"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βυζαντινή μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βυζαντινή μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Ἡ μοναδικότητα τῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας / Κόντογλου Φώτης





(Ἀπάντησις σὲ ἀρχιμανδρίτην τῶν Ἀθηνῶν)





Ὑπάρχει φανερὴ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει καὶ κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Τὴν κρυφὴ ὑπερηφάνεια ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, λέγοντας: «Ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον».

Αὐτὴ τὴν ὑποχθόνια ὑπερηφάνεια, ποὖναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινολογία καὶ τὴν ταπεινοφάνεια, ἔχουνε ὅσοι δὲν σέβουνται τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴ λατρεία καὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, καὶ θέλουνε νὰ εἰσάξουνε σ᾿ αὐτὴ κάποιους νέους τρόπους ποὺ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μοναχὰ ξένοι πρὸς τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁλότελα ἀντιορθόδοξοι.

Εἶδες τί λέγει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν; Δὲν λέγει ἁπλῶς «κινεῖ» ἀλλὰ «ἀναγκάζει», βιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ἔπειτα λέγει «ἐπινοεῖν», νὰ ἐφεύρει, νὰ φτιάξει κάποια ψεύτικα πράγματα. Τὸ «ἐπινοεῖν» ἔχει μέσα του τὴν πονηρία. Καὶ παρακάτω λέγει ὁ ἅγιος: «μὴ ἀνεχομένη». Ἡ περιφάνεια, λέγει δὲν ἀνέχεται, δὲν χωνεύει, δὲν ὑποφέρει «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ «τὴν παράδοση», ἀλλὰ τὴν πολεμᾶ μὲ λύσσα. Πῶς νὰ τὴν ἀνεχθεῖ ἀφοῦ τὴ μποδίζει στοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἐπιθυμᾶ νὰ ἐπιδίδεται. Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὸ ἔργον τῶν εὐσεβῶν ψυχῶν ποὺ μᾶς παραδώσανε τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν ἐσωτερικό, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουμε μὲ δέος καὶ μὲ ἀγάπη. Τὸ νὰ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι φυσικὸ ἰδίωμά της. Ἀλλὰ τί μισεῖ; Μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὴν παράδοση. Μά, ἕνα πράγμα ποὺ τὸ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ σατανικὸ αὐτὸ πάθος, θὰ πεῖ πὼς αὐτὸ ποὺ μισεῖ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πράγμα ἁγιασμένο, ἱερώτατο, ποὺ κάνει τὴ διαβολικὴ ὑπερηφάνεια νὰ φρυάξει καταπάνω του.

Λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουνε τοὺς νεωτερισμοὺς ὁποὺ παραμορφώνουνε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ οὐσία της, εἴτε στὴν ἐξωτερικὴ μορφή της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν τελετουργία καὶ μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, σπρώχνουνται σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνίερο ἔργο ἀπὸ τὸν σατανᾶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἀπ᾿ ἐναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε μέσα τους τὴ βλογημένη ταπείνωση, νοιώθουνε τέτοια ἀγάπη πρὸς τὴν παράδοση, ποὺ ἡ χαρά τους εἶναι νὰ τῆς ὑποτάσσονται προθυμερά, ὅπως ὁ καλὸς δόκιμος ὑποτάσσεται στὸν πνευματικὸν πατέρα του, κι ὁ πόθος τους εἶναι νὰ συντηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πολύτιμη κληρονομιὰ τῆς παράδοσης, κι ὄχι νὰ παραμορφωθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ, ὅπως εὔχουνται οἱ ἀσεβεῖς νεωτεριστές.

Καὶ μὅλα ταῦτα, κάποιοι τέτοιοι νεωτεριστὲς παρουσιάζονται, οἱ ἀθεόφοβοι, σὰν ἀνακαινιστὲς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ γιορτάζουνε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας καταπάνω στοὺς ἴδιους αὐτοὺς νεωτεριστές. Ναί, γιορτάζουν μαζὶ μὲ κείνους ποὺ κρατοῦνε τὶς παραδόσεις σὰν ἀτίμητο θησαυρό.

Ἀλλά, τοῦτοι οἱ καταργητές, αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν ἱερὴ παράδοση, (ποὺ ὁ θρίαμβός της εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας), θέλουν νὰ διδάξουν τί ἐστὶ Ὀρθοδοξία στὰ τέκνα τὰ γνήσια τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ τοῦτοι οἱ πονηροὶ καθηγηταὶ εἶναι χειροτονημένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδοξώτατους Προτεστάντες δασκάλους τους! Ἀπ᾿ αὐτοὺς διδαχθήκανε ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία, κι ὄχι ἡ πεπαλαιωμένη κείνη Ὀρθοδοξία ποὺ διδάξανε οἱ Πατέρες ποὺ μᾶς τὴν παραδώσανε, καὶ ποὺ βεβαιώσανε τὴ διδασκαλία τους μὲ τὴν ἁγιωσύνη τῆς ζωῆς τους.

Ἀπὸ τέτοιους καθηγητὲς περιμένει νὰ φωτισθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ποὺ πήγανε νὰ μάθουνε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, κι ἀπὸ κείνους ποὺ καταξεράνανε μὲ τὴν ἄπιστη σοφία τους τὸ δροσόφυλλο δέντρο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πήγανε στὸ ἔρεβος τοῦ Μέλανος θεολογικοῦ Δρυμοῦ, γιὰ νὰ φέρουνε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου στὸν λαὸ ποὺ τὸ κήρυξε στὰ ἔθνη, αὐτοὶ ποὺ ἀφήσανε τὰ ἡφαίστεια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πυρπολήσανε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ πήγανε στὰ παγόβουνα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀπιστίας, γιὰ νὰ φέρουνε σ᾿ ἐμᾶς, ποὺ μᾶς ἔθρεψε ἐπὶ αἰῶνες τὸ μάνα τῆς παράδοσης, τὴν ψύχρα τῆς πονηρῆς γνώσης. Αὐτοὶ μιλοῦν γιὰ Ὀρθοδοξία ἐν ὀνόματι τῶν ἁγίων Πατέρων Χάρνακ, Στράους, Ρενὰν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς ἁγιασάντων!!

Τόσο ἀφιονισθήκανε, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ ἀφιόνι τῆς Δύσης, ὥστε νὰ γίνουνται μαθητὲς κι ἀκροατὲς σὲ τέτοιους δασκάλους, ποὺ διαφημίζουνε πὼς τοὺς φέρνουνε μιὰ Εὐρωπαϊκὴ Ὀρθοδοξία, μαζὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ σπίτια, μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ προϊόντα καὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ πλυντήρια;

Αὐτοὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ θεολόγοι καὶ νεορθόδοξοι δὲν θὰ εἶναι παράξενο νὰ ὑποστηρίζουνε κάποτε, ἐπιστημονικῶς, πὼς κατὰ λάθος γράφηκε ὅτι οἱ Πατέρες ποὺ διδάξανε στὸν κόσμο τὸν Χριστιανισμὸ γεννηθήκανε ἐδῶ στὴν Ἀνατολή, καὶ πὼς κατόπιν τῶν νέων ἐρευνῶν τῆς ἐπιστήμης ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ μὲν Βασίλειος γεννήθηκε στὴν σεπτὴν Φραγκφούρτη, ὁ Χρυσόστομος στὴν ἁγίαν πόλιν τοῦ Μονάχου, τὴν νέαν Σιών, ὁ Γρηγόριος στὸ ἱερὸν Ἀμβοῦργον, ὁ Ἀντώνιος πὼς ἀσκήτεψε παρὰ τὴν Βαλτικὴν θάλασσαν, κ.λπ.

Ὅσον γιὰ τὸν Ἐφραὶμ τὸν Σῦρο, ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ποῦ νὰ καταδεχτοῦνε νὰ τὸν γράψουνε στὰ σοφὰ συγγράμματά τους, ἕναν ἄξεστον καὶ ἀπαίδευτον τουρκοκαλόγηρον, καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν περιορισμένη διάνοια, ὅπως εἶναι ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Βαρσανούφιος, Νεῖλος, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Νικήτας Στηθᾶτος, Γρηγόριος Σιναΐτης, κι οἱ ἄλλοι φανατικοὶ καὶ μισαλλόδοξοι ἀνατολίτες.

Ἡ σημερινὴ «θεολογικὴ ἐπιστήμη», λένε οἱ ἐξ Ἑσπερίας φωτοδόται, ἐσυγχρονίσθη εἰς τὰς πολιτισμένας χώρας, καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἔρευνάν της ὑπὸ τῶν πορισμάτων τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν, τῆς βιολογίας, γεωλογίας, τῆς ἀστρονομίας κ.λπ. Ζῶμεν εἰς τὸν αἰῶνα τῶν ἐπιστημονικῶν θαυμάτων, τῶν πυραύλων, τῶν σπούτνικ. Εἰς τὰ ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα προβάλλουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, τί εἶναι εἰς θέσιν ν᾿ ἀπαντήσουν οἱ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι γέροντες τῆς ἐρήμου, οἱ ζήσαντες ἐν σπηλαίοις ὡς οἱ τρωγλοδῦται, καὶ εἰς μίαν ἐποχὴν καθ᾿ ἣν ἐβασίλευεν ἡ βαρβαρότης, ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ νοσηρὰ δεισιδαιμονία;

Ποιὰ θρησκεία λοιπὸν παραμορφώθηκε σὲ τέτοιον ἀπίστευτον βαθμό; Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἀλήθεια, ἁπλή, καθαρὴ σὰν κρύσταλλο, καὶ ποὺ γλύτωσε τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ ἀπὸ τὴν πολύπλοκη καὶ μπερδεμένη ψευτιὰ τῆς γνώσης, αὐτὴ ἡ θρησκεία ἔπεσε πάλι στὰ πονηρὰ συστήματα ἐκείνων γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς εἶναι κλέφτες καὶ ληστὲς ποὺ ληστεύουνε τὶς ψυχές.

Αὐτοὶ δὲν μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὴ θύρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ πηδᾶνε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μάντρα, καὶ παρουσιάζουνται σὰν ποιμένες, ἐνῶ εἶναι ληστὲς καὶ κλέφτες.

Καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Εἶναι τοῦτοι οἱ λαοπλάνοι, ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια τῆς ἀπιστίας, βαστώντας στὰ χέρια τους διπλώματα καὶ πιστοποιητικὰ τῆς θεολογίας, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία γιατρικὴ ἢ χημεία, καὶ χαλᾶνε μὲ τὴν πονηρὴ διδασκαλία τους τὰ ἁπλοϊκὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, λέγοντάς τους πὼς ἡ πίστη τους εἶναι δεισιδαιμονία καὶ τυπολατρεία, καὶ πὼς ἡ ἱερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας τὴ μποδίζει νὰ συγχρονισθῆ, δηλαδὴ νὰ γίνει σὰν τὴ Χριστιανικὴ ἀθεΐα ποὺ λέγεται Προτεσταντισμός.

Ναί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κλέφτες κι οἱ ληστὲς ποὺ εἶπε ὁ Κύριος πὼς ἀνεβαίνουνε ἀπ᾿ ἀλλοῦ καὶ μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, δηλαδὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δὲν μπαίνουνε ἀπὸ τὴ θύρα, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ θέλουνε νὰ ξεγελάσουνε τὰ ἀθῶα τὰ πρόβατα ποὺ ζοῦνε μὲ τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καὶ ποὺ γνωρίζουνε καλὰ τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει.

Μίλησα γιὰ τὶς ξένες χῶρες ποὺ σπουδάζουνε οἱ θεολόγοι μας. Αὐτοὶ οἱ λαοὶ εἶναι ἀγαθὴ γῆ καὶ καλοδεχτική, γιὰ νὰ φυτρώσει μέσα τους ὁ σπόρος τῆς ἀληθινῆς πίστης. Ἀλλὰ οἱ δικοί μας ποὺ πηγαίνουνε νὰ σπουδάσουνε ἐκεῖ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀντὶ νὰ μεταλαμπαδεύουνε τὴν Ὀρθοδοξία σὲ κεῖνες τὶς ψυχές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τοῦ Προτεσταντικοῦ ὀρθολογισμοῦ, φέρνουν ἀπὸ κεῖ σὲ μᾶς, στὴ φυλὴ ποὺ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, τὸν παραμορφωμένον ἐκεῖνον Χριστιανισμό, πιθηκίζοντας τὰ ξένα κι ἀποθεώνοντάς τα, ὅπως ὁ Παυσανίας ὁ Περιηγητὴς λέγει, πὼς κάνανε οἱ Ἕλληνες τῆς παρακμῆς στὸν καιρό του: «Ἕλληνες ἐν θαύματι τιθέασι τ᾿ ἀλλότρια, ἢ τὰ οἰκεῖα».

«Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται. Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὅντες μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. Θ´, 39).

«Ἦλθα σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, λέγει ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δοῦνε τὸ φῶς ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε, καὶ γιὰ νὰ τυφλωθοῦνε ὅσοι βλέπουνε».

«Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε» εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουνε τὴν ὑπερήφανη ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ τῆς θρησκείας, ὅπως ἡμεῖς ποὺ πιστεύουμε μὲ ἁπλότητα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Εὐαγγέλιο καὶ σὲ ὅσα μᾶς παραδώσανε οἱ Πατέρες, διατηρώντας μὲ εὐλάβεια ὀλότελα ἀνάλλαχτον τὸν χαρακτήρα τῆς λατρείας, καὶ θεωρώντας πὼς εἶναι ἀσέβεια τὸ νὰ βάζουμε τὰ τῆς θρησκείας μας κάτω ἀπὸ τὴ δική μας κρίση. Ἤμαστε τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, κι ὅπως τὰ πρόβατα ἐμπιστεύουνται στὸν τσομπάνη, κι ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε στὸν ἀρχιποιμένα τὸν Χριστὸ καὶ στοὺς ποιμένας ποὺ διώρισε Ἐκεῖνος νὰ φροντίζουνε γιὰ τὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, ἤγουν γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Καί «ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουνε» εἶναι ὅσοι ἔχουνε τὴν περιφανῆ ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ θρησκευτικὰ πράγματα, ἐπειδὴ σπουδάσανε σὲ κάποια μεγάλα σχολεῖα τῆς Εὐρώπης, ἐκεῖ ποὺ διδάσκουνε ἀνάμεσα στὶς ἄλλες ἐπιστῆμες καὶ τὴ θεολογία, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία μιὰ κοσμικὴ γνώση, ὅπως εἶναι ἡ γιατρική, ἡ μηχανικὴ κ.λπ.

