"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακρυγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακρυγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ. Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης




.       Τὸν Μακρυγιάννη θὰ πρέπει κανεὶς νὰ τὸν μελετάει δίχως ἔγχρωμα γυαλιά. Συνήθως κάποιοι φοροῦν γυαλιὰ χρώματος τῆς ἀρεσκείας τους ἢ τῆς ἰδεολογίας καὶ ἔχουν ἀπὸ πρὶν τὴ μελέτη ἀποφασίσει τί θὰ γράψουν. Ἔτσι ἔχουμε πολλὲς καὶ ἀντιφατικὲς ἀπόψεις γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ ἡρωικοῦ καὶ εὐλαβέστατου Μακρυγιάννη, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὰ μέρη τὰ δικά μας, ἀφοῦ ὁ παππούς μου, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μου, τελώνης Κωνσταντῖνος Μαυρίκης, ἦταν ἀπὸ τὴ Δεσφίνα Φωκίδος.
.       Χρησιμοποιεῖται καὶ κακοπαθεῖ ὁ Μακρυγιάννης ἀπὸ διάφορους, ἀκόμη καὶ πολλὰ χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του. Θέλουν νὰ βγάλουν τὰ προετοιμασμένα συμπεράσματά τους καὶ χρησιμοποιοῦν ψυχολογία, ἱστορία, πολιτική, θεολογία, φιλολογία γιὰ νὰ καταλήξουν ἐκεῖ ποὺ θέλουν. Ὅπως λέει ὁ σεβαστὸς καὶ ἀγαπητὸς π. Γεώργιος Μεταλληνός, “γι’ αὐτὸ προκύπτει ὁ Μακρυγιάννης τῶν συντηρητικῶν, ὁ Μακρυγιάννης τῶν προοδευτικῶν καὶ ἐνίοτε ἕνας ‘τρελὸς’ Μακρυγιάννης, ὅλων ἐκείνων ποὺ θέλουν νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ἐνοχλητικὴ ‘θρησκοληψία’ του”.
.       Ὁ Μακρυγιάννης ἦταν αὐτὸς ποὺ ἦταν. Πάντοτε γνήσιος, ντόμπρος, ἀληθινός, δίκαιος καὶ γενναῖος. Δὲν ὑποκρινόταν, δὲν μασοῦσε τὰ λόγια του, δὲν ἔλεγε μισὲς ἀλήθειες. Εἶχε πάντοτε ἕνα ἑνιαῖο ἦθος καὶ ὕφος χαρακτηριστικό. Μπορεῖ νά ’κανε λάθη, ὅμως δὲν ἦταν κακοπροαίρετα. Νὰ ἦταν λάθος ἐκτιμήσεις, ἀστοχίες, κακὴ πληροφόρηση, ἔλλειψη γνώσης, ὅμως δὲν ἔκανε διαστρεβλωτικὲς κινήσεις σκόπιμες ἢ παρανοήσεις γιὰ τὸ ἴδιον συμφέρον. Δὲν κάνουμε ἐξωραϊσμό του καὶ δὲν τὸν ἁγιοποιοῦμε.
.        Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι σταθερὰ καὶ ἀκλόνητα τοποθετημένος στὸ ἅρμα τῆς παραδόσεώς μας. Ἡ πίστη του, μπορεῖ νά ’χει κάποιες ὑπερβολές, ἀλλὰ εἶναι τίμια, ἐγκάρδια, ὁλοσχερής. Ἡ μεγάλη του ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα, τὴν Ἑλλάδα, τὸ Γένος, τὴ Ρωμιοσύνη, τὴν Ὀρθοδοξία ἦταν πάντα μαζί, ἀδιάσπαστα, ἀδιαχώριστα, ὑψηλά. Σήμερα ὁ προοδευτισμὸς δὲν τὰ ἀκούει πολὺ εὐχάριστα αὐτά, ἐνοχλεῖται, κουμπώνεται, εἶναι ἐπιφυλακτικός. Ὅμως γενιὲς ἀνθρώπων ἔζησαν μὲ αὐτὲς τὶς βάσεις καὶ μὲ λιγότερο ἄγχος. Ἀποτελοῦσαν τὴν ὑπόσταση τοῦ Ἕλληνα. Ὁ Νεοέλληνας μεριμνᾶ καὶ τυρβάζει περὶ πολλά, ἀποκόπτεται ἀπὸ τὶς ρίζες του, ξεθεμελιώνει τὸν οἶκο του, ἀποϊεροποιεῖ τὴ ζωή. Ὁ Μακρυγιάννης εἶχε στὴν καρδιὰ τοῦ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ἑλλάδα.
.      Γιὰ τὸν Μακρυγιάννη ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κάθε πιστὸ Ἕλληνα ὀρθόδοξο εἶναι ἡ πίστη τῶν Ἀποστόλων, τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν Μαρτύρων, τῶν ὁσίων, τῶν ἀσκητῶν, τῶν ἀγωνιζομένων γιὰ τὴ θέωση. Οἱ ἐνορίες, τὰ μοναστήρια, τὰ καντήλια, οἱ εἰκόνες, τὰ θυμιάματα, τὰ κεριά, οἱ μετάνοιες, οἱ νηστεῖες, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ δεήσεις, ἡ μυστηριακὴ ζωή.
