα και όπως είναι γνωστόν ο ίδιος αντιλήφθηκε την ζημιά που γινόταν στην ενότητα της Εκκλησίας και επανέφερε τα πράγματα στα παραδεδομένα. Πόσον μάλλον θα προκαλέση ζημιά η νέα τάση το να αλλοιώνωνται τα κείμενα της θείας Λειτουργίας, των ιερών Μυστηρίων και άλλων λειτουργικών κειμένων και να εισάγεται η δημοτική γλώσσα όχι παράλληλα με το πρωτότυπο κείμενο, αλλά αποκλειστικά. Κινδυνεύουμε να δούμε σχίσματα μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας μας.
Παρακάμπτοντας πολλά επιχειρήματα κατά της εισαγωγής της δημοτικής γλώσσας στην θεία Λατρεία που ήδη έχουν διατυπωθή, θα αρκεσθώ μόνον στο να τονίσω ότι μια τέτοια προσπάθεια συνιστά έλλειμμα αληθινής ορθόδοξης θεολογίας, για να μην εκφρασθώ πιο σκληρά. Δείχνει ότι δεν υπάρχει η στοιχειώδης ορθόδοξη θεολογία, η μάλλον με τέτοιες ενέργειες εκφράζεται μια επιφανειακή ορθόδοξη θεολογία, που στηρίζεται στην πρακτική ωφελιμότητα. Η νοοτροπία αυτή ξεκινά από μια ποιμαντική ανάγκη, αλλ' όμως επιλέγεται η πιο εύκολη λύση. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια επιρροή από τον δυτικό σχολαστικισμό.
Ουσιαστικά, αυτή η νοοτροπία συνδέεται με τον «τελευταίο πειρασμό» του Χριστού που αντιμετώπισε επάνω στον Σταυρό από τους παρευρισκομένους εκεί: «σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού... ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν αυτώ» (Μαρκ. ιε , 30-32).
Όπως οι σύγχρονοι του Χριστού Ιουδαίοι, και μάλιστα οι Γραμματείς και οι Αρχιερείς, ήθελαν να κατεβή ο Χριστός από τον Σταυρό για να πιστεύσουν σε Αυτόν ότι είναι υιός του Θεού, ουσιαστικά ενέπαιζαν τον Χριστό, έτσι και τώρα με την πράξη της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων, κατά κάποιον τρόπο, θέλουν να κατεβάσουν την γνώση της θείας Λειτουργίας στο λογικό επίπεδο και όχι στην βίωση του μυστηρίου του Σταυρού. Ο Ιγνάτιος Μπραντζιανίνωφ έλεγε: «Ο Σταυρός είναι η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας».
Όμως, όπως ο Χριστός δεν ικανοποίησε αυτό το αίτημα και παρέμεινε στον Σταυρό, σώζοντας έτσι τους ανθρώπους από τον θάνατο, έτσι και εδώ, τηρουμένων των αναλογιών, πρέπει η θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια να παραμείνουν στο ύψος της ορθοδόξου θεολογίας, που είναι εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως, και όχι να κατεβούν στο επίπεδο της νοησιαρχίας, του ορθολογισμού.
Λυπάμαι που κάνω αυτήν την αναφορά, αλλά θα προσπαθήσω να το επεξηγήσω με τα ακόλουθα.
1. Η γλώσσα των συμβόλων
Μέσα στην θεία λατρεία εκτός από την λεκτική γλώσσα υπάρχει και η γλώσσα των συμβόλων, δια της οποίας γίνονται κατανοητά και όσα δεν μπορούν να κατανοηθούν δια της γλωσσικής διατυπώσεως, η οποία ούτως η άλλως δεν είναι αρκετή για την πλήρη κατανόηση των λεγομένων και γιγνομένων.
Η γλώσσα των συμβόλων βιώνεται με το άναμμα του κεριού, τον ασπασμό των ιερών εικόνων, τις κανδήλες που φωτίζουν με το ιλαρό φως τους, τα ιερά σκεύη και όλα τα ευρισκόμενα και τελούμενα στον Ιερό Ναό, με τον τρόπο που γίνεται η Μικρά και η Μεγάλη Είσοδος, με την τυπική διάταξη των ιερών Ακολουθιών, με τις ιερατικές κινήσεις και ευλογίες κ.α.
Αξίζει να σημειωθή ότι ο Ιερεύς προκειμένου να εκφωνήση την αποστολική ευλογία η να ειρηνεύση, συγχρόνως ευλογεί και δια της χειρός τους παρευρισκομένους, οπότε η γλώσσα των λέξεων συμπληρώνεται με την γλώσσα των συμβόλων. Υπάρχει δε περίπτωση κάποιος να δη την Χάρη της ευλογίας, όπως συνέβη με έναν Τούρκο, τον Αχμέτ, ο οποίος δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, αλλά είδε τον Πατριάρχη να ευλογή και δια της ευλογίας είδε τις ακτίνες της θείας Χάριτος να εκπορεύωνται από την ευλογούσα χείρα του και να κατευθύνωνται στις κεφαλές όλων των παρισταμένων Χριστιανών, εκτός της δικής του, πράγμα που τον έκανε να πιστεύση στον Χριστό, να βαπτισθή και στην συνέχεια να μαρτυρήση.
Μέσα στην θεία Λειτουργία και μόνον με την γλώσσα των συμβόλων μπορεί να συμμετάσχη το μικρό παιδί, ο κωφάλαλος, αλλά και εμείς όταν συμμετέχουμε σε θεία Λειτουργία που γίνεται σε ξένες γλώσσες, τις οποίες δεν κατάνοούμε λογικά. Η ταύτιση της συμμετοχής μας στην θεία Λειτουργία η την λατρεία μόνον με την λεκτική γλώσσα, παραθεωρώντας την σημασία της συμβολικής γλώσσας, ουσιαστικά θεωρεί ότι πολλές κατηγορίες Χριστιανών δεν συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία.
Επομένως, η υποτίμηση της γλώσσας των συμβόλων και η υπερτίμηση της λογικής επεξεργασίας στην μέθεξη της θείας λατρείας αποτελεί σοβαρό θεολογικό πρόβλημα.
2. Η λογικοκρατική θεώρηση της λατρείας
Η μετάφραση ευχών με σκοπό να κατανοηθή η θεία Λειτουργία, αναποδράστως οδηγεί στην άποψη ότι εκλαμβάνεται η λογική ως κέντρο της εκκλησιαστικής και μυστηριακής ζωής, πράγμα που συνιστά την λογικοκρατία και τον ορθολογισμό.
Λέγοντας αυτά, γνωρίζω ότι άλλο είναι ο ορθός λόγος που είναι απαραίτητος για την συνεννόηση μεταξύ των ανθρώπων, για την συγκρότηση και διάρθρωση της σκέψεως σε λογικά σχήματα, σε προτάσεις και την χρησιμοποίηση των λέξεων, και άλλο είναι ο ορθολογισμός που θεωρεί κέντρο όλων των πραγμάτων την λογική και δι' αυτής ερμηνεύει ακόμη και όσα έχουν σχέση με τον Θεό και τον άνθρωπο.
Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει μόνον την λογική ενέργεια, αλλά έχει και άλλες ενέργειες, όπως την νοερά ενέργεια, την φαντασία, την αίσθηση κλπ. Ακόμη, η λογική δεν είναι πηγή της γνώσεως, ακόμη και για τα ανθρώπινα πράγματα. Γι' αυτό και στην επιστήμη αναπτύχθηκε η λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη» που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο «δύο μυαλά», ήτοι η λογική και το συναίσθημα και θεωρεί ότι είναι αναπηρία το να απολυτοποιή κανείς μόνον την λογική. Αυτό αποδεικνύεται και από την απεικόνιση του εγκεφάλου.
Επίσης, στις ημέρες μας αναπτύχθηκε και η λεγομένη υπαρξιακή φιλοσοφία και ψυχολογία, που θεωρούν ότι πέρα από την λογική υπάρχουν και άλλες λειτουργίες στο ανθρώπινο πρόσωπο. Εδώ βρίσκεται και το λάθος του διαφωτισμού, όπως απέδειξε αργότερα ένα άλλο ρεύμα ο ρομαντισμός, και αργότερα η μετανεωτερικότητα, που κατέρριψε την αυθεντία της λογικής.
Εάν αυτό συμβαίνη στα ανθρώπινα πράγματα, πολύ περισσότερο συμβαίνει στην ορθόδοξη θεολογία. Είναι γνωστόν ότι η άποψη ότι κέντρο της θείας γνώσεως είναι η λογική και η επεξεργασία που γίνεται από αυτήν, δημιούργησε τον σχολαστικισμό και όλο αυτό το σχολαστικό-ορθολογικό σύστημα που συναντούμε στον Θωμά τον Ακινάτη και μάλιστα στο έργο του «Summa Theologica».
Διαποτισμένος και ο Βαρλαάμ από τον δυτικό σχολαστικισμό έφθασε σε έναν αγνωστικισμό και ακόμη υποτιμούσε τις Αποκαλύψεις του Θεού και γι' αυτό θεωρούσε τους αρχαίους Έλληνας φιλοσόφους ανώτερους των Προφητών και των Αποστόλων. Θεωρώντας ότι η λογική είναι το ευγενέστερο στοιχείο του ανθρώπου που δόθηκε από τον Θεό, έθετε σε υποδεέστερη θέση τις οράσεις των Προφητών, που τις θεωρούσε «χείρω της ημετέρας νοήσεως».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κονιορτοποίησε κυριολεκτικά το σημείο αυτό, γιατί, όπως δίδαξε, οι οράσεις των Προφητών, το άκτιστο Φως που είδαν οι Μαθητές στο Όρος Θαβώρ είναι μεγάλη αποκάλυψη και φανέρωση του Θεού στον άνθρωπο. Οπότε οι αγράμματοι Μαθητές αποδείχθηκαν ανώτεροι από τους φιλοσόφους που είχαν έντονη λογική.
Παρέθεσε μάλιστα πλήθος αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, όπως και το εκπληκτικό χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ότι οι ορθόδοξοι θεολογούν «αλιευτικώς (όπως οι αγράμματοι Απόστολοι που ήταν αλιείς) και όχι αριστοτελικώς». Είναι δε κλασσικό το απόφθεγμα του ίδιου Αγίου: «θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι (=στοχασθήναι) δε αδυνατώτερον». Δεν μπορεί κανείς με την λογική να κατανοήση τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην καρδιά του ανθρώπου και στην συνέχεια η λογική διατυπώνει, όσον είναι δυνατόν, αυτήν την Αποκάλυψη.
Το εκπληκτικό σύγγραμμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «Περί των ιερώς ησυχαζόντων», οι λεγόμενες «Τρεις τριάδες», αναλύει διεξοδικώς το θέμα αυτό και ουσιαστικά έχει κατοχυρωθεί συνοδικά.
Η άποψη ότι απαιτείται η λογική κατανόηση των λειτουργικών κειμένων για να συμμετέχουμε στην θεία λατρεία και να αποκτήσουμε την γνώση του Θεού αποκλείει τους αγραμμάτους από την λατρεία και την θεογνωσία, στερεί τα βρέφη, τα νήπια και τα παιδιά από την λατρεία και την θεία Κοινωνία.