Αὐτοὶ λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἐρευνοῦνε καὶ κρίνουνε τὰ τῆς θρησκείας, κι ἄλλα παραδέχουνται, ἄλλα δὲν τὰ παραδέχουνται, ἐπειδή, κατὰ τὴν κρίση τους, δὲν εἶναι σωστὰ ἀλλὰ εἶναι γεννήματα τῆς ἀμάθειας, κι ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς πρέπει ν᾿ ἀλλάξουνε, γιατὶ παληώσανε, μὴν πιστεύοντας πὼς εἶναι ἀνάλλαχτα κι αἰώνια, ἐπειδὴ δὲν πιστεύουνε πὼς προέρχουνται ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τοῦτοι λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἤγουν «οἱ οἰόμενοι βλέπειν», τυφλώνουνται, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, σὲ καιρὸ ποὺ κάνουνε τὸν καθηγητὴ καὶ τὸν ὁδηγό. Κι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά τους, κοιτάζουνε «τοὺς μὴ βλέποντας», δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ παραδίνουνται σὰν τὸν τυφλὸ νὰ τοὺς χειροκροτήσει ἡ ἀμετασάλευτη πίστη τους στὴν ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς κοιτάζουνε λοιπὸν μὲ περιφρόνηση σὰν ἀμαθεῖς τυπολάτρες ποὺ ἔχουνε στενὴ ἀντίληψι τῆς θρησκείας.

Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ξενοσπουδασμένους θεολόγους, ἔβγαλε λόγο σὲ μιὰ ἐκκλησιά, κατὰ τὴ λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ γιορτὴ αὐτὴ γίνεται σὲ ἀνάμνησιν τῆς νίκης τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς νεωτεριστές. Φαντάσου λοιπόν, ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεωτεριστὲς νὰ γιορτάζει, πρῶτος καὶ καλίτερος, γιὰ τὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς ὁμοίους του, καὶ νὰ βγάζει καὶ λόγο, γεραίροντας αὐτὸν τὸν θρίαμβο.

Ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε τότε κατὰ τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ ἀπ᾿ ἀφορμὴ τῶν εἰκονομάχων, καταδικαστήκανε ὅλοι μαζὶ οἱ ἀνίεροι νεωτεριστές, ποὺ ἐπιχειρήσανε κι ἐπιχειροῦνε νὰ ξεσχίσουν τὸν ἄρραφο κι ἀκομμάτιαστον χιτώνα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡστόσο, ὁ καλόβουλος αὐτὸς θεολόγος, ποὺ εἶναι κι ἱερωμένος, συμβίβασε τὴν Ὀρθοδοξία με τοὺς νεωτερισμούς. Στὴν ἐκκλησία ποὺ λειτούργησε καὶ κήρυξε ὁ νεωτεριστὴς Ὀρθόδοξος, οἱ εἰκόνες κι ἡ μουσικὴ ἤτανε εὐρωπαϊκές, ἀντιορθόδοξες. Κι ἡ λειτουργία, σὲ πολλὰ παραμορφωμένη ἐπὶ τὸ νεωτεριστικώτερο, τὸ ὕφος δυτικό, ἡ ἀτμόσφαιρα χωρὶς τίποτα σχεδὸν Ἑλληνικὸ καὶ Ὀρθόδοξο.

Ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος, πρόθυμα, θὰ ἔβγαζε πολλὰ περιττὰ ἀπὸ τὴ λειτουργία, θὰ ἔκοβε τὰ γένειά του, θὰ ἄλλαζε τὰ ἄμφιά του μὲ πολιτικὰ ροῦχα, θὰ καταργοῦσε τὰ κεριά, τὸ λιβάνι, τὰ καντήλια, τὰ πάντα, «ὡς ἐπουσιώδη», ὅπως συμπεραίνει κανεὶς ἀπὸ τὸν λόγο του.

Κατὰ βάθος ἴσως νὰ ἐλεεινολογοῦσε μάλιστα καὶ τοὺς Πατέρας ποὺ θεσπίσανε τὴν ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ θὰ τὄλεγε, ἂν δὲν φοβότανε τὸν «ὄχλο». Γιατὶ, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε ἡ νίκη τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς δεισιδαιμονίας κατὰ τῆς ὑψηλῆς καὶ εὐρείας ἀντιλήψεως τῆς θρησκείας, ἡ ὁποία, κατ᾿ αὐτόν, εὑρίσκεται μέσα στὰ κεφάλια τῶν καθηγητῶν ποὺ εἶχε στὴν Εὐρώπη.

Γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὅμοιούς του δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς μακάριζε τὶς ἁπλὲς ψυχές, λέγοντας στοὺς Ἀποστόλους πὼς εἶναι μακάριοι γιατὶ ἀξιωθήκανε, αὐτοὶ οἱ ψαράδες, νὰ δοῦνε καὶ νὰ νοιώσουνε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ποὺ θελήσανε νὰ τὰ δοῦνε σοφοὶ καὶ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν μπορέσανε γιατὶ τὰ ἔκρυψε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Θεός. Ναί, τὰ ἔκρυψε, γιατὶ δὲν ἤτανε ἄξιοι νὰ τὰ δοῦνε, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν ψεύτικη σοφία τους.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν ἁπλῶν ψυχῶν κι ὄχι τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἐπιστημόνων, δηλ. ἐκκλησία ὅπως τὴ θέλησε ὁ Χριστός. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός μας δὲν χρειάζεται σπουδασμένους θεολόγους, ἀλλὰ ἱερεῖς ποὺ νὰ ὑπηρετοῦνε τὸν Θεὸ «ἐν ἀφελότητι καρδίας». Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἔγραφα σ᾿ ἕνα βιβλίο μου τὰ παρακάτω λόγια: «Τοῦτο τὸ γραΐδιο ποὺ κάνει τὸν σταυρό του καὶ στέκεται σὰν κουρούνα μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα, εἶναι ψυχὴ χιλιάδων χρονῶν καὶ ξέρει ἀπὸ ποῦ βαστᾶ καὶ ποῦ πάει, καλίτερα ἀπὸ τὸν κάθε λιμοκοντόρο ποὺ σπουδάζει στὰ Παρίσια» (Ταξίδια, ΜΗΛΟΣ). Ὁ εὐσεβὴς λαός μας διψᾶ γιὰ ἁγιότητα, κι ὄχι γιὰ ἐπιστημονικὲς θεολογίες.

Ἡ Ὀρθοδοξία ἔζησε πάντα μέσα στὴν ἁπλότητα ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, ἐνῶ οἱ εὐρωπαϊκὲς ὀργανώσεις ποὺ λέγουνται Ἐκκλησίες, ξεπέσανε στὰ πολύπλοκα συστήματα τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἰδοὺ τί ἔγραφε γιὰ τοὺς παπιστὲς ἕνας Πατριάρχης, ποὺ σκοτώθηκε ἀπὸ τοὺς κακούργους δυτικούς: «Ἂν δὲν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν (δηλαδὴ κοσμική, θύραθεν), ἔχομεν, χάριτι Χριστοῦ, σοφίαν ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν Ὀρθόδοξόν μας πίστιν, καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε εἴμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰς σκληραγωγίας καὶ εἰς τὸ νὰ σηκώνωμεν τὸν σταυρόν μας καὶ νὰ χύνωμεν τὸ αἷμα μας διὰ τὴν πίστιν καὶ ἀγάπην, τὴν πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Ἂν εἶχε βασιλεύση ὁ Τοῦρκος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τώρα τριακόσιους χρόνους εὑρίσκεται, καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστιν των, καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καὶ ἐσεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἐθέλω ὀμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Ἄκοῦς θεολόγε ξενοσπουδασμένε, τί λέγει ὁ Πατριάρχης στοὺς δασκάλους σου τοὺς πολύξερους; «Τὴν σοφία σου δὲν τὴν θέλω, ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Τέτοιοι εἶναι οἱ Ὀρθοδοξοι Χριστιανοί. Τέτοιοι εἶναι οἱ λέοντες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴ μωρία τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ τοὺς ὀνομάζεις ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου τυπολάτρες καὶ στενοκέφαλους. Αὐτοὺς λοιπόν, ποὺ δὲν εἶναι σὰν κι ἐσένα «μαθόντες» στὰ Πανεπιστήμια, ἀλλὰ ποὺ εἶναι «παθόντες τὰ θεῖα», κατὰ τὸν θεωρητικότατον ἅγιον Διονύσιον, αὐτοὺς ποὺ δὲν χωρίζουνε τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν τῦπο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ τὴν ζοῦνε σὰν ἕνα πράγμα ἀτόφιο, αὐτοὺς ἔρχεσαι νὰ διδάξεις, ἀντὶ νὰ διδαχθεῖς ἐσὺ ἀπ᾿ αὐτούς;

Πλέκεις ἕνα ρητορικὸ ἐγκώμιο τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τυποποιημένο ὕφος ποὺ ἔχουνε οἱ παρόμοιες ὁμιλίες, καὶ ἐξυμνεῖς «τὰ χρυσορρήμονα στόματα», «τὴν ζωοποιὸν δύναμιν τοῦ λαοῦ μας», «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας». Ἀλλά, μαζὶ μ᾿ αὐτὰ ρίχνεις καὶ τὸ ὕπουλο καὶ φαρμακερὸ σύνθημα, λέγοντας: «Προσοχὴ ὅμως! Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγήσωμεν τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας οὔτε νὰ ὑποβαθμίσωμεν τὴν ἀξίαν Της. Ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας μας δὲν ταυτίζεται οὔτε μὲ συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῆς καθορισμένης τεχνοτροπίας, οὔτε μὲ τὴν ποικιλίαν καὶ τὴν ποιότητα μουσικῶν ἤχων, μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς».

Μὲ ἄλλα λόγια θέλεις νὰ πεῖς πὼς τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἄσχετο μὲ τὰ ἔργα τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς καὶ τῆς ἁγιογραφίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἐκφράζεται ἐπὶ αἰῶνες. Πὼς αὐτὰ εἶναι κάποια συμβατικὰ στολίδια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πρέπει νὰ τ᾿ ἀλλάξουμε, δηλαδὴ κάποιο φόρεμα ποὺ πάλιωσε, καὶ πὼς πρέπει νὰ τῆς φορέσουμε ἄλλο, καινούργιο.

Ἀληθινά, μοναχὰ ἕνας «ἐπιστημονικός» θεολόγος μπορεῖ νὰ ἔχει τόσο λίγη εὐαισθησία καὶ τόση ψυχικὴ ἀμορφοσιά, μ᾿ ὅλα τὰ πτυχία τῆς Εὐρώπης, γιὰ νὰ λέγει τέτοια ἀσύστατα πράγματα! Μοναχὰ μιὰ ψυχὴ ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ἡ θερμὴ αἴσθηση τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ποὺ τὴν ἔχει ξεράνει ὁ χιονιᾶς τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ψυχὴ ποὺ τὴν στέγνωσε ἡ πρακτικὴ βορεινὴ μεθοδολογία, καὶ γιὰ νὰ πῶ μ᾿ ἕναν σύντομο λόγο, ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ὁλότελα ἡ βλογημένη καὶ δροσερὴ πνοὴ ποὺ λέγεται ποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἡ κατάνυξη ποὺ τὴν μεθᾶ μὲ τὸν οὐράνιον οἶνον, μιὰ τέτοια ψυχὴ μοναχὰ μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ νὰ γράψει παρόμοια λόγια.

Ἀλλά, πρῶτα-πρῶτα, τί γνωρίζεις Πανοσιολογιώτατε, ἀπὸ τέχνη, καὶ μιλᾶς μὲ τέτοια κατηγορηματικότητα γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ γιὰ τὰ ἔργα της; Ξέρουμε πὼς ἐσὺ καὶ οἱ ὅμοιοί σου δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς λιθογραφίες ποὺ κρέμουνται στὰ κορνιζοπωλεῖα τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, κι ἀπὸ τὶς ἐλεεινὲς χαλκομανίες... Μὲ ἄλλα λόγια, πὼς βρισκόσαστε στὸ νηπιαγωγεῖο τῆς ζωγραφικῆς.

Τὸ ἴδιο καὶ στὴ μουσική. Μ᾿ ὅλο ποὺ κάνετε τοὺς μοντέρνους καὶ τοὺς συγχρονισμένους, δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς ζακυνθινὲς βαρκαρόλες καὶ τὰ πρίμα-σεγκόντα τῆς Πλάκας. Τὸ πολὺ-πολύ, νὰ ἐνθουσιασθῆτε ἀπὸ τὴν αἰσθηματικὴ γεροντοκόρη Νόρμα τοῦ Μπελλίνι.

Μ᾿ αὐτὰ λοιπὸν τὰ σπουδαῖα ἐφόδια, δηλαδὴ μ᾿ αὐτὴ τὴν παιδαριώδη καὶ οἰκτρὴ αἰσθηματολογία, ἐπιχειρεῖς νὰ κρίνεις τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ποὺ ἔχουνε καταπλήξει σήμερα τὸν κόσμο; Κι ἡ τεχνικὴ κατάρτισή σου εἶναι τόσο μεγάλη, ποὺ νὰ μιλᾶς τόσο ἄπρεπα γι᾿ αὐτά; λέγοντάς τα «συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας;».