.        Ὁ Μακρυγιάννης ὡς πιστὸ τέκνο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀνεξιθρησκίας. Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ βιασθεῖ νὰ μὴν πιστεύει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ. Γιὰ τὴ θέση αὐτὴ κάποιοι ὑπερορθόδοξοι, σκληροπυρηνικοί, φανατικοί, σκανδαλιζόμενοι εὐσεβιστές, ἐνοχλοῦνται καὶ ἀπορρίπτουν τὸν βαθιὰ θρησκευάμενο Μακρυγιάννη. Ἀπὸ τὴ θέση του αὐτή, ὅπως βεβαίως καὶ ἄλλες, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ἀκραῖος καὶ θρησκόληπτος. Ἡ θρησκοληψία εἶναι νόσημα σοβαρὸ καὶ θέλει προσεκτικὴ ἐκτομή. Ὁ Μακρυγιάννης μπορεῖ νὰ μὴν τὸ καταλάβαινε ὁ ἴδιος, θεολογοῦσε ὀρθόδοξα πιστεύοντας στὴν ἱερότητα καὶ μοναδικότητα τοῦ ἀνεπανάληπτου ἀνθρωπίνου προσώπου καθὼς καὶ στὴ θεόσδοτη ἐλεύθερη βούληση. Δὲν δεχόταν τὴν Ὀρθοδοξία ὡς ἰδεολόγημα, ἀλλὰ ὡς ἐλεύθερη καὶ ἀβίαστη ἐπιλογὴ τέλεια ἐλεύθερων ἀνθρώπων. Ὁ Χριστὸς δὲν πίεσε ποτὲ κανέναν νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι μία εὐγενικὴ πρόσκληση.
.          Ὁ Μακρυγιάννης ὅμως ἦταν σκληρὸς στοὺς συμπατριῶτες του, ποὺ ἀφήνουν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἀκολουθοῦν εὔκολα τὸν πρῶτο αἱρετικό. Μάλιστα φθάνει νὰ τοὺς θεωρεῖ κι ἐχθρούς τοῦ Γένους. Πίστευε πὼς ἡ Ἑλλάδα συμπορεύτηκε μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ εἶχε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀγαπητικὴ συμπόρευση σημαντικὰ ὀφέλη. Τὴν πολυαγαπημένη του πατρίδα τὴν ἤθελε ἐλεύθερη, ζωντανὴ καὶ δημιουργική, ὥστε νὰ ἀνεβαίνει τοὺς ὑψηλοὺς στόχους της, δημιουργώντας συνάμα φιλόκαλο πολιτισμό. Στὰ σπουδαῖα καὶ συγκινητικὰ πομνημονεύματά του φαίνεται καθαρὰ ἡ μεγάλη ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Τὴν Ἑλλάδα τὴ θέλει πρώτιστα ἐλεύθερη, δημοκρατική, δίκαιη, ἐνάρετη καὶ φιλόθεη. Εἶναι φιλόπατρις, φιλοδίκαιος, φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάνθρωπος καὶ φιλάρετος. Εἶναι ἐπίσης ἀντιδυτικὸς καὶ ἀντιβασιλικός, γιατί ἡ Δύση ἔχει παράδοση ξένη ἀπὸ τὴ δική μας καὶ βασιλεῖς ποὺ δὲν εἶναι Ὀρθόδοξοι.
.          Κλαίει γιὰ τὸν ἄτεχνο πρώιμο ἐξευρωπαϊσμὸ τῆς δόλιας πατρίδος του. Χύνει δάκρυα γιὰ τὸν παρασυρμὸ τῶν συμπατριωτῶν του ἀπὸ ξένες ἐλπίδες. Εἶναι ὁ ἀτόφιος Χριστιανὸς τῆς γνήσιας λαϊκῆς εὐσέβειας. Τὰ ὁράματά του εἶναι τῆς φρόνησης καὶ τῆς παραφρόνησής του. Δείχνουν τὴν ψυχή του, τὴν ἀθωότητά του, τὴν ἁγνότητά του, τὴν καλοκαγαθία του, τὴ βαθιὰ πίστη του. Ἀγωνιᾶ γιὰ τὴν τύχη τῆς πατρίδος του, τῆς ἄκλαυτης Ρωμιοσύνης. Ὁ ἔνδοξος πατριώτης Ρουμελιώτης στρατηγὸς εἶναι ὁ γνήσιος Ρωμιὸς τῆς ἀγέρωχης Ρωμανίας, τοῦ ἀκαταμάχητου Ἑλληνισμοῦ, ἕνα τῶν λαμπρῶν καὶ ἐκλεκτῶν τέκνων του, ποὺ ἀξίζει νὰ τὸν θυμόμαστε στὶς δύσκολες ἡμέρες μας.
ΠΗΓΗ: ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»
 πολυτονισμός κειμένου:http://christianvivliografia.wordpress.com