Ο δυτικός σχολαστικισμός είναι εκείνος που οδήγησε στην πρακτική της αποσυνδέσεως του μυστηρίου του Βαπτίσματος από το μυστήριο του Χρίσματος και κατ' επέκταση από το μυστήριο της θείας Κοινωνίας μέχρι την εφηβεία. Η βάση αυτής της πρακτικής είναι ότι για να δεχθή το παιδί το Χρίσμα και να λάβη την θεία Κοινωνία πρέπει να κατανοή με την λογική του τα γινόμενα.
Εμείς χρίουμε τα βρέφη και τα κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, γιατί γνωρίζουμε από την θεολογία μας ότι και τα βρέφη λαμβάνουν την Χάρη του Θεού και πριν αναπτυχθή ο εγκέφαλος και η λογική, αφού και τότε ενεργεί μέσα τους η νοερά ενέργεια. Ακόμη και τα έμβρυα μπορούν να λαμβάνουν το Άγιον Πνεύμα, όπως έγινε με τον Τίμιο Πρόδρομο, που όταν ήταν έμβρυο έξι μηνών έγινε από τότε Προφήτης και κατέστησε και την Μητέρα του Προφήτιδα, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.
Αισθάνομαι ότι μια σχολαστική νοοτροπία επιχειρείται να εισαχθή στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων, ότι πρέπει να καταλαβαίνουμε τα κείμενα λογικά για να συμμετέχουμε, πράγμα που ανατρέπει την βασική θεολογική αρχή περί της διπλής μεθοδολογικής γνώσεως, σύμφωνα με την οποία με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την κτιστή αλήθεια και με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την άκτιστη αλήθεια, τον Θεό, και μετέχει αυτής. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει μια ενιαία αλήθεια για τον Θεό και τον κόσμο, και δεν υπάρχει μια ενιαία μέθοδος γνώσεως του Θεού και του κόσμου, όπως υπεστήριζε στην πράξη ο δυτικός σχολαστικισμός.
Επομένως, η λογικοκρατική θεώρηση της θείας Λατρείας εισάγει ένα είδος σχολαστικισμού στην ορθόδοξη θεολογία.
3. Η λογική και νοερά λατρεία
Συνέπεια των προηγουμένων είναι ότι η λατρεία της Εκκλησίας διαιρείται σε λογική λατρεία και νοερά λατρεία και ο άνθρωπος που ζη πραγματικά μέσα στην Εκκλησία μπορεί να μετέχη παράλληλα και στις δύο λατρείες. Αυτή είναι η βάση του ορθοδόξου ησυχασμού, της ορθοδόξου νηπτικής ζωής. Κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου είναι λογική και νοερά. Κατ' επέκταση υπάρχει η λογική λατρεία και η νοερά λατρεία.
Από την παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι τα βρέφη έχουν νοερά ενέργεια, δια της οποίας μπορούν να βλέπουν αγγέλους και αγίους, ενώ δεν έχει ακόμη αναπτυχθή η λογική λειτουργία του εγκεφάλου, που θα τελειοποιηθή αργότερα, καθώς το παιδί θα μεγαλώνη.
Έτσι, κατά την θεία Λειτουργία δεν αρκεί μόνον η ανάπτυξη της λογικής λειτουργίας, αλλά κυρίως η ανάπτυξη της νοεράς λειτουργίας. Δηλαδή, η μετάφραση της αποστολικής ευλογίας στην δημοτική γλώσσα, ως «η Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος να είναι μαζί σας», δεν θα μπορέση ποτέ να δώση στον άνθρωπο να καταλάβη λογικώς τι είναι Χάρη του Κυρίου, η αγάπη του Θεού Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, τι είναι ο Τριαδικός Θεός και πως μπορούμε να μεθέξουμε της Χάριτός Του.
Αυτή η γνώση είναι θέμα νοεράς καρδιακής εμπειρίας. Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για αρραβώνα που δίνεται στην καρδιά: «Ο δε βεβαιών ημάς συν υμίν εις Χριστόν και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισάμενος ημάς και δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών» (Β  Κορ. α , 21-22).
Άλλωστε, ο Χριστός στους μακαρισμούς Του τόνισε την απαραίτητη προϋπόθεση της καθαρής καρδιάς για την όραση του Θεού και όχι την έξαψη της λογικής: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε', 8). Το ίδιο συναντούμε και στις επιστολές των Αποστόλων, όπου γίνεται λόγος για την καρδιά ως προϋπόθεση και βάση της θεοπτίας.
Είναι δε γνωστόν ότι ο Χριστός όταν εμφανίσθηκε στους Μαθητές Του «διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ. κδ , 45). Η γνώση του μυστηρίου που εκφράζεται με λέξεις γίνεται στον νου του ανθρώπου δια της Αποκαλύψεως του Θεού. Αυτό το βλέπουμε εμφανώς στην ευχή προ του Ευαγγελίου: «Έλλαμψον εν ταις καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς (τον νου) εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν... Συ γαρ ει ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων ημών...».
Ο βασικός σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να κατανοήση λογικώς τις λέξεις, αλλά να εισέλθη στο βάθος του μυστηρίου, να βιώση και να μεθέξη την κένωση του Υιού και Λόγου του Θεού, δια της αποκαλύψεως του Θεού στην καθαρή καρδιά του. Γι' αυτό και η αποφατική θεολογία είναι «ο Γολγοθάς της ανθρώπινης λογικής».
Αυτό σημαίνει ότι η θεία Λειτουργία, που είναι λογική λατρεία, συνδέεται στενά και με την νοερά λατρεία. Άλλωστε, η Βασιλεία του Θεού για να την οποία κάνουν λόγο πολλοί σύγχρονοι ερμηνευτές και ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι, που είναι η φανέρωση και η μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Θεού, δεν είναι υπόθεση λογικής επεξεργασίας, αλλά υπόθεση καθαρού νοός και καθαράς καρδίας.
Τα βρέφη, τα παιδιά και οι Άγιοι συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία, κάνοντας νοερά λατρεία μπορεί να βλέπουν υπερκόσμια χοροστασία, για την οποία ομιλούν οι Άγιοι, μπορεί να βλέπουν αγγέλους, ενώ όσοι στηρίζονται στην λογική κατανόηση των λέξεων έχουν πλήρη άγνοια της γνώσεως του Μυστηρίου.
Στην βιογραφία του αγίου παπα-Νικόλα Πλανά διαβάζουμε ότι ένα παιδάκι που είχε ανεπτυγμένη την νοερά ενέργεια έβλεπε τον λειτουργούντα άγιο παπα-Νικόλα να υπερυψούται του εδάφους, και το φώναξε με ενθουσιασμό στην μητέρα του. Θεωρώ ότι το παιδάκι αυτό μετείχε της θείας Λειτουργίας πραγματικά, έστω κι αν δεν καταλάβαινε τις λέξεις, ενώ οι άλλοι που πρόσεχαν με την λογική απλώς παρακολουθούσαν. Η για να εκφρασθώ με άλλον τρόπο, δεν μπορώ να αποκλείσω το παιδάκι αυτό από την μέθεξη της λατρείας, επειδή δεν μπορούσε να κατανοήση τις λέξεις. Μάλλον θεωρώ ότι μετείχε της θείας Λειτουργίας καλύτερα από άλλους εγκρατείς φιλολόγους που γνωρίζουν την ετυμολογία και την έννοια των λέξεων.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «η ικανότης ημών εκ του Θεού, ος και ικάνωσεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος, αλλά πνεύματος· το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β  Κορ. γ , 5-6).
Επομένως, η παραθεώρηση της νοεράς λατρείας συνιστά έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας.
Γενικά, όσοι απλοποιούν τις λέξεις της θείας λατρείας ακόμη και αυτές που έχουν «υψηλό, εννοιολογικό, εικονικό, συμβολικό και βιωματικό επίπεδο» για να γίνουν κατανοητές λογικά αφ' ενός μεν καταστρέφουν τον πολιτισμικό μας πλούτο, αφ' ετέρου δε αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία στην πλήρη έκφρασή της. Η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι σχολαστική, ορθολογιστική, αλλά αποκαλυπτόμενο μυστήριο. Και το μυστήριο δεν κατανοείται απλώς λογικά.
Έτσι, από το γράμμα προχωρούμε στο πνεύμα μέσα από όλη την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι όσοι ακούνε αναλύσεις των γινομένων και πραττομένων στην θεία Λειτουργία –άλλωστε αυτή είναι η αξία του κηρύγματος– η όσοι μετέχουν τακτικά στην θεία Λειτουργία μπορούν να κατανοήσουν ευχερώς και το γράμμα, κυρίως όμως μπορούν να εισχωρήσουν στο πνεύμα με την καθαρότητα της καρδιάς και την γνώση της συμβολικής γλώσσας της Εκκλησίας.
Οι φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος, ενώ έκαναν μεταγλωττίσεις σε διάφορα πατερικά κείμενα, δεν τόλμησαν να μεταγλωττίσουν τις ευχές της θείας Λειτουργίας και των Μυστηρίων, αν και το διανοητικό επίπεδο του λαού ήταν χαμηλό.
Οπότε, όσοι παραμένουν στο επίπεδο της λογικής κατανόησης των λειτουργικών κειμένων δείχνουν ότι αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία, γι' αυτό κατά τον Μέγα Βασίλειο «τεχνολογούσι και ου θεολογούσι». Δεν χρειάζεται απλώς η λογική κατανόηση των κειμένων η μετάφρασή τους, αλλά η μύηση στην ζωή της Εκκλησίας και στο μυστήριο της κενώσεως του Χριστού και της θεώσεως του ανθρώπου.
Νομίζω ότι μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικισμό και τον προτεσταντικό ηθικισμό, γι' αυτό και αυτοσχεδιάζουν αυθαίρετα μέσα στην Εκκλησία.
Πηγή:romfea.gr