Ὡστόσο, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα προσκυνούσανε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Χρυσόστομος, ὁ Φώτιος, ὁ Παλαμᾶς, κι ἀπ᾿ αὐτὰ φούντωνε μέσα τους ἡ φλόγα τῆς πίστης. Αὐτὰ τὰ ἔργα κάνανε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Νύσσης, τὸν ἄξιο ἀδελφὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, νὰ χύνει δάκρυα κατανύξεως, καὶ τὸν Χρυσόστομο νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ζήσει καὶ νὰ προσευχηθῆ, χωρὶς νὰ ἔχει κρεμασμένο στὸ κελλί του τὸ εἰκόνισμα τοῦ Ἁγίου Παύλου, ποὺ τὸ ἀσπαζότανε κι ἔκλαιγε. Αὐτὰ τὰ ἔργα ἔβλεπε ὁ Μέγας Φώτιος νὰ καταστολίζουνε τὴν Ἁγία Σοφία, καὶ σκιρτοῦσε ἀπὸ θεῖον οἶστρο, καὶ τὰ ἐγκωμίαζε στὶς ὁμιλίες του. Ναί, αὐτὰ τὰ ἔργα μᾶς παραδώσανε, μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξο πίστη, οἱ μεγάλοι Πατέρες, γιὰ νὰ τὰ προσκυνοῦμε στὸν αἰῶνα, ὅσο θὰ ἔχουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γιατὶ δὲν εἶναι ἕνα φόρεμα φθαρτό, ποὺ τῆς τὸ φορέσαμε μιὰ φορὰ καὶ ποὺ πάλιωσε, καὶ ποὺ θέλετε ἐσεῖς οἱ νεωτεριστὲς νὰ τ᾿ ἀλλάξετε, ἀλλὰ εἶναι στολὴ ἄφθαρτη, ποὺ μ᾿ αὐτὴ θὰ ὑπάρχει στολισμένη στὴν αἰωνιότητα. Εἶναι περισσότερο ἀπὸ στολὴ ἄφθαρτη. Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ἁγιασμένο σῶμα της, ποὺ τὸ φόρεσε, ὅπως ὁ Χριστὸς τὸ δικό του, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τὴ δοῦμε «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ» με τὰ σαρκικὰ μάτια μας, καὶ ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνή της μὲ τὰ σαρκικὰ αὐτιά μας.

Κι ἐσύ, ὁ ἱερεύς, ἀντὶ νὰ σκύψεις καὶ νὰ προσκυνήσεις τὶς ἅγιες εἰκόνες τῆς Ὀρθοδοξίας, σήμερα ποὺ γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀναστήλωσή τους, καὶ νὰ παρακινήσεις καὶ τοὺς ἄλλους, σὰν ἱερωμένος, νὰ τὶς ἀσπασθοῦνε, σήμερα, αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ σείσθηκε ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κι ἔκλαψε ἀπὸ χαρὰ γιατὶ οἱ περιπόθητες εἰκόνες ρίξανε πάλι τὴ λάμψη τους στὶς καρδιὲς τῶν Ὀρθοδοξων, σήμερα βρῆκες τὴν εὐκαιρία νὰ ρίξεις τὸ δηλητήριο, λέγοντας πὼς αὐτὰ περάσανε, πὼς αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἔργα εἶναι «μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς», πὼς πρέπει δηλ. νὰ τὰ κατεβάσουμε, (σήμερα, ποὺ γιορτάζουμε τὴν ἀναστήλωσή τους!), καὶ νὰ βάλουμε στὴ θέση τους ἄλλα, μοντέρνα, φράγκικα, τῆς ἀρεσκείας σου.

Ἀλλά, καλίτερα νὰ ἔλεγες νὰ μὴ βάλουμε τίποτα. Τουλάχιστον θὰ ἤσουνα ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους, μ᾿ ὅλον ποὺ θὰ ἤσουνα ὁ χειρότερος, γιατὶ διάλεξες τὴν Κυριακή της Ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων γιὰ νὰ κάνεις τὸ ὕπουλο κήρυγμα τῆς νέας εἰκονομαχίας. Αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία. Εἶναι εἰκονομαχία κρυμμένη κάτω ἀπὸ τη ψεύτικη εἰκονολατρευτικὴ προσωπίδα.

Σ᾿ ἕνα ἐξαίσιο βιβλίο ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴ σημασία τῆς Εἰκόνας ὁ ὀρθοδοξώτατος καὶ εὐσεβέστατος Λεωνίδας Οὐσπένσκης, καθηγητὴς τῆς εἰκονογραφίας στὸ Ὀρθόδοξο Ρωσσικὸ Ἰνστιτοῦτο τῆς Γαλλίας (τέτοιοι καθηγητὲς εἶναι σεβαστοί, γιατὶ εἶναι ἐχθροὶ τῶν ὑπόπτων νεωτεριστῶν), λέγει τὰ παρακάτω λόγια: «Τὸν καιρὸ τῶν εἰκονομάχων, κατὰ τὸν η´ καὶ θ´ αἰῶνα, μέσα στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή της, ἡ Ἐκκλησία ὑπερασπίσθηκε τὸ δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ «Θεὸς γέγονεν ἄνθρωπος». Σήμερα κινδυνεύει ὁ σκοπὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ «ἵνα ὁ ἄνθρωπος γένηται Θεός». Ἡ σημερινὴ εἰκονομαχία, ποὺ δὲν τὴν ὑποπτεύουνται οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ τὴν κάνουν, δὲν εἶναι τόσο ἡ ἄρνηση τῆς Εἰκόνας, ἀλλὰ περισσότερο ἡ παραμόρφωσή της, μάλιστα ἡ παραφθορά της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουνε πιὰ τὴ δογματικὴ καὶ διδακτικὴ σημασία της. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὴν Εἰκόνα τὴν θεωροῦνε σὰν κάποιο πράγμα δευτερεῦον. Μοναχὰ ὁ λόγος, τὸ κήρυγμα, κρίνεται πὼς εἶναι ἀρκετὸ ὅπως κάνουνε οἱ Προτεστάντες. Ξεχνᾶνε πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μοναχὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἡ Εἰκὼν τοῦ Πατρός... Ἡ Εἰκόνα, γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, δὲν εἶναι ἕνα ἀντικείμενο ποὺ μᾶς δίνει μιὰ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση ἢ μᾶς κινεῖ τὴν ἐπιστημονικὴ περιέργεια, ἀλλὰ ἔχει μιὰ θεολογικὴ ἔννοια. Ὅπως ἡ κοσμικὴ τέχνη παριστάνει τὴν πραγματικότητα τοῦ κόσμου τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τὴν βλέπει κάθε τεχνίτης, ἡ Εἰκόνα παριστάνει τὴν πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν».

Βλέπει λοιπὸν κανείς, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, πόσα πράγματα σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τέχνη γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ προσεγγίζουν μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ μὲ δέος τὰ ἔργα της, καὶ μὲ πόσον ζῆλο ἀγωνίζονται γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ἱερῆς παράδοσης, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πόση ἀμάθεια, σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ εἶναι τόσο σημαντικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουνε κάποιοι, ποὺ μὲ ἐλαφρὴ κι ἀνύποπτη συνείδηση, ἀποφθέγγονται γι᾿ αὐτά, ὡς ἀπὸ τρίποδος, καὶ μολονότι εἶναι θεόγυμνοι ἀπὸ κάθε ἰδέα τέχνης, καὶ βρίσκουνται σὲ πρωτόγονη κατάσταση, ἔχουνε τὸ θράσος, συνεργούσης καὶ τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς πνευματικῆς ὑποταγῆς στὰ θεότυφλα Πανεπιστήμια ποὺ τοὺς δώσανε τὰ διπλώματα, ἔχουνε λοιπὸν τὸ θράσος νὰ δογματίζουν, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τῆς «ἐπιστημονικῆς θεολογίας», καὶ νὰ ὑποδεικνύουν μὲ τί ἔργα πρέπει νὰ στολισθοῦν οἱ ναοί μας, γιὰ νὰ εἶναι συγχρονισμένοι, γιὰ νὰ μοιάζουνε δηλαδὴ μὲ τὰ ἀρχοντοχωριάτικα σπίτια τους, ποὺ φανερώνουνε τὴν πιὸ φρικτὴ ἀκαλαισθησία. Ἀφοῦ δὲν ἔχουν, οἱ δυστυχεῖς, μήτε τὴν συνηθισμένη εὐαισθησία, στὰ σπίτια τους, στὰ γραφεῖα τους, στὰ βιβλία τους, σὲ ὅλα τους, ποὺ βασιλεύει ἐπιδεικτικὰ ἡ πιὸ ἀηδιαστικὴ ἀκαλαισθησία, θέλουνε νὰ γίνουνε οἱ ὁδηγοὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ποὺ εἶναι ἄβυσσοι μυστηρίου κι οἱ πιὸ ἀποκαλυπτικοὶ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἀξιώθηκε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνέκφραστο. Καὶ μάλιστα, αὐτοὶ ποὺ ἰκανοποιοῦνται μὲ τὶς κοκκινοπράσινες λιθογραφίες καὶ μὲ τὰ ἰταλικὰ ναπολιτάνικα τραγούδια, ξεστομίζουν πὼς εἶναι ἄτεχνες καὶ κατώτερες ἀπὸ τὶς πνευματικὲς ἀπαιτήσεις των (!!) οἱ βυζαντινὲς εἰκόνες μὲ τὴν βαθύτατη ἱερατικότητα, καθὼς καὶ τὰ ἀριστουργήματα τῆς μυστικῆς μουσικῆς, ποὺ κάνουν ν᾿ ἀπορήσουν ὅσους ἔχουν πνευματικὲς κεραῖες γιὰ νὰ τ᾿ ἀντιληφθοῦν. Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, γιὰ τοὺς ὁποίους γράφουνται αὐτὰ ποὺ γράφω, ἐκτιμοῦν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὴ γνώμη τῶν Εὐρωπαίων γιὰ τὰ δικά μας πράγματα, ἀναφέρω πὼς ὁ μέγας μουσικὸς SΑΙΝΤ SΑΕΝS κι ὁ διάσημος συγγραφεὺς Ἀλέξανδρος Δουμᾶς, ἐγκωμιάσανε τὴ βυζαντινὴ μουσική μας.

Ἀλλά, τί νὰ νοιώσει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει αὐτὲς τὶς κεραῖες, ποὺ δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴν παντογνωστικὴ δύναμη ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση, κι ἡ βλογημένη ταπείνωση, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ στήσει τὸ θέλημά της ἀπάνω ἀπὸ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παράδοση; Πῶς νὰ ὑψωθεῖ στὴν ὑπερούσια γνώση, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ταπεινώθηκε ἀληθινά; Πῶς νὰ ἀξιωθεῖ νὰ εἰσέλθει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ ἰδεῖ τὰ μυστήρια της, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρνήθηκε, μαζὶ μὲ τὰ αἰσθητὰ ἀγαθά, καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ γνώση, «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτοῦ», μαζὶ μὲ τὴν οἴηση ποὺ φέρνει αὐτὴ ἡ γνώση, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος; «Τὰ γὰρ μυστήρια τοῖς ταπεινόφροσιν ἀποκαλύπτεται». Ἀλλά, ἂς κρίνουμε τὰ γραφόμενα τοῦ ἱερωμένου ποὺ ἔγραψε κι εἶπε αὐτὴ τὴν ὁμιλία μὲ τὸν παραπλανητικὸ τίτλο «Θεματοφύλακες τοῦ Θριάμβου», ἂς κρίνουμε λοιπὸν τὰ λεγόμενα αὐτοῦ τοῦ «θεματοφύλακος» ποὺ ἐκτιμᾶ τόσο λίγο αὐτὰ ποὺ λέγει πὼς φυλάγει, ἂς τὸν κρίνουμε μὲ κάποια μέτρα ποὺ εἶναι πιὸ χεροπιαστὰ καὶ ποὺ τὰ νοιώθει ὁ καθένας:

Ἐνῶ, ὅπως εἴπαμε, πλέκει τὸν ὕμνο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐγκωμιάζει «τὴν κληρονομίαν τὴν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον» (Α´ Πέτρ. α´, 4), μὲ τὴν ὁποίαν «ἐγαλουχήθησαν αἱ γενεαὶ τῶν Πατέρων μας», καθὼς καὶ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας» (τῆς Ὀρθοδοξίας), μαζὶ μ᾿ αὐτά, τὴν ἴδια στιγμή, λέγει πὼς κάποια ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας εἶναι μαραμένα καὶ ξερά, ἐννοώντας τὴ θεοδώρητη λειτουργικὴ εἰκονογραφία γιὰ τὴν ὁποία λέγει πὼς εἶναι «συνδυασμὸς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας», καθὼς καὶ γιὰ τὰ ἐξαίσια ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μας, ποὺ γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὁμοίους του ἄξεστους φραγκολάτρες εἶναι: «ποικιλία καὶ ποιότης μουσικῶν ἤχων μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Μὲ ἄλλα λόγια, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση εἰκονογραφία καὶ μουσικὴ δὲν τὸν ἱκανοποιοῦν, γιατὶ τὰ ἔργα τους εἶναι βάναυσα κι ἀνυπόφορα γιὰ ἀνθρώπους σοφοὺς κι εὐρωπαϊσμένους, ποὺ ἔχουνε γιὰ ἀριστουργήματα τὰ παιδιακίσια κάρτ-ποστάλ, ποὺ τὰ λένε οἱ Γάλλοι SAINT SULPICE, (ἐπειδὴ τὰ πουλᾶνε στὴν πλατεία αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας), καθὼς καὶ τὰ ἀνάλατα μουσικὰ κατασκευάσματα, τύπου «Ἀνθισμένης ἀμυγδαλιᾶς», φτάνει νὰ λέγουνται μὲ πρίμο καὶ μὲ σεγκόντο! Ὤ! Ἀληθινά, μοναχὰ οἱ σοφοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες μποροῦν νὰ ποῦν τέτοιες ἐπιστημονικὲς ἀνοησίες. Κι ἀντὶ νὰ κρύψουνε τὴν ἀμάθειά τους, οἱ τέτοιοι φωστῆρες, θέλουν νὰ κάνουνε καὶ τὸν προφέσορα!

