"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιμαντική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιμαντική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

ΙΕΡΕΥΣ ΤΙΣ ΤΟΥ 20 ου ΑΙΩΝΟΣ (μιά συγκλονιστική καί συνάμα ἀπίστευτη ἱστορία)


Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

᾿Ιάκωβος Τσαλίκης:῾Ο πιο ταπεινός άνθρωπος στην Ελλάδα (μαρτυρία Γέροντος Πορφυρίου)



Ο μακάριος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης (1922-1991)

Ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης έλεγε για τον π. Ιάκωβο τον Τσαλίκη, ότι ήταν ο πιο ταπεινός άνθρωπος στην Ελλάδα.

Ο Γ. Ιάκωβος δεν θεώρησε σκόπιμο να αφήσει απαρατήρητη τη ζημιά που προκάλεσε κάποιος χωρικός στα χτήματα της Μονής. Γιατί θεωρούσε ότι η περιουσία της Μονής δεν είναι δική του αλλά του αγίου (στην προκείμενη περίπτωση του Οσίου Δαβίδ).

Κάποιο απόγευμα, τον επεσκέφθη στην Μονή ένας χωρικός της περιοχής, μεγάλης ηλικίας, ο οποίος του είπε: «Έμαθες τα νέα Γέροντα; Ποιά νέα βρε; Δεν έμαθες ότι κόψανε τις ελιές από το κτήμα της Μονής στο γυαλό και κάνανε καμίνι; Και ρίξανε πάνω στους κομμένους κορμούς χώμα για να μην φαίνονται. Όχι δεν έμαθα, αλλά ποιος τις έκοψε; Ξεύρω κι εγώ Γέροντα, ρώτησε στο χωριό να μάθεις».
Στενοχωρήθηκα πολύ, κύριε Δημήτρη μου, και δεν ήξερα τί να κάνω" καλόγερος άνθρωπος να τρέχω στις αστυνομίες και τα αγρονομεία, να κάνω μηνύσεις και δικαστήρια. Είναι αυτά πράγματα για μένα; Πάνω στην απελπισία μου σκέφθηκα τον Όσιο Δαβίδ, ιδρυτή και προστάτη της Μονής. Έτρεξα στην εκκλησία και μπροστά στην εικόνα του, όπως ήμουν ταραγμένος, του είπα τα έξης λόγια: Άκουσε, Όσιε Δαβίδ" όπως ξεύρεις, έγώ ούτε σπίτι έχω, ούτε οικογένεια, ούτε κτήματα. Όσα είχα τα χάρισα σε συγγενείς και φίλους" άφησα τα πάντα και ήρθα έδώ να Σε υπηρετήσω και Σε υπηρετώ με δοκιμασίες, στερήσεις και χίλιους πειρασμούς και προβλήματα, τα ξεύρεις ...; Ακουσε λοιπόν. Σε παρακαλώ, αυτόν πού έκοψε τις ελιές από το κτήμα σου, να μου τον φέρεις εδώ, σε 24 ώρες το αργότερο. Διαφορετικά ούτε καντήλι θα Σου ανάψω, ούτε θα Σε λιβανίσω. Άκουσες; Και σηκώθηκα και έφυγα πολύ στενοχωρημένος. Τί άλλο μποροΰσα να κάνω.
Την άλλη ήμερα το απόγευμα και ενώ ετοιμαζόμαστε για τον Εσπερινό, ευρισκόμενος έξω άπό το καθολικό της Μονής, 20 περίπου μέτρα μακρυά, βλέπω να μπαίνει, από την εξωτερική πόρτα, στην αυλή, ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, αγρότης, κακοντυμένος, ο οποίος με το κεφάλι κάτω, βλέποντας προς το έδαφος, ερχόταν προς έμενα. Εγώ, μόλις τον είδα, αμέσως είπα μέσα μου: Αυτός είναι πού έκοψε τις ελιές από το κτήμα της Μονής και ο Όσιος Δαβίδ μου τον έφερε, πριν περάσουν 24 ώρες, όπως του το είπα.
Όταν με πλησίασε, μου λέγει: Πατέρα Ιάκωβε, θέλω να σου μιλήσω και να σου πω κάτι. Τί να μου πεις βρε; Να, πως εγώ έκοψα τις ελιές από το κτήμα της Μονής στο γυαλό. Και γιατί τις έκοψες βρε; Είναι σωστό να κόβομε τα δένδρα από τα ξένα κτήματα; Έχεις δίκιο πατέρα Ιάκωβε, δεν είναι σωστό, αλλά τί να κάνω; Είχα μεγάλη ανάγκη για τα παιδιά μου. Εσύ είσαι ένας άγιος άνθρωπος" τί; θα με πας στο Αγρονομείο και την Αστυνομία φαμελίτη άνθρωπο; θα με πας στα Δικαστήρια; Όχι, εγώ δεν θα σε πάω στην Αστυνομία και τα Δικαστήρια, όμως ο Αγρονόμος της Λίμνης, πού έμαθε το γεγονός, κάνει ανακρίσεις. Μπορώ εγώ να τον σταματήσω, αφοΰ ενήργησε μόνος του από υπηρεσιακό καθήκον (αυτεπαγγέλτως); Δεν μπορείς να τον σταματήσεις, μπορείς όμως να με βοηθήσεις, όχι εμένα, τα 5 ανήλικα. Μετά 3 μήνες έγινε το Δικαστήριο στο Αγρονομείο της Λίμνης, για αγροτική φθορά. Πρώτος και μόνος μάρτυς εξητάσθη ο π. Ιάκωβος με διαβεβαίωση της ιερωσύνης του. Ο οποίος ουδέν επιβαρυντικό κατέθεσε διά τον κατηγορούμενο. Αυτός, όμως, ώμολόγησε την πράξη του και εζήτησε συγγνώμη από τον π. Ιάκωβο. Το δε Δικαστήριο τον κατεδίκασε σε χρηματικό πρόστιμο 300 δραχμών, το οποίον, αθορύβως και με διάκριση, κατέβαλε ο π. Ιάκωβος. Έτσι απέφυγαν ο κατηγορούμενος τον εγκλεισμό του στη φυλακή, διότι δεν είχε χρήματα να πληρώσει το πρόστιμο και τα 5 ανήλικα την στέρηση της προστασίας του πατέρα τους.

