"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μέτωπο 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μέτωπο 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

῎Αγνωστες μαρτυρίες γιά τίς ἐμφανίσεις τῆς Παναγίας στά βουνά τῆς Πίνδου στόν πόλεμο τοῦ 1940.


                                                                                           
        επιμέλεια:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας σημειώθηκαν σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά στην πρώτη γραμμή του πολέμου, στα ελληνοαλβανικά σύνορα και την Πίνδο, η Παναγία ήταν η προστάτιδα και οδηγός των στρατιωτών. Οι στρατιώτες την έβλεπαν με τα μάτια της πίστης τους να τους εμψυχώνει και να τους «σκεπάζει», καθώς πολεμούσαν στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας.
Ενδεικτική είναι η μαρτυρία της Β. Μπούρη σύμφωνα με την οποία ο θείος της, Σπυρίδων Χουλιάρας, που πολέμησε στα ελληνοαλβανικά σύνορα, μέχρι το τέλος της ζωής του συνήθιζε να αφηγείται το εξής θαύμα της Παναγίας: ενώ οι στρατιώτες πολεμούσαν κάτω από πραγματικά αντίξοες συνθήκες, εμφανίστηκε μπροστά τους η Παναγία που ως προστάτιδα τους «σκέπασε» με το πέπλο της και σαν οδηγός τους οδήγησε μπροστά στον εχθρό, έτοιμους να τον αντιμετωπίσουν.
Το θαύμα αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλους στρατιώτες που πολέμησαν στα βουνά της Πίνδου. Κατά μήκος όλου του μετώπου έβλεπαν το ίδιο όραμα: τις νύχτες μια γυναικεία μορφή βάδιζε ψηλόλιγνη, με την καλύπτρα της ριγμένη από το κεφάλι στους ώμους. Ήταν η Παναγία, η υπέρμαχος στρατηγός των Ελλήνων.
Ο Τάσος Ρηγόπουλος, πολεμιστής του 1940 γράφει από το μέτωπο:
«Σου γράφω από μία αετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. Η φύση τριγύρω είναι πάλλευκη. Σκοπός μου […]είναι να σου μεταδώσω αυτό που έζησα, αυτό που είδα με τα μάτια μου και που φοβάμαι μήπως, ακούγοντάς το από άλλους, δεν το πιστέψεις. Λίγες στιγμές πριν ορμήσουμε για τα οχυρά της Μόροβας, είδαμε σε απόσταση περίπου δεκατριών μέτρων μια ψηλή μαυροφόρα να στέκει ακίνητη. Ο σκοπός φώναξε: «τις ει;». Μιλιά δεν ακούστηκε. Φώναξε ξανά θυμωμένος. Τότε, σαν να μας πέρασε όλους ηλεκτρικό ρεύμα, ψιθυρίσαμε: «η Παναγία!». Εκείνη όρμησε εμπρός σα να είχε φτερά αετού. Εμείς από πίσω της. Συνεχώς αισθανόμασταν να μας μεταγγίζει αντρειοσύνη.
Ολόκληρη εβδομάδα παλέψαμε σκληρά για να καταλάβουμε τα οχυρά Ιβάν-Μόροβας. […] Εκείνη ορμούσε πάντα μπροστά. Και όταν πια νικητές ροβολούσαμε προς την ανυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε η Υπερμάχος έγινε ατμός, νέφος απαλό και απλά χάθηκε» .
Ένα θαύμα έζησαν και οι στρατιώτες του 51ου τάγματος στην κορυφογραμμή Ροντένη.