Ἂς μᾶς ἐξηγήσει λοιπὸν ὁ προκείμενος δύσκολος κριτὴς τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς, ποὺ δὲν ἔχει κἂν ἰδέαν ἀπὸ τὸ τί θὰ πεῖ λειτουργικὴ καὶ τί μὴ λειτουργικὴ τέχνη, ἂς μᾶς ἐξηγήσει ποιὰ εἶναι γι᾿ αὐτὸν τὰ «ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λειτουργίας», καὶ ποιὰ εἶναι τὰ μαραμένα. Μήπως «τὰ ἀμάραντα» εἶναι, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώμη του, μοναχὰ οἱ ὁμιλίες τῶν Πατέρων, ποὺ θὰ τὶς ἐκτιμᾶ σὰν ρητορεῖες, καὶ ἡ ὑμνολογία, χωρὶς ὅμως τὴ μουσική, ἐπειδὴ τὸν θαμπώνει τὸ κλασικὸν κάλλος τῶν ἰάμβων, ἀπὸ προγονοπληξία; Γιατὶ, τί ἄλλο μποροῦνε νὰ εἶναι «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς λατρείας»;

Ὥστε ἔχουμε μέν, κατὰ τὸν γλαφυρὸν ὁμιλητὴν τῶν κοινοτοπιῶν τοῦ ἄμβωνος, «ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ κρατήσουμε γυμνὰ ἀπὸ τὴν μουσική τους, ἐπειδή, κατὰ τὴ γνώμη του αὐτὴ ἡ μουσικὴ εἶναι «μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Σάμπως τὰ λόγια τῆς ὑμνολογίας δὲν εἶναι μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς, καὶ γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τὰ ντύσουμε, αὐτὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας, μὲ ἄλλο μουσικὸ φόρεμα τῆς ἐποχῆς μας, ἤγουν μὲ τὴν ἀνθισμένην ἀμυγδαλιά, μὲ βαρκαρόλες, καὶ τὰ παρόμοια. Δηλαδή, ἔχουμε κι ἐδῶ ἕναν ἄλλον Σοῦτσο ποὺ ἔλεγε γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ πὼς ἤτανε «ἰδέαι πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι», κι ἤθελε νὰ τὸν πάρει κοντά του ὁ Σολωμὸς νὰ ράβει αὐτὸς τὰ πλούσια ροῦχα γιὰ νὰ ντύνει τὶς ἰδέες τοῦ Σολωμοῦ. Ἐδῶ μάλιστα, ὁ προκείμενος ἐπιδιορθωτὴς τῆς ὑμνωδίας μας εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν Σοῦτσο, γιατὶ θέλει νὰ ντύσει τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας μας, ὅπως εἶναι π.χ. τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἢ τὸ ἰαμβικὸ «Ἰμερτὸν ἐξέφηνε σὺν πανολβίῳ ἤχῳ Πατήρ, ὃν γαστρὶ ἐξηρεύξατο», μὲ μουσικὴν τῆς Νόρμας τοῦ Μπελλίνι ἢ τῆς Τραβιάτας τοῦ Βέρντι! Λοιπόν, βλέποντες πόσο ἀνώτερος εἶναι ὁ συγγραφεὺς τῶν «Θεματοφυλάκων τοῦ Θριάμβου» ἀπὸ τὸν ποιητὴν Σοῦτσον, μποροῦμε νὰ ἀναφωνήσουμε· «Ἰδού, πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε! Ἰδού, πλεῖον Σολομῶντος ὧδε!»

Ἂν ὁ συγγραφεὺς δὲν ἐννοεῖ τὴν ὑμνολογία, γράφοντας γιὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας», τότε τί ἄλλο μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ; Μήπως τὴν τελετουργικὴ διάταξη; Μὰ καὶ κείνη θέλει ἀλλαγὴ καὶ διόρθωμα, κατὰ τὸν συγγραφέα καὶ τοὺς ὁμοίους του. Ἢ ἐννοεῖ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων; Μὰ αὐτὰ δὰ εἶναι ποὺ δὲν τὰ φέρνει ποτὲ στὸ στόμα του ὁ συγγραφεὺς κι οἱ ὅμοιοί του, ὡς πεπαλαιωμένα, ἐνῶ μεταφράζει τὸν Χόλτσνερ καὶ κάποια ἄλλα ψυχολογικὰ δοκίμια, σὲ καιρὸ ποὺ ἡ φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ τ᾿ ἄλλα Ὀρθόδοξα πατερικὰ συγγράμματα μεταφράζουνται στὶς ξένες γλῶσσες, καὶ γίνουνται πνευματικὴ τροφὴ τῶν λαῶν ποὺ προσκυνᾶνε οἱ δικοί μας νεωτεριστές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ μουσική. Μήπως ἀκόμα γιὰ «ἀμάραντα ἄνθη» ἐννοεῖ ὁ ὁμιλητὴς τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ μικροτεχνία, ἡ ποικιλτική; Ἀλλὰ κι ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν νοιώθει περισσότερο ἀπ᾿ ὅτι νοιώθει ἀπὸ εἰκονογραφία κι ἀπὸ ψαλμωδία, καὶ θὰ τὰ νομίζει κι αὐτὰ ὁλότελα συμβατικά, ἀσήμαντα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ χρήζοντα ἀλλαγῆς.

Μὲ λίγα λόγια, τὸ συμπέρασμα ἀπ᾿ ὅλη τούτη τὴν ἀνιαρὴ ἀνάλυση τῆς ὁμιλίας τοῦ καθηγητοῦ, εἶναι, ἂν κατάλαβα καλά, πὼς χτυπᾶ μιὰ στὸ καρφὶ καὶ μιὰ στὸ πέταλο, χωρὶς νὰ γνοιασθεῖ καθόλου ἂν συμφωνοῦν μεταξύ τους αὐτὰ ποὺ λέγει. Ἐκτὸς ἂν παραλογίζεται ἄθελά του.

Ἔχω ὅμως τὴν ἰδέα ὅτι ἀπὸ τὰ λεγόμενά του φαίνεται πὼς ἐπιχειρεῖ πολὺ ἀδέξια νὰ κρύψει τὴν ἀντιπάθειά του πρὸς τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, θέλοντας νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα, τὴν Ὀρθοδοξία με τὶς ἀντιορθόδοξες καινοτομίες, παρουσιάζοντας ἔτσι ἕνα τερατῶδες κατασκεύασμα. Ἀλλά, δὲν ἀκούει τί λέγει ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, ποὺ τὸν συχνοαναφέρει στὰ γραφόμενά του, ἀπὸ προτεσταντικὴ μίμηση, ὅπως φαίνεται: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες... Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαλ;»

Δὲν πιστεύω πὼς ἀδικῶ τὸν πανοσιολογιώτατον καθηγητήν. Μακάρι νὰ ἤτανε ἄλλη ἡ ἀλήθεια. Θὰ χαιρόμουνα πολὺ νἄβγαινα ψεύτης. Μὰ τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ νεωτεριστές, μαρτυροῦν ἀπὸ τὰ λόγια τους αὐτὸ τὸ ἀλλοπρόσαλλο κατάντημά τους: Οἱ ἐκκλησίες στὶς ὁποῖες εἶναι προϊστάμενοι δὲν ἔχουνε τίποτα ποὺ νὰ εἶναι ὀρθόδοξο. Εἶναι ἀπογυμνωμένες ἀπὸ τὸν θερμὸ ἑλληνικὸ χαρακτήρα τους. Ἡ ἁγιογραφία, ἡ μουσική, τὰ σκεύη, τὰ κηρύγματα, ἀκόμα, σὲ πολλά, κι ἡ ἀκολουθία, μυρίζουν προτεσταντικὴ μούχλα. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ψυχροσχολαστική, ἀκατάνυκτη, χωρὶς ἐκείνη τὴ ζεστὴ μυστικοπάθεια ποὺ ἔχουνε οἱ γνήσιες ἐκκλησίες μας. Ἀκόμα καὶ τὰ κεριά, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ἁπλό, κι ἴσως τὸ πιὸ πνευματικὸ σύμβολο τῆς ψυχῆς ποὺ προσεύχεται μὲ ταπείνωση, ἀκόμα καὶ τὸ θυμίαμα ποὺ προσφέρνεται «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς», κι αὐτὰ ἀκόμα ἔχουνε καταργηθεῖ σὲ κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες ποὺ εἶπα. Ἀλλὰ καὶ τὸν σταυρό τους, ἐκεῖ μέσα, τὸν κάνουνε πολὺ ἀραιά, μὲ πολλὴ οἰκονομία, ἢ καθόλου, παπάδες κι ἐκκλησιαζόμενοι. Ὅ,τι ποιητικὸ στοιχεῖο συντείνει στὸ νὰ νοιώσει κατάνυξη ὁ ὀρθόδοξος Χριστιανός, δὲν τὸ θέλουνε ἐκεῖνες οἱ παγωμένες καρδιές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τῆς σχολαστικῆς καὶ τῆς στενόψυχης ἠθικῆς. Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα κατάξερο ἠθικὸ σύστημα, κατάλληλο γιὰ πρακτικὲς καὶ μικρολόγες σκοπιμότητες. Οὔτε ἀποκάλυψη φρικτῶν μυστηρίων, οὔτε εὐωδία τοῦ καινοῦ ἀέρος τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ εὐφροσύνη, οὔτε πυρπόλησις τῆς καρδίας, οὔτε μέθη ἀπὸ τὸν πνευματικὸν οἶνον, οὔτε χαρμολύπη, οὔτε δάκρυον κατανύξεως, οὔτε συντριβή, οὔτε κοινωνία τοῦ Παρακλήτου, οὔτε μυστικὴ ὅρασις καὶ ἀκοή, οὔτε ὑπὲρ αἴσθησιν αἴσθησις. Τίποτα!

Πῶς νὰ μὴν εἶναι λοιπὸν τόσο ψυχρὲς κι ἀκατάνυκτες οἱ ἐκκλησίες τους, ἀφοῦ ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, «ἡ καρδία ἔσωθεν ὁμοίως τοῖς ἐξωτέροις σχήμασιν ἐνδιατυποῦται»;

Τί σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ ἀνέκφραστα τραγούδια ποὺ ἀκούονται ἐκεῖ μέσα, μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία, μὲ τὴν ἱερατικὴ γλώσσα τῆς ὑμνολογίας, μὲ τὸν σοβαρὸ χαρακτήρα τῆς προγονικῆς μας εὐσέβειας;

Ὤ! Τί βεβήλωση εἶναι αὐτή, νὰ μπαίνουνε οἱ μίμοι καὶ νὰ ἀσχημονοῦν μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, μὲ κάποιες φωνὲς ποὺ γαργαλίζουν τὴ σάρκα τους; Ὥστε αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία σας, νὰ μὴν ἔχει ὁ ναὸς τίποτα ὀρθόδοξο; Ἡ πνευματικὴ γεύση σας τόσο πολὺ χάλασε, ὥστε κάθε τί ποὺ στάθηκε γιὰ τοὺς Ἁγίους ὁ οὐράνιος ἄρτος κι ὁ ὑπερούσιος οἶνος, νὰ σᾶς φαίνεται στυφὸ καὶ πικρό; Τὰ ἁγιασμένα ὁράματα καὶ ἀκούσματα, ποὺ εὐφράνανε μυριάδες εὐλαβεῖς ψυχές, ἐσεῖς δὲν τὰ κρίνετε ἄξια νὰ τὰ διατηρήσουμε, ἀλλὰ θέλετε νὰ τὰ ἀλλάξετε, καὶ νὰ βάλετε στὴ θέση τους τὰ μουγκρίσματα τῶν ζώων, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν ἐκφυλισμένη ἐποχή μας;

Λέτε πὼς σεβόσαστε καὶ τιμᾶτε τοὺς Ἁγίους. Ἀλλὰ ποιοί μᾶς παρέδωσαν, μαζὶ μὲ τὴν πίστη, τὸν τρόπο τῆς λατρείας καὶ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες; Δὲν μᾶς τὰ παραδώσανε οἱ Πατέρες; Γιατί λοιπὸν δὲν τὰ σεβόσαστε καὶ δὲν τὰ τιμᾶτε;

Ἰδιαίτερα δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ μουσική της ἐκκλησίας μας, δηλαδὴ ἡ μόνη ἱερατικὴ χριστιανικὴ μουσική. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔψελνε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους κι ὑμνοῦσε τὸν Θεό: «Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ Ὄρος τῶν ἐλαιῶν», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Καὶ μὲ τί εἴδους μουσικῆς ἄραγε ὕμνησαν; Ρωτῶ νὰ μοῦ πεῖς. Μήπως μὲ τὴ θεατρικὴ μουσικὴ ποὺ εἰσάγεις στὶς ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, μ᾿ αὐτή, λέγω τὴν εὐρωπαϊκὴ τετραφωνία, ἢ μὲ τὴν ἱεροπρεπῆ ἀνατολικὴ μουσικὴ ποὺ δὲν τὴν θέλεις, ποὺ τὴν θεωρεῖς βάρβαρη, ἐσὺ ὁ βάρβαρος καὶ βλάσφημος;

Ναί! Ἐδῶ δὲν εἶναι θολὲς καὶ ὀμιχλώδεις θεωρίες, σὰν κι αὐτὲς ποὺ ἄκουσες στὰ μουχλιασμένα Πανεπιστήμια. Ἐδῶ εἶναι καθαρὰ καὶ ἁπλὰ πράγματα: Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος στὴν Ἀνατολή, καὶ δὲν γεννήθηκε, ὅπως θἄθελες, στὸ Παρίσι ἢ στὴ Στοκχόλμη ἢ στὴ Λόντρα. Γεννήθηκε σ᾿ ἕνα φτωχοχώρι τῆς Ἰουδαίας. Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε ἤτανε Ἀνατολίτικη. Κι ἡ μουσική, ποὺ μ᾿ αὐτὴ ὑμνοῦσε τὸν Θεό, ἤτανε κι αὐτὴ Ἀνατολίτικη, ἢ τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις.

Λοιπόν, γιατί δὲν τὴ καταδέχεσαι αὐτὴ τὴ μουσική, ἐσὺ ὁ ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ τὴ μουσικὴ ποὺ τὴν ἁγίασε ὁ Χριστός; Ἐγὼ φρίττω, δακρύζω, καταπλήττομαι, μόνο ποὺ συλλογίζουμαι πὼς μ᾿ αὐτὴ τὴ μουσικὴ ἔψελνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ πὼς ἀξιονόμαστε κι ἐμεῖς νὰ τὴ ψέλνουμε ὅπως Ἐκεῖνος! Κι ἐσύ, ἀντὶ νὰ ἀγάλλεσαι, ἀντὶ νὰ νοιώθεις πνοὴ ἀθανασίας ἀπάνω σου ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ θεαγάπητη μουσική, ποὺ μᾶς κληροδοτήθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα οὐράνια δῶρα ὁποὺ βρίσκουνται φυλαγμένα μέσα στὸ θησαυροφυλάκιο τῆς γεραρᾶς παραδόσεώς μας, ἐσὺ δὲν τὴν θέλεις, τὴν ἀπεχθάνεσαι, τὴν λὲς τούρκικη, δὲν τὴ νομίζεις ἄξια γιὰ τὰ ἁμαρτωλὰ στόματά μας!