Πηγή: Δημητρίου Αλεξ. Τζούμα, πρωτοπρεσβυτέρου - αρεοπαγίτου ε.τ., Ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης όπως τον γνώρισα, β' έκδοσις, Αθήνα 2008


Πηγή:http://agioritis.pblogs.gr

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Ἁγίου Δεσπότη




«Μὴ οἱ ποιμένες βόσκουσιν ἑαυτούς;
οὐχὶ τὰ πρόβατα βόσκουσιν οἱ ποιμένες;»
(Ἰεζεκιήλ)

Ἀφοῦ τὸ βαποράκι ἐστάθη ὡς μισὴν ὥραν εἰς τὸν μικρὸν ὅρμον, κατέναντι τῆς ἀγορᾶς, ἥτις ἐφαίνετο σχεδὸν γεμάτη ἀπὸ κόσμον, ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς ἀνατολᾶς καὶ ἀπέπλευσε. Συγχρόνως οἱ καμπάνες τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν, αἵτινες διέπρεπον μὲ τοὺς ὑψηλοὺς πύργους καὶ τοὺς θόλους των, ἡ μία εἰς τὸ ὕψος τῆς παραθαλασσίας ὁδοῦ καὶ τῆς πλατείας, ἡ ἄλλη εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπάνω συνοικίας, ἐκινήθησαν γοργῶς, ἐκχέουσαι μεγάλην καὶ παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.

