"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

"Νά πᾶνε στά σπίτια τους, νά παραδώσουν (οἱ κυβερνῶντες) σέ κυβέρνηση προσωπικοτήτων...

 
 
Νά σωθοῦν καί νά σώσουν
Tοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

Οποια ερώτηση κι αν τεθεί σε κομματάνθρωπο, έχει απάντηση που δεν τη γεννάει το δικό του μυαλό και ούτε, φυσικά, την εννοεί στα σοβαρά. Μέσα στο κομματικό του μυαλό υπάρχει, για κάθε πρόβλημα, μια φράση διαρκώς έτοιμη να στομώσει μηχανικά την ερώτηση – χιλιάδες έτοιμες φράσεις μέσα στα κομματικά μυαλά υποκαθιστούν τη σκέψη και προλαβαίνουν την κρίση.
Στην ελλαδική κοινωνία σήμερα μοιάζει να αναπαράγουμε («ανεπαισθήτως», αλλά γενικευμένα) το μοντέλο μυαλού των κομματανθρώπων: το έχουμε καταστήσει μοντέλο στο οποίο αποβλέπει η τηλεθέαση, η εμπορευματοποιημένη «πληροφόρηση». Ετοιμες απαντήσεις για κάθε πρόβλημα, τις εκφέρουμε σαν αυτονόητα δικές μας, αλλά μάς τις έχουν υποβάλει, καραδοκούν έτοιμες στα μυαλά μας, υποκαθιστούν τη σκέψη, προλαβαίνουν την κρίση. Χρόνια τώρα, ακούμε πολιτικούς, δημοσιογράφους, συνδικαλιστές, πανεπιστημιακούς παρακεντέδες της εξουσίας, και ξέρουμε από πριν τι θα απαντήσουν σε κάθε ερώτηση, ποια θα είναι η επόμενη φράση τους. Ξέρουμε ότι την άποψη, γνώμη ή θέση που διατυπώνουν δεν την έχει γεννήσει το δικό τους μυαλό, είναι τεχνητά εμφυτευμένη στον στεγνωμένο τους νου. Το ξέρουμε και όμως αναπαράγουμε το μοντέλο. Ακριβώς όπως νιώθουμε υποχρεωμένοι να είμαστε οπαδοί μιας ποδοσφαιρικής ομάδας ή να παίζουμε δελτίο για το τζακ ποτ. Νοητική ισοπέδωση όλων προς τα κάτω. «Ανεπαισθήτως».
Τα πανεπιστήμια υποτίθενται (εξ ορισμού) τόποι σπουδής και έρευνας, μεθοδικού προβληματισμού, «συστηματικής» αναζήτησης λύσεων. Ψάξτε για την «επιχειρηματολογία» που συνοδεύει την υπεράσπιση του εκφασισμένου «ασύλου» τα τελευταία τριάντα έξι χρόνια. Σπουδάστε τα κείμενα που συνόδευαν, πριν από λίγες μέρες, τις πρυτανικές εκλογές – διακηρύξεις, επαγγελίες, προγράμματα. Παρακολουθείστε «ημερίδες», σε αρμόδιες για την οικονομία σχολές, σχετικά με τη χρεοκοπία σήμερα της χώρας, τη διεθνή ανυποληψία της, την αποσάθρωση της κοινωνικής συνοχής. Αν δεν πέσετε σε σπανιότατη εξαίρεση, θα ψηλαφήσετε, σε κάθε τέτοια ή ανάλογη περίπτωση, την τελμάτωση της σκέψης και της κρίσης στα ιδεολογικά στερεότυπα – κυρίως σε όσα έχουν αποδειχθεί εφόδια καριέρας. Ετοιμες φράσεις υποκαθιστούν μέσα στα μυαλά τον συλλογισμό και προλαβαίνουν το συμπέρασμα.
