"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάβολος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάβολος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Χριστόφιλος ἢ Χριστομάχος / Τοῦ Ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς






«᾿Eν τούτ γινώσκετε τ πνεμα το Θεο· πν πνεμα μολογε ησον Χριστν ν σαρκ ληλυθότα, κ το Θεο στι· κα πν πνεμα μ μολογε τν ησον Χριστν ν σαρκ ληλυθότα, κ το Θεο οκ στι· κα τοτό στι τ το ντιχρίστου κηκόατε τι ρχεται κα νν ν τ κόσμ στιν δη». ( ωάννου Α΄ 4:2)
Στν πραγματικότητα λα τ πνεύματα καταλήγουν σ δύο εδη: σκενα πο εναι π τν Θε κα σκενα πο εναι π τν διάβολο. π τν Θε εναι κενα πο ναγνωρίζουν κα μολογον τι ησος εναι νσαρκωμένος Θες Λόγος, Κύριος κα Σωτήρας· ν π τν διάβολο εναι κενα πο δν Τν ναγνωρίζουν. φιλοσοφία το διαβόλου συνοψίζεται σ’ ατό: δν ναγνωρίζει τν Θε στν κόσμο, οτε τν παρουσία Του, οτε τν νσάρκωσή Του. σχυρίζεται τι δν πάρχει Θες οτε στν κόσμο, οτε στν νθρωπο, οτε στν Θεάνθρωπο. Κηρύττει τι εναι νοησία ν πιστεύεις τι Θες νσαρκώθηκε σ νθρωπο κα μπορε ν ζήσει μέσα στν νθρωπο· νθρωπος λος εναι δίχως Θεό, ν στ ποο δν πάρχει Θεός, οτε τιδήποτε το Θεο, τιδήποτε θεο, θάνατο, αώνιο. νθρωπος εναι λος πρόσκαιρος, λος θνητός. νήκει στ ζωικ κόσμο, κα σχεδν σ τίποτα δν διαφέρει πατόν, γι’ ατ κα εναι φυσικ ν ζε σν τ ζα, πο εναι πρόγονοί του κα ο φυσικο συνάδελφοί του. Τέτοια εναι στν πραγματικότητα φιλοσοφία το ντίχριστου, πο μ κάθε τρόπο θέλει ν ντικαταστήσει τ Χριστό, ν πάρει τν θέση Του στν κόσμο κα στν νθρωπο. γιος Θεολόγος ξεκάθαρα λέει ατ τν λήθεια: «ν τούτ γινώσκετε τ πνεμα το Θεο· πν πνεμα μολογε ησον Χριστν ν σαρκ ληλυθότα, κ το Θεο στι· κα πν πνεμα μ μολογε τν ησον Χριστν ν σαρκ ληλυθότα, κ το Θεο οκ στι· κα τοτό στι τ το ντιχρίστου κηκόατε τι ρχεται κα νν ν τ κόσμ στιν δη». ταν γράφει «πν πνεμα» μπορε ν ννοε να πρόσωπο, μία διδασκαλία, μία δέα, μία σκέψη. Κάθε διδασκαλία, κάθε δέα, κάθε σκέψη πο δν ναγνωρίζει τι ησος εναι Θεός, Σωτήρας, κα νσαρκωμένος Θεός, κατάγεται π τν ντίχριστο. Κα τέτοια πρόσωπα κα διδασκαλίες κα δέες πρχαν κιόλας π τν δια τν παρουσία το Χριστο στν κόσμο, γι’ ατ γιος Μύστης λέει γι τν ντίχριστο: «κα νν ν τ κόσμ στιν δη». Κάθε νθρωπος, κάθε δέα στν κόσμο πο παρνεται τν κκλησία το Χριστο εναι το ντιχρίστου. Δημιουργς τς κάθε ντιχριστιανικς δεολογίας εναι, μεσα μμεσα, ντίχριστος. Στν πραγματικότητα, λες ο δεολογίες μπορον ν συνοψιστον σ δύο εδη: κενες γι τν Χριστ κα κενες γι τν ντίχριστο. νθρωπος βρίσκεται σ’ ατ τν κόσμο, γι ν λύσει να πρόβλημα στν πραγματικότητα: ἐὰν εναι μ τν Χριστ κατ το Χριστο. Κα κάθε νθρωπος, θέλοντας μή, μόνο ατ τ πρόβλημα ντως λύνει. Εναι Χριστόφιλος Χριστομάχος, δν πάρχει τρίτη κδοχή.