Διατὶ αὐτά; Οἱ παπάδες ἤξευραν, ὅτι ὁ Δεσπότης ὁ νεοχειροτόνητος τῆς ἐπαρχίας ἦτο μέσα στὸ βαπόρι, ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν, ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι ἡ Σεβασμιότης του δὲν ἐπροτίθετο πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πολίχνην, ἀλλὰ θὰ μετέβαινε πρῶτον, χάριν τῆς ἰδίας εὐκολίας του, εἰς τὴν ἄλλην νῆσον, τὴν ἀνατολικήν, τὴν ἀπωτέραν εἰς τὸν δρόμον του, καὶ εἶτα θὰ ἐπέστρεφε νὰ ἐπισκεφθῆ καὶ τὸ ἐδῶ ποίμνιόν του. Οὐχ ἧττον ἐπῆραν μίαν βάρκαν καὶ ἀνῆλθον ὅλοι ὁμοῦ, οἱ ἑπτὰ παπάδες, εἰς τὸ βαπόρι, διὰ νὰ χαιρετίσουν ἁπλῶς τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν διέλευσίν του.

Μόλις ἡ μαύρη τῶν ρασοφόρων πλειὰς ἀνῆλθεν εἰς τὸ πρυμναῖον «κάσαρο» τοῦ ἀτμοπλοίου, ὅπου ἵστατο ἀγναντεύων τὴν μικρὰν πόλιν ὁ περιοδεύων ἱεράρχης, καὶ ὁ διάκος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν πρῶτον βαίνοντα ἐκ τῶν ἱερέων, τὸν ὁποῖον ἐκατάλαβεν ὡς ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, ἂν καὶ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε, τοῦ λέγει μὲ τόνον δεσποτικόν.

- Γιατί δὲν ἐσημάνατε τὶς καμπάνες;

Ὁ παπα-Γιαννάκης, 83 ἐτῶν ἄνθρωπος, ἂν καὶ κωφὸς ἦτο, ἐκατάλαβεν τί ἔλεγεν ὁ διάκος. Ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, δὲν εἶχαν προβλέψει, ἢ τὸ ἐνόμισον περιττόν, νὰ κρούσουν τὶς καμπάνες. Τώρα, ὅμως, εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ διάκου, ἐστράφη πρὸς τὴν λέμβον, ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας, καὶ τοῦ λέγει.

- Σταμάτη! Τρέχα γρήγορα, ἔξω! Τὶς καμπάνες! Βαρᾶτε τὶς καμπάνες!

Ὁ Σταμάτης, ἔφηβος ὡς 16 ἐτῶν, κυρίως βαρκάρης δὲν ἦτο, ἀλλ᾿ ὀρφανὸς μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εἰς τὰ ράσα τῶν παπάδων. Ὅπως ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὰ δαιμόνια, οὕτω ὑπάρχουν καὶ ἀγυιόπαιδα ἐκκλησιαστικά. Πάραυτα ἐσιόφισεν, ἐκωπηλάτησε, καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ φωνάξη ἀπὸ τὴν βάρκαν πρὸς τοὺς ἔξω, διὰ νὰ τρέξουν νὰ σημάνουν τὶς καμπάνες, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμε. Ἐπήδησε ἔξω, κι᾿ ἔτρεξε διὰ ν᾿ ἀπολαύση αὐτὸς πρῶτος τὴν ὑπερτάτην ἡδονὴν τῆς κωδωνοκρουσίας.

Καθὼς ἔτρεχεν, ἔκραξε τὸν ἄλλον ἀδελφόν του, τὸν Φώτην, καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Εἶτα ἀνῆλθεν ὑψηλὰ εἰς τὸ καμπαναριό, ἐκόλλησεν ὡς τελώνιον εἰς τὴν μεγάλην καμπάναν, ἤρπασε τὸ γλωσσίδι της, μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν λαβὴν τοῦ ἐπικράνου τῆς ἄλλης, κι᾿ ἔρριψε τὸ σχοινίον τῆς τρίτης εἰς ἓν ἄλλο παιδίον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ κωδωνοστασίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κλειδώσει πεισμόνως ἔξω ἀπὸ τὸ πορτέλλο τοῦ καμπαναριοῦ.

Μετὰ μίαν στιγμὴν μανιώδης κωδωνοκρουσία ἤρχισε, καὶ ἄλλοι ἐναέριοι ἦχοι ἀπήντησαν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκκλησίαν. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους αὐτοὺς τὸ ἀτμόποοιον ἀπέπλεε, καὶ οἱ παπάδες ἐπέστρεψαν εἰς τὴν ξηράν.