Θεία Λειτουργία: Ἔργον τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ-Γρηγορίου ἱερομονάχου





Θ ΛειτουργιαΌταν ένας απλούς χριστιανὸς λέει: Εκκλησιάζομαι ή πηγαίνω στην θεία Λειτουργία, εννοεί, κατὰ κανόνα, ότι πηγαίνει στον Ναὸ και παρακολουθεί το μυστήριο της θείας Λειτουργίας. Όμως η θεία Λειτουργία δεν είναι ένα θέαμα που παρακολουθούμε απλώς, ούτε μία ακρόαση ύμνων και αναγνώσεων που ακούμε. Είναι ένα έργο θεϊκὸ το οποίο τελεί ο ιερεὺς του Θεού μαζὶ με τον λαὸν του Θεού. Η ίδια η λέξη Λειτουργία σημαίνει: λαού (λεῖτος =λαὸς) έργον. Επομένως, πηγαίνω στον Ναὸ για την θεία Λειτουργία σημαίνει : Πηγαίνω στον Ναὸ και συμμετέχω στην τέλεση της θείας Λειτουργίας. Πηγαίνω στον Ναὸ για να εργασθώ έργον θείον. Και αυτὸ το έργον είναι η δοξολογία και ευχαριστία του Θεού για την δωρεὰ της απείρου αγάπης Του.
Τα τελούμενα στην θεία Λειτουργία φανερώνουν ότι ο λαὸς του Θεού συμμετέχει στην τέλεσή της. Η προσφορὰ των δώρων που πρόκειται να αγιασθούν, η ψαλμωδία και οι κοινὲς δεήσεις, η συμμετοχὴ των πιστών στην Τράπεζα του Κυρίου, όλα μας διδάσκουν ότι η θεία Λειτουργία είναι έργο ολοκλήρου του Σώματος της Εκκλησίας, του Σώματος τού Χριστού. Για την αγία μας Εκκλησία είναι αδιανόητη η τέλεση της θείας Λειτουργίας χωρὶς την συμμετοχὴ έστω και ενὸς μόνον πιστού ή χωρὶς να κοινωνήσει έστω και ένας μόνον πιστός. Ας δούμε όμως τους τρόπους με τους οποίους ο πιστὸς συμμετέχει στην τέλεση της θείας Λειτουργίας.
Πρώτον συμμετέχει με την προετοιμασία και προσφορὰ των δώρων. Το σιταρένιο πρόσφορο, το αγνὸ νάμα, το καθαρὸ κερί, το ελαιόλαδο, ό,τι δηλαδὴ χρειάζεται για να τελεσθεί η αναίμακτη λατρεία, είναι προσφορὰ των πιστών.
Αυτὴ την ευλογημένη συνήθεια της προετοιμασίας του πρόσφορου πρέπει να την διατηρήσουμε και στις μέρες μας. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν ετοιμαζόμαστε να τελέσουμε θεία Λειτουργία για την ανάπαυση ψυχής προσφιλούς μας προσώπου, πρέπει να φροντίζουμε για την προετοιμασία του προσφόρου. Έτσι ο προσφερόμενος άρτος γίνεται συγκεκριμένος τρόπος συμμετοχής μας στην τέλεση της θείας Λειτουργίας.
Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο οι πιστοὶ συμμετέχουν ενεργώς στην τέλεση της θείας Λειτουργίας είναι η ψαλμωδία και οι κοινὲς προσευχές. Στους παλαιότερους χρόνους όλα τα τροπάρια και οι ύμνοι, που σήμερα ψάλλονται απὸ τους ιεροψάλτες, εψάλλοντο απὸ τον λαὸ ολόκληρο.
Η αρχαιότερη περιγραφὴ της θείας Λειτουργίας, την οποία μας διέσωσε ο άγιος μάρτυς Ιουστίνος, αναφέρει: «Ὁ προεστὼς εὐχὰς καὶ εὐχαριστίας, ὅση δύναμις αὐτῷ, ἀναπέμπει καὶ ὁ λαὸς ἐπευφημεῖ λέγων τὸ Ἀμήν». Η λέξη Αμὴν είναι εβραϊκὴ και σημαίνει: πράγματι, γένοιτο. Οι πιστοὶ με την λέξη αυτὴ επισφραγίζουν τους λόγους του ιερέως. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι με τις απαντήσεις τους στις εκφωνήσεις οι πιστοὶ συμπληρώνουν τις προσευχὲς του λειτουργού. Αυτὸ είναι το νόημα του «Παράσχου, Κύριε», «Σοὶ Κύριε», «Κύριε ἐλέησον».
Όλοι μαζὶ οι πιστοὶ αποτελούν το άγιο Σώμα του Χριστού το οποίο ψάλλει και δοξολογεί τον Κύριο με ένα στόμα, αγαπά τον Κύριο με μια καρδιά, ελπίζει στον Κύριο με μια κοινὴ ελπίδα και χαρά.
Το τρίτο και κυριώτερο σημείο που φανερώνει ότι οι πιστοὶ συμμετέχουν στην τέλεση της θείας Λειτουργίας είναι η απὸ κοινού μετὰ του ιερέως προσφορὰ της αναιμάκτου ιερουργίας και η συμμετοχή τους στην Τράπεζα τού Κυρίου.
Ο ιερὸς Χρυσόστομος μας αναλύει διεξοδικὰ την ισότητα των πιστών με τον λειτουργό του Κυρίου μπροστὰ στα μεγάλα και άγια Μυστήρια. Γράφει σχετικά: «Υπάρχουν περιπτώσεις που καθόλου δεν διαφέρει ο ιερεὺς απὸ τον πιστό, όπως για παράδειγμα την ώρα της θείας Κοινωνίας: Όλοι απολαμβάνουμε τα ίδια, με τον ίδιο τρόπο. Όχι όπως γινόταν στην Παλαιὰ Διαθήκη όπου άλλα έτρωγε ο ιερεὺς και άλλα οι υπόλοιποι και απαγορευόταν να μετέχει ο λαὸς σε όσα μετείχε ο ιερεύς. Αυτὸ δεν γίνεται τώρα, στον καιρὸ της Καινής Διαθήκης, αλλά ένα Σώμα βρίσκεται μπροστὰ σε όλους και ένα Ποτήριον».
Επίσης και στις προσευχὲς βλέπει κανεὶς ότι ο λαὸς συνεισφέρει πολύ. Γιατί προσεύχονται απὸ κοινού ο ιερεὺς και οι πιστοὶ για όσους ενεργούν τα θελήματα του Διαβόλου και για όσους έχουν κανόνα μετανοίας. Και όλοι απὸ κοινού λένε την ίδια προσευχή, προσευχὴ γεμάτη απὸ έλεος. Και όλοι μαζὶ γονατίζουμε στο έδαφος και όλοι μαζὶ σηκωνόμαστε όρθιοι. Όταν επίσης πρόκειται να δεχθούμε και να ανταποδώσουμε την ειρήνη, όλοι ανταλλάσσουμε τον ασπασμὸ της αγάπης. Και όταν τελείται το πιο θαυμαστὸ μυστήριο, δηλαδὴ η θεία Ευχαριστία, εύχεται ο ιερεὺς στο λαὸ και ο λαὸς εύχεται στον ιερέα. Διότι η φράση «Μετὰ τοῦ πνεύματός σου», δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρὰ αυτὸ ακριβώς.
Και η ευχαριστία πρὸς τον Θεὸν είναι επίσης κοινή. Διότι δεν ευχαριστεί μόνος του ο ιερεύς, αλλὰ και όλος ο λαός. Αφού αρχίσει ο ιερεύς, συμφωνούν όλοι ότι αυτὸ γίνεται άξια και κατὰ δίκαιο λόγο: «Ἄξιον καὶ δίκαιον». Στην συνέχεια ο ιερεὺς αρχίζει την Ευχαριστία...
Όλα αυτὰ τα είπα ώστε όλοι οι πιστοὶ να προσέχουν, για να κατανοήσουμε ότι όλοι είμαστε ένα σώμα και τόσο μόνον διαφέρουμε μεταξὺ μας όσο το ένα μέλος του σώματος απὸ το άλλο». Και ο ιερός Χρυσόστομος συμπεραίνει ότι «ιερείς και πιστοὶ πρέπει να θεωρούμε την αγία μας Εκκλησία ως το κοινὸ σπίτι όλων μας και έτσι να παραμένουμε σ’ αυτήν: Ὡς μίαν οικίαν δεί την Ἐκκλησίαν οικείν, ὡς σώμα έν. Διότι και το άγιο Βάπτισμα είναι ένα και η Τράπεζα είναι μία και η πηγὴ μία και η δημιουργία μία και ο Πατέρας είναι ένας.
Μέσα στον ιερὸ Ναὸ κατὰ την διάρκεια της θείας Λειτουργίας προσφέρεται απὸ τον λειτουργὸ και τον λαὸ του Θεού «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» η αναίμακτη προσφορὰ προς τον Κύριον. «Και στην ιερὰ Τράπεζα, λέει ο άγ. Ιωάννης, δεν συμμετέχω εγὼ ο λειτουργὸς με περισσότερη αφθονία, και σεις οι πιστοὶ με λιγότερη, αλλὰ όλοι κοινωνούμε εξ ίσου. Αν βέβαια εγὼ ο λειτουργὸς προσέρχομαι στην θεία Κοινωνία πρώτος, αυτὸ δεν είναι τίποτε σπουδαίο, επειδὴ και στην οικογένεια ο μεγαλύτερος απὸ τα παιδιὰ απλώνει πρώτος το χέρι στο συμπόσιο. Όμως τίποτε περισσότερο δεν γίνεται απὸ αυτὸ, αλλὰ όλα είναι ίσα σ’ εμάς. Η ζωὴ που συνέχει και σώζει τις ψυχές μας (δηλαδὴ το άγιο Σώμα και το πανάχραντο Αίμα του Χριστού), δίνεται στον καθένα με την ίδια τιμή. Δεν μετέχω εγὼ άλλου Αμνού και σεις άλλου, αλλὰ όλοι κοινωνούμε απὸ τον ίδιο Αμνό».
Όλες οι ευχὲς της θείας Λειτουργίας μας δείχνουν ότι η αγία Αναφορὰ είναι έργον όλων των πιστών. Ο ιερεὺς απευθύνεται στον Θεὸ εξ ονόματος των πιστών και όλοι μαζὶ δέονται: «Ἔτι προσφέρομέν Σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον λατρείαν καὶ παρακαλοῦμέν Σε καὶ δεόμεθα καὶ ἱκετεύομεν. Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά Σου τὸ Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα». Και ο λαὸς συμψάλλει και δέεται: «Σὲ ὑμνοῦμεν, Σὲ εὐλογοῦμεν, Σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθά Σου ὁ Θεὸς ἡμῶν».
Ο λειτουργός, με το μυστήριο της χειροτονίας, δέχθηκε την Χάριν του Αγίου Πνεύματος και έγινε το στόμα των πιστών που ομιλεί στον κοινὸ Πατέρα. Όλοι μαζὶ δοξολογούμε και ευχαριστούμε τον Κύριο.