(π τ βιβλίο «ρμηνεία τν πιστολν το γ. ωάννου το Θεολόγου», κδ. «ν πλ»)
 http://www.alopsis.gr

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου: Πῶς ἐργάζεται ὁ διάβολος. ῾Η σημασία τῆς ἀνθρώπινης θελήσεως.

"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
∆εύτερο Μέρος
Πώς εργάζεται ό διάβολος

1)«Ό διάβολος κάνει τό πάν, γιά νά μη βοηθηθή ό άνθρωπος»

Ό διάβολος είναι τεχνίτης. Άν φέρη λ.χ. τήν ώρα τής Θείας Λειτουργίας σέ έναν πνευματικό άνθρωπο έναν ελεεινό λογισμό, εκείνος θά τόν καταλάβη, θά τιναχθή καί θά τόν διώξη.
Γι' αυτό τού φέρνει έναν πνευματικό λογισμό.
«Το τάδε βιβλίο, τοϋ λέει, γράφει αυτό γιά την Θεία Λειτουργία». Μετά θά του τραβήξη την προσοχή λ.χ. στον πολυέλαιο. Θά άναρωτηθή ποιος άραγε νά τόν έφτιαξε.
Ή θά τοϋ θυμίση έναν άρρωστο πού πρέπει νά πάη νά τόν δη. «"Α! έμπνευση, λέει, την ώρα της Θείας Λειτουργίας», ενώ είναι ό διάβολος πού μπαίνει ενδιάμεσος και πιάνει ό άνθρωπος την συζήτηση με τόν λογισμό του.
Όποτε ακούει τόν Ιερέα νά λέη «Μετά φόβου...»καί τότε καταλαβαίνει ότι τέλειωσε ή Θεία Λειτουργία και εκείνος δέν συμμετείχε καθόλου.
Νά, και εδώ στον Ναό· πηγαίνει ή έκκλησάρισσα νά άνάψη τά κεριά στον πολυέλαιο και έχω παρατηρήσει ότι και μεγάλους ακόμη τους αποσπά ό πειρασμός εκεί πέρα καί χαζεύουν την αδελφή πώς ανάβει τά κεριά.
Αυτό είναι τελείως παιδικό. Μόνον τά μικρούτσικα παιδιά χαίρονται με κάτι τέτοια καί λένε: «Τά
άναψε!». Δηλαδή, αυτό γιά τά μικρά παιδιά είναι δικαιολογημένο, άλλα γιά τους μεγάλους;
"Η, ενώ πρέπει νά αποφεύγουμε τις κινήσεις τήν ώρα της Θείας Λειτουργίας, ό πειρασμός μπορεί νά βάλη εκείνη τήν ιερή ώρα μιά αδελφή νά γυρίζη στό αναλόγιο τά φύλλα τοϋ βιβλίου, νά κάνη θόρυβο
καί νά αποσπά τους άλλους. Ακούνε «κρίτς-κρίτς», «τί γίνεται;» λένε, καί φεύγει έτσι ό νους άπό τόν Θεό καί χαίρεται τό ταγκαλάκι.
Γι' αυτό νά προσέχουμε νά μή γινώμαστε εμείς αιτία νά αποσπάται ή προσοχή τών άλλων τήν ώρα τής θείας λατρείας.
Κάνουμε ζημιά στον κόσμο καί δέν τό καταλαβαίνουμε. Ή παρατηρήστε σέ καμμιά ανάγνωση. Όταν φθάνη ό αναγνώστης στό πιο ιερό σημείο, άπό τό όποιο θά βοηθηθούν οί άνθρωποι, τότε ή θά χτυπήση δυνατά άπό τόν αέρα ή πόρτα ή θά βήξη κάποιος καί θά άποσπασθή ή προσοχή τους καί δέν θά ωφεληθούν άπό αυτό τό ιερό σημείο. Έτσι κάνει τήν δουλειά του τό ταγκαλάκι.