Μετὰ δυὸ ἑβδομάδας, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον ὁ Σεβασμιώτατος, ἐν μεγάλῃ κλαγγῇ κωδώνων, ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόμενος, ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ, εἰς τὸ τέλος τῆς δοξολογίας - καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε μετὰ τὴν περὶ κωδωνοκρουσίας διαταγήν, τὴν διὰ τοῦ διάκου δοθεῖσαν, ἡ πρώτη χαρακτηριστικὴ πρᾶξις τῆς ποιμαντικῆς του - ἐπετίμησεν ἕνα τῶν ἱερέων, διότι ὡς ἐπαρχιώτης καὶ ἀσυνήθιστος ἀπὸ ἀρχιερατικὰς ἱεροπραξίας, εἶπε τὸ σύνηθες «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν», καὶ δὲν εἶπε: «Δι᾿ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Δεσπότου ἡμῶν». Ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς πῶς νὰ τὸ ξεύρη, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν τὸ εἶχεν εὕρει γραμμένον.

Τὴν Κυριακὴν ὅταν ἐλειτούργησεν ὁ ἐπίσκοπος, εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας ἔδωκε νέον δεῖγμα τῆς ποιμαντικῆς του. Εἰς τὸ «Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί», τὸν γεροντότερον, τὸν πλέον πεπειραμένον, ἀλλὰ καὶ ἐγγράμματον ἱερέα, τὸν ἔπιασεν ἀποτόμως ἀπὸ τὸν βραχίονα, βαστάζοντα τὸ Ἅγιον Ποτήριον, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ σταθῇ ἐπὶ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ βημόθυρα, διὰ νὰ εἴπῃ τὸ «Πάντοτε» - ὡς νὰ ἐπρόκειτο, κατόπιν τοῦ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», νὰ γίνῃ καὶ Δευτέρα Μετάληψις. Καὶ ὅμως τὸ Εὐχολόγιον γράφει μόνον, ὅτι «βλέπει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν λαόν», καὶ ὄχι ἵσταται εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην. Ὅ,τι δὲ περιττὸν γίνεται, μαρτυρεῖ μόνον τάσιν πρὸς τὸ πομπῶδες καὶ θεατρικὸν - ὅπως συνηθίζουν μάλιστα οἱ Ρῶσοι.

Μέγα εὐτύχημα ὑπῆρξε γιὰ τὸν ἄλλον γέροντα, τὸν ἐπίτροπόν του, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου κατέλυσεν ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅτι ἦτο πολὺ κωφός. Ὁ Δεσπότης ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπιτιμᾶ καὶ νὰ τὸν ὀνειδίζῃ μάλιστα, χωρὶς αὐτὸς ν᾿ ἀντιλαμβάνεται, μηδὲ νὰ πικραίνεται τίποτε. Ὅταν δὲν ἦτο παρὼν ὁ διάκος, διὰ νὰ τοῦ ἐξηγήση, αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς θυμοὺς καὶ τὰς ἐξάψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου.

Τέλος κατώρθωσε νὰ δώση λογαριασμὸν ὁ γέρων ἐπίτροπος εἰς μετρητά, δι᾿ ὅλας τὰς ἀδείας γάμου καὶ τὰ λοιπὰ «δικαιώματα» τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰ γαλόπουλα, τοὺς ἀστακοὺς καὶ τ᾿ αὐγοτάραχα, κανεὶς δὲν τοῦ ἐζήτησε λογαριασμὸν πόσα εἶχε ξοδεύσει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Δεσπότης ἦτο ἐγκρατέστατος. Ἔπασχε ἀπὸ στομαχικὰ καὶ καρδιακὰ συμπτώματα - ἴσως ἀπὸ ψαμμίασιν ἢ καὶ διαβήτην. Ἀλλ᾿ ὁ διάκος εἶχε τὰ νειάτα του, τὴν ξανθὴν γενειάδα καὶ τὴν κόμην του. Θὰ ἦτο ὑπερβολὴ βεβαίως ἂν ἐλέγαμεν, ὅτι ὠμοίαζε μὲ τὸν ἀρχιποιητὴν ἐκεῖνον τῆς Παπικῆς αὐλῆς, τοῦ Λέοντος τοῦ Ι´, ὅστις εἶχε παραπονεθῆ ποτε, ὅτι ἔκαμνε στίχους διὰ χίλιους ποιητάς, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυμος Ποντίφηξ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν: Et pro mille allis archipoeta bibit.

Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠγάπα πολὺ τὸ ἐντόπιον μοσχᾶτον εἰς δαμιτζάνες προσφερόμενον.

Τέλος ὁ Σεβασμιώτατος, ἀφοῦ ἔδωκε τὸ τελευταῖον καὶ κυριώτερον μάθημα ποιμαντικῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς του - τοὺς ἐνουθέτησε νὰ εἶναι καθάριοι, νὰ μὴ καπνίζουν ναργιλὲ δημοσίᾳ καὶ νὰ μὴν κρατοῦν ποτὲ ράβδον - ἐν ἤχῳ κωδώνων καὶ πάλιν, προεπέμφθη, ἐπεβιβάσθη στὸ βαποράκι, κι᾿ ἐπῆγε νὰ ποιμάνῃ καὶ ἄλλα πρόβατα.

Γέροντας Παΐσιος:" Περισσότερο θά ὠφεληθεῖτε ἀπό τήν προσευχή παρά ἀπό τήν συζήτηση»


Η Καλύβη του Γέροντος Παϊσίου στον Τίμιο Σταυρό


από το βιβλίο «Βίος Ιερομονάχου Παϊσίου του Αγιορείτου»

του Ιερομονάχου Ισαάκ



Στην διαδρομή από Σταυρονικήτα προς Καρυές, λίγο μετά το προσκυνητάρι από τα αριστερά του δρόμου, ξεκινά ένα μονοπάτι. Διασχίζει χαμηλό δάσος από κουμαριές, άρια και ρείκια, ανεβοκατεβαίνει σε ανώμαλο έδαφος και καταλήγει σε ένα Καλύβι περιφραγμένο με συρματόπλεγμα. Δίπλα στην πόρτα υπήρχε ένα κουτί με σχισμή, σαν γραμματοκιβώτιο, και ένα σημείωμα που έγραφε περίπου τα εξής: «Σημειώστε στο χαρτί τι θέλετε να συζητήσουμε και βάλτε το μέσα στο κουτί. Περισσότερο θα ωφεληθείτε από την προσευχή παρά από την συζήτηση». Ένα σύρμα δεμένο πάνω στην περίφραξη χρησίμευε για να χτυπά το καμπανάκι και να ειδοποιείται ο Γέροντας. Την ευρύχωρη αυλή κάλυπταν ελαιόδενδρα και λίγα κλήματα. Επάνω στο μονοπάτι δέσποζε ένας σωρός ξύλα. Τα είχε τοποθετήσει εκεί, για να μη φαίνεται όταν κυκλοφορούσε από το κελλί στο εργαστήριο. Κατηφορίζοντας προς το Κελλί δεξιά, κάτω από μια ελιά, ήταν ένα τραπεζάκι και δυό-τρία πρόχειρα καθίσματα, το θερινό Αρχονταρίκι του. Αριστερά ήταν ο τάφος του παπα-Τύχωνα, οπού ο Γέροντας είχε φυτεύσει δενδρολίβανα για να μην πατιέται.