Η αντιπροσωπευτικότερη εικόνα της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα είναι της «διαδήλωσης» ή «πορείας»: Μπροστά η ντουντούκα να υπαγορεύει την κραυγή και πίσω η αργόσυρτη νωχελική αγέλη να την αναμηρυκάζει σαν βέλασμα. Η εικόνα πολυμερίζεται σε κάθε σπιτικό, παραπέμπει στους παραιτημένους από σκέψη και κρίση τηλεθεατές. Η οθόνη υπαγορεύει καταιγισμό νοητικών στερεοτύπων, καλούπια γλώσσας, ύφους, τρόπου συμπεριφοράς. Και ο τηλεθεατής «μεταβολίζει» το αλλότριο και μεθοδευμένο σε «δικό του» και «αυθόρμητο».
Αν ο ολίγιστος πρωθυπουργός μας, αρχηγός σοσιαλιστικού κινήματος και πρόεδρος της σοσιαλιστικής Διεθνούς, μπορούσε, έστω επιδερμικά, να υποψιαστεί ότι ο «socialismus» μεταφράζεται στα ελληνικά «κοινωνισμός» – βγαίνει από το «societas» που σημαίνει «κοινωνία». Και εκτός από κόμμα εξουσίας ή ευκαιρία καριέρας, είναι (ακόμα ίσως) και όραμα - πρόταση τρόπου του βίου. Οραματίζεται - προτείνει ο «κοινωνισμός» να έχει προτεραιότητα στην οργάνωση της συλλογικότητας η προστασία και καλλιέργεια των σχέσεων κοινωνίας, η έγνοια για όλα τα μέλη του κοινωνικού σώματος – όχι η θωράκιση του ατομοκεντρισμού, όχι η προστασία της εγωτικής απληστίας, του κέρδους.
Αν μπορούσε ο πρωθυπουργός να το σκεφτεί από μόνος του αυτό και να το κρίνει, δεν θα θεωρούσε «σωτηρία» της χώρας τη χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό κολόβωση του «κοινωνικού κράτους» για χάρη του διεθνούς χρηματιστηριακού τζόγου. Θα ήξερε ότι οι θεσμοί του «κοινωνικού κράτους» σε μια χώρα και η λειτουργία τους είναι δείκτης πολιτισμού, μέτρο της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, της κατακτημένης απόστασης από το κτήνος και τη ζούγκλα. Οταν μάχεσαι για να υπερασπίσεις το «κοινωνικό κράτος», δεν διεκδικείς «δικαιώματα» ούτε προστατεύεις συντεχνίες, όπως κάνει το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Μάχεσαι για την ανθρωπιά του ανθρώπου, για τη χαρά της ζωής που είναι πάντα καρπός κοινωνίας και σχέσης, άθλημα ανιδιοτέλειας, κατόρθωμα αυθυπέρβασης.
Η έτοιμη απάντηση του κομματανθρώπου είναι: Τι να σου κάνει ο πρωθυπουργός όταν του βάζουν τη θηλιά στον λαιμό, όταν τα εξοντωτικά χρέη που φόρτωσαν στον ελληνικό λαό ο πατέρας του και οι εξίσου ολετήρες διάδοχοί του πρωθυπουργοί, πρέπει αμέσως να εξοφληθούν; Σίγουρα, δεν θα του υποδείξουμε εμείς οι αδαείς τι να κάνει, μόνο να διερωτηθούμε μπορούμε: Γιατί ο περιορισμός των δημοσίων εξόδων έπρεπε να αρχίσει με περικοπές σε μισθούς και συντάξεις και όχι με διάλυση των κρατικών εταιρειών (χιλιάδων) που μπουκώνουν με χρήμα αργόσχολους κομματανθρώπους; ΄Η