Ώ, αν βλέπατε τόν διάβολο πώς κινείται! Λεν τόν έχετε δει, γι' αυτό δέν καταλαβαίνετε μερικά πράγματα!
Κάνει τό πάν, γιά νά μή βοηθηθή ό άνθρωπος. Τό έχω παρατηρήσει στό Καλύβι, όταν συζητώ. Μόλις φθάσω ακριβώς στό σημείο πού θέλω, στό πιο ευαίσθητο, γιά νά βοηθήσω αυτούς πού με ακούν, τότε ή κάποιος θόρυβος γίνεται ή έρχονται άλλοι καί διακόπτω.
Τους βάζει προηγουμένως ό διάβολος νά χαζεύουν απέναντι τήν Σκήτη ή νά βλέπουν κάτι, καί κανονίζει νά έρθουν στό πιο λεπτό σημείο τής συζητήσεως, γιά νά αλλάξω θέμα καί νά μήν ωφεληθούν.
Γιατί, όταν άρχίση ή συζήτηση, ξέρει ό διάβολος ποϋ θά κατάληξη καί, επειδή βλέπει ότι θά πάθη ζημιά, στέλνει κάποιον ακριβώς στό πιό ευαίσθητο σημείο, γιά νά με διακόψη.
«Έ, Πάτερ, άπό ποϋ νά μπούμε;», φωνάζει. «Πάρτε λουκούμια καί νερό καί ελάτε άπό 'κεΐ», τους λέω. Άλλοι μπαίνουν εκείνη τήν στιγμή μέσα, οπότε μέ διακόπτουν, γιατί πρέπει νά σηκωθώ νά χαιρετήσω. Άλλοι έρχονται μετά άπό λίγο καί πρέπει πάλι νά σηκωθώ, αρχίζουν καί τήν κουβέντα «άπό ποϋ είσαι κ.λπ.»...
Όποτε είμαι αναγκασμένος νά αρχίσω πάλι άπό τήν αρχή, νά ξαναπώ φέρ' ειπείν τό παράδειγμα πού έλεγα. Μόλις προχωρώ, φωνάζει άπό κάτω άλλος: «Έ, Πάτερ Παΐσιε, πού μένεις; Άπό 'δώ εΐναι ή πόρτα;». Άντε ξανά νά σηκωθής... Βρέ τόν πειρασμό! Έξι-έπτά φορές μιά μέρα μοϋ έκανε τό ϊδιο, μέχρι πού αναγκάσθηκα καί έβαλα μερικούς... φρουρούς! «Έσύ κάθησε εκεί καί κοίταζε νά μήν έρθη κανένας άπό 'κεί. Έσύ κάθησε έδώ, μέχρι νά τελειώσω τήν δουλειά μου». Έξι-έπτά φορές νά άρχίζης ολόκληρη ιστορία, νά τους φέρνης στό σημείο πού θά βοηθηθούν, καί τά ταγκαλάκια πάλι νά δημιουργούν σκηνές!
Βρέ τόν πειρασμό τί κάνει! Γυρίζει τό κουμπί συνέχεια σέ άλλη συχνότητα. Μόλις ό αγωνιζόμενος πάη νά συγκινηθή λίγο άπό κάτι, τάκ, τοϋ γυρίζει τό κουμπί αλλού καί ξεχνιέται μέ εκείνο. Θυμάται πάλι κάτι πνευματικό; Τάκ, του θυμίζει κάτι άλλο. Τόν κάνει όλο τούμπες. Ό άνθρωπος, αν μάθη πώς εργάζεται ό διάβολος, θά απαλλαγή άπό πολλά πράγματα.
- Γέροντα, πώς θά μάθη;
- Νά παρακολουθή. Άμα παρακολουθή κανείς, μαθαίνει. Βλέπεις, οι τσομπαναραίοι είναι οι καλύτεροι μετεωρολόγοι, γιατί παρακολουθούν τά σύννεφα, τον αέρα.


