"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσευχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσευχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Ποιοί εἶναι οἱ καρποί τῆς εὐχῆς τοῦ ᾿Ιησοῦ / Γέροντας Κλεόπα ᾿Ηλιέ



—   Ο πρώτος καρπός της ευχής του Ιησού είναι η αποβολή των νοερών παραστάσεων από τις ματαιότητες του κόσμου, κατά τον άγιο Διάδοχο, ο οποίος λέγει: «Αυτά που είχαν μπει παλαιότερα στην καρδιά του ανθρώπου εξαφανίζονται μαζί με όλες τις ωραιότητες της ζωής».

—   Ο δεύτερος καρπός της ευχής είναι η φοβερά θέα της ασω­τίας της ψυχής, η οποία εκδηλωνόταν με τις σωματικές αισθήσεις και τους κακούς λογισμούς. Απ' αυτή την θέα αποκτά ο άνθρωπος ταπείνωσι, πένθος, δάκρυα, όπως λέγη ο άγιος Γρηγόριος ο Παλα­μάς.

—   Ο τρίτος καρπός της καρδιακής προσευχής είναι ότι, με την επιστροφή του νου στην καρδιά, τόσο ο νους όσο και η καρδιά του ανθρώπου, γίνονται σαν ένας καθαρός καθρέπτης στον οποίον ο ίδιος ο αγωνιστής γνωρίζει τις πονηρές κινήσεις των σκέψεών του και καλεί τον Ιησού σε βοήθεια.

—   Ο τέταρτος καρπός είναι η αγνότης της φύσεως, καθότι το έργο της καθαρότητος της φύσεως είναι υπεράνω αυτής της φύσε­ως, ως δοσμένο από την Θεία Χάρι του Παναγίου Πνεύματος.

—   Ο πέμπτος καρπός της προσευχής είναι ότι, μπαίνοντας ο νους στην καρδιά για να μιλήση εκεί με τον ενδιάθετο λόγο, κατα­κλύζεται από μεγάλη χαρά και πνευματική ευφροσύνη, όπως δηλώνη γι' αυτά ο Ιωσήφ Βρυένιος.

—   Ο έκτος καρπός της ευχής είναι ότι με αυτή την προσευχή κατασκηνώνει η Χάρις του Θεού μυστικά μέσα στην καρδιά.

—   Ο έβδομος καρπός είναι ότι με την αδιάλειπτη μνήμη του Ονόματος του Ιησού, γεννάται στην ψυχή η αγάπη προς τον Χρι­στό. (Βλέπε «Φυλακή των πέντε αισθήσεων» του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου).

—  Άλλοι καρποί της προσευχής είναι: Η συμμάζωξις των λο­γισμών, η ευλάβεια, η προσοχή επί του εαυτού μας, η ταπείνωσις, ο φόβος του Θεού, η μνήμη του θανάτου, η ειρήνη της καρδιάς και των λογισμών, η συγκέντρωσις της προσοχής στην καρδιά και η πνευματική θερμότης.

Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ
«Πνευματικοί Λόγοι»
Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη 1992


impantokratoros.gr/http://anavaseis.blogspot.com

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΠΑΠΑ -ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ




Όταν το 1917 στην Ρωσία έγινε ή επανάσταση των Μπολσεβίκων, συνέλαβαν στην Οδησσό 17 ιερείς για να τούς εκτελέσουν. Ένας απ' αυτούς κρύφθηκε στα δάση και σώθηκε μετά βρήκε τα δύο του παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, τα όποια είχαν κρύψει οι γείτονες του και γλύτωσαν από τούς κομμουνιστές. Την πρεσβυτέρα του όμως την συνέλαβαν και την εκτέλεσαν.
Ό ιερέας αυτός ονομαζόταν παπά-Γιάννης και ήταν Έλληνας. Πήρε λοιπόν τα δύο του παιδιά και Περιπλανώμενος από τόπου εις τόπον, πεζοπορώντας το περισσότερο διάστημα ήρθε μέσω Ρουμανίας και Βουλγαρίας στην Ελλάδα, την πατρίδα του. Έκανε εφημέριος στην Μακεδονία και στην Θράκη. Έπειτα ήρθε στο χωριό Σκουτερά Αγρινίου,
διότι ήταν κενή ή θέση του εφημερίου.
Ό παπά-Γιάννης ήταν ρακένδυτος. Φορούσε ένα τριμμένο ράσο με ένα ξυλάκι από ρείκι για κουμπί και στο λαιμό του είχε κρεμασμένο με μαύρο κορδόνι ένα ξύλινο Σταυρό. Έμοιαζε με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Από τη νηστεία και τις ταλαιπωρίες είχε όψη εξαϋλωμένη, ήταν «πετσί και κόκαλο».
Το χωριό Σκουτερά τον καλοδέχτηκε και τον βοήθησε στις ανάγκες του. Έμενε σ' ένα δωμάτιο μαζί με τα δύο του παιδιά, το κορίτσι δέκα ετών και το παιδί οκτώ ετών. Άρχισε λοιπόν ό παπά-Γιάννης να λειτουργεί τακτικά, να κηρύττει τον λόγο του Θεού, να εξομολογεί και να κοινωνεί τούς ανθρώπους. Έτρεχε να βοηθά πνευματικά όπου τον καλούσαν, να διαβάζει ευχές σε αρρώστους και σε άρρωστα κτήνη πού αμέσως θεραπεύονταν.
Μία νέα από την Σκουτερά είχε παντρευτεί στην Σταμνά. Όταν επισκέφθηκε το χωριό της άκουσε να μιλούν με θαυμασμό για τον παπά-Γιάννη. Της είπαν: «Μάς έστειλαν έναν παπά, λες και είναι ό ίδιος ό Χριστός, τόσο καλός είναι».
Ή νέα είπε ότι στην Σταμνά υπάρχει μία γυναίκα δαιμονισμένη επί δεκαοκτώ χρόνια. Οι συγγενείς της την γύρισαν σε γιατρούς και σε πολλά Μοναστήρια τρέξανε σ' όλη την Ελλάδα αλλά αυτή δεν θεραπεύτηκε. Ζήτησε και είδε ή ίδια τον παπά-Γιάννη και τον παρακάλεσε να θεραπεύση την πάσχουσα. Αυτός ζήτησε να δη πρώτα την δαιμονισμένα Έκανε προσευχή και αποφάσισε να την αναλάβει.
Την Κυριακή στο τέλος της θείας Λειτουργίας ό παπά-Γιάννης ανακοίνωσε τα έξης στο εκκλησίασμα: «Χριστιανοί, θα κάνουμε έναν αγώνα για να θεραπευτή ή γυναίκα πού την βασανίζει ό σατανάς επί 18 χρόνια. Θα νηστέψουμε 40 μέρες, θα κάνουμε κάθε μέρα Λειτουργία. Θα εξομολογηθούμε, θα κοινωνήσουμε, θα φέρνουμε την γυναίκα κάθε βράδυ στην Εκκλησία και θα κάνουμε Παράκληση. Στην Λειτουργία δεν θα την φέρνουμε εδώ, διότι ό σατανάς θα δημιουργήσει φασαρία. Θα ειδοποιήσουμε και τα γύρω χωριά οποίος θέλει να έρθει».
Την Κυριακή το βράδυ έφεραν την γυναίκα στην Εκκλησία του άγιου Νικολάου. Μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Στην Εκκλησία δεν ήθελε να μπει με κανένα τρόπο. Το δαιμόνιο μούγκριζε, έβριζε τούς πάντες, απειλούσε ότι θα κάψει την Εκκλησία, και έβγαζε αφρούς από το στόμα της. Την έπιασαν μερικοί δυνατοί άντρες και την έφεραν κάτω από τον πολυέλαιο. Ό παπά-Γιάννης κρατώντας τον Σταυρό διάβαζε από το Ευχολόγιο τούς εξορκισμούς και την σταύρωνε. Κρατούσε τον Σταυρό πάνω στο κεφάλι της και εκείνη φώναζε: «Πάρε αυτό το σφυρί από το κεφάλι μου, με πληγώνεις- δεν υποφέρω αυτό το σφυρί». Το πλήθος των χριστιανών έκαναν μετάνοιες και έλεγαν το «Κύριε έλέησον».
Ό παπά-Γιάννης έλεγε στον κόσμο: «Χριστιανοί, κάνετε υπομονή, θα τον εξοντώσουμε τον σατανά».
Είχε πει και στον Δάσκαλο ό παπάς να φέρνει όλα τα παιδιά του Σχολείου, πού έλεγαν κι αυτά το «Κύριε έλέησον» και έκαναν μετάνοιες. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Ό διάβολος με το στόμα της δαιμονισμένης έλεγε στα παιδιά του Σχολείου: «Πηγαίνετε έξω παιδάκια, σας κοροϊδεύει αυτός ό παλιό παπάς πού βρωμάνε τα χνώτα του από τη νηστεία. Μία ωραία νύφη περνά, πηγαίνετε έξω, περιμένει ή μαμά σας με μία φέτα καθάριο ψωμί με ζάχαρη πάνω στο ψωμί». Δηλαδή έλεγε ότι ζήλευαν και επιθυμούσαν να έχουν τα παιδιά τότε, με σκοπό να τα βγάλει έξω.
Έρχονταν και από τα γύρω χωριά κόσμος. Μία μέρα μπήκε μέσα κάποιος και του λέγει ό διάβολος με το στόμα της δαιμονισμένης: «Ω, καλώς τον φίλο μου τον τάδε, εσύ είσαι πού την τάδε μέρα έκανες αυτό και αυτό, ήρθες και εσύ να προσευχηθείς για να με βασανίσεις;». Όντως ήταν αλήθεια αυτά και ό άνθρωπος αυτός έφυγε καταντροπιασμένος, δεν άναψε ούτε κερί. Το παράδοξο είναι ότι ή δαιμονισμένη έβλεπε προς το Ιερό, δεν γύρισε να δη πίσω της, πού ήταν πολύς κόσμος, αλλά τον είδε με άλλο τρόπο και του αποκάλυψε τις ανεξομολόγητες αμαρτίες του.
Κάποιο βράδυ, ενώ είχε μαζευτεί πολύς κόσμος και ό παπά-Γιάννης διάβαζε την δαιμονισμένη, είπε κάποιος στον διπλανό του: «Κάνε καλά τον σταυρό σου. Σταυρός είναι αυτός πού κάνεις, λες και παίζεις μαντολίνο». Ακούστηκε τότε ή φωνή της δαιμονισμένης να λέει: «Άφησε τον άνθρωπο, καλά κάνει τον σταυρό του».
Ή δαιμονισμένη φώναζε κάποτε: «Στείλτε να φέρετε τον φίλο μου τον τάδε παπά». Ήταν ένας παπάς σε κάποιο χωριό πού ή ζωή του δεν ήταν καλή. Αυτός ό παπάς δεν τόλμησε να έρθει στην Εκκλησία.
Ό αγώνας του παπά-Γιάννη συνεχίσθηκε για να βγάλει το δαιμόνιο από την γυναίκα. Σ' αυτό το διάστημα πληροφορήθηκε από το ίδιο το δαιμόνιο πού ήταν μέσα στην γυναίκα, ότι είναι ό Εωσφόρος, ό αρχηγός των δαιμόνων. Μπήκε μέσα της κατά την ώρα πού τηγάνιζε ψάρια, επειδή ό αδελφός της αγανακτισμένος από κάποια αφορμή της είπε να μπει ό διάβολος μέσα της. Από εκείνη την στιγμή δαιμονίστηκε ή γυναίκα.
Ό αγώνας τώρα για τον παπά-Γιάννη ήταν σκληρός. Ό διάβολος τον έβριζε, τον απειλούσε λέγοντας ότι θα γκρεμίσει την Εκκλησία, θα κάψει το χωριό, «θα βγω απ' αυτή την σκύλα», έλεγε, «και θα μπω στην κόρη και στον γιό σου». Ό παπά-Γιάννης του απαντούσε: «Δεν έχεις δικαίωμα να μπεις πουθενά, μόνο στην άβυσσο έχεις δικαίωμα να πάς».
Μετά από ένα μήνα, ένα βράδυ αφού τελείωσε ή Παράκληση και έφυγε ό κόσμος μαζί και ή δαιμονισμένη, ό παπά-Γιάννης έκλεισε την πόρτα της Εκκλησίας, γονάτισε μπροστά στην εικόνα του Χριστού και άρχισε να προσεύχεται με δάκρυα για να ελευθερωθεί ή βασανισμένη ψυχή από το δαιμόνιο. Από τις οκτώ το βράδυ μέχρι τις τρεις το πρωί προσευχόταν συνεχώς. Ανησύχησαν οι χωριανοί για τον παπά-Γιάννη πού δεν επέστρεψε σπίτι του, κοντά στα παιδιά του πού τον περίμεναν. Πήγαν μαζί με τα παιδιά του και τον βρήκαν γονατιστό να προσεύχεται. Ή κόρη του πού ήξερε από άλλες φορές, είπε: «Αφήστε τον να προσευχηθείς». Όταν συνήλθε ό παπά-Γιάννης από την προσευχή πού είχε απορροφηθεί, πήγε στο σπίτι του να κοιμηθεί. Στον ύπνο του άκουσε φωνή πού του είπε: «Παπά-Γιάννη, ή γυναίκα μετά τις τριάντα εννιά μέρες, αφού περάσει ή 12η ώρα, τα μεσάνυχτα, θα ελευθερωθεί από τον σατανά».
Την τελευταία ημέρα είπε ό σατανάς στον παπά-Γιάννη: «Παπά-Γιάννη με εξόντωσες». Και πράγματι την 40η ημέρα βγήκε από την γυναίκα ή όποια ελευθερώθηκε από το μαρτύριο και έζησε έκτοτε υγιής πολλά χρόνια.
Ό παπά-Γιάννης στο δωμάτιο πού κοιμόταν με τα παιδιά του, δεν είχε σχεδόν τίποτε εκτός από δύο «τσόλια» (σκεπάσματα, κουβέρτες), τα όποια είχαν δώσει οι γυναίκες του χωριού. Στο ένα κοιμόνταν τα παιδιά του και στο άλλο αυτός. Έστρωνε το μισό κάτω στο πάτωμα και με το άλλο μισό σκεπαζόταν. Είχε μεγάλη πίστη στον παντοδύναμο Κύριο. Αισθανόταν ότι ή προσευχή του εισακούεται από τον Θεό και γι' αυτό γίνονται θαύματα. Έλεγε: «Όταν ζητήσω από τον Θεό να ισοπέδωση το βουνό διά της προσευχής, της νηστείας και της ελεημοσύνης, θα ισοπεδωθεί. Ό άνθρωπος, όταν τηρήσει αυτά τα τρία είναι από τώρα στον παράδεισο».
Είχε πολύ μεγάλη φτώχεια ό παπά-Γιάννης γιατί όσα του έδιναν τα μοίραζε ελεημοσύνη. Κάποιος το πρώτο Πάσχα πού έκανε στο χωριό, του χάρισε μία γίδα με το μικρό της κατσικάκι. Το κατσικάκι να το σφάξει για να γιορτάσει το Πάσχα, και την γίδα να την έχει να πίνουν λίγο γάλα, όταν δεν έχει νηστεία. Ό παπά-Γιάννης δεν κράτησε την γίδα και το κατσίκι. Τα πούλησε και με τα χρήματα αγόρασε ρούχα για τα ορφανά του χωρίου, να χαρούν κι αυτά την ήμερα της Αναστάσεως.
Ήταν επίσης μεγάλος νηστευτής. Την Σαρακοστή νήστευε εξήντα μέρες από λάδι, γι' αυτό στο χωριό την Σαρακοστή την έλεγαν Εξηντάρα.
Ό παπά-Γιάννης ένα βράδυ είδε στον ύπνο του ένα σπίτι σε μία άγνωστη τοποθεσία και τον νοικοκύρη του σπιτιού να τρώγει ένα ψόφιο σκυλί.
Ρώτησε που βρίσκεται αυτό το σπίτι με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και τον κατατόπισαν. Πήγε ό παπά-Γιάννης με συνοδεία, βρήκε το σπίτι, χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ή γυναίκα. Μαζί της ήταν και το παιδί της. Ό άνδρας της έλειπε στα κτήματα. Πάντως όταν τον ειδοποίησαν ήρθε τρέχοντας, πλύθηκε, του έβαλε εδαφιαία μετάνοια και του φίλησε το χέρι. Είχε ακούσει για την αγιότητα του παπά-Γιάννη και την θεραπεία τής δαιμονισμένης, αλλά δεν τολμούσε να τον συνάντηση, διότι ή συνείδησή του ήταν βεβαρημένη. Στην εκκλησία δεν πήγαινε, κρεοφαγούσε στις νηστείες, βλασφημούσε και με την γυναίκα του ζούσε παράνομα γιατί ήταν αστεφάνωτοι. Είχε όμως καλή διάθεση. Ζήτησε και εξομολογήθηκε αμέσως. Μετά στεφανώθηκε από τον παπά-Γιάννη και έζησε ως καλός χριστιανός.
Ό παπά-Γιάννης, ό χαριτωμένος λειτουργός του Ύψιστου με την ασκητική του ζωή, την ακτημοσύνη του και την αδιάλειπτη προσευχή, είχε γίνει γνωστός σ' όλη την γύρω περιοχή. Έρχονταν οι άνθρωποι να τον συμβουλευτούν και να τούς διαβάσει ευχή να γίνουν καλά. Τον θεωρούσαν μεγάλο Προφήτη και θαυματουργό. Έρχονταν επίσης άγνωστοι άνθρωποι από διάφορα μέρη και αυτός έλεγε: «Εσύ είσαι ό τάδε και ήρθες εδώ γι' αυτό και γι' αυτό το λόγο».
Διηγείται κάποιος από την Σκουτερά πού στο πατρικό του σπίτι έμενε ό παπά-Γιάννης, ότι είχε πει κάποτε: «Μια ημέρα θα αποκαλυφθεί το λείψανο ενός Άγιου στο μοναστήρι της Παναγίας της Λυκουρισιώτισσας και υστέρα το Μοναστήρι θα πάρει μεγάλη φήμη».
Αλλά το χωριό του πού τον λάτρευε δεν τον χάρηκε πολύ, γιατί τον πήραν για εφημέριο στο χωριό Καινούργιο. Μετά τον ζήτησαν και τον πήραν στην Πελοπόννησο. Έκτοτε αγνοούνται τα ίχνη του και τώρα σίγουρα θα έχει κοιμηθεί.
Αιωνία του ή μνήμη. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
ΒΙΒΛ . ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Προσευχή εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν / Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος



 


Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐσύ πού ἔκλαψες ὅταν πέθανε ὁ φίλος σου Λάζαρος, καί ἄφησες νά στάξουν δάκρυα λύπης καί συμπάθειας γιά κεῖνον, δέξου καί τά δικά μου πικρά δάκρυα.

Μέ τά πάθη σου ἐπάνω στό Σταυρό, θεράπευσε τά πάθη μου• μέ τίς πληγές σου, γιάτρεψε τά τραύματά μου• μέ τό αἷμα σου, καθάρισε τό αἷμα μου, καί τήν εὐωδία τοῦ ζωοποιοῦ σου σώματος συγκέρασέ την μέ τό σῶμα μου• ἡ χολή, πού οἱ σταυρωταί σου σέ πότισαν, ἄς γλυκάνει τή ψυχή μου ἀπό τήν πίκρα, μέ τήν ὁποία μέ πότισε ὁ διάβολος.

Τό ἅγιο σῶμα σου, πού τό τάνυσαν ἐπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ἄς ἀνεβάσει πρός ἐσένα τό νοῦ μου, τόν ὁποῖο τράβηξαν πρός τά κάτω οἱ δαίμονες.

Ἡ κεφαλή σου, τήν ὁποία ἔκλινες ἐπάνω στό Σταυρό, ἄς σηκώσει ψηλά τό κεφάλι μου, πού τόσα ραπίσματα ἔχει δεχτεῖ κατά πρόσωπο ἀπό τούς ἀντιπάλους μου δαίμονες.

Τά πανάγια χέρια σου, πού ἀπό τούς ἀπίστους καρφώθηκαν ἐπάνω στό Σταυρό, ἄς μέ ἀνεβάσουν πρός ἐσένα, καθώς βρίσκομαι πεσμένος στά βάθη τῆς ἀπώλειας, ὅπως τό πανάγιο στόμα σου μᾶς ὑποσχέθηκε.

Τό πρόσωπό σου, πού ἀπ’ τούς θεοκατάρατους δέχτηκε ἐμπτυσμούς καί ραπίσματα, ἄς καθαρίσει καί τό δικό μου πρόσωπο, τό ὁποῖο καταλερώθηκε ἀπό τίς ἁμαρτίες.

Ἡ ψυχή σου, τήν ὁποία, ὄντας ἀκόμη πάνω στό Σταυρό, παρέδωσες στό Πατέρα σου, ἄς ὁδηγήσει κ’ ἐμένα πρός ἐσένα, μέ τή χάρη σου. Ἡ καρδιά μου δέν πονάει νά τρέξει πρός ἀναζήτησή σου.

Δέν ἔχω μετάνοια, οὔτε κατάνυξη, αὐτά πού ἐπαναφέρουν τά παιδιά στό πατρικό τους.

Δέν ἔχω δάκρυα παρακλήσεως, Δέσποτά μου. Ὁ νοῦς μου ἔχει σκοτιστεῖ, βυθισμένος στά βιοτικά καί τά ὑλικά, καί δέν μπορεῖ νά σέ ἀτενίσει• μέ πόνο, ἡ καρδιά μου ἔχει παγώσει ἀπό τούς πολλούς πειρασμούς καί δέν μπορεῖ νά ζεσταθεῖ ἀπό τά δάκρυα τῆς ἀγάπης της γιά σένα.