Γρηγόριος ιερομόναχος

http://www.faneromenihol.gr

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Toῦ Μακρακισμοῦ τό... ἀνάγνωσμα




 Από σχόλιο στο facebook,λίγο εμπλουτισμένο, πού δεν στρέφεται εναντίον κανενός προσώπου μεν, εκφράζει όμως ολόκληρη την αγωνία και αγανάκτηση ενός ασήμαντου , μα τίμιου παπά:

Πατέρες μου, Χριστός ανέστη.
Στην Εκκλησία μας δεν υφίσταται θέμα ιερής γλώσσας, αλλά μόνο γλώσσας ενδεδειγμένης θεολογικά, της ευαγγελικής γλώσσας. Ξέρετε οι λατίνοι τί τεράστια λάθη θεολογικά έκαμαν γιατί δεν διέθεταν την γνώση της ελληνικής; Ακόμα και το filioque από ένα... μεταφρασμένο απαρέμφατο με διπλή σημασία ξεκίνησε.

Η γλώσσα δεν πρέπει να αλλάξει λόγω ιερότητας, αλλά δεν πρέπει να αλλάξει:
1. Γιατί κανείς δεν έχει το προνόμιο να καινοτομεί( μα κανείς)

2. Προωθείται ακουσίως η νοησιαρχία στο πνέυμα, το κλίμα και την αντίληψη.... (βέβαια το σαρακι υφίσταται και αλλού και προ πολλού...)

3. Διαφαίνεται σε κάποια πρόσωπα κάποιος περίεργος πατερναλισμός , που αν μη τί άλλο είναι αντορθόδοξος και αντιπατερικός και αντισυνοδικός και αντί... και αντί... Δηλ. 'όποιος αποκτά καμιά δεκαριά "πνευματικοπαίδια" καβαλά το καλάμι και η παράστασις ξεκινά...

4. Δεν υπάρχουν ορθές μεταφράσεις και όσες καλύτερες δυνατές υπάρχουν είναι σε στρυφνή και αποστειρωμένη καθαρεύουσα. Υπάρχουν και οι σπαραχτικές μεταφράσεις, που κάνουν τον Ρωμανό τον ... Μελωδό να ερυθριά...

5.Προωθούνται μακρακιστικές νοοτροπίες και οι εκκλησίες θα γίνουν σταδιακά clubs διανοητών και κουακέρων(Φυσικά, αυτό δεν ταράζει κάποιους, γιατί νομίζουν πώς αυτό είναι εκκλησία και ορθοδοξία).

6. Θα πρέπει να ξεχάσουμε τους ιερείς και τον ρόλο τους. Όταν χαθεί η ιεροπρέπεια και η περιρέουσα ατμόσφαιρα θα τελούμε τις ακολουθίες σε σπίτια και υπερώα. Και μήπως σήμερα δεν γίνεται αυτό, από ορισμένους "υπερχριστιανούς"; Παρακλησούλες και κηρυγματάκια από ανθρώπους πού δεν έχουν εκκλησιαστική υπόσταση και ευθύνη! Ιερείς και συλλειτουργοι ετοιμάστε τα κολλάρα. Οι... Γερμανοί ξανάρχονται... Ε, όσο για τους γέροντες και μοναχούς θα τους βάλουμε στην προθήκη κάποιου μουσείου μέχρι να ξανακαλύψουμε την ... ορθοδοξία.

7. Και το πιο σημαντικό: Δεν το θέλει ο λαός βρε παιδιά και ιδιαίτερα οι νέοι. Στην αρχή ενθουσιάζονται και μετά ξενίζονται. Και όσοι το θέλουν απλά βρίσκουν μια εύκολη πρόφαση για να μην παρακολουθούν την λειτουργία. Την ... έριξα έτσι απ'όξω απόξω σε πιστούς όλων των ... βαθμίδων και ... αποχρώσεων, χωρίς να πάρω θέση σαφή και πέσαν να με κατασπαράξουνε οι ανθρώποι! Ακόμα και ένας άθεος, είχε να κάμει με την ζουρλαμάρα μας να πειράξουμε τα όμορφα τροπάρια. Ο λαός αποφασίζει!Αρχιερείς και ιερείς είμαστε ΔΙΑΚΟΝΟΙ. Βγείτε από τα κάδρα σας και αφουγκραστείτε τον λαό, γιατί εκείνος είναι το... αφεντικό.

Και στο κάτω-κάτω εμείς οι ιερείς έχουμε... ευθύνη απέναντι στον λαό(Αυτό είναι κακία, αλλά δεν κρατήθηκα να μη την γράψω).

Συγγνώμη, πού τα λέω έτσι αλλά φοβάμαι και αγωνιώ ειλικρινά. Γενικά, έχω πολύ "μοντέρνες" αντιλήψεις, αλλά ορισμένα πράγματα... είναι ... αλλιώς...πολύ αλλιώς...

Κυρ-Αλέξανδρε ξύπνα και πάρε την μαγκούρα...
Άγιοι Κολλυβάδες προστατέψτε μας!

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

""῾ H ΔΙΣ ἐμμένει στήν παράδοση τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος τοῦ παραδεδομένου τρόπου τελέσεως τῶν ῾Ιερῶν Μυστηρίων"

ΟΧΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΣΤΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ ΤΟΥ ΠΡΕΒΕΖΗΣ

Δεύτερη Συνεδρία της Δ.Ι.Σ. για το μήνα Απρίλιο
Συνήλθε σήμερα Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010, στην πρώτη Συνεδρία Της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πασης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου. Κατά την σημερινή Συνεδρία : Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος επικύρωσε τα Πρακτικά της προηγουμένης Συνεδρίας.
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, ύστερα από διάφορα κείμενα που κατατέθηκαν στην Ιερά Σύνοδο για την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων.....
άκουσε την εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κ. Ανδρέα, που του είχε ανατεθεί από προηγούμενη Συνεδρία, και εν συνεχεία δέχθηκε διευκρινήσεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελετίου για το θέμα αυτό από την πρακτική που γίνεται στην Ιερά Μητρόπολή του.

Ακολούθως έγινε ευρύτατη συζήτηση, κατά την οποία, λόγω της σοβαρότητος του θέματος, τοποθετήθηκαν όλοι οι Αρχιερείς, οι οποίοι εξέφρασαν τις απόψεις τους μέσα από την θεολογική τους γνώση και την ποιμαντική τους αγωνία. Το θέμα αποδεσμεύθηκε από την πρακτική που τηρείται στην Ιερά Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης και αντιμετωπίσθηκε γενικά, από πλευράς θεολογικής, λειτουργικής και ποιμαντικής.
Κοινό σημείο των συζητήσεων ήταν ότι η Ορθόδοξη Λατρεία και δη η θεία Λειτουργία είναι ένας μεγάλος λειτουργικός πλούτος, τον οποίο μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες και όλη η διαχρονική παράδοση, όπως θαυμάζεται από τους ετεροδόξους, σε συνδυασμό με την ποιμαντική προσπάθεια μυήσεως των πιστών στα γινόμενα και τελούμενα της Θείας Λατρείας.