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα (στρατηγός Μακρυγιάννης)


Επίκαιρο χειρόγραφο του θρυλικού Στρατηγού της Ελληνικής Επανάστασης Ιωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864), περί πατριωτισμού, Ορθοδοξίας, Κληρικών και άλλων

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν»

"Εμείς τους παπάδες τους είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. Όχι μόνον δια να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλά και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας σαν λεοντάρια. Ντροπή Έλληνες!"





Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη».

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον.

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

Το χαρτί του πατέρα Κοσμά έβαλα και μου το εκαθαρόγραψαν. Και το εκράτησα ως Άγιον Φυλαχτόν, που λέγει μεγάλην αλήθειαν. Θα πω να μου γράψουν καλλιγραφικά και τον άλλον αθάνατον λόγον του, «τον Πάπαν να καταράσθε ως αίτιον». Θέλω να το βλέπω κοντά στα’ κονίσματά μου, διότι τελευταίως κάποιοι δικοί μας ανάξιοι λέγουν ότι αν τα φτιάξουμε με τον δικέρατον Πάπαν, θα ολιγοστέψουν οι κίντυνοι, τα βάσανα και η φτώχεια μας, τρομάρα τους.

Και είπαν οι άθρησκοι που εβάλαμεν εις τον σβέρκο μας να μη μανθάνουν τα παιδιά μας Χριστόν και Παναγίαν, διότι θα μας παρεξηγήσουν οι ισχυροί. Και βγήκαν ακόμη να’ ποτάξουν την Εκκλησίαν, διότι έχει πολλήν δύναμη και την φοβούνται. Και είπαν λόγια άπρεπα δια τους παπάδες.