Ὅμως, ἐσύ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, πού εἶσαι ὁ θησαυρός ὅλων τῶν ἀγαθῶν, δώρισέ μου ὁλοκληρωτική μετάνοια καί καρδιά ὑπομονετική στούς κόπους, γιά νά μπορῶ νά βγαίνω στήν ἀναζήτησή σου ὁλόψυχα• γιατί χωρίς ἐσένα εἶμαι ἀποξενωμένος ἀπό κάθε ἀγαθό• χάρισέ μου, λοιπόν, ὤ Ἀγαθέ, τή χάρη σου.

Ὁ οὐράνιος Πατέρας, πού σέ γέννησε ἀπό τούς κόλπους του πρίν ἀπό τούς χρόνους ὅλους καί πρό τῶν αἰώνων, ἄς ξανακαινουργιώσει καί σ’ ἐμένα τή μορφή τῆς εἰκόνας σου.

Ἐγώ σ’ ἐγκατέλειψα, μά ἐσύ μή μ’ ἀφήσεις• ἐγώ ἔφυγα ἀπό κοντά σου, μά ἐσύ βγές νά μέ ἀναζητήσεις• βάλε με πάλι στήν αὐλή σου, μαζί μέ τ’ ἄλλα πρόβατα τῆς ἐκλεκτῆς σου ποίμνης, καί θρέψε με κ’ ἐμένα μαζί τους μέ τή χλόη τῶν θείων σου μυστηρίων, αὐτῶν τῶν μυστηρίων πού κέντρο τους εἶναι ἡ καθαρή καρδιά, πού μπορεῖ κανείς νά δεῖ καί τήν ἔλλαμψη τῶν ἀποκαλύψεών σου, ἡ ὁποία εἶναι ἀναψυχή καί παρηγοριά ὅλων, ὅσοι κοπίασαν μέσα σέ θλίψεις καί πολυποίκιλα βάσανα.

Μακάρι, αὐτή τήν ἔλλαμψη ν’ ἀξιωθοῦμε ν’ ἀπολαύσουμε κ’ ἐμεῖς, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία σου, πού εἶσαι ὁ σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, καί τώρα καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


ΠΗΓΗ:ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

῞Ενας ἄθεος προσεύχεται


Στις φοβερές μάχες του Στάλινγκραντ, το 1942-43, ένας Ρώσος στρατιώτης, ο Μίτιαν, αναφέρει το εξής περιστατικό: «Οι Γερμανοί μάς κτυπούσαν σκληρά. Σε μια στιγμή είδα ένα Γερμανό να έρχεται επάνω μου, και αμέσως άλλον... άλλον... μια ολόκληρη σειρά. Άρπαξα το πολυβόλο μου και οι σφαίρες έφευγαν βροχή. Ξαφνικά το πολυβόλο σταμάτησε. Οι σφαίρες είχαν τελειώσει.
Οι Γερμανοί έφθασαν πολύ κοντά μου. Ένα σύγκρυο με έπιασε από τον τρόμο. Στο φόβο μου, χωρίς να το νιώσω, έβαλα μια φωνή: "Θεέ μου, βοήθησέ με..." και έτρεχα να φθάσω στο πρόχωμα.
»Όσο έτρεχα, τόσο προσευχόμουνα. Σε λίγο ο κίνδυνος είχε φύγει, κι εγώ αναρωτιόμουνα: Εγώ, κομμουνιστής, μέλος της Κομσομόλ, αρχηγός Μαχητικών Αθέων προσευχήθηκα!».
Μάλιστα, στον κίνδυνο και οι άθεοι προσεύχονται.
«Σημερινή»24/02/2011

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΝ (εις το Πάτερ ημών)



ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΝ

(εις το Πάτερ ημών)

Αγίου Γρηγορίου Νύσσης

«…Η προσευχή είναι φύλακας της σωφροσύνης, χαλιναγωγεί τον θυμό, καταστέλλει την υπερηφάνεια, καθαρίζει από τη μνησικακία, διώχνει το φθόνο, καταργεί την αδικία, επανορθώνει την ασέβεια.

Η προσευχή είναι δύναμη των σωμάτων, φέρνει χαρά στο σπίτι, χορηγεί ευνομία στην πόλη, παρέχει ισχύ στην εξουσία, δίνει νίκη κατά την διάρκεια του πολέμου, εξασφαλίζει την ειρήνη, ξαναενώνει τους χωρισμένους, διατηρεί στη θέση τους ενωμένους.

Η προσευχή είναι το επισφράγισμα της παρθενίας, η πιστότητα του γάμου, όπλο στους οδοιπόρους, φύλακας όσων κοιμούνται, θάρρος των ξύπνιων, στους γεωργούς φέρνει την ευφορία, στους ναυτιλλόμενους χαρίζει τη σωτηρία.

Η προσευχή γίνεται συνήγορος των δικαζομένων, ελευθερία των φυλακισμένων, παρηγοριά των λυπημένων, χαρά για τους χαρούμενους, παρηγοριά στους πενθούντες, δόξα γι’ αυτούς που έρχονται σε γάμο, γιορτή στα γενέθλια, σάβανο σ’ αυτούς που πεθαίνουν.

Η προσευχή είναι συνομιλία με τον Θεό, θεωρία των αοράτων, πληροφόρηση για όσα επιθυμούμε, ομοτιμία με τους αγγέλους, προκοπή στα καλά έργα, αποτροπή από τα κακά, διόρθωση για κείνους που αμαρτάνουν, απόλαυση των παρόντων αγαθών, υπόσταση των αγαθών του μέλλοντος.

Η προσευχή μετέβαλε για τον Ιωνά σε σπίτι το κήτος, επανέφερε στη ζωή τον Εζεκία από αυτές τις πύλες του θανάτου. Για χάρη των τριών νέων μετέστρεψε τη φλόγα της καμίνου σε δροσερή αύρα και για τους Ισραηλίτες κέρδισε νίκη κατά των Αμαληκιτών.

Και κοντά σ’ αυτά μπορείς να βρεις αμέτρητα παραδείγματα από εκείνα που έχουν γίνει κι από τα οποία φαίνεται καθαρά πως κανένα από όσα θεωρούνται πολύτιμα στη ζωή δεν είναι ανώτερο από την προσευχή.

Επειδή είναι πολλά και κάθε είδους τα αγαθά που μας έδωκε η θεία χάρη, αυτό το ένα έχουμε να ανταποδώσουμε για όσα λάβαμε, δηλαδή να πληρώνουμε τον Ευεργέτη με την προσευχή και με την ευχαριστία…».


Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

῾Αγίου Ιωάννου τῆς Κροστάνδης:᾿Η ἀναγκαιότητα τῆς προσευχῆς

“ Η εν Χριστώ ζωή" Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης


 …Μάθε να προσεύχεσαι. Βίαζε τον εαυτόν σου εις την προσευχήν. Κατά αρχάς θα εύρης δυσκολίαν , ύστερον όμως όσον περισσότερον βιάζης τον εαυτόν σου , τόσον ευκολώτερον θα προσεύχεσαι. Εις την αρχήν όμως είναι πάντοτε αναγκαίον να βιάζη κανείς τον εαυτό του.
Η καρδία μας κάθε ημέρα αποθνήσκει πνευματικώς. Και μόνον θερμή προσευχή συνοδευόμενη με δάκρυα την ζωογονεί και την κάμνει να αναπνέη πάλιν. Αν δεν προσευχώμεθα με αρκετήν πνευματικήν ζέσιν, εύκολα και ταχέως θα αποθάνωμεν πνευματικώς .
Όταν κάποια εσωτερική ανησυχία σε εμποδίζει να προφέρης της προσευχής τας λέξεις κατά την θείαν ακολουθίαν, γνώριζε ότι αυτή η ανησυχία και αδυναμία είναι απάτη του εχθρού , του δαίμονος. Ρίψε από επάνω σου την αθυμίαν ,λιποψυχίαν και δειλίαν και πρόφερε το όνομα του Κυρίου χωρίς βίαν, ηρέμως και δυνατά. Τοιουτοτρόπως θα καταβάλης την ανησυχίαν και αδυναμίαν σου και θα κερδίσεις θάρρος και δύναμιν. Τα πάντα είναι δυνατά δια εκείνους που πιστεύουν και εις τον Θεόν ελπίζουν . Πρέπει να παλαίωμεν και να νικώμεν.
Μη φείδεσαι τον εαυτόν σου, αλλά προσεύχου με ζέσιν και αν έχης κοπιάση όλην την ημέραν. Μη παραμελής την αγίαν προσευχή. Προσεύχου μέχρι τέλους εις τον Θεόν με όλην την καρδίαν σου , διότι αυτό είναι καθήκον σου απέναντι του Θεού. Εφόσον έθεσες την χείρα επάνω εις το άροτρον, μη βλέπης οπίσω. ..
Αν έχης ως κανόνα ζωής να λέγης ωρισμένον αριθμόν προσευχών, είτε αυταί είναι μακραί, είτε
βραχείαι, λέγε τας καλώς. Αναγίνωσκε τας προσευχάς με συναίσθησιν βαθείαν και μη κάμης αυτήν
την εργασίαν του Θεόυ με την καρδίαν σου διηρεμένη εις δύο, ούτως ώστε το εν μέρος να ανήκη εις Αυτόν και το άλλον ήμισυ εις την σάρκαν σου …]


Πηγή:o-tiron.blogspot.com 
 http://anavaseis.blogspot.com

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ Σκέψεις ἑνὸς Ἁγιορείτου Μοναχοῦ