«Ή φτερούγα της θελήσεως»

Ό κόσμος εύκολα επηρεάζεται καί προς το καλό καί προς το κακό.
Προς τό κακό επηρεάζεται πιό εύκολα, γιατί εκεί κανοναρχεϊ καί ό διάβολος.
Πες σε έναν λ.χ. νά κόψη τό τσιγάρο, γιατί βλάπτει. Μόλις θά άποφασίση νά τό κόψη, θά πάη ό διάβολος καί θά τού πή: «Εκείνο τό τσιγάρο έχει λιγώτερο φαρμάκι, τό άλλο έχει φίλτρο καί καθαρίζει... Κάπνισε άπό 'κεϊνα δεν θά σε βλάψουν».
Θά τού βρη δηλαδή μιά δικαιολογία, γιά νά μην τό κόψη· θά τού βρη... μιά λύση! Γιατί ό διάβολος μπορεί νά μάς βρη ένα σωρό δικαιολογίες. Καί εκείνο τό τσιγάρο πού τού προτείνει, μπορεί νά τόν βλάψη ακόμη περισσότερο. Γι' αυτό χρειάζεται νά έχουμε θέληση.
Καί αν κανείς δεν κόψη τά κουσούρια του, όταν είναι ακόμη νέος, μετά είναι δύσκολο νά τά κόψη, γιατί, όσο περνάει ή ηλικία, εξασθενεί ή θέληση.
Αν ό άνθρωπος δέν έχη θέληση, δεν μπορεί νά κάνη τίποτε. Ό Ιερός Χρυσόστομος λέει: «Έν τω θέλειν καί τω μη θέλειν κείται τό παν» [1]
Δηλαδή όλα εξαρτώνται άπό τό αν θέλη ή αν δέν θέλη ό άνθρωπος. Μεγάλη υπόθεση! Ό Θεός είναι φύσει αγαθός καί θέλει πάντοτε τό καλό μας. Χρειάζεται όμως νά θέλουμε καί εμείς. Γιατί ό άνθρωπος πετά πνευματικά μέ δυο φτερούγες- μέ τήν θέληση τού Θεού καί μέτήν θέληση τήν δική του.
Ό Θεός τήν μιά φτερούγα - τήν δική Του θέληση - μάς τήν έχει κολλήσει μόνιμα στον έναν ώμο μας. 'Αλλά γιά νά πετάξουμε πνευματικά, πρέπει καί εμείς νά κολλήσουμε στον άλλο ώμο τήν δική μας φτερούγα, τήν ανθρώπινη θέληση.
Άμα ό άνθρωπος έχη δυνατή θέληση, έχει τήν φτερούγα τήν ανθρώπινη, πού ισορροπεί μέ τήν θεϊκή φτερούγα, οπότε πετάει. Ένώ, αν ή θέληση του είναι ατροφική, πάει νά πετάξη λίγο καί τουμπάρει. Ξαναπροσπαθεί λίγο, πάλι τούμπα!

- Γέροντα, καλλιεργείται ή θέληση;

- Δέν έχουμε πει ότι όλα καλλιεργούνται; Θέληση υπάρχει σέ όλους τους ανθρώπους, σέ άλλους λίγη καί σέ άλλους περισσότερη.
Όταν ό άνθρωπος έχη διάθεση νά άγωνισθή, προσεύχεται καί ζητά άπό τόν Θεό νά τού αύξηση τήν θέληση, καί ό Θεός τόν βοηθάει. Όταν δέν κάνη προκοπή ό άνθρωπος, τότε νά ξέρη ότι ή δέν βάζει καθόλου θέληση ή θά βάζη λίγη καί αυτή θά είναι εξασθενημένη, οπότε καί αυτό πάλι δέν βοηθάει. Ένα πουλί, ας υποθέσουμε, έχει τήν μία φτερούγα του γερή, άλλα παραμελεί τήν άλλη· της πέφτουν μερικά φτερά καί μετά δέν μπορεί νά πετάξη σωστά.