Εμείς, με σκιάν μας τον Τίμιον Σταυρόν, επολεμήσαμεν ολούθε, σε κάστρα, σε ντερβένια, σε μπογάζια και σε ταμπούργια. Και αυτός ο Σταυρός μας έσωσε. Μας έδωσε την νίκη και έχασε (οδήγησε σε ήττα) τον άπιστον Τούρκον. Τόση μικρότητα στον Σταυρό, τον σωτήρα μας!

Και βρίζουν οι πουλημένοι εις τους ξένους και τους παπάδες μας, τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους. Εμείς τους παπάδες τους είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. Όχι μόνον δια να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλά και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας σαν λεοντάρια. Ντροπή Έλληνες!




Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Στρατηγός Μακρυγιάννης:῞Ενας Πρόλογος διαχρονικός καί διδακτικός




᾿Οδυσσεύς τοῦ klison: ῾Ο λόγος τοῦ στατηγοῦ Μακρυγιάννη κρύβει ὅλο τό μεγαλεῖο τοῦ ῞Ελληνα μέσα στήν ἁπλότητά του. Νοιάζεται γιά τήν Πατρίδα μά καί γιά τήν θρησκεία του, πού ὁρισμένοι θέλησαν νά τήν φραγκέψουν. ῾Ο λόγος του διαχρονικός καί διδακτικός σάν νά γράφτηκε σήμερα...



«Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ’διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ’μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας...»



Απομνημονεύματα
[ Πρόλογος ]

AΔEΛΦOI ANAΓNΩΣTEΣ!

Eπειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, –από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το Άργος– και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά. Ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά ’σ τα γραφόμενα, και...1 τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης.
Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ’διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ’μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ’ ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ων σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν.
Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περίστασες, οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίον των αιτίων, όχι να ’χω καμμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος πατρίδος μου δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα. Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα, και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκώτερα δια κάθε άτομον.
Πρώτο λοιπόν αυτό, και ύστερα σε πολλά μέρη ’παναλαβαίνω πίσω τα ίδια (ότι είμαι αγράμματος και δεν θυμώμαι και δεν βαστώ σειρά ταχτική) και τρίτο, εκείνα οπού σημειώνω εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνη και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν, και οι προκομμένες του οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο, και όλο το κράτος το ’φεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία, και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον, οπού ’ναι περίτου από τρεις μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών και εκείνοι οπού ’χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα.
Όλα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και από αυτό παθαίνομεν και τι θα πάθωμεν ακόμα ο Θεός το γνωρίζει. Και αυτά ήταν δια τους ξένους σκοπούς του και τις ’διοτέλειές του και για να κατακερματίσουνε και την Τρίτη Σεπτεβρίου – οπού διαλαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας της πατρίδος αυτό το Σύνταμα – και τόχομεν εις το χαρτί και αντίς να μας ωφελήση μας αφανίζει ολοένα. Όλοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ αρχής, είναι άγιοι ομπρός ’σ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ’ όλον οπού τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα.
Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για να τα βγάλη εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ’ αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη τις πράξες του κάθε ενού και τ’ όνομά του με καλόν τρόπον, όχι με βρισές, δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, να ζήσουν ως ανθρώποι ’σ αυτήν την πατρίδα και μ’ αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή να μην τους απατάγη η ’διοτέλεια. Και αν σκοντάψουν, τότε εις τον κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. Όλο εις τον κρεμνόν κυλάμεν κάθε ’μέρα. Όταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά.


ΣHMEIΩΣH

1. Λέξεις δυσανάγνωστες, λόγω φθοράς του χειρογράφου.


(από το Στρατηγού Mακρυγιάννη Aπομνημονεύματα, τόμος A΄, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)