Μετά την ολοκλήρωση των συζητήσεων η Διαρκής Ιερά Σύνοδος κατέληξε στα εξής :
1. Η Λατρεία της Εκκλησίας και μάλιστα η θεία Λειτουργία, αποτελούν το κέντρο της Εκκλησιαστικής ζωής, την καρδιά της Εκκλησίας, γι’ αυτό και κάθε προσέγγιση σε αυτήν πρέπει να γίνεται με βαθύτατο σεβασμό. Δεν πρόκειται μόνο για μία λογική κατανόηση, αλλά για μύηση στο «πνεύμα» της, για ένωση των Χριστιανών με τον Χριστό. Γι’ αυτό η Διαρκής Ιερά Σύνοδος εμμένει στην παράδοση του γλωσσικού ιδιώματος του παραδεδομένου τρόπου τελέσεως της θείας Λειτουργίας και των Ιερών Μυστηρίων. Οιαδήποτε μετάφραση λειτουργικών κειμένων μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην ενότητα της Εκκλησίας.
 
2. Επειδή στην Εκκλησία όλα πρέπει να γίνονται «ευσχημόνως και κατά τάξιν» και τον αρμόδιο λόγο έχει η Ιερά Σύνοδος, γι’ αυτό ο Αρχιερεύς που ενδεχομένως έχει έναν ειδικό λόγο αναγνώσεως κάποιων κειμένων σε μετάφραση, θα πρέπει να λαμβάνει άδεια από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο.
3. Το θέμα όμως αυτό θα συνεχισθεί να συζητείται στις αρμόδιες Συνοδικές Επιτροπές, σε Συνέδρια που θα διοργανωθούν για τον σκοπό αυτόν, σε συνεργασία με τις Θεολογικές Σχολές και όταν ωριμάσει η συζήτηση, και κριθεί αναγκαίο, θα εισαχθεί στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία είναι το ανώτατο όργανο διοικήσεως της Εκκλησίας, προκειμένου να αντιμετωπισθεί Συνοδικώς.
Τέλος η Διαρκής Ιερά Σύνοδος συζήτησε και έλαβε αποφάσεις σχετικά με τρέχοντα υπηρεσιακά ζητήματα.

Εκ του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου
 Πηγή:http://thriskeftika.blogspot.com

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Φωνές ἐξ ῾Αγίου ῎Ορους:" Μὲ πόνο ψυχῆς παρακαλοῦμε τὴν Ἱερὰ Σύνοδο νὰ λάβη κάποια ἀπόφαση ὥστε νά παύση ἡ εἰσαγωγή μεταφράσεων γιά λειτουργική χρήση"




«Πολὺ φοβούμαστε ὅτι θὰ ὁδηγήσουν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ σὲ διχασμὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα ».


«Μὲ πόνο ψυχῆς παρακαλοῦμε τὴν Ἱερὰ Σύνοδο νὰ λάβη κάποια ἀπόφαση ποὺ θὰ θέση τέρμα στὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ ἀναρχία καὶ θὰ πάρη μία ξεκάθαρη θέση στὴν ὁλοένα αὐ­ξανόμενη τάση μεταγλωττίσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων»





«Οὐδὲ σοφίας ἀνθρωπίνης δεῖται ἡ θεία Γραφὴ πρὸς τὴν κατανόησιν τῶν γε­γραμ­μένων, ἀλλὰ τῆς τοῦ Πνεύματος ἀποκαλύψεως» (ἱερός Χρυσόστομος)\

«ἡ λειτουργικὴ ἀναγέννηση εἶναι ἀπότοκος τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ πιστοῦ καὶ καθόλου ὑπόθεση Συνεδρίων, Σεμιναρίων καὶ Ἐπιτροπῶν. Τελεσιουργεῖται στὸ ἔνδον τῆς καρδίας τοῦ πιστοῦ κατόπιν πνευματικοῦ μόχθου καὶ ἐσωτερικῶν στεναγμῶν, συνεπικουρούσης βεβαίως ἀπαραιτήτως καὶ τῆς θείας Χά­ρι­τος».


Στὴν θεία Λειτουργία «“κατανοοῦμε”, μὲ τὴν πατερικὴ σημασιολογικὴ ἐκδοχὴ τῆς λέ­ξεως, τόσο ὅσο μᾶς ἐπιτρέπει ἡ καθόλου πνευματικὴ κατάστασή μας. Ἑπομένως τὸ καιρίως ζητούμενο γιὰ τὴ λειτουργικὴ ἀναγέννηση εἶναι ἡ διὰ τῆς μετανοίας καὶ τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ προσωπική μας ἀναγέννηση» (Σχοινᾶς Φώτης)




Περὶ μεταφράσεων 

τῶν λειτουργικῶν κειμένων




Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ τό ὑπογράφουν:

Ὑπογράφουν οἱ κατωτέρω
Ἁγιορεῖτες Ἱερομόναχοι, μὲ τὶς συνοδεῖες τους:
Ἱερομόναχος Γρηγόριος, Ἱερὸν Κελλίον Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Καρυές
Ἱερομόναχος Ἀρσένιος, Ἱερὸν Κελλίον Γενεσίου τῆς Θεοτόκου «Παναγούδα», Καρυές
Ἱερομόναχος Εὐθύμιος, Ἱερὰ Καλύβη Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, Καρυές



Τὸν τελευταῖο καιρὸ γίνεται πολὺ λόγος γιὰ τὸ θέμα τῶν μεταφράσεων τῶν λειτουρ­γικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας σὲ γλώσσα περισσότερο προσιτὴ στὸν σημερινὸ κόσμο. Στὸ μικρὸ αὐτὸ ἄρθρο ἐξετάζεται κατὰ πόσον μιὰ ἐνδεχόμενη μετάφραση τῶν λειτουρ­γικῶν κειμένων θὰ βοηθήση ἢ θὰ βλάψη, καὶ ἂν ἑπομένως εἶναι σκόπιμη ἢ καὶ θεμιτὴ ἡ προσπάθεια αὐτή.