Ή μία φτερούγα δουλεύει καλά, ή άλλη όμως είναι σάν τήν σπασμένη τσατσάρα. Τήν κουνάει τό πουλί, άλλα μπαίνει αέρας ενδιάμεσα καί δέν μπορεί νά πετάξη καλά. Πετάει λίγο καί μετά κάνει τούμπες. Πρέπει νά έχη ακέραιη καί αυτήν τήν φτερούγα, γιά νά μπορή νά πετάη.
Έτσι καί ό άνθρωπος, θέλω νά πω, πρέπει νά προσεχή καί νά μήν παραμελή τήν ανθρώπινη θέληση, άν θέλη νά πετάη συνέχεια σωστά, πνευματικά.
Γιατί τό ταγκαλάκι τί κάνει; Πάει σιγά-σιγά καί τραβάει άπό τήν ανθρώπινη φτερούγα πρώτα κανένα μικρούτσικο φτερό, ύστερα κανένα λίγο μεγαλύτερο, καί άν δέν προσέξη ό άνθρωπος, τού βγάζει και ένα μεγάλο, οπότε πάει νά πετάξη και δέν μπορεί. Και άν τυχόν του τραβήξη μερικά φτερά, τότε, όταν πάη νά πετάξη, μπαίνει αέρας στην φτερούγα πού τής λείπουν φτερά και κάνει τούμπες.
Ή θεϊκή φτερούγα είναι πάντα γεμάτη, συμπληρωμένη· δέν τής λείπουν φτερά, γιατί ό διάβολος δέν μπορεί νά τά τραβήξη καί νά τά βγάλη· είναι θεϊκή.
Νά προσεχή ό άνθρωπος νά μήν άμελήση καί του βγάλη ό διάβολος κανένα φτερό από τήν δική του φτερούγα.
Όταν άρχίζη σιγά-σιγά λίγο ή τεμπελιά, λίγο ή αδιαφορία, εξασθενεί ή θέληση.
Τί νά κάνη ό Θεός, άν δέν θέλη ό άνθρωπος; Δέν θέλει νά έπέμβη, γιατί σέβεται τήν ελευθερία του άνθρωπου.
Αχρηστεύει έτσι ό άνθρωπος καί τήν φτερούγα τού Θεού. Όταν όμως έχη θέληση, έχη δηλαδή καί τήν δική του φτερούγα ακέραιη, τότε θέλει ό Θεός, θέλει καί ό άνθρωπος, καί πετάει ό άνθρωπος.
- Δηλαδή, Γέροντα, τί είναι ακριβώς αυτό τό πέταγμα; Εννοείτε νά θέλω νά προοδεύσω πνευματικά, νά θέλω τήν σωτηρία μου;
- Ναί, βρέ παιδί! Όταν λέω πέταγμα, εννοώ τήν άνοδο τήν πνευματική, δέν εννοώ νά πετάξω νά ανέβω σέ κανένα κυπαρίσσι!
- Είχατε πει, Γέροντα, ότι μπορεί νά όργώνη κανείς, νά σπέρνη, νά κάνη όλες τις σχετικές διαδικασίες, καί νά μή βγάζη ούτε τον σπόρο.
- Ναί, έτσι είναι. Άμα δέν προσεχή κανείς, τού κλέβει τον κόπο του ό διάβολος· ενώ, άν προσεχή καί παίρνη στά ζεστά τό θέμα τής σωτηρίας τής ψυχής του, αγωνίζεται, προκόβει, καρποφορεί, τρέφεται πνευματικά καί χαίρεται αγγελικά.


1. Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου, Υπόμνημα εις την προς Θεσσαλονικείς επιστολήν πρώτην, Ομιλία Ε΄, PG 62, 428.


Απόσπασμα από τις σελίδες  113 -118  του βιβλίου:

        ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ  Β΄              
              ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
                  ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
                  ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑΝ



Διασκευή: ωάννη Β. Κωστάκη
 
    Στ συναξάρι το γίου Βασιλείου το Μεγάλου, χει καταγραφε, μ κάθε νατριχιαστικ λεπτομέρεια, να συγκλονιστικ περιστατικ Μαύρης Μαγείας. πρόσφατη θλιβερ πικαιρότητα πιβάλλει ν τ προσεγγίσουμε κα ν ξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα κα διδάγματα.
    Στ χρόνια το Μεγάλου Βασιλείου (329–379) στν Καισάρεια ζοσε κάποιος ρχοντας, πο νομάζονταν Προτέριος. ταν πλούσιος κα θεοσεβής. Ατς εχε μι μονάκριβη κόρη, ραιοτάτη στν ξωτερική της μφάνιση. πανοργος χθρς τς γνότητος κα καθαρότητος, διάβολος, ναψε τν κακ πιθυμία σ ναν δολο το ρχοντος, ν τν καταστήσει σύζυγό του. Μ μπορώντας ν κανοποιήσει τν πιθυμία του μ λλο τρόπο, κατέφυγε σ ναν περιώνυμο μάγο, εδωλολάτρη κα πηρέτη το διαβόλου. Γεμάτος πάθος κα πιθυμία διατύπωσε τ ατημά του· «Ἐὰν καταφέρεις ν μεταστρέψεις τν καρδι τς θυγατέρας το κυρίου μου, στε ν μ γαπήσει κα ν μ πάρει ς σύζυγό της, τότε θ γίνω δολος σου κα θ σο δώσω ,τι θέλεις».
    Ὁ διαβολοκίνητος μάγος, δν φησε τν εκαιρία ν το ξεφύγει, κα χαρούμενος το πάντησε: «Ἐὰν ρνηθες γγράφως τ Χριστό, θ κανοποιήσω τν πιθυμία σου». λεεινς κενος δολος μ πολ λαχτάρα πάντησε: «ρνομαι τ Χριστ κα μ λόγια (προφορικ) κα γραπτς, ρκε μόνο ν γίνει τ θέλημά μου».
    Ἀφο μάγος πρε τ διαβεβαίωση, πο θελε γι ν ξεκινήσει τ συνεργασία του μ τν διάβολο, το δωσε να γράμμα κα το δωσε ντολ ν πάει ν τ τοποθετήσει τ μεσάνυχτα στ μνημεο νς εδωλολάτρη. κε φο πικαλεσθε τν δαίμονα ν ψώσει τ γράμμα στν έρα. «Τότε, το επε, θ ρθουν ο δαίμονες κα θ σ ρπάξουν κα θ σ δηγήσουν στν ρχοντά τους. κε θ γίνει ατό, πο πιθυμες».
    Τ περιεχόμενο το γράμματος ατο εχε περίπου ς ξς: «Σο στέλνω ατν τν νέο, πο πληγώθηκε π ρωτα. Σ παρακαλ ν κανοποιήσεις τ θέλημά του, γι ν εμαι τσι περήφανος μεταξ τν νθρώπων κα ν ρχονται σ μένα».
    Ατ τ γράμμα, τ παρέδωσε μάγος στν νέο. κενος κτελώντας τν ντολή του, πγε κα στάθηκε πάνω στ μνημεο νς εδωλολάτρη. Κάλεσε τος δαίμονες κα πέταξε ψηλ τν πιστολή. μέσως φάνηκαν μπροστά του ο δαίμονες κα το επαν: «ν θέλης ν γίνη πιθυμία σου, κολούθησέ μας». κενος κολούθησε κα τν δήγησαν κε πο κάθονταν μιαρς διάβολος, πάνω σ ψηλ κάθισμα, περιτριγυριζόμενος π τ δαιμόνια. φο διάβασε τ γράμμα, πο το στειλε μάγος, ρώτησε τν νέο· «πιστεύεις σ μένα;». Κι κενος το πάντησε· «Να πιστεύω». Ξαν διάβολος τν ρωτ: «ρνεσαι τν Χριστό;». «Να τν ρνομαι», πάντησε νέος. Κι πανοργος διάβολος συνέχισε μονολογώντας· «χάριστοι εστε σες ο χριστιανοί. ταν σς παρουσιάζεται νάγκη ρχεστε πρς μένα, ταν δ γίνει ατό, πο θέλετε, μ ρνεστε κα πτε πάλι στν Χριστό. Κι ατς, πειδ εναι φιλάνθρωπος, σς δέχεται» κα πευθυνόμενος στ νέο προσθέτει: «λλ ν ρνηθς γραπτς τν πίστη σου κα τ βάπτισμα. Γράψε τι δέχεσαι ν κολαστες, αώνια μαζί μου στν μέρα τς κρίσεως, κα τότε θ σ κανοποιήσω». Τότε δυστυχς κενος νέος, καθς ταν τυφλωμένος π τν ρωτά του, δωσε γραπτ τν ρνηση τς πίστεώς του, πως το ζήτησε δαίμονας. Μετ π τν πράξη του ατή, μ τν ποία δήλωσε ποταγ στν διάβολο, γύρισε στ σπίτι το φέντη του.