γιατί όχι με δραστικό περιορισμό των χρυσοπληρωμένων υπουργικών «συμβούλων», με διακοπή επιχορηγήσεων στις αναρίθμητες παρασιτικές δικτυώσεις της κομματικής καμαρίλας; Κατόρθωσε ποτέ να σκεφθεί από μόνος του ο «σοσιαλιστής» πρωθυπουργός ότι η ιδιοτέλεια των καπιταλιστών έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να είναι παραγωγική και κοινωνικά γόνιμη από τη στεγανά εγωκεντρική, άγονη και βάναυσα αντικοινωνική αυθαιρεσία των κομματανθρώπων;
Η δύναμη της πολιτικής, ο επηρεασμός που ασκεί στη σύνολη λειτουργία της κοινωνίας, είναι δίκοπο μαχαίρι:
Ενα φαύλο και ανίκανο πολιτικό σύστημα μπορεί να βυθίσει σε ανήκεστη παρακμή τη συλλογικότητα, όπως και ένας ταλαντούχος ηγέτης ανιδιοτελής μπορεί να αναστήσει, κυριολεκτικά, μια πεθαμένη κοινωνία. Η Ελλάδα είναι σήμερα ένα τέλμα, εφιαλτικός πνιγμός αδιεξόδου. Και οι συντελεστές του ιστορικού αυτού εγκλήματος είναι συγκεκριμένοι, επώνυμοι, δυνάστες του λαϊκού σώματος, ασύδοτοι φεουδάρχες. Δεν έχει νόημα να τιμωρηθούν κάποιοι σαν αποδιοπομπαίοι τράγοι, τίποτα δεν αλλάζει. Θα αλλάξουν όλα, αν πάψουμε να τους εμπιστευόμαστε, να πιστεύουμε ότι είναι πάλι αυτοί που «θα μας βγάλουν από την κρίση»! Σε πείσμα και της στοιχειωδέστερης λογικής. Ωσάν να είναι ποτέ δυνατό ο ναρκομανής να διαχειριστεί τη δίωξη των ναρκωτικών, ο μαστροπός να αστυνομεύσει την εμπορία της σάρκας.
Να τους αμνηστεύσουμε όλους. Αρκεί να πάνε στα σπίτια τους, να απαλλάξουν την κοινωνία από τις «υπηρεσίες» τους. Να συγκαλέσουν Συντακτική Εθνοσυνέλευση για καινούργιο Σύνταγμα, να παραδώσουν σε κυβέρνηση προσωπικοτήτων και να εξαφανιστούν. Να σωθούν και να σώσουν.
Πηγή:kathimerini.gr (Κυριακή, 6-6-2010)

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Χρῆστος Γιανναρᾶς: ᾿Ενάντια στήν ἀριστερά τῆς βίας καί τοῦ τραμπουκισμοῦ

 
 
Για να ξαναγεννηθεί ελπίδα
Tου Χρηστου Γιανναρα
Αυτό το είδος των υπανθρώπων, που για να θριαμβεύσει η δική τους αλάθητη εκδοχή ποιο το «σωστό» και ποιο το «δίκιο» απανθρακώνουν σήμερα ζωντανούς ανθρώπους και κατακαίνε βιβλία, το γέννησε στην Ελλάδα η τριαντάχρονη (μεταπολιτευτική) καπηλεία της Αριστεράς. Εσπειραν διαστροφή, τυφλή ιδιοτέλεια, καιροσκοπισμό. Και θερίζουμε σήμερα έγκλημα, φρίκη, τρόμο, ανομία.
Αριστερά σημαίνει: κοινωνιοκεντρική πολιτική, επομένως ανιδιοτέλεια, αντίσταση στα συντεχνιακά συμφέροντα, πάλη για την προτεραιότητα της ανθρωπιάς και των σχέσεων. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα η «Αριστερά» αναδείχθηκε σε εκτροφείο συνδικαλισμένων τυράννων του κοινωνικού σώματος, ψυχανώμαλων βανδάλων, μονοδιάστατης υστερίας συμφεροντολόγων.