Από τις 22 Ιανουαρίου και κάθε βράδυ στις εννέα και είκοσι ακριβώς, το βαρύ πυροβολικό των αντιπάλων άρχιζε βολή εναντίον του τάγματος. Ο εκνευρισμός και οι απώλειες ήταν πολλές. Οι τολμηροί ανιχνευτές δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τα εχθρικά πυροβόλα, προφανώς γιατί κάθε βράδυ οι αντίπαλοι τα μετακινούσαν. Η κατάσταση ήταν πιεστική. Ένα βράδυ του Φεβρουαρίου ακουστήκανε πάλι τα εχθρικά κανόνια.
«Παναγιά μου, βοήθησέ μας, σώσε μας», φώναξε εντελώς αυθόρμητα ο ταγματάρχης Πετράκης. Αμέσως στο βάθος πρόβαλε ένα φωτεινό σύννεφο και σιγά-σιγά δημιουργήθηκε κάτι σαν φωτοστέφανο και εμφανίστηκε η μορφή της Παναγίας, η οποία άρχισε να γέρνει προς τη γη και στάθηκε σε ένα φαράγγι. Όλοι στο τάγμα μόλις είδαν το θαύμα, ρίγησαν.
«Θαύμα!»,φώναξαν και έκαναν το σταυρό τους. Αμέσως στάλθηκε μήνυμα στην ελληνική πυροβολαρχία, τα ελληνικά κανόνια βρόντηξαν και λίγο μετά τα αντίπαλα σίγησαν. Οι οβίδες των Ελλήνων είχαν πετύχει τον απόλυτο στόχο .
«Η πίστη κατά την διάρκεια του πολέμου, το σίγουρο είναι ότι βοηθάει τον δοκιμαζόμενο στρατιώτη. Και η εικόνα της προστάτιδας του φέρνει ελπίδα και αισιοδοξία. … οι Αρτινοί στο μέτωπο μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς δεν φοβόνταν ούτε όλμους, ούτε τις εχθρικές σφαίρες…» .
Ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης ζωγράφισε πάνω στο καπάκι ενός κιβωτίου ρέγγας τη Παναγία της Νίκης, η οποία απέκτησε τη φήμη ότι είναι θαυματουργή.
«Σε έξαλλη θρησκευτική έκσταση απαιτούσαν (ενν. οι έλληνες στρατιώτες από την Άρτα) η θαυματουργή εικόνα να μείνει ένα βράδυ τουλάχιστον στην κατασκήνωση τους. Άκουγες φωνές από παντού. Όλοι οι στρατιώτες φωνάζανε: «Η Παρθένα, η Παρθένα. Να την αφήσετε μια βραδιά». Εκείνη την ώρα βάρεσε συναγερμός […] πέσαμε μπρούμυτα σύμφωνα με τις διαταγές που είχαμε. Κανένας Αρτινός  δεν έκανε το ίδιο. «Βρε συνάδελφε», μου είπε ένας, «βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι»;» .
Χαρακτηριστικό είναι, επίσης, το γεγονός ότι οι ταυτότητες των στρατιωτών έφεραν, δίπλα ακριβώς από τα στοιχεία τους, μια εικόνα της Παναγίας. Και λίγο πριν απo την επίθεση έκαναν το σταυρό τους, αναφωνούσαν τρεις φορές «Παναγία μου!» και ύστερα ξεκινούσαν.
Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, αναγνωρίστηκε η σπουδαιότητα των θαυματουργών επεμβάσεων της Παναγίας. Για το λόγο αυτό η γιορτή της Αγίας Σκέπης, που είχε καθιερωθεί από το 626, όταν με τη θαυματουργή της επέμβαση έσωσε την Κωνσταντινούπολη από τους Αβάρους, να γιορτάζεται προς τιμήν της Παναγίας την 1η Οκτωβρίου, μεταφέρθηκε από το 1952 στις 28 Οκτωβρίου για να ενθυμούνται όλοι τη θαυματουργή βοήθειά της στη δυσκολότερη, ίσως, περίοδο του ελληνικού έθνους.
Απόσπασμα από την εργασία¨Ἡ  τιμή της Θεοτόκου στην Ήπειρο