Τέτοια τύφλωση, λοιπόν, παθαίνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὴ ματαιότητα καὶ ζητᾶ τὸ ψεῦδος.

Ὁ Θεὸς ἂς μὲ συγχωρήσει γιὰ ὅσα ἀναγκάσθηκα νὰ πῶ γιὰ ἕναν ὑπηρέτη του.

Κύριε, νά, εἶμαι μπροστά σου, καὶ κρίνε με. Ἐσὺ εἶσαι καρδιογνώστης καὶ ξέρεις τὴν πίκρα τῆς καρδιᾶς μου γιὰ τὴ βεβήλωση ποὺ παθαίνουν οἱ ἅγιες ἐκκλησίες σου. Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με. Ἐσὺ ποὺ ἐπέτρεψες στὸν Προφήτη Ἠλία, νὰ ἐξαγριωθεῖ ἀπὸ τὸν πύρινο ζῆλο ποὺ τὸν ἔκαιγε, Ἐσὺ ποὺ τὸν συγχώρεσες γιὰ τὴ φοβερὴ ἁμαρτία ποὺ ἔκανε νὰ σφάξει τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ, ἐπειδὴ εἶδες πὼς ἤτανε ὁ μονώτατος δοῦλος σου ποὺ πίστευε σὲ Σένα, καὶ τὸν στεφάνωσες μὲ τὸν ἀμάραντον στέφανο, καὶ τὸν ἅρπαξες ἀπάνω σ᾿ ἕνα ἁμάξι πύρινο καὶ τὸν πῆρες κοντά Σου μὲ τὸ σάρκινο κορμί του, δίχως νὰ δοκιμάσει θάνατο, Ἐσύ, Κύριε, εὔσπλαχνε καὶ δίκαιε, συγχώρεσε κι ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό. Γιατὶ Ἐσὺ ἄνοιξες τὸ στόμα μου, ὅπως ἄνοιξες τὸ στόμα τῆς ὄνου τοῦ Βαλαάμ, γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ τὴ βεβήλωση τοῦ οἴκου σου, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ματαιότητας.

Φώτισε, Κύριε, τὶς σκοτισμένες διάνοιές μας. Ἐλευθέρωσέ τες ἀπὸ τὰ φιλόσαρκα φρονήματα. Γέμισε τὴν καρδιά μας μὲ τὴν πανευφρόσυνη λύπη σου. Γιατὶ μ᾿ αὐτὴ βρίσκουμε τὸν μυστικὸ δρόμο ποὺ μᾶς φέρνει σὲ Σένα, κι ὄχι μὲ τὶς ἀπατηλὲς σοφίες τοῦ κόσμου τούτου.

Ἡ λύπη τῆς διανοίας εἶναι θυμίαμα εὔοσμο, ποὺ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν θρόνο σου. Αὐτὴ ἀνοίγει τὴν κλεισμένη πύλη, γιὰ νὰ μπεῖ ἡ ψυχή μας στὴ χώρα τῶν μυστηρίων Σου. Γιὰ τοῦτο εἶπες· «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».

Φώτης Κόντογλου,


Μεγάλη Παρασκευή, 1960


Πηγή:http://www.agiazoni.gr

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

῾ Ο νεωτεριστής- ᾿Ιωάννη Κονδυλάκη (διήγημα)





Τα πρώτα γράμματα έμαθα από πολλούς δασκάλους. Ο πρώτος ήτον ένας φραγκοφορεμένος με τ’ όνομα Ηρακλής. Έξω από τ’ όνομά του δε θυμούμαι γι’ αυτόν πολλά πράματα. Η αλήθεια είναι ότι και πολύ γλήγορα τον χάσαμε. Ένα πρωί μάθαμε πως έκλεψε τη Μαγδαληνή και έφυγε. Ήτο δε η Μαγδαληνή κόρη ενός γιατρού Κερκυραίου, που δεν ξέρω πώς είχε ξεπέσει εκεί κάτω σ’ ένα χωριό της Κρήτης απόκεντρο. Και θυμούμαι τους χωριανούς πώς, συναθροισμένοι στα δώματα, κοίταζαν πάνω στη Ρούσα Κεφάλα, στο μέρος που νόμιζαν πως είχαν τραβήξει οι φευγάτοι.

Τον είχαμε δεν τον είχαμε δύο μήνες αυτόν το δάσκαλο. Τίποτε ίσως δεν έμαθα απ’ αυτόν· του διατηρώ όμως μια γλυκιά ανάμνηση. Στο σχολείο του με πήγαν σηκωτό, διότι δεν ήθελα να πάω· κι έκλαιγα και σφάδαζα σ’ όλο το δρόμο. Αλλ’ ο δάσκαλος μ’ ένα κομμάτι καντιοζάχαρη εγλύκανε τη φοβερή ιδέα που ’χα για το σχολείο.

Αντικαταστάτη του Ηρακλή μάς φέραν ένα παλιό δάσκαλο ονομαζόμενο Ράλιο. Η φιλοδοξία των χωριανών ήτο να εισάξουν νέα γράμματα και νέα μέθοδο, αν και γι’ αυτά είχαν πολύ αόριστη ιδέα, αγράμματοι ως ήσαν και μακριά του πολιτισμού. Αλλ’ αφού έφυγεν ο νέος δάσκαλος, αναγκασθήκανε να ξαναφέρουν τον παλιό, που δίδασκε τα λεγόμενα Κοινά ή κολλυβογράμματα. Αυτά τα γράμματα άρχιζαν από τη φυλλάδα που ’τον το αλφαβητάριο τότε· κι από τη φυλλάδα περνούσαν στον Οκτώηχο, στο Ψαλτήρι και σ’ άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Αλλ’ ο Οκτώηχος είχε στην αρχή του το κεφαλαίο και το μικρό αλφάβητο κι έτσι ο μαθητής μπορούσε να περάσει και χωρίς ιδιαίτερη φυλλάδα, με τη βοήθεια του δασκάλου και την παρακίνηση της βίτσας του.

Ο Ράλιος δεν ήτο μόνο παλαιϊκος στη μάθηση, αλλά και παλιός στην ηλικία. Γέρος και λίγο παραλυτικός· και στο περπάτημα έσυρνε τα πόδια του. Κι οι μαθητές εμιμούμεθα το βάδισμά του για περίπαισμα, από μίσος και για το ξύλο που μάς έδιδε, και για την ελευθερία που μάς στερούσε. Από τη διδασκαλία του Ράλιου θυμούμαι τον παράξενο τρόπο που ’χε για να μαθαίνομε το αλφάβητο. Λέγαμε το πρώτο και το τελευταίο γράμμα μαζί, έπειτα το δεύτερο και το προτελευταίο κι έτσι όλα. Άλφα- ω, Βήτα- ψι , Γάμμα- χι.

Αλλά το χωριό μας, αν και μόλις είχαμε βγει από μια επανάσταση μεγάλη και καταστρεπτική, εδίψα πρόοδο· και άμα βρέθηκε άλλος δάσκαλος, ο παλιός ρίχτηκε πάλι στην αχρηστία.

Αυτός που ’ρθε ήτον ένας αρχιμαντρίτης από τη σχολή της Χάλκης, ως λέγανε. Τ’ όνομά του Νικόδημος, 30-35 ετών, καλοκαμωμένος άντρας, με κομψότητα στο ντύσιμό του ασυνήθιστη σε μας για ιερωμένο.

Ο Νικόδημος μάς έφερε την Αλληλοδιδακτική Μέθοδο· και στις μέρες του κτίστηκε και σχολείο, γιατί έως τότε τα μαθήματα γινόντανε στο σπίτι του δασκάλου ή σε άλλο σπίτι που το νοίκιαζε το Κοινό. Το νέο σχολείο στολίστηκε με πίνακες αναγνωστικούς, μαυροπινάκους και χάρτες γεωγραφικούς. Κάμανε και θρανία και μια ψηλή έδρα για το δάσκαλο.

Μαζί με την Αλληλοδιδακτική μάς έφερε ο Νικόδημος και την κανονική εκκλησιαστική μουσική. Κι ο ίδιος ήτο καλόφωνος, κι έψαλλε στην εκκλησία από βιβλίο με παράξενα σημεία, και τους καλόφωνους μαθητές διάλεξε κι άρχισε και δίδασκε την παρασημαντική και τους τέσσερους ήχους. Έτσι το χωριό γέμισε από παβουγά κι αναγνωστάκια, διότι σ’ όλους τους μαθητευόμενους ψάλτες η κοινή γνώμη του χωριού έδωκε αυτόν τον τίτλο.

Αλλά κι ο αρχιμαντρίτης έμεινε μόνο δύο χρόνια. Αφού μας ίδρυσε, εκτός του δημοτικού, κι ελληνικές τάξεις, τον πήραν με πλειοδοσία σ’ ένα πλουσιότερο χωριό, τις Αρχάνες.

Τότε μάς ήρθε ο πραγματικός νεωτεριστής, ως αντικαταστάτης του Νικόδημου. Αλλά την ιστορία του θα διηγηθώ λίγο ανάποδα.

Το 1896 κατέβηκα στα Χανιά από την Αθήνα με δημοσιογραφική αποστολή. Γενικός Διοικητής της Κρήτης ήτο τότε ο Γεωργάκης πασάς Βέροβιτς, Αλβανός, που προηγουμένως είχε χρηματίσει Μουτεσαρίφης ή διοικητής του νομού μας. Πήγα να τον επισκεφθώ στο σεράγιο των Χανιών κι όταν άκουσε ποιος ήμουν, είπε με την αλβανική του προφορά:

― Ώστε είσαι από τη Β.;

― Μάλιστα.

― Και με θυμάσαι μένα; Ήρθα στο χωριό σας. Θα ’ναι είκοσι χρόνοι και πάνω.

― Σας θυμούμαι πολύ καλά, εξοχότατε. Ήμουν μαθητής.

― Στο σχολείο ήσουν; είπε με ζωηρό ξεφώνημα ο πασάς.

Και το ωχρό και μελαγχολικό του πρόσωπο σα να κοκκίνισε.

Έπειτα γέλασε:

― Και τι γίνηκε κείνος ο τρελός δάσκαλος, που είχατε;

― Ο Καπετανάκης; Πέθανε.

― Καπετανάκη το ’λεγαν; Αλλάχ ραμέτ’ εϋλεσί[1]. Μα θυμάσαι τι πήγατε να μου κάνετε; Να μου σπάσετε το κεφάλι εσείς τα σκολιαρούδια. Εσείς οι Κρητικοί και μικροί να ’στε διάολοι είστε. (Τη φράση τη συνόδευσε χαμόγελο καλοκάγαθο, για να δείξει ότι δεν το’ λεγε για να κατηγορήσει). Μα το φταίξιμο ήτονε του δασκάλου σας. Αυτός, τζάνεμ, θεότρελος ήτονε. Βρήκα τον μπελά μου από τους Τούρκους του χωριού. Αναφορές πάνω στσ’ αναφορές μου ’πεμπαν γι’ αυτόν. Έλεγαν πως ήτο ασής[2] και ζητούσαν να τον κάνω σιργούνι[3]. Στην Πόλη έφταξε το πράμα.

― Δεν ήτο τρελός, παρατήρησα. Είχε πολύ ενθουσιασμό.

― Πώς το είπες αυτό; ρώτησε ο πασάς, που λίγο γνώριζε τα Ελληνικά και πολλές φορές σταματούσε για να βρει τη φράση που θα έλεγε ή για να καταλάβει τι του έλεγαν.

― Είχε ενθουσιασμό πατριωτικό.

Το λίγο που κατάλαβε ο πασάς από τη φράση μου τον έκαμε να κοιτάξει με ανησυχία προς τη θύρα της αίθουσας που είμεθα. Και για να σταματήσω στην ελευθερία που πήρα να μιλώ περί κρητικού πατριωτισμού σ’ έναν αντιπρόσωπο του Σουλτάνου, είπε:

― Νε ισά[4].

Και άλλαξε ομιλία.

Ο δάσκαλος, που τέτοια εντύπωση είχε κάμει στον πασά, ήτο κι αυτός νέος άνθρωπος και ζωηρός, με πυρόξανθα γένια, χωρισμένα στη μέση. Γι’ αυτό και ψαλιδογένη τον έλεγαν οι χωρικοί. Φορούσε στενά κι έλεγαν πως είχε κάμει στην Αθήνα.

Έψαλλε κι αυτός· αλλ’ αντί των βυζαντινών αργοφωνιών, αντί των τερερισμών, των ναι – ναι και να – να του Νικόδημου που δεν τα ’ξερε, επιχειρούσε να ψάλει με αρμονία τάχα ευρωπαϊκή, που την ήξερε λιγότερο. Με τα πιο καλόφωνα παιδιά του σχολείου σχημάτισε κι αυτός χορό κι έψαλλαν μαζί μια πολυφωνία, που δεν εγγυούμαι πως είχε τίποτε το αρμονικό. Το μόνο βέβαιον είναι ότι έψαλλαν με νέο και παράξενο τρόπο· και με αυτό πετύχαινε ο δάσκαλος το σκοπό του, δηλαδή να φανεί ότι έφερνε κάτι περισσότερο και νεωτεριστικότερο από τον προκάτοχό του. Η δύναμή του ήτο στο «Άγιος ο Θεός». Εκεί έβαζε κάτι φωνάρες, που έτρεμε ο θόλος της εκκλησίας. Έτρεμαν από την προσπάθεια και τα γένια του δασκάλου, σαν την ουρά της σεισοράδας.

Εις τ’ αντίφωνα ο δάσκαλος άρχιζε με βαθιά φωνή «Και μετά του Πνεύματός σου» και τελείωνεν ο παιδικός χορός «Ο Θεός ημών» με οξύφωνη συνέχεια, η οποία από τους ψηλούς τόνους χαμήλωνε κι απλωνότανε σαν κύμα, πράμα που δεν του ’λειπε μεγαλοπρέπεια και χρωματισμός με υποβολή.

Αλλ’ ο μεγαλύτερος και σπουδαιότερος νεωτερισμός του Καπετανάκη ήταν τα στρατιωτικά γυμνάσια. Ήθελε να μας κάμει στρατιώτες, για να υπηρετήσομεν, ως έλεγε, μια μέρα την πατρίδα, ως τακτικοί πλέον κι όχι άτακτοι κι ασύντακτοι. Αλλ’ ο ταλαίπωρος άνθρωπος είχε μόνο την καλή προαίρεση. Τα εφόδιά του ήταν πολύ λίγα. Ό,τι ήξερε ήτο να βαδίζομε με το εν-δύο και να κάνομε μεταβολή τρίχρονη με τρία παραγγέλματα.