Τριάντα χρόνια τώρα προβάλλουν αυτή την κιβδηλεία και τον συνακόλουθο καριερισμό σαν τη μόνη «προοδευτική» πρόταση για την πολιτική και την κοινωνία. Με καλοστημένη ιδεολογική τρομοκρατία, σε απόλυτο κενό αντιπροτάσεων, πέτυχαν να τους παραδοθεί από όλες τις κυβερνήσεις (κάθε κομματικής ταμπέλας), μετά τη δικτατορία, η διαχείριση των μέτρων και κριτηρίων ποιότητας της ζωής του τόπου, δηλαδή η εξουσία στην εκπαίδευση: στο σχολειό και στο πανεπιστήμιο. Οι σημερινοί κουκουλοφόροι με τις πρακτικές των Ναζί, ποιο δημοτικό σχολειό τέλειωσαν, ποιο γυμνάσιο, ποιο ανύπαρκτο λύκειο; Δημοτικό, όπου δάσκαλοι οδηγούσαν συντεταγμένους τους πιτσιρικάδες έξω από το αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς να τσιρίξουν συντονισμένα «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», πετώντας πέτρες και νεράντζια. Πιτσιρικάδες με τα βιβλία τους λογοκριμένα από την «προοδευτική Αριστερά» μη τυχόν και ξεμυτίσει πουθενά η λέξη «πατρίδα», η λέξη «ιερό», η λέξη «χρέος». Η ίδια Αριστερά, στο γυμνάσιο και στο λύκειο, στρεβλώνει την Ιστορία σε οικονομικίστικο ντετερμινισμό, διαστρέφει το άθλημα της ελευθερίας σε «δικαίωμα» που εκβιάζεται γκανγκστερικά, στραγγαλίζει με τα κλισέ του εθνομηδενισμού την ευαισθησία του ανήκειν, τη φιλοπατρία. Τρεις δεκαετίες τώρα, η μονοπώληση της εκπαίδευσης από τους καπήλους της Αριστεράς παράγει μαζικά βάνδαλους καταληψίες του ιερού χώρου της μάθησης, ευνουχισμένους διαδηλωτές να αναμηρυκάζουν τον κρετινισμό της κομματικής ντουντούκας.
Η δημοκρατία (η νεωτερική) είναι εξ ορισμού πολυφωνική, και η πολιτική - ιδεολογική πολυφωνία προϋποθέτει (όχι απλώς ανέχεται) και κόμματα που απορρίπτουν τη δημοκρατία, προτείνουν διαφορετικές αρχές οργάνωσης και στόχων της συλλογικότητας. Αλλά οι αρχές αυτές (του μαρξισμού - λενινισμού ή του ναζισμού ή του φασισμού ή του μαοϊσμού ή των Ερυθρών Χμερ) προϋποτίθενται στη δημοκρατική πολυφωνία ως προτάσεις, για να επιλεγούν ή να απορριφθούν από τους ψηφοφόρους – όχι ως πρόγραμμα μεθοδικής βίας, όχι ως πρακτική εκβιασμών, όχι ως ελλοχεύουσες απόπειρες στανικής επιβολής τους μέσω εγκλημάτων κατάλυσης του έννομου κράτους. Οταν η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών έχει επιλέξει καταστατικά (με Σύνταγμα και νόμους) το πολίτευμα της δημοκρατίας, είναι εξωφρενικό και παράλογο να μετέχουν στο κορυφαίο όργανο της δημοκρατίας, στο κοινοβούλιο, κόμματα που μεθοδικά και με χρήση βίας καταλύουν τους όρους λειτουργίας της δημοκρατίας.
Κάθε πολίτης ή ομάδα πολιτών στο δημοκρατικό πολίτευμα δικαιούται να πιστεύει και να προπαγανδίζει όποια πρόταση, πολιτική, ιδεολογική, κοσμοθεωρητική, προτιμάει. Το μόνο που δεν δικαιούται, είναι να ακυρώνει αυτή την ελευθερία των επιλογών, να καταλύει τους θεσμισμένους όρους της δημοκρατίας. Παύει να υπάρχει πολίτευμα δημοκρατίας, όταν μειοψηφίες θέλουν να επιβάλουν στην πλειοψηφία των πολιτών, με βία, τραμπουκισμό και παρανομία, τις απόψεις τους, το «δίκιο» τους. Αυτό το όριο αυτοάμυνας είναι η αλφαβήτα της δημοκρατίας, η στοιχειώδης και αυτονόητη λογική που θεμελιώνει θεσμικά την ελευθερία. Γι’ αυτό και όταν αρχηγοί κομμάτων ή στελέχη ή εκπρόσωποι διακηρύχνουν επίσημα και επιβεβαιώνουν έμπρακτα ότι τους νόμους που ψηφίζει το κοινοβούλιο αυτοί τους ακυρώνουν με βία και τρομοκρατία στους δρόμους, τότε, όπου λειτουργεί δημοκρατία, επεμβαίνει Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και παύει να αναγνωρίζει ως πολιτικό κόμμα τη φασιστοειδή συντεχνία.