Πηγή:http://dosambr.wordpress.com

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Στῆς ἱστορίας τό διάσελο /τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ


στης ιστορίας το διάσελο
όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά
όρθιος να στέκει ο γιος της»
Νικ. Βρεττάκος


Το 1999 από τις εξαίρετες εκδόσεις «Γκοβόστης» μεταφράστηκε και κυκλοφορήθηκε το βιβλίο του Ιταλού στρατηγού Βισκόντι Πράσκα με τίτλο: «Εγώ εισέβαλα στην Ελλάδα» (Το βιβλίο γράφτηκε το 1946). Ο συγγραφέας του ήταν Ανώτερος Διοικητής των Ιταλικών Δυνάμεων Αλβανίας από τις 5 Ιουνίου έως τις 8 Νοεμβρίου του 1940, όταν λόγω αποτυχίας των σχεδίων του, αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Σοντού, μέχρι τότε υφυπουργό Στρατιωτικών. Το βιβλίο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, επέχει θέση ντοκουμέντου, όχι μόνο για τους απλούς φιλίστορες αναγνώστες, αλλά και για τους επίμονους ιστορικούς ερευνητές.
Ως είθισται, στα αυτοβιογραφικά κείμενα ηττημένων σε πολέμους πρωταγωνιστών, ο Πράσκα προσπαθεί να αποσείσει τις ευθύνες του και αποδίδει την μη ευνοϊκή εξέλιξη των επιχειρήσεων στις πρώτες κρίσιμες ημέρες στου πολέμου, πέρα από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες στην Ανώτατη Στρατιωτική Ηγεσία, καταλογίζοντας της ευθύνες για:
      Α) Ανεπαρκή αεροπορική υποστήριξη.
      Β) Καθυστέρηση της αφίξεως των προβλεπόμενων από την Ιταλία ενισχύσεων.
      Γ) Ματαίωση της προκαθορισμένης καταλήψεως της Κέρκυρας ταυτόχρονα με την έναρξη των εχθροπραξιών.
Καταλήγει ότι κανείς δεν ήθελε τον πόλεμο, εκτός από τον Μουσολίνι, αποκαλύπτοντας την σαθρότητα και την δουλοπρέπεια που διέτρεχε το φασιστικό καθεστώς, αποκρύπτοντας και τις ευθύνες του, αλλά και την έπαρση της τότε ιταλικής ηγεσίας. Μέχρι την έναρξη του πολέμου οι ποταποί υμνωδοί του Μουσολίνι, περιφρονούσαν τους Έλληνες, βαυκαλίζονταν με στρατιωτικούς περιπάτους των οκτώ εκατομμυρίων λογχών, φούσκωναν τον λαό τους με ρωμαϊκές αυτοκρατορίες. Οι σημαντικότερες, όμως, σελίδες του βιβλίου δεν είναι οι ενδιαφέρουσες εκμυστηρεύσεις του Πράσκα, αλλά τα «Παραρτήματα» και δη το 7ο.
Η ιταλική εφημερίδα « Il Tempo» στις 13 Ιουλίου 1944, δημοσίευσε τα πρακτικά της περίφημης σύσκεψης του Ανωτάτου Φασιστικού Συμβουλίου που έγινε στις 15 Οκτωβρίου 1940, στο Παλάτσο Βενέτσια και στο οποίο καθορίστηκαν οι γενικές γραμμές της εισβολής στην Ελλάδα. Μετέχουν: ο Μουσολίνι, ο Τσιάνο, γαμπρός του και ΥΠΕΞ, ο Πράσκα, ο Σοντού, ο Μπαντόλιο, τοποτηρητής του καθεστώτος στην Αλβανία. Από τις συζητήσεις διαφαίνεται η κουφότητα, η αθλιότητα, η αλαζονεία, η ασυνειδησία αυτών των ανθρώπων. Μεταφέρω κάποιους διαλόγους:
«Μουσολίνι: Ποια είναι η κατάσταση του ηθικού του ελληνικού πληθυσμού;
Τζακομόνι: Φαίνεται ότι είναι σε πολύ χαμηλό επίπεδο.
Τσιάνο: Παρουσιάζεται μια σαφής, διαίρεση μεταξύ του πληθυσμού και μιας ηγετικής τάξεως πολιτικών και πλουτοκρατών. Η τελευταία διατηρεί ζωντανό το πνεύμα της αντιστάσεως και την αγγλοφιλία στη χώρα. Αυτή είναι μια ελάχιστη τάξη ανθρώπων πολύ πλουσίων, ενώ η άλλη (ο λαός) είναι αδιάφορη για όλα τα συμβαίνοντα, συμπεριλαμβανομένης και της εισβολής μας....
Μουσολίνι: Ποιο είναι το ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών;
Πράσκα: Δεν είναι άνθρωποι που θα τους άρεσε να πολεμήσουν.
Μουσολίνι: Θα πρέπει να δούμε πως θα παρουσιάσουμε τα προσχήματα γι' αυτήν την επιχείρηση... να σκηνοθετήσουμε ένα επεισόδιο.
Τζακομόνι: Εγώ μπορώ να κάνω κάτι στα σύνορα, όπως επεισόδια μεταξύ κατοίκων της Τσαμουριάς και των Ελληνικών αρχών. (Εμφανέστατος ο αείδουλος και προδοτικός ρόλων των Τσάμηδων)
Μουσολίνι: Όλα αυτά έχουν μια αμελητέα αξία για μένα και συνιστούν μια κάποια συγκάλυψη. Μολαταύτα είναι καλό να μπορέσετε να τα δημιουργήσετε σε τρόπο ώστε να δοθεί αφορμή για το άναμμα του φιτιλιού...