Ἀκούγεται συχνὰ ἡ ἄποψη ὅτι οἱ σημερινοὶ νέοι ἀδυνατοῦν νὰ συμμετάσχουν στὴ λα­τρεία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ αἰτία εἶναι ἡ λειτουργικὴ γλώσσα. Δὲν ὑπάρχει βέβαια καμ­μία ἀμφιβολία ὅτι οἱ σημερινοὶ νέοι, δεχόμενοι τὴ σύγχρονη «ἐκπαίδευση τῆς ἀμάθειας», εἶναι γλωσσικὰ ὑπανάπτυκτοι καὶ ἀποκομμένοι ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς ρίζες τους. Χωρὶς νὰ ἐξετάζουμε ἐδῶ τὰ αἴτια τῆς θλιβερῆς αὐτῆς πραγματικότητας, συμφωνοῦμε κατ᾽ ἀρχὴν ὅτι θὰ πρέπη νὰ τοὺς βοηθήσουμε ὅσο μποροῦμε, ὥστε νὰ κατανοοῦν καὶ αὐτοὶ τὰ λειτουργικὰ κείμενα καὶ νὰ συμμετέχουν στὴν θεία Λατρεία.
Θεωροῦμε ὅμως ὅτι εἶναι μεγάλο λάθος ἡ “λύση” τῆς μεταγλωττίσεως τῶν ἱερῶν κειμένων. Διότι, ὅπως ἔχει ἀποδειχθῆ, «ἡ ὅποια μετάφραση θὰ προδώση δραματικὰ τὴ νοηματικὴ ἐμβέλεια τοῦ πρωτοτύπου καὶ θὰ δυσχεράνη σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν διανοητικὴ κατανόησή της ἀντὶ νὰ τὴν διευκολύνη». Οἱ λόγοι εἶναι πολλοί: Ἡ δημοτικὴ ὑστερεῖ σὲ ἐκφραστικὲς δυνατότητες σὲ σχέση μὲ τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ λόγο. Ἀδυνατεῖ ἐπίσης νὰ ἀποδώση μὲ τὴν ἴδια νοηματικὴ πυκνότητα τὶς μετοχὲς καὶ τὰ ἀπαρέμφατα ὅπως καὶ τὶς λεπτὲς ἐννοιο­λογικὲς ἀποχρώσεις τῶν ἐμπρόθετων προσδιορισμῶν (Βλ. Φώτης Σχοινᾶς, Λειτουργικὴ Γλῶσσα, σελ. 43-5).
Τὸ κυριώτερο ὅμως εἶναι ἡ ἀπόδοση τῶν δογματικῶν ἐκφράσεων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφραστοῦν οἱ ὅροι οὐσία, φύση, ὑπόσταση, πρό­σωπον, ἐνέργεια, κλπ. χωρὶς τὸν κίνδυνο τῆς αἱρετικῆς ἀποκλίσεως; Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ποὺ ὑπέστησαν διωγμοὺς καὶ μαρτύρια γιὰ νὰ κρατήσουν ἀνόθευτη τὴν πίστη, διατύπωσαν τοὺς ὅρους αὐτοὺς μὲ θεῖο φωτισμό. Καὶ θὰ προσ­πα­θήσουμε ἐμεῖς νὰ ἐπαναδιατυπώσουμε τὴν πίστη μὲ ἄλλους ὅρους πιὸ “σύγχρονους”; Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τῆς γλωσσικῆς ἀλλαγῆς στοὺς δογματικοὺς ὅρους: «Ἐπὶ τοῦ θείου δόγμα­τος οὐκέτι ὁμοίως ἀκίνδυ­νος ἡ διάφορος χρῆσις τῶν ὀνομάτων. Οὐ γὰρ μικρὸν ἐνταῦθα τὸ παρὰ μι­κρόν» (PG 45, 120C). Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ φαντασθοῦμε πόσες αἱρέσεις μποροῦν νὰ παρεισφρύσουν μέσα στὰ πλήρως μεταφρασμένα λειτουργικὰ κείμενα, τὶς ὁποῖες κανεὶς δὲν θὰ εἶναι εὔκολο νὰ ἀντιληφθῆ. Ὁ ἁπλὸς πιστὸς μάλιστα, δὲν θὰ εἶναι πλέον σὲ θέση νὰ διακρίνη ἀνάμεσα σὲ ἕναν μεταφρασμένο ὕμνο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, σὲ ἕναν νεοσύνθετο (διότι θὰ ὑπάρξουν καὶ τέτοιοι), καὶ στὰ προτεσταν­τικὰ τραγούδια (ποὺ κυ­κλο­φοροῦν ἀνωνύμως).
Ἄν, πάλι, πρόκειται νὰ ἀφήσουμε τοὺς θεολογικοὺς ὅρους ἀνέπαφους (ὅπως διατείνον­ται κάποιοι συντηρητικότεροι), τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπεμβάσεως θὰ εἶναι ὁ ψι­λὸς κλιτικὸς ἐκ­δη­μοτικισμός τους καὶ ἡ συντακτικὴ ἁπλοποίηση τῆς προτάσεως. Δηλα­δή, χωρὶς νὰ βοηθοῦμε οὐσιαστικὰ στὴν κατανόηση τοῦ κειμένου, ἐξοστρακίζουμε ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ χρήση τὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ γλώσσα, μὲ ὅλες τὶς βαρύτατες συνέπειες ποὺ αὐτὸ συνεπάγεται.
Ἀντί, λοιπόν, νὰ προσπαθοῦμε νὰ “διευκολύνουμε” τοὺς νέους, κα­τεβάζοντας τὸ ὑψηλὸ γλωσσι­κὸ ἐπίπεδο τῆς Λατρείας, εἶναι προτιμότερο νὰ τοὺς βοηθήσουμε ὥστε μὲ ἐλάχιστο κόπο νὰ μποροῦν νὰ κατανοοῦν τὴ γλώσσα τοῦ πρωτοτύπου, ἀναβαθμίζοντας ἔτσι καὶ τὸ γλωσσικό τους ἐπίπεδο. Ὅσοι αἰσθάνονται δυσκολία στὴ γλωσσικὴ κατανόηση τῆς Θείας Λειτουργίας -ἡ ὁποία θεωρεῖται καὶ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας- ἂς ἀφιερώσουν λίγο χρό­νο ἰδιωτικὰ στὴ με­λέτη της, δηλαδὴ τὴ μετάφραση καὶ ἑρμηνεία της, καὶ ἂς παραμείνη ἡ τέλεσή της στοὺς Ναοὺς ὡς ἔχει, στὴν παραδεδομένη γλωσσικὴ μορφή.
Τὸ Ἑλληνόπουλο, πέρα ἀπὸ τὴ γνώση τῆς νεοελληνικῆς, θὰ πρέπη νὰ ἐξοικειωθῆ στὴν κατανόηση (ὄχι βέ­βαια στὴν πλήρη ἐκμάθηση) καὶ παλαιοτέρων μορφῶν τῆς ἑνιαίας ἑλ­ληνικῆς γλώσσας. Εἶναι ἀπαράδεκτο, νὰ μὴν εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήση, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀποστρέφεται, τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὸν Παπαδιαμάντη, κλπ. Τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς προβληματίζη ὅλους, καὶ νὰ ἀποτελῆ μέ­ριμνα τῆς πολιτείας ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐδῶ θὰ θέλαμε νὰ ἐπισημάνουμε πολὺ ἐπιγραμματικά: α) ὅτι ἡ λειτουργικὴ γλώσσα δὲν εἶναι ἡ καθ᾽ αὐτὸ ἀρ­χαία ἑλληνικὴ γλώσσα ἀλλὰ ἁπλούστερη μορφή της, πλησιέστερη στὴ νεοελληνική, καὶ β) ὅτι γιὰ τὴν κατανόησή της δὲν χρειάζονται σπουδὲς φι­λολογίας. Ἀρκεῖ ὁ συχνὸς ἐκκλησιασμὸς μὲ λίγο ἐνδιαφέρον καὶ προσοχή. Ἡ συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενη μορφή της, μάλιστα, εἶναι ἕνα ἐπιπλέον στοιχεῖο ποὺ διευκολύνει τὴν κατανόησή της.
Ἡ ἐξοικείωση μὲ τὴ λειτουργικὴ γλώσσα (ὅπως καὶ μὲ κάθε ἀντικείμενο μαθήσεως) ἀπαιτεῖ τὴ συνεχῆ τριβὴ μὲ αὐτήν. Ὅπως ἔχει λεχθῆ πολὺ σωστά, ὁ ἀραιὸς ἐκκλησιασμὸς δὲν ὀφείλεται στὸ “ἀ­κατανόητον” τῆς λειτουργικῆς γλώσσας, ἀλλὰ ἀντίστροφα: δὲν κατανοοῦμε τὴ λειτουργικὴ γλώσσα ἐπειδὴ δὲν ἐκκλησιαζόμαστε. Αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὴ ἀλήθεια, καὶ μάταια προσ­παθοῦμε νὰ θεραπεύσουμε ἕνα κακὸ μὲ λανθασμένη διάγνωση καὶ μὲ ἀ­κόμη πιὸ λανθασμένη θεραπεία. Θὰ ἑλκύσουμε τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας νέους, ὅταν τοὺς πλησιάσουμε μὲ πραγματικὴ ἀγάπη, καὶ ὄχι ὅταν ἀλλοιώσουμε τὴν γλώσσα τῆς θείας Λα­τρείας. Κάτι τέτοιο προσπάθησε νὰ κάνη καὶ ἡ Ἀγγλικανικὴ ἐκκλησία καὶ πέτυχε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο (Βλ. Γέροντος Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, σελ. 375).
Ὅσο γιὰ τοὺς ἐκκλησιαζόμενους πιστούς, ἀρκεῖ τὸ ἐμπνευσμένο κήρυγμα τοῦ Ἱερέως στὴν θεία Λειτουργία. Διότι ὅταν ὁ ἄνθρωπος πιστεύει καὶ ἔχει ζῆλο καὶ καλὴ διάθεση, ἀκόμη καὶ ἀγράμματος νὰ εἶναι, ὁ Θεὸς θὰ τὸν φωτίση καὶ θὰ τὸν ὁδηγήση στὴν βίωση τῆς θείας Λατρείας, κάτι πολὺ ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ κατανόησή της. Οἱ παπποῦδες μας -ἄνθρωποι κατὰ κανόνα ὀλιγογράμματοι- ποτὲ δὲν διαμαρτυρήθηκαν γιὰ τὴν λειτουργικὴ γλώσσα. Αἰ­σθά­νονταν μάλιστα ὡς ζωτικὴ ἀνάγκη τὸν συχνὸ ἐκκλησιασμό. Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ τοὺς τραβοῦ­σε στὴν Ἐκκλησία, ἐφ᾽ ὅσον δὲν “καταλάβαιναν” τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἐκεῖ λεγόμενα;
Ἀξίζει νὰ προσέξη κανεὶς τὸ Κολλυβαδικὸ κίνημα, ποὺ οὐσιαστικὰ ὑπῆρξε ἕνα κίνημα πνευματικῆς καὶ λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως. Ἡ ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας ἦταν, γλωσσικὰ τουλάχιστον, σὲ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ τὴ σημερινή, ἀφοῦ ὁ χριστιανικὸς λαὸς ἦ­ταν τελείως ἀπαίδευτος καὶ σχεδὸν δὲν μιλοῦσε πιὰ τὰ Ἑλληνικά. Οἱ Κολλυβάδες Πα­τέρες ὅμως, ποὺ ἐργάστηκαν σὲ τόσο ἀντίξοες συνθῆκες, ποτὲ δὲν ἔθεσαν θέμα ἁπλοποιήσεως τῆς λειτουργικῆς γλώσσας. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, μέγας Πατὴρ τῆς Ἐκ­κλησίας καὶ διδάσκαλος τοῦ Γένους, ἂν καὶ μετέφρασε ἁγίους Πατέρες, ποτὲ δὲν μετέφρασε λειτουργικὰ κείμενα· μόνο τὰ ἑρμήνευσε. Ἀνάλογη ὑπῆρξε καὶ ἡ δράση ὅλων τῶν Κολλυβάδων Πατέρων καὶ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε τόσο πολὺ στὴν ἵδρυση σχολείων.
Τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων Πατέρων μᾶς καθοδηγῆ ἀπλανῶς στὸ σκοτάδι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, ὅπου τὰ πάντα κρίνονται καὶ κοσκινίζονται ἀπὸ τὴν τετράγωνη λογικὴ τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου. Μᾶς διδάσκει ὅτι, ἡ κατανόηση τῶν λειτουργικῶν κειμένων δὲν εἶναι ζήτημα γλωσσικῆς ἁπλοποιήσεως, ἀλλὰ ἑρμηνευτι­κῆς ἐμβαθύνσεως, συνειδητῆς εὐλαβείας καὶ θείου φωτισμοῦ.
* * *
Οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες εἴμαστε φορεῖς μακραίωνης παραδόσεως καὶ ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη νὰ τὴν διατηρήσουμε. Καὶ μόνο γιὰ τὴν γλώσσα μας, θὰ πρέπη νὰ θεωροῦμε τὸ γεγονὸς ὅτι γεννηθήκαμε Ἕλληνες ὡς μία μεγάλη δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ καθόλου σωβινισμό. Ἁπλῶς ἀναγνωρίζουμε τὶς θεῖες δωρεὲς καὶ συνειδητοποιοῦμε τὴν εὐθύνη μας. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο γράφτηκε στὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα. Γράφει σχετικὰ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: «Ὑπῆρχε τόσο λίγη “συμ­πτωματικότητα” στὴν “ἐκ­λογὴ” τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὅση ὑπῆρχε στὸ γε­γονὸς ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν (Ἰωάν. δ΄, 22)… Ἡ Ἐκκλησία στὸν καθορισμὸ τῶν δογμάτων ἐξέφρασε τὴν ἀποκάλυψη μὲ τὴ γλώσσα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας» (Δημιουργία καὶ Ἀπολύτρωση, σ. 35-6). Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία μας ἐπὶ τό­σους αἰῶνες στὴν Λατρεία εἶναι ἡ καλύτερη γιὰ νὰ ἀποδώση τὰ λειτουργικὰ κείμενα, λόγω τῆς ἱεροπρεπείας, τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς λογικότητός της (θέματα ποὺ ἡ ἀνάλυσή τους ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἄρθρου).