Ἂς σταθοῦμε γιὰ λίγο καὶ ἂς κοιτάξουμε ἕνα μικρὸ κομποσκοίνι, σὰν αὐτὸ ποὺ κατασκευάζεται ἀπὸ μαῦρο μαλλὶ στὸ Ἅγιον Ὅρος. Εἶναι μία εὐλογία ἀπὸ ἕναν Ἅγιο τόπο. Ὅπως τόσα ἄλλα ποὺ ἔχουμε στὴν Ἐκκλησία, εἶναι κι αὐτὸ μία εὐλογία ἑτοιμασμένη καὶ δοσμένη σὲ μᾶς ἀπὸ κάποιον ἐν Χριστῷ ἀδελφὸ ἢ πατέρα, ἕναν ζωντανὸ μάρτυρα μίας ζώσης παραδόσεως. Εἶναι μαῦρο τὸ χρῶμα τοῦ πένθους καὶ τῆς λύπης καὶ αὐτὸ μᾶς θυμίζει νὰ εἴμαστε νηφάλιοι καὶ σοβαροὶ στὴν ζωή μας. Ἔχουμε διδαχθεῖ ὅτι ἡ προσευχὴ τῆς μετανοίας, εἰδικὰ ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, μπορεῖ νὰ μᾶς φέρει αὐτὸ ποὺ οἱ Πατέρες ὀνομάζουν «χαρμολύπη». Ἐμεῖς νιώθουμε λύπη γιὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ ἀδυναμίες καὶ πτώσεις μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τῶν συνανθρώπων μας καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅμως ἡ λύπη αὐτὴ γίνεται πηγὴ χαρᾶς καὶ ἀναπαύσεως ἐν Χριστῷ, ὁ ὁποῖος ἐκχύνει τὸ ἔλεός Του καὶ τὴν συγχώρηση σὲ ὅλους ὅσοι ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά Του.
Τὸ κομποσκοίνι αὐτὸ εἶναι πλεγμένο ἀπὸ μαλλί, ἔχει δηλαδὴ ληφθεῖ ἀπὸ πρόβατο, γεγονὸς ποὺ μᾶς θυμίζει ὅτι εἴμαστε πρόβατα τοῦ Καλοῦ Ποιμένος, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θυμίζει ἀκόμη τὸν «Ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν αἴροντα τὰς ἁμαρτίας τοῦ Κόσμου»[1]. Παρόμοια καὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ κομποσκοινιοῦ μᾶς μιλᾶ γι’ αὐτὴ τὴν θυσία καὶ τὴν νίκη τῆς ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου, τῆς ταπεινώσεως ἐπὶ τῆς ὑπερηφανίας, τῆς αὐτοθυσίας ἐπὶ τοῦ φωτὸς ἐπὶ τοῦ σκότους. Καὶ ἡ φούντα; Αὐτὴ νὰ τὴ χρησιμοποιεῖς, γιὰ νὰ σκουπίζεις τὰ δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια σου ἤ, ἂν δὲν ἔχεις δάκρυα, νὰ σοῦ θυμίζει νὰ πενθεῖς, γιατί δὲν ἔχεις πένθος. Ἐξ ἄλλου, μικρὲς φοῦντες στόλιζαν τὰ ἱερὰ ἄμφια ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτὸ μας θυμίζει τὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς ὁποίας μετέχουμε, ὅταν χρησιμοποιοῦμε τὸ κομποσκοίνι.
Τὰ κομποσκοίνια πλέκονται συμφωνα μὲ μία παράδοση ποὺ χάνεται στὰ βάθη τῶν αἰώνων. Ἴσως μία ἀπὸ τὶς πιὸ πρώιμες μορφὲς κάποιου μέσου βοηθητικοῦ τῆς προσευχῆς ἦταν ἡ συγκέντρωση μικρῶν λιθαριῶν ἢ σπόρων καὶ ἡ μετακίνησή τους ἀπὸ ἕνα σημεῖο ἢ δοχεῖο σὲ ἕνα ἄλλο κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ «κανόνα» τῆς προσευχῆς ἢ τοῦ «κανόνα» τῶν μικρῶν ἢ μεγάλων μετανοιῶν. Ἀναφέρεται ἀκόμη ἡ ἱστορία ἑνὸς μοναχοῦ ποὺ σκέφθηκε νὰ κάνει ἁπλοὺς κόμπους σὲ ἕνα σχοινὶ καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιεῖ στὸν καθημερινὸ «κανόνα» τῆς προσευχῆς του. Ὁ διάβολος ὅμως ἔλυνε τοὺς κόμπους ἀπὸ τὸ σχοινὶ καὶ ματαίωνε τὶς προσπάθειες τοῦ φτωχοῦ μοναχοῦ. Ἐμφανίστηκε τότε ἕνας Ἄγγελος καὶ δίδαξε στὸν μοναχὸ ἕνα εἰδικὸ κόμπο, ὅπως εἶναι τώρα διαμορφωμένος στὰ κομποσκοίνια, ἀποτελούμενο ἀπὸ ἀλλεπάλληλους Σταυρούς. Τοὺς κόμπους αὐτοὺς ὁ διάβολος δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς λύσει λόγῳ τῆς παρουσίας τῶν Σταυρῶν. Κομποσχοίνια ὑπάρχουν σὲ μεγάλη ποικιλία σχημάτων καὶ μεγεθῶν. Τὰ περισσότερα ἔχουν ἕνα Σταυρὸ πλεγμένο ἀνάμεσα στοὺς κόμπους ἢ στὴν ἄκρη τους, ὁ ὁποῖος σημειώνει τὸ τέλος, καθὼς ἐπίσης καὶ ἕνα εἶδος σημαδιοῦ μετὰ ἀπὸ κάθε δέκα, εἰκοσιπέντε ἢ πενήντα κόμπους ἢ χάνδρες. Ὑπάρχουν πολλὰ εἴδη κομποσχοινιῶν. Μερικὰ εἶναι πλεγμένα ἀπὸ μαλλὶ ἢ μετάξι ἢ κάποιο ἄλλο πιὸ πολυτελὲς ἢ πιὸ ἁπλὸ ὑλικό. Ἄλλα εἶναι κατασκευασμένα μὲ χάνδρες ἢ μὲ τὸ ἀποξηραμένο λουλούδι ἑνὸς φυτοῦ ποὺ λέγεται «δάκρυ τῆς Παναγίας».
Τὸ κομποσχοίνι εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα ποὺ δίδονται σὲ ἕναν Ὀρθόδοξο μοναχὸ κατὰ τὴν τελετὴ τῆς κουρᾶς του. Τοῦ δίνεται σὰν τὸ πνευμα­τικὸ τοῦ ξίφος μὲ τὸ ὁποῖο ὡς στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ πολεμήσει κατὰ τοῦ νοητοῦ ἐχθροῦ μας, τοῦ διαβόλου. Τὸ ξίφος αὐτὸ τὸ χρησιμοποιεῖ ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἱκετεύοντας γιὰ τὸ ἔλεός Του μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ σὲ συντομότερη μορφή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, ἢ σὲ ἐκτενέστερη: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν.
Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ κομποσχοινιοῦ μποροῦν νὰ γίνουν καὶ ἄλλες σύντομες προσευχές, ὅπως ἡ προσευχὴ τοῦ τελώνη: ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ [2], ἡ προσευχὴ στὴν Θεοτόκο: «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς», ἢ ἄλλες σύντομες προσευχὲς στὸν φύλακα Ἄγγελο, σὲ μεμονωμένους Ἁγίους ἢ στοὺς Ἁγίους Πάντες. Ἡ συνηθισμένη μορφὴ μίας τέτοιας προσευχῆς εἶναι: Ἅγιε Ἄγγελε – ἢ Ἅγιε (δεῖνα) πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ. Μετατρέποντας τὶς λέξεις τῶν συντόμων αὐτῶν προσευχῶν σὲ «ἐλέησον ἡμᾶς» ἢ  «πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν» ἢ συμπεριλαμβάνοντας τὸ ὄνομα ἢ τὰ ὀνόματα ἀνθρώπων, γιὰ τοὺς ὅποιους θέλουμε νὰ προσευχηθοῦμε, μποροῦμε ἐπιπλέον νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸ κομποσχοίνι γιὰ προσευχὲς ὑπὲρ τῶν ἄλλων. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ προσευχὴ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων: Ἀνάπαυσον, Κύριε, τὴv ψυχὴν τοῦ δούλου σου.