Τσιάνο: Πότε επιθυμείτε να λάβει χώρα το επεισόδιο;
Μουσολίνι: Στις 24 Οκτωβρίου.
Τσιάνο: Στις 24 να είστε βέβαιος ότι θα συμβεί.
Μουσολίνι: Πώς βλέπετε την πορεία προς την Αθήνα, αφού θα έχει καταληφθεί η Ήπειρος;
Πράσκα: Δεν βλέπω πολλές δυσκολίες. Αρκεί μια δύναμη 5 ή 6 Μεραρχιών επιπλέον των υπαρχόντων. (Σύμφωνα με τον Ιταλό κριτικό Α. Τόστι και στο σύγγραμά του «ο πόλεμος που δεν έπρεπε να γίνει», η εκστρατεία κατά της Ελλάδας: «Απορρόφησε και καταπόνησε 30 Μεραρχίες με 700.000 άνδρες, 90.000 κτήνη και 17.000 αυτοκίνητα και στοίχισε 14.000 νεκρούς, 51.000 τραυματίες και 25.000 αιχμαλώτους και αγνοουμένους και υπέρ τους 12.000 αχρηστευθέντες από κρυοπαγήματα»).
Από τα πρακτικά της ιστορικής εκείνης συσκέψεως εξάγονται κάποια συμπεράσματα:
      Πρώτον: Οι υπερφίαλοι Ιταλοί υποτιμούν και περιφρονούν την αξία (το αξιόμαχο) και την φιλοπατρία του λαού μας. Όπως και οι τωρινοί οχτροί.
      Δεύτερον: Διακρίνουν «μια διαίρεση» του απλού λαού και της ηγετικής τάξης (πολιτικοί - πλουτοκράτες). Όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Μόνο που ο αδιάφορος για τους Ιταλούς αυτός λαός, κατασκοτώθηκε στην Β. Ήπειρο, δείχνοντας στην γονατισμένη Ευρώπη ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες. (Οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού σύμφωνα με το Γ.Ε.Σ. ήταν: 13.752 νεκροί, 62.663 τραυματίες - από τους οποίους περίπου 25.000 παγόπληκτοι - 3.955 αγνοούμενοι και αιχμάλωτοι).
      Τρίτον: Φασιστικά (ή κεμαλοφασιστικά) καθεστώτα θεωρούν τους λαούς «κρέας για μακέλλεμα». Και σήμερα που γειτνιάζουμε με τέτοια τυχοδιωκτικά κράτη, οφείλουμε να καλλιεργήσουμε το πνεύμα αυτοθυσίας και αντίστασης του λαού μας. Όλοι μαζί οι Έλληνες, πλην της ηγετικής τάξης των κηφήνων και των συμμοριών που τους διαφεντεύουν.
Κλείνω μ' ένα ηρωικό γεγονός που διασώζει ο Σ. Μυριβήλης και το ανέφερε κατά την πανηγυρική ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών, το 1960: «Πολύς κόσμος έτρεχε να δώσει αίμα τις ημέρες του πολέμου. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που περίμεναν τη σειρά τους. Μια μέρα, ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.
Εσύ παππούλη τι θέλεις εδώ; Ήρθα, κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα. Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή. Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γέρος, το αίμα είναι καθαρό, και ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιους. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Μου είπαν πως οι δύο πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θα 'ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δεν θα 'χουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου. Άιντε, πήγαινε γέρο, μου είπε κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας. Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα».

Τι προσθέτει τούτη η διήγηση σ' εκείνον τον ηρωικό αγώνα; Ότι ανδρείους μπορεί να βγάλει κάθε πατρίδα. Αγίους όμως μόνον η Ελλάδα.

lomak.blogspot.com

ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

ΚΑΤΟΧΙΚΑ (2):῾Η πορεία πρός τό μέτωπο-᾿Οδυσσέα ᾿Ελύτη




Η πορεία προς το μέτωπο

Νύκτα πάνω στη νύχτα, βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω από τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου φορές, εκατουβάλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί κι αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία – μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο και από την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίκτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουν στόχο τ’ αεροπλάνα.

(Οδυσσέας Ελύτης, από το «Άξιον Εστί»)