Οἱ μεταφράσεις στὶς ξένες γλῶσσες εἶναι ἀπαραίτητο φυσικὰ νὰ γίνουν, παρόλη τὴν ἀναπόφευκτη φθορὰ καὶ πτώχευση ποὺ ἐπέρχεται. Καὶ στὶς περιπτώσεις ὅμως αὐτές, ὁ μεταφραστὴς θὰ πρέπη νὰ μὴν ἀρκῆται στὴν κατὰ τὸ δυνατὸν τελειότερη ἀνθρώπινη γνώση, ἀλλὰ νὰ ἐμφορῆται ἀπὸ τὸ ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ εἶχαν οἱ Πα­τέρες οἱ ὁποῖοι συνέγραψαν τὶς θεῖες Λειτουργίες, ὥστε νὰ μὴν ἀδικήση τὸ κείμενο καὶ τοὺς πιστούς. Ὅσο γιὰ τὴν μεταγλώττιση στὴ νέα ἑλληνική (ποὺ σημειωτέον εἶναι πολὺ πλησιέστερη στὴ λειτουργικὴ γλώσσα ἀπ’ ὅτι οἱ σλαβικὲς γλῶσσες στὰ ἀρχαῖα σλαβονικά), θεωροῦμε ὅτι εἶναι ὄχι μόνο περιττὴ ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐπιζήμια.
Ἔχει ἀποδειχθῆ ὅτι οἱ Πατέρες τοῦ Δ΄ αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι καὶ συνέγραψαν τὶς ἱερὲς Λειτουργίες ποὺ τελοῦμε μέχρι σήμερα, δὲν χρησιμοποίησαν τὴ δημώδη γλώσσα τοῦ καιροῦ τους ἀλλὰ ἐπέλεξαν συνειδητά, τόσο γιὰ τὴν κηρυγματικὴ ὅσο καὶ (πολὺ περισσότερο) γιὰ τὴ λειτουργικὴ γλώσσα, τὴν ἀρχαιότροπη γλωσσικὴ ἔκφραση. Ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔκαναν αὐτὴ τὴν ἐπιλογή, δὲν ἦταν τόσο ἡ ἀνωτερότητα τῆς γλωσσικῆς αὐτῆς ἐκφράσεως (διότι καὶ ἡ τότε ὁμιλουμένη δὲν εἶχε χάσει ὅπως ἡ νεοελληνικὴ τὸ ἀπαρέμφατο καὶ τὴ μετοχή, καὶ συνεπῶς διατηροῦσε τὴν ἀκρίβεια, λιτότητα καὶ σαφήνειά της). Πιστεύουμε πὼς ὁ κυριώτερος λόγος εἶναι ὅτι ἤθελαν νὰ προσδώσουν μιὰ ἱεροπρέπεια στὰ λειτουργικὰ κείμενα μὲ ἕναν γλωσσικὸ τύπο ποὺ δὲν ἐχρησιμοποιεῖτο γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς ἁπλῆς κα­θημερινότητας. Καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ θὰ πρέπη νὰ λάβουν σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψιν τους οἱ σημερινοὶ ὀπαδοὶ τῆς μεταγλωττίσεως, ἂν δὲν θέλουν νὰ δημιουργοῦν ἀνεπιθύμητους συν­ειρμοὺς στοὺς πιστούς, καὶ νὰ τοὺς προξενοῦν διάσπαση καὶ εὐθυμία μέσα στὸν ἱερὸ Ναό! Κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, θὰ γεννῶνται «ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ νοΐ τῶν παρευρισκομένων ἀντιδράσεις κατωτέρου ἐπιπέδου» (Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, σελ. 376).
* * *
Ἐὰν ἡ σημερινὴ τάση μεταγλωττίσεως καὶ ἁπλοποιήσεως τῶν πάντων ὑπῆρχε στὰ χρό­νια τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μποροῦμε βάσιμα νὰ ὑποθέσουμε, ἀπὸ ὅσα προαναφέρθηκαν, ὅτι θὰ εἶχε καταδικασθῆ. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἴσως θὰ ἐπανάλαμβανε: «Οὐδὲ σοφίας ἀνθρωπίνης δεῖται ἡ θεία Γραφὴ πρὸς τὴν κατανόησιν τῶν γε­γραμ­μένων, ἀλλὰ τῆς τοῦ Πνεύματος ἀποκαλύψεως» (PG 53, 175). Τὸ ἅγιο Πνεῦμα ὅμως δὲν λείπει ποτὲ ἀπὸ τὴν Ἐκ­­κλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, καὶ οἱ σύγχρονοι θεοφόροι Πατέρες καὶ φωτισμένοι Γέ­ρον­τες ἔχουν ἐκφρασθῆ ἤδη γιὰ τὸ θέμα αὐτό.
Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Σωφρόνιος, στὸ γνωστὸ κεφάλαιο «Περὶ τῆς λειτουργικῆς γλώσσης» τοῦ βιβλίου του Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, ἀναιρεῖ μὲ κατηγορηματικὸ τρόπο τοὺς «ἄτοπους ἰσχυρισμοὺς περὶ τοῦ δῆθεν ἀκατανοήτου» τῆς λειτουργικῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, καὶ καλεῖ νὰ μείνουμε πιστοὶ σ᾽ αὐ­τήν. Λέγει μεταξὺ ἄλλων ὁ Ρῶσος(!) αὐτὸς Πατήρ: «Ἡ Λειτουργία, ὡς τὸ κορυφαῖον μέ­σον ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν, εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχῃ ὡς ἐκφραστικὸν ὄργανον τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν τελειοτέραν γλῶσσαν (ἐνν. τὴν ἀρ­χαία ἑλληνική)… Ἡ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον χρησιμοποιηθεῖσα καὶ καθαγιασθεῖσα γλῶσσα τῆς θείας Λειτουργίας… εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντικατασταθῇ ἄνευ οὐσιώδους βλάβης αὐτῆς ταύτης τῆς λατρείας».
Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Παΐσιος ἦταν καὶ αὐτὸς σαφῶς ἀντίθετος μὲ τὴ σημερινὴ “λειτουργικὴ ἀναγέννηση”. Ἔλεγε ὅτι μὲ τὶς μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων θὰ ἀ­ποκοπῆ ὁ λαός μας ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδοθοῦν πλήρως οἱ ὅροι καὶ οἱ ἔννοιες τῶν κειμένων αὐτῶν στὴ δημοτική, πολὺ περισσότερο ἀπὸ μὴ ἁγίους. Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ ὅτι, ὅταν τὸ 1982 ἐπρόκειτο νὰ κυκλοφορήση τὸ βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου Γρηγορίου Ἡ Θεία Λειτουργία, Σχό­λια, ὁ Γέροντας δὲν ἐπέτρεψε νὰ τυπωθῆ παράλληλα καὶ ἡ ἑτοιμασμένη μετάφραση τῆς θείας Λειτουργίας, ὡς ἁπλὸ ἑρμηνευτικὸ βοήθημα, διότι αὐτή, ἔλεγε, «μπορεῖ κάποτε νὰ χρησιμοποιηθῆ ὡς ἀ­φορ­μὴ γιὰ μεταφράσεις στὰ λειτουργικὰ κείμενα»! Τί θὰ ἔλεγε ἄραγε ἂν ζοῦσε σήμερα;
Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Πορφύριος, ἐνῶ ἦταν τελειόφοιτος μόλις Α΄ Δημοτικοῦ, χάρη στὸν ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὰ λειτουργικὰ κείμενα, ἔμαθε ἀνάγνωση καὶ θεολογία ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή (τῆς ὁποίας πολλὰ κεφάλαια εἶχε ἀποστηθίσει), τὴν Παρακλητικὴ καὶ τὰ Μηναῖα. Ἔφτασε νὰ γίνη δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ξεπεράση στὴ σοφία πολλοὺς θεολόγους καὶ ἐπιστήμονες. Συνιστοῦσε τὴν προσεκτικὴ καὶ διαρκῆ μελέτη τῶν ἁγιογρα­φι­κῶν καὶ ὑμνολογικῶν κειμένων, τὴν χρήση τοῦ λεξικοῦ καὶ τὴ σύγκριση μὲ ἄλλα τροπάρια, γιὰ τὴν ἀνεύρεση τῆς ἔννοιας μιᾶς ἄγνωστης λέξης. Καὶ βέβαια, παρ’ ὅλη τὴν εὑρύτητα τοῦ πνεύματός του, ποτὲ δὲν μίλησε γιὰ ἀνάγκη μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων.
Πολὺ σωστὰ ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι «ἡ λειτουργικὴ ἀναγέννηση εἶναι ἀπότοκος τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ πιστοῦ καὶ καθόλου ὑπόθεση Συνεδρίων, Σεμιναρίων καὶ Ἐπιτροπῶν. Τελεσιουργεῖται στὸ ἔνδον τῆς καρδίας τοῦ πιστοῦ κατόπιν πνευματικοῦ μόχθου καὶ ἐσωτερικῶν στεναγμῶν, συνεπικουρούσης βεβαίως ἀπαραιτήτως καὶ τῆς θείας Χά­ρι­τος». Στὴν θεία Λειτουργία «“κατανοοῦμε”, μὲ τὴν πατερικὴ σημασιολογικὴ ἐκδοχὴ τῆς λέ­ξεως, τόσο ὅσο μᾶς ἐπιτρέπει ἡ καθόλου πνευματικὴ κατάστασή μας. Ἑπομένως τὸ καιρίως ζητούμενο γιὰ τὴ λειτουργικὴ ἀναγέννηση εἶναι ἡ διὰ τῆς μετανοίας καὶ τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ προσωπική μας ἀναγέννηση» (Σχοινᾶς, ἔνθ. ἀν. σ. 47 καὶ 110). Καὶ ἡ ποιμαν­τικὴ προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας σὲ αὐτὴ τὴν ἀναγέννηση τῶν πιστῶν θὰ πρέπη κυρίως νὰ στοχεύη.
* * *
Συνοψίζοντας, θεωροῦμε ὅτι τὸ θέμα τῆς μεταγλωττίσεως τῶν κειμένων στὴν θεία Λατρεία εἶναι πολὺ σοβαρό, διότι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σύγχυση καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς ἱεροπρέπειας ποὺ προξενεῖται, θραύεται ὁριστικὰ ἡ μακραίωνη συνέχεια τῆς λειτουργικῆς γλώσσας, μὲ τεράστιες ἀρνητικὲς συνέπειες. Καὶ εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι τὸ ὅλο κίνημα “λειτουργικῆς ἀναγέννησης” δὲν ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν ἁπλὸ λαό (γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ὑποτίθεται ὅτι γίνεται), ἀλλὰ ἀπὸ κά­ποιους καθηγητές, ἱερεῖς καὶ ἐπισκόπους. Μποροῦν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ στεροῦν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα νὰ δοξολογήση, νὰ εὐχαριστήση καὶ νὰ ἱκετεύση τὸν Τριαδικὸ Θεό, μὲ τὶς ἴδιες λέξεις ποὺ χρησιμοποίησαν ὅλοι οἱ θεοφόροι Πατέρες μας; Πολὺ φοβούμαστε ὅτι θὰ ὁδηγήσουν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ σὲ διχασμὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα.
Ὁ ἁπλὸς λαὸς στὴν πλειονότητά του δὲν ἐπιθυμεῖ τὶς μεταφράσεις, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβη καλὰ τὰ λειτουργικὰ κείμενα. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ποὺ ὥριζε νὰ διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μεταφρασμένο στὴν θεία Λειτουργία, δὲν στάθηκε δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῆ λόγω τῆς ἀντιδράσεως τοῦ κόσμου.