― Πους δεξιός προς αριστερόν! Πους αριστερός προς δεξιόν! Πους δεξιός παρ’ αριστερόν!

Αυτό ήταν όλο. Άρχιζαν δε αυτά τα σπουδαία γυμνάσια με το «μαρς!» κι ετελείωναν με το «αλτ!». Λησμόνησα να πω ότι κι ο χαιρετισμός μας έγινε στρατιωτικός. Αλλ’ ο δάσκαλος αυτόν το χαιρετισμό τον έλεγε σχήμα και το σχετικό παράγγελμα ήτο «Κάμετε σχήμα!». Μας έμαθε και διάφορα πατριωτικά τραγούδια και τα τραγουδούσαμε όταν μια φορά τη βδομάδα μας οδηγούσε κάτω στα λιβάδια και περνούσαμε τ’ απόγεμα με γυμναστικά παιχνίδια.

Όταν ήρθε είδηση ότι ο πασάς του νομού μας, που ’τον ο Βέροβιτς, θα ’ρχοταν να επισκεφθεί την επαρχία μας, ο δάσκαλος σύνθεσε ποίημα να το ψάλομε στην υποδοχή. Κι ενώ θα το λέγαμε στον αντιπρόσωπο του Σουλτάνου, ήτο γεμάτο από Ελλάδα κι ελευθερία. Έλεγαν όμως τον πασά «ένθερμο προστάτη της παιδείας» κι ότι «άπας ο λαός τον υπεδέχετο μετά παλμών καρδίας».

Οι χωριανοί μας Τούρκοι, όταν είδαν τον ψαλιδογένη να διδάσκει τα παιδιά των Ρωμιών «ταλίμια» στρατιωτικά, σκανδαλίστηκαν και ζήλεψαν. Φαίνεται δε ότι έκαμαν παρατηρήσεις στο δικό των το Χόντζα, ένα κακομοίρη που μόλις ήξερε ανάγνωση, κι απαίτησαν να κάνει κι αυτός στρατιωτικά γυμνάσια στα Τουρκάκια. Αλλ’ αν ο δάσκαλος ήξερε πολύ ολίγα, ο Χόντζας δεν σκάμπαζε τίποτε. Θα ’χε δει, φαίνεται, νιζάμηδες να γυμνάζονται, αλλά δεν είχε πάρει τίποτε. Αφού όμως του απαίτησαν να κάμει όπως όπως στρατιωτικά γυμνάσια, έβαλε στη γραμμή τα παιδιά, ξυπόλυτα τα περισσότερα, όπως ήμεθα και μεις, και τους έλεγε «μπιρ ικί» και κάτι παραγγέλματα, για να κάνουν κινήσεις χωρίς ρυθμό και σκοπό. Μόνο που σήκωναν τη σκόνη με τα πόδια των. Από τα παραγγέλματα του μου μένει στη μνήμη ένα «Αλτσάτ!» που δεν ανήκει σε καμία γνωστή γλώσσα.

Ετοιμασίες λοιπόν εμείς, ετοιμασίες κι ο Χόντζας για την υποδοχή του πασά. Τη μέρα που περιμέναμε το Μουτεσαρίφη, ο δάσκαλος μάς πήγε πάνω από το χωριό, σ’ ένα ανώμαλο κι ανηφορικό μέρος και μας παράταξε κι από τα δυο μέρη του δρόμου. Αλλ’ ενώ περιμέναμε, φάνηκε από ψηλά ένας βοσκός χριστιανός και φώναξε:

― Δάσκαλε, ε, δάσκαλε! Είντα καθεσ’ ατουδά κι ο Χόντζας πήγε πλια πάνω με τα Τουρκάκια; Είναι στον Άη Γιάννη.

Τα ψαλιδωτά γένια ανατρίχιασαν. Ο δάσκαλος μουρμούρισε μια βρισιά, έπειτα γύρισε και μας είπεν, ως θα μας έδιδε το παράγγελμα «Γεμίστε»:

― Πάρετε πέτρες!

Αφού κάμαμε καθένας μια προμήθεια από πέτρες κι επανήλθαμε στην παράταξη, ο δάσκαλος μπήκε μπρος και φώναξε «μαρς!». Τον ακολουθήσαμε και σε λίγο είδαμε το Χόντζα και τα Τουρκάκια. Είχαν παραταχθεί δίπλα σ’ ένα εξωκλήσι.

― Τον άτιμο! μουρμούρισε ο δάσκαλος. Εβεβήλωσε και την εκκλησία.

Όταν πλησίασε ο Καπετανάκης, φώναξε στο Χόντζα:

― Είντα πήγες τόσο πάνω, μωρέ μουλά[5]; Τα πρωτεία θες να πάρεις; Και δεν συλλογίστηκες πως δε θα σ’ αφήσω να κάτσεις στην κεφαλή μας πάνω; Γιανιτσαριά δεν είναι μπλιό στην Κρήτη. Έλα κάτω, γιατί θα σε κατεβάσουμε θες και δε θες.

Και μεις τόσο συμφωνούσαμε στην ιδέα του δασκάλου μας, ώστε μόνο το σύνθημα περιμέναμε για να μην αφήσουμε τούρκικο κεφάλι γερό. Ο Χόντζας όμως υποχώρησε αμέσως κι όταν ήρθε κοντά δικαιολογήθηκε:

― Βαλλαή[6], κύριε δάσκαλε, δεν το έκαμα αξαργιτού[7], μόνο δεν το κάτεχα πως είστε χαμηλότερα. Το σωστό βέβαια είναι να πάτε του λόγου σας πλιο ομπρός, γιατί και περισσότεροί ’στε, και είναι δα κι ο παχιάς χριστιανός. Ορίστε παραπάνω του λόγου σας.

Προχωρήσαμε εμείς κι οι Τούρκοι ήρθαν κάτω.

Σε λίγο έφτασε ο πασάς, συντροφευμένος από υπαλλήλους κι έφιππους ζαπτιέδες. Τον βάλαμε στη μέση και αρχίσαμε το άσμα μας. Αλλ’ ενώ το άσμα έλεγεν ότι τον υποδεχόταν «άπας ο λαός», εκτός των μαθητών είχαν έρθει μόνον πέντε δέκα πρόσωπα της τοπικής εξουσίας και οι προύχοντες του χωριού κι άλλοι τόσοι περίεργοι. Όταν η συνοδεία του πασά έφτασε και στο Χόντζα, ακούστηκε το «Αλτσάτ!» κι άρχισαν και τα Τουρκάκια κάτι να ψάλλουν. Έπειτα ανακατευτήκαμε και πηγαίναμε όλοι μαζί. Αλλά σε λίγο κάτι είπαν ένα δικό μας παιδί κι ένα Τουρκάκι κι αρπάχτηκαν· και σε μια στιγμή η συμπλοκή γενικεύτηκε. Βροχή οι πέτρες και στη μέση ο πασάς. Οι έφιπποι χωροφύλακες κινήθηκαν να μας χωρίσουν, αλλά το μέρος ήτο πολύ ανώμαλο κι από τις πέτρες τ’ άλογα αφηνίασαν. Μόνο η φωνή του δασκάλου μας, που διέταξε «Παύσατε πυρ!», έδωκε τέλος στη μάχη. Κι αληθινά ο Βέροβιτς κινδύνεψε ή να πέσει από το άλογο ή να του σπάσουν οι πέτρες το κεφάλι. Ήτον όμως καλοκάγαθος και δεν έδωκε σημασία στο επεισόδιο. Αλλά και μετά τόσα έτη δεν το ’χε λησμονήσει κι έτσι μου θύμισε το δάσκαλό μου.

Ο Καπετανάκης δε φρόντιζε μόνο για τη σωματική μας ενίσχυση, αλλά και για να μας αναπτύξει το θάρρος και την τόλμη. Κι αυτά για να γίνομεν, ως έλεγεν, αντάξιοι και καλύτεροι των προγόνων κι έτσι να τελειώσομε το έργο τους, την απελευθέρωση της πατρίδας. Για να κάμομε κορμιά γερά, μας παρακινούσε στα γυμναστικά παιχνίδια. Για να κάμομε καρδιές ατρόμητες και ν’ αψηφούμε τους κινδύνους, βρήκε άλλη άσκηση. Να πολεμούμε με τις σφήκες. Και μεις, πρόθυμοι, ζητούσαμε σφηκιές, τις «ξεμυγίζαμε» κι οπλισμένοι με φουντωτούς κλάδους πολεμούσαμε με τις σφήκες που ξορμούσαν ερεθισμένες.

Πολλούς από μας τους κέντρωναν, αλλά κανείς δεν υποχωρούσε, αν δεν νικούσαμε πλήρη νίκη, δηλαδή το εξόντωμα της σφηκιάς. Και κάθε φορά αυτό το αποτέλεσμα μάς έδιδε την ικανοποίηση και την υπερηφάνεια αληθινού θριάμβου. Εξαιρετική ήτον η δόξα των λαβωμένων, κείνων που κεντρώνοντο στη μάχη. Έπειτα, στο σχολείο, αναφέραμε τις περιπέτειες του αγώνα κι ο δάσκαλος άκουγε με σοβαρό ενδιαφέρον κι επαινούσε κείνους που ’χαν ανδραγαθήσει.

Προβίβαζε μάλιστα και κείνους που ανδραγαθούσαν. Των έδιδε την άδειαν να πηγαίνουν στο βιτσιλοπόλεμο, δηλαδή πόλεμο με τα όρνια. Κι επειδή αυτός ήτο πιο επικίντυνος, τον έκαναν οι μεγαλύτεροι και ανδρειότεροι.

Σε κάμποση από το χωριό απόσταση ήτο μια βαθιά χαράδρα, όπου οι χωριανοί έριχναν τα ζώα που ψοφούσαν. Εκεί κατέβαιναν γυπαετοί, που τους λέγουν βιτσίλες, κι άλλα όρνια κι έτρωγαν τα ψοφίμια. Αλλ’ άμα παραχόρταιναν, βάραιναν τόσο, που δεν μπορούσαν να πετάξουν. Έπρεπε να βρουν ψήλωμα και στο μεταξύ βρίσκαμε καιρό και τα χτυπούσαμε με πέτρες ή ξύλα και πολλά σκοτώναμε.

Αλλ’ αν τα όρνια στις στιγμές αυτές δεν μπορούσαν να πετάξουν, αναπηδούσαν όμως αγριεμένα κι επιθετικά. Αυτός ήτο ο κίντυνος, γιατί είχαν ράμφη και νύχια φοβερά και μπορούσαν να βγάλουν μάτια ή να κόψουν σάρκες. Είχαν δε και κάτι μάτια πρασινωπά που προξενούσαν τρόμο με τ’ ανάβλεμμά των.

Αλλ’ ο ψαλιδογένης είχε κι ένα ελάττωμα πολύ αντιπαιδαγωγικό κι ορισμένως αντίθετο στην προσπάθειά του να μας κάμει άφοβους πολεμιστές. Ήτο οξύθυμος κι έδιδε ξύλο πολύ. Αλλά μας γλύτωσε η χήρα μητέρα ενός συμμαθητού μας, μια αντρογυναίκα. Από ένα χαστούκι, που ’δωκε στο παιδί της ο δάσκαλος, του ’μεινε μια βοή στ’ αυτί. Η μητέρα φοβήθηκε πως το παιδί της θα κουφαθεί και μια μέρα ήρθε αγριεμένη στο σχολείο.

― Άκου, δάσκαλε, είπε του Καπετανάκη, εγώ το παιδί μου το ’βαλα στο σχολείο για να ξεστραβωθεί, όχι να μου το κουφάνεις. Δε θέλω να το δέρνεις. Σαν κάμει πράμα, να μου το λες εμένα κι εγώ το δέρνω. Γιατί, μα το Θεό που είναι από πάνω μας, αν το ξαναδείρεις θα ’ρθώ με τον κόπανο!

Από τη μέρα κείνη ο δάσκαλος μετρίασε πολύ το ξύλο για όλους.

Αλλ’ ως μου είπεν ο πασάς, οι Τούρκοι του χωριού δεν τον χώνευαν· και συχνά τον κατάγγελλαν ότι εδίδασκεν επαναστατικές ιδέες και ότι παρασκεύαζε τους μαθητές να γίνουν αντάρτες κατά του Σουλτάνου. Κι είχε φαίνεται, φύγει από το νομό μας ο Βέροβιτς, όταν ήρθε διαταγή από τα Χανιά να συλληφθεί. Τον εξόρισαν στην Τρίπολη της Μπαρμπαριάς, κι εκεί τράβηξε μεγάλα βάσανα. Στον καιρό του Φωτιάδη, οι βουλευτές της Κρήτης τον ζήτησαν μαζί μ’ άλλους εξόριστους. Γύρισε στην Κρήτη, αλλά πτώμα. Ήρθε φθισικός κι ύστερα από λίγον καιρό πέθανε.

Τις τελευταίες του ώρες έγραψε σ’ ένα φύλλο χαρτί τα εξής, σαν πατριωτική του διαθήκη:



Στον τύραννο,

Είπε το κλήμα στον τράγο, που το ’τρωγε: «Κι ως τη ρίζα να με φας, πάλι θα βλαστήσω και θα δώσω το κρασί να χαροκοπήσουν κείνοι που θα σε βάλουνε στη σούβλα».

Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ







Παρμένο από τον τόμο «Πρώτη αγάπη» των εκδόσεων Νεφέλη, σελ. 113-124. Έκανα εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας, αλλά δεν άλλαξα ούτε ένα νι ή σίγμα κατά τα άλλα. Οι υποσημειώσεις υπήρχαν στο βιβλίο, αγνοώ αν είναι του Κονδυλάκη ή του επιμελητή.



Στον τίτλο, υπάρχει υποσημείωση, προφανώς του Κονδυλάκη: Αναμνήσεις.



Ο ‘παχιάς’, που λέει κάπου, είναι ο πασάς στα κρητικά. Πράγματι, ο πασάς Βέροβιτς ήταν χριστιανός.

Η πατριωτική διαθήκη του Καπετανάκη, με την οποία κλείνει το διήγημα, είναι μετάφραση από επίγραμμα της Ελληνικής (Παλατινής) Ανθολογίας, που ήταν αρκετά γνωστό στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα (θαρρώ το ’χει χρησιμοποιήσει και ο Κοραής, αλλά αμετάφραστο).