Τρία-τέσσερα σκαλοπάτια οδηγούσαν σ' ένα διάδρομο, πού υπήρχε πριν από την είσοδο, ανάμεσα στο σπίτι και σ' ένα πεζούλι. Οι άκρες του διαδρόμου ήταν κλειστές με πόρτες, για να κόβεται το ρεύμα του αέρος. Αριστερά ήταν ένα πρωτόγονο μαγειρείο, μια θέση στο πεζούλι, όσο να χωρά η κατσαρόλα, και από κάτω ένας χώρος για ν' ανάβει φωτιά. Υπήρχε μικρό υπόστεγο πρίν από την είσοδο της Καλύβης και ο προσκυνητής, περνώντας την θύρα της εισόδου, βρισκόταν σε έναν προθάλαμο με ένα βήμα πλάτος και τρία μήκος, πού φωτιζόταν από ένα παραθυράκι. Κατ' ευθείαν εμπρός ήταν το κελλί του Γέροντα και αριστερά το Εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού με τρεις-τέσσερις εικόνες στο τέμπλο, ένα στασίδι, ένα αναλόγιο και τίποτε άλλο. Εντυπωσιακή απλότητα. Λίγα μέτρα δυτικότερα από την είσοδο άλλη εξωτερική πόρτα οδηγούσε στο εργαστήριο του και στο Αρχονταρίκι. ένα μικρό, φτωχό κελλάκι με χαμηλό ταβάνι από καλάμια και χώμα, και με δυο πολύ στενά κρεβάτια, που μεταξύ τους απείχαν ελάχιστα, μόλις χωρούσε να σταθεί ένας άνθρωπος.

Το μικρό Καλυβάκι του Τιμίου Σταυρού δεν είχε πολλές δυνατότητες φιλοξενίας και ο Γέροντας με το ησυχαστικό του τυπικό φιλοξενούσε με διάκριση, όταν έκρινε ότι υπήρχε ανάγκη. Γράφει σε επιστολή του (21-12-71): «...Έχω όλη την αγαθήν προαίρεσιν να σας φιλοξενώ με όλην την γύφτικήν μου φιλοξενία στην Καλύβη μου και να είμαι δικός σας όχι ο μισός Παΐσιος αλλά ολόκληρος. Όποτε θέλετε να μην διστάζετε, (διότι όταν θα καταλάβω ότι διστάζετε, θα στενοχωρηθώ). Μόνον τώρα τον χειμώνα, έναν μόνον δέχεται η Καλύβη. Δυστυχώς η Καλύβη μου δεν συμφωνεί με την καρδιά μου».

Ανατολικά του Κελλιού υπήρχε στέρνα με βρόχινο νερό πού συγκεντρωνόταν από την σκεπή με λούκια. Από αυτό έπινε και προσέφερε και στους επισκέπτες. Πιο πέρα υπήρχε άλλη ανοιχτή μεγαλύτερη στέρνα για άρδευση, πού ποτέ δεν χρησιμοποίησε, γιατί δεν καλλιεργούσε κήπο. Εξωτερικά η ζωή του Γέροντα στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού ήταν περίπου η εξής: Αποβραδίς κοιμόταν δυό-τρεις ώρες και ξυπνούσε κοντά στα μεσάνυχτα. Έκανε αγρυπνία και ξεκουραζόταν λίγο το πρωί, πρίν από το φώτισμα. Την ήμερα, αν δεν είχε επισκέπτες, έκανε εργόχειρο: Σταμπωτά εικονάκια και Σταυρούς στην πρέσσα. Τίς υπόλοιπες ώρες μελετούσε, προσευχόταν και απαντούσε στα πολλά γράμματα που ελάμβανε από πλήθος ανθρώπων και πού παρακαλούσαν για προσευχή ή ζητούσαν απάντηση σε σοβαρά προβλήματα. Έγραφε επί ώρες την ημέρα και όταν σκοτείνιαζε συνέχιζε με το κερί. Με την πάροδο των ετών οι επισκέπτες αυξήθηκαν κατά πολύ. Πολλές ώρες τον απασχολούσαν με τα προβλήματα τους.

Για ένα διάστημα, δύο ημέρες την εβδομάδα (Τετάρτη και Παρασκευή), παρέμενε έγκλειστος. Δεν άνοιγε σε κανένα. Νήστευε, προσευχόταν και έκανε λεπτή πνευματική εργασία στον εαυτό του. Είχε και ένα πολύ μικρό Καλυβάκι στο δάσος, προς το ρέμα, πρόχειρα φτιαγμένο, σκεπασμένο με λαμαρίνα, κοντά σε μια πηγούλα, και μερικές φορές αποσυρόταν σε αυτό για περισσότερη ησυχία. Μετά τόν εγκλεισμό ή την απουσία του, έπαιρνε τα σημειώματα των επισκεπτών και έκανε γι' αυτούς προσευχή καρδιακή.