Ἕνα ἄλλο πρακτικὸ ζήτημα, στὸ ὁποῖο ἴσως δὲν ἔχει δοθῆ ἡ ἀπαιτούμενη προσοχή, εἶναι ὅτι, ἅπαξ καὶ ἀνοίξη ἡ θύρα γιὰ τὶς μεταφραστικὲς προσπάθειες, θὰ ἀρχίση ἀμέσως καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς καὶ διχασμὸς μεταξὺ τῶν ἐπιδόξων μεταφραστῶν. Ἤδη σὲ μία Μητρόπολη εἶναι γνωστὸ ὅτι κυκλοφοροῦν δύο μεταφράσεις τῆς Θείας Λειτουργίας, μὲ πολλὲς καὶ μεγάλες διαφορὲς μεταξύ τους. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ μία μετάφραση νὰ ἐπικρατοῦσε σὲ ὅλο τὸν ἑλληνικὸ χῶρο -πρᾶγμα ἀδύνατον-, μετὰ ἀπὸ παρέλευση μιᾶς δεκαετίας περίπου θὰ ἐθεωρεῖτο πλέον ξεπερασμένη, σύμφωνα μὲ τὰ κριτήρια τῶν ὀπαδῶν τῆς μεταγλώττισης, λό­γω τῆς ἐξέλιξης τῆς γλώσσας. Καὶ εἶναι ἀπρόβλεπτες ὅλες οἱ συνέπειες τῆς ἀπώλειας τῆς καθιερωμένης λειτουργικῆς γλώσσας, τὴν ὁποία θέλει νὰ ἐπιφέρη ὁ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν με­ταρρυθμιστικὸς ζῆλος.
Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀναφορὰ τῶν δύο ἀνωτέρω μεταφράσεων τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀναφέρουμε μὲ πολλὴ λύπη μας, ὅτι σ’ αὐτὲς (καθὼς καὶ σὲ ἄλλες μεταφράσεις λειτουργικῶν καὶ ἁγιογραφικῶν κειμένων τῆς ἴδιας Μητροπόλεως) ὑπάρχουν δυστυχῶς πολλὰ καὶ σοβαρότατα λάθη. Ἡ ὑπόδειξή τους ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ παρόντος ἄρθρου. Θεωροῦμε ὅμως ὅτι τὸ σοβαρότερο λάθος εἶναι αὐτὴ ἡ ὅλη τάση γιὰ μεταγλώττιση τῶν ἱε­ρῶν κειμένων (διότι τὰ ἐπὶ μέρους γραμματικά, συντακτικά, τυπογραφικά, παρανοήσεως, ἢ καὶ θεολογικά, λάθη μπορεῖ κάποτε νὰ διορθωθοῦν).
Τὸ θλιβερότερο ὅμως στὴν προκειμένη περίπτωση εἶναι ὅτι οἱ ἐν λόγῳ μεταφράσεις ἐπιβάλλονται δυστυχῶς μὲ δυναστικὸ τρόπο νὰ τελοῦνται ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεως. Καὶ βέβαια δὲν ρωτήθηκε καθόλου τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν. Δικαιολογημένα λοιπὸν τίθεται τὸ ἐρώτημα: Γιὰ ἕνα τόσο σοβαρὸ θέμα δὲν θὰ ἔπρεπε πρῶτα νὰ πάρη ἀπόφαση ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς (ἂν ὄχι Παν­ορθόδοξη Σύν­ο­δος, τουλάχιστον τὸ Οἰκουμενικὸ Πα­τριαρχεῖο, ἢ ἔστω ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος); Μπορεῖ ὁ καθένας ποὺ θεωρεῖ ἀκατανόητη καὶ ξεπερασμένη τὴ λειτουργικὴ γλώσσα νὰ συντάσση μία μετάφραση καὶ νὰ τὴν ἐκδίδη; Ὁπωσδήποτε αὐτὸ εἶναι θέμα ποὺ ὑπερβαίνει τὰ στενὰ ὅρια μιᾶς Μη­τροπόλεως καὶ ἀφορᾶ ὅλους τοὺς Ὀρθόδοξους Ἕλληνες.
Στὴν ἱστορία τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας παρουσιάστηκαν ἀνάλογα φαινόμενα, τὸ 1834 (ὅταν ἡ Βιβλικὴ Ἑταιρεία ἐξέδωσε τὴν Ἁγία Γραφὴ σὲ μετάφραση τοῦ Νεοφύ­του Βάμβα) καὶ τὸ 1901 (τὰ λεγόμενα Εὐαγγελικά). Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπέρριψε τὶς μεταφράσεις. Ἡ σχετικὴ ἀπόφαση πέ­ρασε στὸ ἑλληνικὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 (ἄρ­θρο 2, παράγρ. 2) καὶ τροποποιήθηκε στὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος τὸ 1976 ὡς ἑξῆς: «Τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας Γρα­φῆς τηρεῖται ἀναλλοίωτο. Ἡ ἐπίσημη μετάφραση σὲ ἄλ­λο γλωσσικὸ τύπο ἀπαγορεύεται χωρὶς τὴν ἔγκριση τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λάδος καὶ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας στὴν Κωνσταντινούπολη» (ἄρθρο 3, πα­ράγρ. 3). Τί περισσότερο χρειάζεται γιὰ νὰ πεισθοῦν γιὰ τὴν ἔλλειψη νομιμότητος ὅσοι προβαίνουν σὲ αὐθαίρετες μεταφράσεις (ὄχι μόνο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀλλὰ καὶ τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τῶν ἄλλων ἱερῶν κειμένων), τὶς ἐκδίδουν καί, τὸ χειρότερο, τὶς ἐπιβάλλουν;
Μὲ πόνο ψυχῆς παρακαλοῦμε τὴν Ἱερὰ Σύνοδο νὰ λάβη κάποια ἀπόφαση ποὺ θὰ θέση τέρμα στὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ ἀναρχία καὶ θὰ πάρη μία ξεκάθαρη θέση στὴν ὁλοένα αὐ­ξανόμενη τάση μεταγλωττίσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων. Ἂς ἀποσυρθῆ κάθε εἴδους μετάφραση ἀπὸ τὴν θεία Λατρεία, καὶ ἂς χρησιμοποιηθῆ μόνο ὡς ἑρμηνευτικὸ βοήθημα στὸ κήρυγμα καὶ τὴν κατήχηση. Ἡ ἐγκατάλειψη τῆς λειτουργικῆς γλώσσας, μὲ τὴν ὁποία προσευχήθηκαν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, στὴν θεία Λατρεία -ὅπου εἶναι ἡ τελευταία περιοχὴ ζωντανῆς χρήσεώς της- θὰ σημάνη τὴν ὁριστικὴ ἀποκοπὴ τῶν συγχρόνων Ἑλ­λήνων ἀπὸ τὶς ρίζες τῆς παραδόσεώς μας, μὲ τεράστιες ἀρνητικὲς συνέπειες. Ἡ εὐθύνη ὅλων μας εἶναι μεγάλη.

Ὑπογράφουν οἱ κατωτέρω
Ἁγιορεῖτες Ἱερομόναχοι, μὲ τὶς συνοδεῖες τους:
Ἱερομόναχος Γρηγόριος, Ἱερὸν Κελλίον Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Καρυές
Ἱερομόναχος Ἀρσένιος, Ἱερὸν Κελλίον Γενεσίου τῆς Θεοτόκου «Παναγούδα», Καρυές
Ἱερομόναχος Εὐθύμιος, Ἱερὰ Καλύβη Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, Καρυές
Πηγές:α)«ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ» τ. ..., Φεβρ. Μάρτ. 2010

καὶ β) 
«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ» τ. 46, ΙΑΝ.-ΜΑΡΤ. 2010