Πηγή:http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Βυζαντινή μουσική -Κωνσταντίνου Φωτόπουλου, καθηγητῆ Βυζαντινῆς Μουσικῆς



[Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: Τόν κ. Κωνσταντῖνο Φωτόπουλο τόν διακρίνει ἕνα μεράκι γιά τήν παραδοσιακή μας Βυζαντινή μουσική. Χωρίς «πάθος καί μεράκι» δέν γίνεται τίποτε τό ἀξιόλογο. Τοῦ εὐχόμαστε καλή ἐπιτυχία στήν πορεία πού ἔχει χαράξει, πάντα ὅμως μέ πνεῦμα ταπεινώσεως καί εἰλικρινοῦς ἀγάπης γιά τήν διακονία του στόν ἀμπελώνα τοῦ Χριστοῦ μας.]

Ομιλία του καθηγητή της σχολής ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΨΑΛΤΙΚΗΣ κ. Κωνσταντίνου Φωτόπουλου, που εκφωνήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Αγ. Τύχωνος στη Μόσχα κατά τη διάρκεια εκδήλωσης βυζαντινής μουσικής που πραγματοποιήθηκε εκεί υπό τη διεύθυνσή του τον Ιανουάριο του 2004).

ὁ π. Παΐσιος ἔλεγε: «όταν ο ψάλτης ψάλλει με ευλάβεια, ξεχειλίζει από την καρδιά του η ψαλμωδία και ψάλλει κατανυκτικά». Για να γίνει αυτό πρέπει ο ψάλτης να είναι σε καλή πνευματική κατάσταση και να είναι τακτοποιημένος, ισορροπημένος εσωτερικά.

«Όποιος ψάλλει» λέει ο γέροντας Παΐσιος για να ψάλλει κατανυκτικά « πρέπει να έχει το νου του στα θεία νοήματα και να έχει ευλάβεια• να μην πιάνει τα θεία νοήματα λογοτεχνικά, αλλά με την καρδιά. Άλλο η ευλάβεια και άλλο η τέχνη, η επιστήμη της ψαλτικής. Η τέχνη χωρίς ευλάβεια είναι ...μπογιές»


Κων/νος Φωτόπουλος:«όπως διαβάζουμε σε παλαιό βιβλίο θεωρίας της Μουσικής,(οι ψάλτες πρέπει) να μιμούνται τα αγγελικά τάγματα, να τα ακολουθούν και με φόβο και τρόμο ιστάμενοι στο Ναό να υμνούν τον Θεό με άγια άσματα»


1. Σε κάποιο παλαιό χειρόγραφο βιβλίο διδασκαλίας της Βυζαντινής Μουσικής διαβάζουμε τον εξής διάλογο διδασκάλου και μαθητού.
Μαθητής: «Διδάσκαλε, σε παρακαλώ στο όνομα του Κυρίου να μου φανερώσεις και να μου ερμηνεύσεις τα μουσικά σημάδια και εύχομαι ο Θεός να πολλαπλασιάσει το τάλαντο που σου έδωσε. Κάμε το ώστε να μην κατακριθείς όπως ο δούλος εκείνος που έκρυψε το αργύριο στη γη, αλλά να ακούσεις από το φοβερό κριτή : «εύγε αγαθέ και πιστέ δούλε. Στα λίγα φάνηκες πιστός, πολλά θα σου δώσω να απολαύσεις. Είσελθε εις την χαρά του κυρίου σου».
Διδάσκαλος : «Επειδή αδελφέ διψάς να μάθεις, συγκέντρωσε το νου σου και άκουσέ με. Θα σου διδάξω αυτά που μου ζητάς, σύμφωνα με αυτά που θα μου αποκαλύψει ο Θεός».

Με το διάλογο αυτό καταλαβαίνει κανείς ότι η Βυζαντινή εκκλησιαστική Μουσική (το ίδιο και η υμνογραφία, η εικονογραφία και η αρχιτεκτονική) δεν είναι μια αυθαίρετη μουσική καλλιτεχνική έκφραση κατά την οποία ο μουσικός, ο ψάλτης μπορεί να δημιουργεί και να αυτοσχεδιάζει σύμφωνα με την ατομική του έμπνευση. Ο μουσικοδιδάσκαλος παραδίδει την μουσική που παρέλαβε σαν δώρο και τάλαντο από τούς προγενεστέρους διδασκάλους σαν δώρο και ο μαθητής τα παραλαμβάνει με προσοχή ευλάβεια και σεβασμό: Τούς οκτώ ήχους, τις μουσικές γραμμές, το συγκεκριμένο τρόπο που ψάλλονται τα τροπάρια. Όλα τούτα έχουν παραληφθεί από τούς Αγίους Πατέρες, οι οποίοι φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα ξεκαθάρισαν και απέβαλαν κάθε θεατρικό - κοσμικό στοιχείο και υιοθέτησαν για την θεία Λατρεία εκείνες τις κλίμακες, τούς ρυθμούς και τις μουσικές γραμμές που βοηθούν την προσευχόμενη ψυχή να κατανυχθεί και να αγαπήσει το Θεό. Γι’ αυτό ο Γέροντας Πορφύριος, τον οποίο γνώρισα και πήρα την ευλογία του όταν ήμουν μικρός, έλεγε : «Η Βυζαντινή Μουσική δεν ταράσσει την ψυχή, αλλά την ενώνει με το Θεό και την αναπαύει τελείως» (Ανθολόγιο Συμβουλών σ.449).

2. Πριν μιλήσουμε για τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της βυζαντινής Μουσικής, τον πνευματικό της χαρακτήρα και το ρόλο που έχει στη Θεία Λατρεία θα ήταν καλό να πούμε μερικά στοιχεία για την ιστορία της Βυζαντινής Μουσικής.

Γνωρίζουμε αυτό που λέγει το Ευαγγέλιο ότι δηλ. μετά το Μυστικό Δείπνο ο Κύριος μας και οι Άγιοι Απόστολοι ύμνησαν τον Θεό και πορεύθηκαν στο όρος των Ελαιών (Ματθ.26,30). Αλλά και ο Απόστολος Παύλος μαρτυρεί ότι οι πρώτοι χριστιανοί υμνούσαν το Θεό με ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές (Εφ. 5,19). Η μουσική λοιπόν από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια εχρησιμοποιείτο στην Εκκλησία. Γράφει και ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος ότι ψαλμοί και ωδές εποιήθησαν «απ’ αρχής υπό των πιστών εις ύμνον του Χριστού». Καθώς δε έγραφαν οι χριστιανοί ποιητές τούς ύμνους στην αρχαία ελληνική γλώσσα, χρησιμοποίησαν παράλληλα και την αρχαία ελληνική μουσική που ήταν διαδεδομένη σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Μεγάλοι Πατέρες των τριών πρώτων αιώνων, όπως ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ο Άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος, ο Άγιος Ειρηναίος, ο Άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νεοκαισαρείας ο θαυματουργός έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ψαλμωδία ώστε να είναι σεμνή και θεάρεστη.

Αλλά και οι Άγιοι Πατέρες μετά απ’ αυτούς, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για την εκκλησιαστική μουσική, αφού σύμφωνα με την πρακτική των αρχαίων ήσαν ταυτόχρονα ποιητές (υμνογράφοι) και μουσικοί. Έτσι ο ιερός Χρυσόστομος για να αντιμετωπίσει τούς αιρετικούς Αρειανούς ο οποίοι για να πλανήσουν τούς πιστούς Χριστιανούς έψαλλαν ευχάριστους ύμνους που διεκήρυσσαν την πλάνη τους, συνέθεσε ωραίους ύμνους, ευχάριστους με ορθόδοξο περιεχόμενο για να τούς ψάλλουν οι πιστοί και να μη παρασύρονται από τούς αιρετικούς. Το ίδιο είχε κάμει και ο Μ. Αθανάσιος στην Αλεξάνδρεια, ενώ ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος για να προστατεύσει τούς ορθοδόξους από τούς αιρετικούς Γνωστικούς, που χρησιμοποιούσαν γοητευτική μουσική, πήρε στοιχεία από αυτή τη μουσική και έγραψε ύμνους με ορθόδοξο περιεχόμενο. Στις αρχές του 6ου αιώνος έχουμε τον Άγιο Ρωμανό τον Μελωδό που μεταξύ άλλων ύμνων γράφει 1000 Κοντάκια και το 7ο αιώνα τον Άγιο Ανδρέα επίσκοπο Κρήτης με τον Μεγάλο Κανόνα.

3. Μεγάλη τομή στην ψαλτική παράδοση κάμει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (676 - 756), ο οποίος εκτός από τούς υπέροχους ύμνους που συνέγραψε, διαμόρφωσε συστηματικά την εκκλησιαστική μουσική.

Χώρισε τη μουσική σε οκτώ ήχους : Το Πρώτο, τον Δεύτερο τον Τρίτο, τον Τέταρτο, τον Πλάγιο πρώτο, τον πλάγιο Δεύτερο, τον Βαρύ και τον πλάγιο Τέταρτο και καθόρισε τον τρόπο γραφής της Μουσικής με ειδικά σημάδια. Ο ιερός Δαμασκηνός περιόρισε την αυθαίρετη, κοσμική μουσική δημιουργία και προτίμησε την απλότητα και κατανυκτική χρήση της Μουσικής.
Μετά από τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό ακολουθεί μια μεγάλη σειρά υμνογράφων και μουσικών : Ο Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, οι αδελφοί Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί, ο Άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, οι μοναχές Κασσιανή και Θέκλα, οι Βασιλείς Λέων ο Σοφός και Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, ο ιερομόναχος Γαβριήλ και ο ιερεύς Ιωάννης Πλουσιαδηνός. Οι δύο μάλιστα τελευταίοι συνέγραψαν και βιβλία για τη διδασκαλία της Βυζ. μουσικής. Αυτή την περίοδο στον 9ο αιώνα μεταφέρεται στη Ρωσία η Βυζαντινή μουσική . Στο Χρονικό του Ιωακείμ γράφεται ότι μετά τη βάπτιση του Αγίου Βλαδιμήρου στο Κίεβο, ο μητροπολίτης Μιχαήλ κάλεσε στο Κίεβο μεταξύ άλλων και κάποιους ψάλτες, ενώ σε άλλη ιστορική πηγή, τη Γενεαλογική βίβλο του μητροπολίτου Κυπριανού, διαβάζουμε ότι κατά τη βασιλεία του Γιαροσλάβου του Α´ ήλθαν στη Ρωσία τρεις ψάλτες που δίδαξαν στους Ρώσους αδελφούς την κατανυκτική ψαλμωδία.

4. Κατά το 12ο αιώνα έχουμε τον λαμπρό ψάλτη τον Άγιο Ιωάννη τον Κουκουζέλη.

Αξίζει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτόν. Από μικρός λόγω της υπέροχης φωνής του σπούδασε στη βασιλική μουσική σχολή, έγινε άριστος μουσικός και διορίσθηκε αρχιμουσικός των αυτοκρατορικών ψαλτών. Ο βασιλεύς θέλησε να τον παντρέψει με μια πριγκήπισσα, αλλά ο Ιωάννης επιθυμούσε τη μοναχική ζωή. Γι’ αυτό με την πρόφαση ότι πηγαίνει στην πατρίδα του για να πάρει τη συγκατάθεση των γονέων του για το γάμο του, φεύγει στο Άγιον Όρος. Εκεί χωρίς να φανερώσει ποιός ήταν, κείρεται μοναχός στη Μεγίστη Λαύρα και αναλαμβάνει το διακόνημα να βόσκει στο βουνό τούς τράγους της Μονής. Στο μεταξύ ο αυτοκράτωρ τον αναζητούσε παντού.
Μια μέρα καθώς φύλαγε το κοπάδι του άρχισε με θείο ενθουσιασμό να ψάλλει με την αγγελική του φωνή. Κάποιος ερημίτης από κάποιο κοντινό σπήλαιο, ακούγοντας τη γλυκιά του φωνή βγήκε έξω και είδε με έκπληξη τούς τράγους ακίνητους να ακούνε την ωραία ψαλμωδία. Είπε τότε στον ηγούμενο το γεγονός. Ο ηγούμενος κάλεσε τον Άγιο Ιωάννη, έμαθε ποιος είναι και πήγε στον αυτοκράτορα για να παύσει να τον αναζητεί και να τον αφήσει ήσυχο στη μοναχική ζωή. Από τότε ο Άγιος Ιωάννης έμενε σε ένα κελί έξω από τη Λαύρα και έψαλλε στο Καθολικό της Μονής τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές. Κάποτε σε μια Αγρυπνία κατά το Σάββατο του Ακαθίστου αποκοιμήθηκε. Τότε τον επισκέφθηκε η Θεομήτωρ,η οποία τον επαίνεσε και τον παρακίνησε να ψάλλει, αφήνοντάς του σαν ευλογία ένα χρυσό νόμισμα. Το μισό νόμισμα βρίσκεται στο Ναό της Μεγίστης Λαύρας, ενώ όπως διαβάζουμε σε βιβλίο της Ιστορίας της εκκλησιαστικής Μουσικής, γραμμένο το 1890 το άλλο μισό είχε δοθεί ως ευλογία στη Ρωσία.

5. Ο Άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης έγραψε πάρα πολλά μουσικά κομμάτια, Χερουβικά Κοινωνικά, Ανοιξαντάρια κ.λ.π. σε όλους τούς ήχους.

Ασχολήθηκε πολύ επίσης με τη θεωρία της Βυζαντινής Μουσικής. Μετά από αυτόν ακολουθούν μεγάλοι πρωτοψάλτες όπως ο Ξένος ο Κορώνης, ο Άγιος Γρηγόριος ο Κουκουζέλης, ο Ιωάννης ο Κλαδάς και οι δύο μεγάλοι ψάλτες που έψαλλαν στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλεως τον καιρό της Αλώσεώς της από τούς Τούρκους : Ο Γρηγόριος Μπούνης πρωτοψάλτης και ο Μανουήλ Χρυσάφης ο Λαμπαδάριος ,δηλαδή, ο διευθύνων τον αριστερό χορό.
Κατά το διάστημα της δουλείας του Ελληνισμού στους Τούρκους η ψαλτική παράδοση συνεχίζεται. Εδώ διακρίνονται μεταξύ πολλών άλλων ο Μανουήλ Χρυσάφης ο Νεος, ο Γερμανός αρχιεπίσκοπος Νέων Πατρών, ο ιερεύς Βαλάσιος, ο Παναγιώτης Χαλάτζογλους, ο Πέτρος Μπερεκέτης, ο Ιωάννης Τραπεζούντιος, ο Ιάκωβος ο Πρωτοψάλτης και ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος.