Ὅταν οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ λαϊκοὶ κρατοῦν τὸ κομποσχοίνι στὰ χέρια τους, αὐτὸ ἀποτελεῖ ὑπενθύμιση τῆς ὑποχρεώσεώς τους νὰ προσεύχονται χωρὶς διακοπή, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε [3]. Ὁ καθένας μπορεῖ νὰ κρατᾶ ἕνα κομποσχοίνι στὴν τσέπη ἢ σὲ κάποιο διακριτικὸ μέρος, ὅπου μπορεῖ εὔκολα νὰ τὸ χρησιμοποιήσει ἀπαρατήρητος, σὲ περιπτώσεις ποὺ εἶναι προτιμότερο νὰ προσευχηθεῖ μυστικά, χωρὶς νὰ ἑλκύσει τὴν προσοχὴ τῶν ἄλλων. Τὸ κομποσχοίνι μπορεῖ ἐπίσης νὰ τοποθετηθεῖ ἐπάνω ἀπὸ τὸ προσκέφαλο τοῦ κρεβατιοῦ μας, στὸ αὐτοκίνητο, μαζὶ μ᾽ ἕνα μικρὸ Σταυρὸ ἢ εἰκόνισμα ἢ σὲ ἄλλα κατάλληλα σημεῖα ὡς ὑπενθύμιση προσευχῆς καὶ ὡς ἕνα εἶδος εὐλογίας καὶ μία ἅγια καὶ θεία παρουσία στὴν ζωή μας.
Τώρα ἂς δοῦμε σύντομα τὸν πρωταρχικὸ σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο κατασκευάστηκε τὸ κομποσχοίνι. Ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ κομποσχοινιοῦ εἶναι νὰ μᾶς βοηθᾶ κατὰ τὴν προσευχή μας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους Του. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ μᾶς χρησιμεύει ὡς μία διαρκὴς ἐξωτερικὴ ὑπενθύμιση καὶ εὐλογία, πῶς μπορεῖ αὐτὸ τὸ μικρὸ κομποσχοίνι νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ προσευχόμαστε; Μποροῦμε βέβαια καὶ χωρὶς αὐτὸ νὰ προσευχηθοῦμε, μερικὲς φορὲς μάλιστα μπορεῖ νὰ μᾶς ἀποσπάσει στὴν προσπάθειά μας νὰ συγκεντρωθοῦμε στὴν προσευχή. Ἔχοντας αὐτὰ ὑπ᾽ ὄψιν, ἂς δοῦμε μερικοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους μᾶς βοηθᾶ τὸ κομποσχοίνι.
Μερικὲς φορὲς ἡ προσευχή μας εἶναι θερμὴ καὶ μᾶς εἶναι εὔκολο νὰ προσευχηθοῦμε. Ἄλλοτε ὅμως ὁ νοῦς μᾶς εἶναι τόσο σκορπισμένος ἢ εἴμαστε τόσο ταραγμένοι ἢ μὲ τόσο διασπασμένη τὴν προσοχή, ποὺ μᾶς εἶναι πρακτικὰ ἀδύνατο νὰ συγκεντρωθοῦμε στὴν προσευχή. Αὐτὸ συμβαίνει κυρίως, ὅταν προσπαθοῦμε νὰ τηροῦμε κάποιον καθημερινὸ κανόνα προσευχῆς. Μερικὲς ἡμέρες πάει καλά, ἄλλοτε ὅμως,  ἴσως τὶς περισσότερες φορές, οἱ προσπάθειές μας φαίνονται σχεδὸν μάταιες. Ἀλλ᾽ ἐπειδή, ὅπως λέγεται, εἴμαστε ὄντα τῆς συνήθειας, εἶναι πολὺ ὠφέλιμο νὰ καθορίσουμε μία εἰδικὴ καὶ τακτὴ ὥρα τῆς ἡμέρας γιὰ προσευχή. Ἡ βραδινὴ ὥρα (ὄχι πολὺ ἀργὰ) πρὶν κοιμηθοῦμε εἶναι καλή, ἐπειδὴ εἶναι σημαντικὸ νὰ τελειώνουμε τὴν ἡμέρα μὲ προσευχή. Τὸ πρωί, ξυπνώντας, εἶναι ἐπίσης καλὸ νὰ ξεκινᾶμε τὴν νέα ἡμέρα μὲ προσευχή. Μπορεῖ ἀκόμη κανεὶς νὰ βρεῖ ἄλλες ὧρες τῆς ἡμέρας ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ ἡσυχάζει καὶ νὰ συγκεντρώνεται.
Ἡ προσπάθειά μας εἶναι νὰ καθιερώσουμε τὴν προσευχὴ ὡς ἕνα κανόνα στὴν ζωή μας, ὄχι ὡς μία ἐξαίρεση. Ἐὰν αὐτὸ ἐπιδιώκουμε, νὰ βροῦμε κάποια ὥρα ποὺ καθημερινὰ θὰ μποροῦμε νὰ ἔχουμε λίγη ἡσυχία, ὥστε νὰ συγκεντρωθοῦμε καὶ νὰ στρέψουμε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας στὸν Θεό. Ὡς μέρος αὐτοῦ τοῦ κανόνα ἴσως θελήσουμε νὰ διαβάσουμε μερικὲς προσευχὲς ἀπὸ κάποιο προσευχητάριο ἢ νὰ προσευχηθοῦμε καὶ νὰ βροῦμε ψυχικὴ γαλήνη μὲ ἄλλους τρόπους, ὅπως μὲ τὸ διάβασμα θρησκευτικῶν κειμένων ἢ μὲ τὴν ἀνασκόπηση [4] τῶν γεγονότων τῆς ἡμέρας ποὺ πέρασε κ.ο.κ. Ὁ πιὸ ἀποτελεσματικὸς ὅμως τρόπος γιὰ νὰ ὠφεληθεῖ κανεὶς ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς εἶναι νὰ λέγει τακτικὰ σὲ καθορισμένο ἀριθμὸ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ (Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με). Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι μεγάλος καὶ ἴσως χρειαστοῦν μόνο δεκαπέντε περίπου λεπτά. Ατ μως θ εναι τ τμμα τς μέρας μας πο νήκει στν Θεό, ο λίγοι κόκκοι λάτι πο θ νοστιμίσουν λη τν πνευματική μας ζωή. Πολλοὶ γιατροὶ σήμερα συνιστοῦν αὐτὴ τὴν πρακτικὴ χάριν τῆς σωματικῆς ὑγείας, ἰδιαίτερα γιὰ νὰ ξεπεράσει κανεὶς τὸ ἄγχος. Ἀκόμη καλύτερα, ἂς βρίσκουμε διάφορα τέτοια μικρὰ χρονικὰ διαστήματα καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας καὶ ἂς τὰ γεμίζουμε τακτικὰ μὲ τοὺς πολύτιμους θησαυροὺς τῆς προσευχῆς, τοὺς ὁποίους κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ κλέψει καὶ ποὺ ἀποταμιεύονται γιὰ λογαριασμό μας στὸν Οὐρανὸ [5].
Ἂν θέλεις νὰ τηρεῖς κάποιο σταθερὸ ἀριθμὸ προσευχῶν ὡς μέρος τοῦ καθημερινοῦ κανόνος, θὰ βοηθηθεῖς πολὺ ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι. Μὲ αὐτὸ μπορεῖς νὰ προφέρεις ἕναν καθορισμένο ἀριθμὸ προσευχῶν καὶ νὰ συγκεντρώνεσαι στὰ λόγια τῆς προσευχῆς, καθὼς τὴν προφέρεις. Ἀφοῦ συγκεντρώσεις τοὺς λογισμούς σου, πάρε τὸ κομποσχοίνι στὸ ἀριστερό σου χέρι καὶ κράτησέ το ἐλαφρὰ μεταξύ του ἀντίχειρα καὶ τοῦ δείκτη. Ἔπειτα κάνοντας ἥσυχα τὸν Σταυρό σου ψιθύρισε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Καθὼς οἱ λογισμοί σου θὰ συγκεντρώνονται ὅλο καὶ περισσότερο, ἴσως νὰ μὴ χρειάζεται νὰ συνεχίζεις νὰ σταυροκοπιέσαι ἢ νὰ λέγεις τὴν προσευχὴ δυνατά. Ὅταν ὅμως δυσκολεύεσαι νὰ συγκεντρωθεῖς, χρησιμοποίησε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ ψιθύρισμα ὡς μέσα ποὺ σὲ βοηθοῦν νὰ κρατᾶς τὸν νοῦ σου στὴν προσευχή.
Εἶναι καλὸ νὰ στέκεσαι ὄρθιος μὲ τὸ κεφάλι σκυμμένο σὲ στάση ταπεινή. Ὁρισμένοι θέλουν νὰ ὑψώνουν τὰ χέρια τοὺς πότε-πότε, ζητώντας ἔλεος. Ἄλλοι ὅμως βρίσκουν πιὸ βοηθητικὸ τὸ νὰ κάθονται ἢ νὰ γονατίζουν μὲ τὸ κεφάλι σκυμμένο, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ συγκεντρωθοῦν. Πολλὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἄτομο, ἀπὸ τὴν ὑγεία του καὶ τὴν ἀνατροφή του. Τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ μένεις ἀκίνητος καὶ νὰ συγκεντρώνεσαι στὰ λόγια της προσευχῆς, καθὼς τὴν ἐπαναλαμβάνεις.