    Ὁ διάβολος, μέσως, στειλε τος πηρέτες του ν παρασύρουν τν κόρη το ρχοντα Προτέριου, στν πιθυμία το σεβος νέου. στερα π λίγες μέρες, θώα κα νύποπτη κόρη το ρχοντα μέχρι τότε, ρχισε ν ζητ πίμονα π τν πατέρα της: « δστε μου ς σύζυγο τν τάδε δολο, διαφορετικ θ θανατωθ».
    Ο δύστυχοι γονες τς δαιμονόπληκτης πλέον κοπέλας, βλέποντας π τ μι μερι τν πιμονή της, π τν λλη τς πόπειρες ατοκτονίας της (μ παγχονισμ) κα φο κουσαν κα τς συμβουλς τν φίλων τους ποφάσισαν μ θρήνους κα δυρμος ν τς δώσουν τν δεια κανοποιήσεως τς πιθυμίας της.
    Πράγματι, καμαν τος γάμους.
    Ἀπ τ στιγμ μως, πο γινε γάμος, νέος δν ξαναπάτησε τ πόδι του στν κκλησία, οτε κοινωνοσε τν χράντων μυστηρίων, λλ δν κανε πλέον κα τ σημεο το Σταυρο. Τ συμπτώματα ατά, πο τ παρετήρησαν πρτοι ο γείτονες, τ πεσήμαναν στ σύζυγό του, λέγοντάς της τι· « σύζυγός σου δν εναι χριστιανός».
    Ἔπειτα π λίγο καιρ γυναίκα ατ ξέφρασε τος φόβους της πρς τν νδρα της, φο τν βλεπε τι ν κα εχαν περάσει τόσες Κυριακς κα λλες ορτς κενος δν κκλησιάζονταν, δν κοινωνοσε, δν κανε τν Σταυρό του. Κα προσέθεσε: «γ νόμιζα τι εσαι χριστιανς κα γι ατ σ παντρεύτηκα. ν λοιπν δν δεχθες ν πμε στν κκλησία, θ σ χωρίσω».
    Ὅταν νδρας της εδε τι δν μπορε πλέον ν ποκρύψει ατό, πο εχε κάνει γι ν τν κερδίσει τς επε· «γ γι τν γάπη σου ρνήθηκα, γγράφως, τν Χριστό. Γι ατ δν μπορ πλέον ν μπ στν κκλησία κα ν κοινωνήσω».
    Ἡ μολογία ατ τν συγκλόνισε κα ξέσπασε σ σταμάτητους θρήνους, γι τ συμφορά, πο τν βρκε. σπευσε τότε στν γιο Βασίλειο κα μ δάκρυα διηγήθηκε τ πρόβλημά της. Ὁ Ἅγιος κάλεσε τν νέο, ποος μετανοημένος πιά, γιατ κτς τν λλων χανε κι ατ γι τ ποο ρνήθηκε τν Χριστό, ξωμολογήθηκε λόκληρη τν λήθεια. νέος διαβεβαίωσε τν γιο γι τν μετάνοιά του, λλ τόνισε τι δν μπορε ν πανορθώσει, φο ρνήθηκε γγράφως τν πίστη του.
    Ὁ Ἅγιος Βασίλειος το δωσε θάρρος, τονίζοντας τι ν μετάνοιά του εναι ελικρινής, τότε κα ατ τ χαρτί, πο πέγραψε κα κρατοσε διάβολος, κα ατ μπορε ν χρηστευθε. Συντετριμένος νέος επε στν γιο: «Στ λαιμό σου κρέμεται ψυχή μου, γιε Δέσποτα, κα θ κάνω ,τι μ διατάξεις». Τότε γιος, κλεισε τν νέο σ να κελλ κα το επε: «Μενε δ κα προσευχήσου. Θ νηστέψεις τρες μέρες κα κατόπιν θ ρθω ν σ δ».
    Ἐν νέος ρχισε τν γώνα γι τν ποδέσμευσή του π τν ξουσία το διαβόλου, γιος προσευχόταν νηστεύοντας γι τ σωτηρία του. Μετ π τρες μέρες γιος Βασίλειος πισκέφθηκε τν γωνιζόμενο νέο κα τν ρώτησε πς περνοσε. Κάθιδρως νέος το πήντησε: «Σ μεγάλη νάγκη, ερίσκομαι γιε το Θεο. Δν μπορ ν ποφέρω τς φωνς κα τος δαρμος τν δαιμόνων. Κρατον τν γραπτ μολογία μου, μ πολεμον κα λένε· σο κι ν κοπιάζεις, δν θ μπορέσης ν λευθερωθς, γιατ μες κρατμε τ διόχειρο γράμμα σου».