Τουλάχιστον κάποιες φωνές να διασώζουν τη συνείδηση των ορίων: να μην ακκίζεται σαν «δημοκρατία» ο ολοκληρωτισμός, σαν «πρόοδος» η βουλιμική ασυδοσία και ο τραμπουκισμός. Δεν είναι δημοκρατία η καιροσκοπική ανοχή κομμάτων με διακηρυγμένη και μεθοδική την άρνηση των θεσμών και αρχών της δημοκρατίας. Εκτός ορίων της δημοκρατίας είναι όχι μόνο όσοι καριερίστικα εμπορεύονται το αφιόνι απατηλών ολοκληρωτισμών, αλλά και όσοι τους ανέχονται και τους νομιμοποιούν με την ανοχή τους.
Αυτό που και τυπικά κατέρρευσε στις 23 Απριλίου δεν είναι η ελληνική οικονομία. Η υποχρεωτική παραίτησή μας από την κρατική ανεξαρτησία και αυτοδιαχείριση απλώς συγκεκριμενοποιεί τη συντελεσμένη από καιρό κατάρρευση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Για τον αξιολύπητα ολίγιστο πρωθυπουργό μας, αλλά και για τον υποδειγματικό σε ευπρεπή αφασία κ. Σαμαρά η δημοκρατία μοιάζει να είναι ένα νομικό γεγονός, σφραγίδες και χαρτιά, που βαυκαλίζονται ότι το συντηρούν. Γι’ αυτό και συνεχίζουν να κρώζουν τις ίδιες φθαρμένες α-νόητες λέξεις μπροστά σε απανθρακωμένα κορμιά και στον πανικό της κοινωνίας. Συνεχίζει ο κ. Σαμαράς να περιστοιχίζεται από τις ίδιες χιλιοφθαρμένες φιγούρες τής πιο αηδιαστικής κομματικής παρακμής, μόνο για να τις ανταμείψει ο θλιβερός που τον στήριξαν να κερδίσει την αρχηγία! Ανάλογα εκτός τόπου και χρόνου ο υποκοριστικά αποκαλούμενος από τον λαό πρωθυπουργός, μοιάζει να απολαμβάνει το κυβερνητικό σκηνικό που έστησε με τα φιλαράκια του, ευδαιμονικά αδιάφορος αν παράγουν έργο ή συντηρούν το κενό.
Είναι απίστευτο, πόση τυφλότητα παράγει η παρακμή. Αν αντιλαμβάνονταν οι δυο αρχηγοί ποια οργή συνοδεύει την ανυποληψία με την οποία τους αντιμετωπίζει η ελλαδική κοινωνία, θα ακολουθούσαν πανικόβλητοι στη φυγή του τον βραχύ προκάτοχο της πρωθυπουργίας. Δεν έχουν τις κεραίες και την ευαισθησία να νιώσουν στην ψυχή τους πόσο αφόρητο είναι για τον Ελληνα να ντρέπεται για την πατρίδα του, πόσο βασανιστικά λαχταράει συλλογική αξιοπρέπεια, τεκμηριωμένη περηφάνια. Εχει καταρρεύσει το πολιτικό σύστημα και μαζί του το κράτος και η οικονομία. Ομως, δεν έχει καταρρεύσει η ελληνική κοινωνία, διαθέτει ακόμα εφεδρείες ποιότητας αμόλευτες από την κομματική σιχαμάρα. Αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τις αρμοδιότητες που του απομένουν, τολμήσει την επιστράτευση αυτής της ποιότητας και μας οδηγήσει σε πραγματική μεταπολίτευση και Συντακτική Εθνοσυνέλευση, ξαναγεννιέται ελπίδα. Αλλά, προσοχή: Σε κυβέρνηση προσωπικοτήτων δεν χωράει ούτε ελάχιστο δείγμα από το πολιτικό προσωπικό των τελευταίων τριάντα χρόνων της αποτροπιαστικής κομματοκρατίας. Προτιμότερο το χάος από τον εμπαιγμό.

᾿Εφημ. Καθημερινή, 16-05-2010