Το 1814 τριμελής επιτροπή η οποία απετελείτο από τον Χρύσανθο μητροπολίτη Προύσσης, Γρηγόριο Πρωτοψάλτη και Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα, απλοποίησε τον τρόπο μουσικής γραφής και διδασκαλίας της εκκλησιαστικής μουσικής και μετέγραψε πολλά μουσικά κομμάτια από την παλαιά μουσική μέθοδο στη Νέα. Από τότε μέχρι σήμερα αναδείχθηκαν σπουδαίοι ψάλτες σε όλο τον ελληνορθόδοξο χώρο. Στον 20ο αιώνα αναφέρω για παράδειγμα τη σειρά των πρωτοψαλτών Κωνσταντινουπόλεως: Γεώργιος Βιολάκης, Ιάκωβος Ναυπλιώτης, Κωνσταντίνος Πρίγγος, Θρασύβουλος Στανίτσας, ενώ στο Άγιο Όρος έχουμε τον διάκονο Διονύσιο Φιρφιρή, την αδελφότητα των Δανιηλαίων και την αδελφότητα των Θωμάδων. Εδώ δεν μπορώ να παραλείψω τον γλυκύτατο Άρχοντα Λαμπαδάριο Βασιλάκη Εμμανουηλίδη, τον μέχρι τώρα διδάσκαλό μου.

6. Ας έρθουμε τώρα στα χαρακτηριστικά της Βυζαντινής Μουσικής.

α) Η Βυζαντινή Μουσική είναι αποκλειστικά φωνητική. Στην Παλαιά Διαθήκη, όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος, είχε επιτραπεί η χρήση των οργάνων επειδή ο νους των Εβραίων ήταν παχύς, όπως ακριβώς τούς επέτρεπε ο Θεός και τις θυσίες. Τώρα όμως, λέγει ο Άγιος, δεν χρειαζόμαστε κιθάρες, χορδές και όργανα, αλλά τη γλώσσα μας, τη φωνή μας, η οποία πρέπει να εύχεται και να πλησιάζει το Θεό με προσοχή και κατάνυξη.

β) Η Μουσική αυτή επίσης είναι μονοφωνική. Είτε ψάλλει ένας είτε πολλοί, η μελωδία, η μουσική γραμμή είναι μία. Όταν ψάλλουν πολλοί μαζί, μια φωνή ακούγεται. Αυτό φανερώνει την ενότητα της πίστεως και αυτό που λέμε στη Θεία Λειτουργία : «Και δος ημίν ε ν ε ν ι σ τ ο μ α τ ι και μιά καρδία δοξάζειν και ανυμνείν το πανάγιον όνομά σου».

γ) Η Βυζαντινή Μουσική είναι αντιφωνική, δηλαδή, ψάλλεται κατά αντιφωνία από δύο χορούς, τον δεξιό και αριστερό. Αυτή η αντιφωνική ψαλμωδία καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην Αντιόχεια από τον Άγιο Ιγνάτιο το Θεοφόρο, ο οποίος είδε σε όραμα τούς Αγγέλους να υμνούν με αυτό τον τρόπο τον Τριαδικό Θεό.

δ) Επειδή υπάρχει μονοφωνία, καλλιεργείται ιδιαίτερα η μελωδία. Υπάρχει ποικιλία μουσικών κλιμάκων με διαστήματα άγνωστα στην ευρωπαϊκή μουσική.

ε) Παράλληλα με την εκτέλεση της μονωδίας ακολουθεί το ισοκράτημα που είναι μια ευθεία μουσική γραμμή που ψάλλει ένα μέρος των ψαλτών και η οποία μοιάζει να υποβαστάζει τη βασική μελωδία να την τονίζει και να της δίνει συνοχή, ομορφιά και κατάνυξη. Σπανίως μεταβάλλεται η μουσική βάση του ισοκρατήματος.

στ) Κατά τη βυζαντινή ψαλμωδία χρησιμοποιείται όχι μόνο ο λάρυγγας, αλλά ολόκληρη η στοματική και ρινική κοιλότητα. Όλη η φωνή γίνεται ένα όργανο για τη δοξολογία του Θεού.

ζ) Όπως είπαμε και στην αρχή η Βυζαντινή Μουσική δεν έχει αυθαίρετες μελωδίες. Ο μελοποιός κατά τη σύνθεσή του πρέπει να λάβει υπόψη του τις καθιερωμένες μουσικές «θέσεις», οι οποίες έχουν γίνει δεκτές από την Εκκλησία και έχουν διαφυλαχθεί με μεγάλη ευλάβεια μέσα στους αιώνες.

η) Ένα άλλο ιδιαίτερα χαρακτηριστικό στοιχείο της Βυζαντινής Μουσικής είναι οι εναλλασσόμενοι ρυθμοί. Ο ρυθμός συνήθως καθορίζεται από τον τονισμό των συλλαβών. Με τούς εναλλασσόμενους ρυθμούς αποφεύγεται η κοσμικότητα των ομοιομόρφων ρυθμών που χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή μουσική.

θ) Ένα τελευταίο χαρακτηριστικό της Μουσικής μας είναι η χρήση των κρατημάτων («Κρατήματα»). Είναι οι λεγόμενες ασήμαντες λέξεις το, ρο, ρο, τεριρεμ, τενενα κ.τ.λ. Αυτά τα κρατήματα προστίθενται συνήθως στο τέλος των ύμνων και συμβολίζουν την άρρητη, τη χωρίς ανθρώπινα λόγια υμνωδία των Αγγέλων. Στο τέλος π.χ. ενός ύμνου προς την Αγία Τριάδα ή την Υπεραγία Θεοτόκο, όταν έχουν ειπωθεί πλέον τα θεία δόγματα, η ψυχή ξεχειλίζει σε μια υμνωδία χωρίς λόγια.

7. Ας πούμε τώρα ποιος είναι ο ρόλος, ποιο είναι το «διακόνημα» της Βυζ. Μουσικής μέσα στην Ορθόδοξη λατρεία.

Συνήθως λέγεται ότι η Βυζαντινή Μουσική είναι το ένδυμα του λόγου, της διδασκαλίας που περιέχουν τα τροπάρια. Από όσα όμως λέγουν οι Άγιοι Πατέρες φρονώ ότι η εκκλ. Μουσική είναι κάτι περισσότερο. Ο Άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης, αδελφός του Μ. Βασιλείου λέγει ότι η μουσική είναι σύμφωνη με τη φύση μας και γι’ αυτό ο προφήτης Δαυίδ ανέμιξε τη μελωδία με τη διδασκαλία των αρετών. Αυτό που έκανε μοιάζει σαν να χύνει ένα μέλι γλυκό στη διδασκαλία του, το οποίο βοηθά την ανθρώπινη ψυχή να εξετάσει τον εαυτό της και να τον θεραπεύσει. Λέγει, επίσης, ο Άγιος Γρηγόριος ότι η εκκλησιαστική μουσική, η απλή και κατανυκτική που παρεμβάλλεται στα θεία λόγια έχει σκοπό να ερμηνεύσει, να εξηγήσει την έννοια όσων λέγονται στους ύμνους, να αποκαλύψει με τις μελωδικές αλλαγές της φωνής το νόημα που κρύβουν τα λόγια των τροπαρίων. Η μουσική είναι σαν το καρύκευμα των φαγητών που γλυκαίνει και κάμει ευχάριστα τα διδάγματα της Εκκλησίας. (Γρηγ. Νυσσης, Εις τας επιγραφάς των ψαλμών). Ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης έλεγε ότι η βυζαντινή μουσική έχει γλυκά «γυρίσματα», δηλαδή, γλυκειές μελωδικές εκφράσεις. Άλλοτε μοιάζουν σαν αηδόνι, άλλοτε σαν απαλό κυματάκι, ενώ άλλοτε δίνουν μια μεγαλοπρέπεια. Και με όλα αυτά αποδίδουν, τονίζουν τα πνευματικά νοήματα. Έλεγε ακόμη ότι η μουσική αυτή ειρηνεύει την ψυχή.

Ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε : « Η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική είναι διδασκαλία...μαλακώνει την ψυχή του ανθρώπου και σιγά - σιγά την μεταρσιώνει σε άλλους κόσμους πνευματικούς. Με τούς φθόγγους αυτούς η βυζαντινή μουσική σπέρνει ηδονή και τέρψη και ευχαρίστηση ταξιδεύοντας τον άνθρωπο σε κόσμο πνευματικό».

Ο αρχιμανδρίτης Σαράντης Σαράντος λέγει, επίσης, ότι η μουσική κατά την ψαλμωδία συμβολίζει τη Χάρη και την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Γι’ αυτό, το διακόνημα της ψαλμωδίας είναι σημαντικό και οι ψάλτες ανήκουν στον κατώτερο κλήρο της Εκκλησίας μας.

Ο πατήρ Εφραίμ από τα Κατουνάκια του Αγίου Όρους, ένας άγιος, διορατικός γέροντας έλεγε ότι σε κάθε μοναστήρι, δυο είναι τα σημαντικότερα διακονήματα που παρηγορούν τούς πατέρες, του μαγείρου και του ψάλτη.

8. Γι’ αυτό ο βυζαντινός ψάλτης για να ασκήσει αυτό το διακόνημα χρειάζεται ορισμένες σοβαρές προϋποθέσεις :
α) Πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά τη μουσική. Γι’ αυτό όπως είπα στην αρχή της ομιλίας μου κατά την παράδοση της Βυζαντινής Μουσικής υπάρχει μια μ α κ ρο οχ ρ ό ν ι α σχέση διδασκάλου και μαθητού τόσο στη διδασκαλία όσο και στην ψαλμωδία. Ο π. Παΐσιος διαμαρτύρεται γι’ αυτούς τούς ψάλτες που ψάλλουν τυποποιημένα, χωρίς μουσική έκφραση, ρηχά. Μοιάζει η ψαλμωδία τους έλεγε σαν «να πέρασε οδοστρωτήρας και τα ισοπέδωσε όλα», ενώ «η σωστή ψαλμωδία είναι το ξεχείλισμα της εσωτερικής πνευματικής καταστάσεως. Είναι θεία ευφροσύνη! Δηλαδή ευφραίνεται η καρδιά από τον Χριστό και με καρδιά ευφρόσυνη μιλάει ο άνθρωπος στον Θεό».

β) Απαιτείται να σέβεται την παράδοση της ψαλτικής και να μην αλλοιώνει τα μουσικά κείμενα ούτε κατά την εκτέλεση, ούτε κάνοντας δικές του διασκευές. Ακούγοντας ο π. Παΐσιος κάποιον μοναχό να ψάλλει αλλοιωμένη μια Δοξολογία του Πέτρου του Πελοποννησίου, τον μάλωσε και του είπε ότι αν μπορούσε ας έφτιαχνε κάποια δική του Δοξολογία και να μην αλλοιώνει αυτή την παλαιά μελωδία που δείχνει έλλειψη ευλάβειας.

γ) Ο ψάλτης πρέπει να είναι ευλαβής και να ψάλλει ταπεινά. « Όποιος ψάλλει» λέει ο γέροντας Παΐσιος για να ψάλλει κατανυκτικά « πρέπει να έχει το νου του στα θεία νοήματα και να έχει ευλάβεια• να μην πιάνει τα θεία νοήματα λογοτεχνικά, αλλά με την καρδιά. Άλλο η ευλάβεια και άλλο η τέχνη, η επιστήμη της ψαλτικής. Η τέχνη χωρίς ευλάβεια είναι ...μπογιές» Με αυτά που λέει ο γέροντας θέλει να μας εξηγήσει ότι η ψαλτική τέχνη είναι απαραίτητη, όπως και οι μπογιές για τον αγιογράφο. Αλλά χωρίς την ευλάβεια και την κατάνυξη η τέχνη αυτή είναι περιττή.
Συνεχίζοντας λέει ο π. Παΐσιος ότι «όταν ο ψάλτης ψάλλει με ευλάβεια, ξεχειλίζει από την καρδιά του η ψαλμωδία και ψάλλει κατανυκτικά». Για να γίνει αυτό πρέπει ο ψάλτης να είναι σε καλή πνευματική κατάσταση και να είναι τακτοποιημένος, ισορροπημένος εσωτερικά.

Και ο γέροντας Πορφύριος επαινούσε πολύ τούς αγιορείτες ψάλτες που έψαλλαν, απλά, κατανυκτικά ταπεινά με σκοπό να βοηθήσουν τούς προσευχομένους μοναχούς και έλεγε ότι ο άγιος ψάλτης έχει και κάτι άλλο, δεν έχει μόνο τη φωνή. Μαζί με τη φωνή που εκπέμπεται με τα ηχητικά κύματα, εκπέμπεται και κάποια χάρη με άλλα κύματα, μυστικά, που αγγίζουν τις ψυχές των ανθρώπων και τις συγκινούν βαθύτατα. Γίνεται ένα πολύ μεγάλο μυστήριο».

Αγαπητοί μου αδελφοί,
Σ’ αυτό το μεγάλο μυστήριο της κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό μέσα στη θεία λατρεία διακονεί η βυζαντινή εκκλ. Μουσική. Σαν εκκλησιαστική τέχνη, όπως και η εικονογραφία και η υμνογραφία και η εκκλ. αρχιτεκτονική έχει μέσα της το καλλιτεχνικό στοιχείο, απαιτεί επιδεξιότητα και δημιουργικότητα. Αλλά δεν είναι μια αυτόνομη τέχνη κατά την οποία ο καλλιτέχνης εκφράζεται όπως θέλει βάζοντας τούς δικούς του κανόνες. Οι βυζαντινοί ψάλτες οφείλουν να ακολουθούν την παραδεδομένη ψαλμωδία να ψάλλουν και να συνθέτουν μελωδίες σύμφωνα με τούς αρχαιοπαράδοτους κανόνες και, όπως διαβάζουμε σε παλαιό βιβλίο θεωρίας της Μουσικής, να μιμούνται τα αγγελικά τάγματα, να τα ακολουθούν και με φόβο και τρόμο ιστάμενοι στο Ναό να υμνούν τον Θεό με άγια άσματα.