   Ὁ Ἅγιος νισχύοντάς τον στν γώνα του το επε· «Μ φοβσαι, παιδί μου, μόνον πίστεψε κα θ σωθες». Κι φο το δωσε ψωμ κα νερ τν κλεισε πάλι μέσα στ κελλί του. στερα π λίγες μέρες τν πισκέφθηκε γιος γι δεύτερη φορά, γι ν διαπιστώσει τν πρόοδο το γώνα, λλ κα τν κατάσταση στν ποίαν βρίσκονταν τώρα. Στ σχετικ ρώτημα το γίου, νέος πι ρεμος πάντησε· «Μ τς εχές σου γιε εμαι καλά. Γιατ τώρα δν βλέπω πι μ τ μάτια μου τος δαίμονες. κούω μόνο π μακρυ τς φωνς κα τς πειλές τους».
    Γι δεύτερη φορ γιος το φησε τροφή, προσευχήθηκε γι ατόν, κλεισε τν πόρτα το κελλιο κα φυγε. Πέρασαν κόμα 40 μέρες γνος, νηστείας κα προσευχν. Ξαν γιος ρχεται ν πισκεφθε τν γωνιζόμενο νέο. Ζητ κα πάλι ν πληροφορηθε γι τν κατάστασή του. Κι κενος χαρούμενος τώρα τν πληροφορε· «Μ τς εχές σου, γιε Δέσποτα, εμαι πολύ καλά. Τώρα δν βλέπω οτε τν σκι τν κακν δαιμόνων, οτε κούω τς παίσιες φωνές τους. Μάλιστα δ ατ τ νύχτα εδα ραμα, τι πάλεψες γι μένα μ τ διάβολο κα τν νίκησες». Ατ τ περίμενε γιος. Χαρούμενος πι γι τ ποτέλεσμα δωσε ντολ ν συγκεντρωθε κλρος κα λας σ εχαριστήριο λονύκτια κολουθία στν . Να το Κυρίου.
    Τν τρίτη ρα τς νύχτας μπκε γι ν ρχίσει τ Θεία Λειτουργία. Τν ρα δ πο λειτουργοσε, ρθαν κε ο δαίμονες γι ν ρπάξουν τν νέο, πο ταν μέσα στν . Ναό. νέος τρομοκρατήθηκε. τρεξε κα πιάστηκε π τν γιο φωνάζοντας: «λέησέ με, δολε το Θεο, λέησέ με. Ν ρθαν ο δαίμονες κα θέλουν ν μ ρπάξουν». γιος τότε ργισμένος πευθύνεται πρς τος δαίμονες λέγοντάς τους: «ναίσχυντοι κα βρωμεροί, δν σς φτάνει δική σας πώλεια, λλ ρθατε κα μέσα στν ερ Ναό, γι ν ρπάξετε κι ατόν;». νας π τος δαίμονες παντώντας στν γιο επε: «Μ δικες Βασίλειε. γ δν πγα πρς ατόν, λλ ατς μ τ θέλησή του, ρθε σ μένα κα ρνήθηκε τν πίστη του. Ν κρατ τν γραπτ μολογία του».
    Ὕστερα π ατν τν διάλογο μ τν δαίμονα, γιος κατάλαβε τι ο δαίμονες δν πρόκειται ν γκαταλείψουν τν γώνα, ν δν τος πάρει τ γραπτ κείμενο, μ τν πογραφή το νέου, πο κρατοσαν κα μ τ ποο τν κβίαζαν. πευθύνεται τότε πρς τ λαό, πο εχε κατακλύσει τν ερ Να κα τν καλε «μετ δακρύων» ν ναφωνήσουν τό, «Κύριε λέησον». Κα τ κείμενο το ερο συναξαριστ τελειώνει ς ξς· «σταμένου δ το λαο, ς γιος πρόσταξε κα ναφωνοντος π ρας πολλς «Κύριε λέησον», δο τ γγραφον το νέου κείνου, π το έρος φερόμενον, λθε κα τέθη π τν χειρν το γίου. Δεχθες δ τοτο γιος κα εχαριστήσας τν Θεόν, επε πρς τν νέον· «ναγνωρίζεις τ διόγραφον γράμμα σου;». νέος πήντησε· «Ναί, γιε το Θεο, τοτο εναι».
    Ττε γιος σχισεν ατ ες λεπτ τεμάχια κα συνεπλήρωσε τν Θείαν Λειτουργίαν. Μετ δ τατα, φο νουθέτησεν ατν κα λειψε δι θείου Μύρου, τν παρέδωσεν ες τν δίαν ατο γυνακα κα πέστρεψεν ες τν οκον ατο δοξάζων κα ελογν τν Πανοικτίρμονα Θεόν».
    Τελικ παρατήρηση·
    Ὁ διάβολος, προαιώνιος χθρς το νθρώπου, κα τ ργανά του, μ θανάσιμο μίσος κα πύθμενη κακότητα ργάζονται γι τν πώλεια το κόσμου κα το νθρώπου. Εναι ποτελεσματικ φέλιμο ν γνωρίζουμε τι: «οκ στιν ν λλ οδεν σωτηρία, μ ν τ νόματι ησο Χριστο».
    Γι τ λόγο ατ συναμαρτωλ δελφέ: «νόματι ησο, μάστιζε τος πολεμίους». που Χριστός, κε διάβολος φανίζεται κα ο μεθοδεες του διαλύονται.

Πηγή:http://www.pmeletios.com/