Συνήθως ελειτουργείτο και κοινωνούσε στο Μοναστήρι (Σταυρονικήτα). Έκανε όμως κατά διαστήματα και στο Εκκλησάκι του θεία Λειτουργία ή πήγαινε κάπου-κάπου και σε γνωστά του Κελλιά να λειτουργηθεί. Μάζευε ελιές και κάποιες φορές με ένα πρωτόγονο και πρωτότυπο ελαιοτριβείο δικής του επινοήσεως και κατασκευής, έβγαζε λίγο λάδι για τα καντήλια της Εκκλησίας. Έδινε ελιές σε πτωχούς ασκητές και γεροντάκια της Καψάλας. Τους επισκεπτόταν για να ωφελείται και να τους βοηθά σε ό,τι μπορούσε.

Με μαγειρεύματα δεν καταπιανόταν, εκτός αν, πολύ σπάνια, φιλοξενούσε κάποιον. Κάποτε φιλοξένησε γνωστό του νέο. Έβαλε να μαγειρέψει. Στούμπισε λίγες φακές, έβαλε και λίγο ρύζι στην κατσαρόλα, το ανάλογο νερό και άναψε την φωτιά με ένα δεματάκι φρύγανα από ρείκια και σουσούρια, πού αφθονούν στην περιοχή. Κάθησαν πιο πέρα και συνομιλούσαν. Ό νέος νόμισε ότι ο Γέροντας απορροφήθηκε από την συζήτηση και λησμόνησε το μαγείρευμα. Σέ λίγο όμως το φαγητό ήταν έτοιμο. Δεν χρειάσθηκε ούτε ανακάτεμα. Τόσο απλή ήταν η μαγειρική του.

Έκαναν τον Εσπερινό με κομποσχοίνι. Ο νέος στο Εκκλησάκι και ο Γέροντας στο κελλί του, οπού διάβασε και το Θεοτοκάριο. Ύστερα παρέθεσε τράπεζα και δεν έπαυε με αγάπη πατρική να συμβουλεύει και να νουθετεί τόν νέο. Το φαγητό ανέλαιο, αλλά πολύ γευστικό. Εντύπωση προξένησε η ήρεμη συντριβή του, όταν είπε την προσευχή της τραπέζης. Συγκεντρώθηκε στον εαυτό του σαν να αποσπάσθηκε από τα γήινα και σαν να μεταφέρθηκε μπροστά στον Χριστό. Μετά το δείπνο βγήκε να ταΐσει τα άγρια ζώα τα οποία καλούσε καθένα με το όνομά του. Κατά το ηλιοβασίλεμα έκαναν μια ώρα κομποσχοίνι στην αυλή χωριστά και ύστερα ο Γέροντας, αφού τακτοποίησε τόν επισκέπτη στο Αρχονταρίκι, αποσύρθηκε στο κελλί του.

Σε αυτό το φτωχικό Καψαλιώτικο Καλυβάκι ασκείτο ο Γέροντας. «Εν λάκκω κατωτάτω», αλλά με πολιτεία υψηλή, με προσευχή αδιάλειπτη, μόνος με μόνο τόν Θεό και τρεφόμενος με την χάρι Του. Πάμπτωχος από υλικά και ανέσεις, αλλά πλούσιος από αρετές και θεία χάρι. Έλειωνε τον εαυτό του στην άσκηση και ανέπαυε πνευματικά κάθε άνθρωπο. Αλγούσε ο ίδιος για τον πόνο και τις αμαρτίες των ανθρώπων και ταυτοχρόνως τους μετάγγιζε χαρά και παρηγοριά. Πάλευε με δαίμονες, συνομιλούσε με Αγίους, συναναστρεφόταν με άγρια ζώα και βοηθούσε πνευματικά τους ανθρώπους.

Ζωηφόρος

᾿Από:http://agioritikesmnimes.pblogs.gr