Φυσικά, πρέπει νὰ ἀποκρούει κανεὶς τὸν πειρασμὸ τῆς βιασύνης. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ μερικοὶ ἀντὶ γιὰ κομποσχοίνι χρησιμοποιοῦν ἕνα ρολόγι ὡς ἐξωτερικὸ μετρητή τῆς διάρκειας τῆς προσευχῆς τους ρυθμίζοντας ἀνάλογα τὸ ξυπνητήρι. Μὲ τὴν χρήση τοῦ ρολογιοῦ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀφιερώσει καθορισμένο χρόνο στὴν προσευχή, χωρὶς νὰ μετρᾶ τὸν ἀκριβῆ ἀριθμὸ τῶν προσευχῶν. (…)
Τὸ κομποσχοίνι εἶναι ἐπίσης ἕνας βολικὸς τρόπος νὰ μετρᾶ κανεὶς τὶς μικρὲς ἢ μεγάλες «μετάνοιες» (γονυκλισίες) ποὺ κάνει στὸν κανόνα του. Τὸ νὰ κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ μετὰ νὰ σκύβουμε καὶ νὰ ἀκουμποῦμε τὸ ἔδαφος μὲ τὰ δάκτυλα ἢ νὰ γονατίζουμε καὶ νὰ ἀκουμποῦμε τὸ μέτωπο στὸ ἔδαφος ἀποτελεῖ ἀρχαῖο τρόπο προσευχῆς στὸν Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους Του. Μπορεῖ κανεὶς νὰ συνδυάσει αὐτὲς τὶς μικρὲς ἢ τὶς μεγάλες μετάνοιες μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἢ τὶς σύντομες προσευχὲς ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως. Ἡ σωματικὴ κίνηση τῆς μικρῆς ἢ τῆς μεγάλης «μετάνοιας» (ἐλαφρᾶς ἢ βαθιᾶς, δηλαδὴ ἐδαφιαίας, γονυκλισίας) μπορεῖ νὰ συντελέσει στὴν θέρμη τῆς προσευχῆς καὶ νὰ δώσει ἐξωτερικὴ ἔκφραση στὴν ἱκεσία μας καθὼς ταπεινωνόμαστε μπροστὰ στὸν Θεό. Εἶναι ἀκόμη ἕνας τρόπος ἐφαρμογῆς τῆς Ἀποστολικῆς ἐντολῆς νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὶς ψυχὲς καὶ μὲ τὰ σώματά μας[6].
Ἀρκετοὶ χρησιμοποιοῦν τὸ κομποσχοίνι ὅταν ἀποσύρονται, γιὰ νὰ κοιμηθοῦν. Σταυρώνουν τὸ κρεβάτι τους, παίρνουν τὸ κομποσχοίνι, κάνουν τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ξαπλώνουν καὶ λένε ἥσυχα τὴν εὐχή, μέχρι νὰ ἀποκοιμηθοῦν. Τὸ νὰ ξυπνᾶς μὲ τὸ κομποσχοίνι ἀνάμεσα στὰ δάκτυλά σου ἢ δίπλα στὸ μαξιλάρι σου σὲ βοηθᾶ νὰ ξεκινήσεις τὴν καινούργια ἡμέρα μὲ προσευχή. Ὅμως τὸ νὰ τελειώνει κανεὶς τὴν προηγούμενη ἡμέρα μὲ ἥσυχη προσευχὴ εἶναι ἕνας ἀκόμη καλύτερος τρόπος προετοιμασίας γιὰ ἕνα προσευχητικὸ ξεκίνημα τῆς καινούργιας ἡμέρας, γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρουμε καὶ τὴν προετοιμασία γιὰ τὴν Αἰώνια ἡμέρα, σὲ περίπτωση ποὺ τὴ νύχτα ἐκείνη μᾶς ἔρθει ὁ ὕπνος τοῦ θανάτου. Ἄλλοι πάλι παίρνουν τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι τους σὲ στιγμὲς ἀπραξίας, ὅπως ὅταν πηγαίνουν στὴν ἐργασία τους ἢ ταξιδεύουν. Σὲ ὅποια στιγμὴ τῆς ἡμέρας τὸ θυμηθεῖς, πάρε στὸ χέρι σου ἕνα μικρὸ κομποσχοίνι. Ὁ συνδυασμὸς τῆς κινήσεως αὐτῆς μὲ τὴν προσευχὴ ποὺ κάνεις ἄλλες ὧρες θὰ σὲ βοηθήσει νὰ συγκεντρωθεῖς καὶ νὰ προσευχηθεῖς μερικὲς φορὲς στὴν διαρκεια τῆς ἡμέρας, ὅπου κι ἂν εἶσαι καὶ ὅ,τι κι ἂν κάνεις. Αὐτὸ εἶναι ἕνα σημαντικὸ βῆμα στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐντολῆς τοῦ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε.
Ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ ἀναφέρει ὅτι καὶ οἱ μακρὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μία καλὴ εὐκαιρία νὰ προσεύχεσαι μὲ τὸ κομποσχοίνι. Συχνὰ εἶναι δύσκολη ἡ συγκέντρωση στὰ λόγια ποὺ διαβάζονται ἢ ψάλλονται στὸν Ἱερὸ Ναὸ καὶ πιὸ εὔκολα κανεὶς συγκεντρώνεται ἥσυχα στὶς δικές του προσευχές, εἴτε αὐτὲς εἶναι αὐτοσχέδιες, σχετικὲς μὲ κάποια εἰδικὴ ἀνάγκη, εἴτε προσευχὲς καὶ ὕμνοι ποὺ γνωρίζει ἀπ’ ἔξω, εἴτε σύντομες προσευχὲς, εἰδικὰ ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐπαναλαμβανόμενες μὲ τὴν βοήθεια τοῦ κομποσχοινιοῦ. Στὴν πράξη μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μπορεῖ κάνεις νὰ συγκεντρώνεται καλύτερα στὴν ἴδια τὴν Ἱερὰ Ἀκολουθία, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Φυσικά, ὅταν προσευχόμαστε στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες, ἡ προσευχή μας ἑνώνεται μὲ τὴν προσευχὴ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ νοῦς μας εἶναι διαρκῶς ἀπασχολημένος μὲ διάφορες σκέψεις. Δὲν προλαβαίνουμε νὰ ἀρχίσουμε τὴν προσευχὴ καὶ ἀμέσως συλλαμβάνουμε τὸν νοῦ μας νὰ σκέφτεται κάτι ἄλλο. Καὶ σ᾽ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἡ παρουσία τοῦ κομποσχοινιοῦ στὰ δάκτυλά μας μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κρατήσουμε τὸν νοῦ μας καὶ νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν ἐργασία τῆς προσευχῆς πιὸ γρήγορα. Ἐπίσης, ὅταν συναντοῦμε μία χάνδρα σημάδι ἢ τὸν Σταυρὸ τοῦ κομποσχοινιοῦ, καθὼς μετακινοῦμε τοὺς κόμπους του μὲ τὰ δάκτυλά μας, καταλαβαίνουμε ἂν ὁ νοῦς μας δὲν πρόσεχε στὶς προσευχὲς ποὺ σκοπεύαμε νὰ κάνουμε. Ἔτσι, μποροῦμε νὰ προσφέρουμε ἐκ νέου τὶς προσευχές μας, χωρὶς νὰ ἐμπλακοῦμε σὲ σκέψεις σχετικὰ μὲ τὸ πόσο εὔκολα ἀποσπώμεθα ἀπὸ τὴν προσευχή μας στὸν Θεό.
Ἐδῶ κάναμε μία ἀναφορὰ στὴν μεγάλη ἐπιστήμη τῆς προσευχῆς, αὐτὴν ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὀνόμασαν τέχνη τεχνῶν. Ὑπάρχει ἐκτεταμένη καὶ πλούσια γραμματεία ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀνθρώπους τῆς προσευχῆς ὅλων τῶν ἐποχῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει καὶ νὰ μᾶς καθοδηγήσει στὴν ἐκμάθηση, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, αὐτῆς τῆς πιὸ μεγάλης καὶ τῆς πιὸ ὠφέλιμης ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες. Ἡ τακτικὴ ἀνάγνωση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Βίων τῶν Ἁγίων καὶ ἄλλων εὐσεβῶν καὶ πνευματικῶν κειμένων μπορεῖ νὰ βοηθήσει σημαντικά. Βιβλία ὅπως ἡ «Φιλοκαλία» περιέχουν σπουδαῖες καὶ ἐμπνευσμένες συμβουλὲς καὶ ὁδηγίες, γιὰ νὰ μάθει κανεὶς νὰ προσεύχεται ὡς Χριστιανός, γιατί ἡ προσευχὴ εἶναι ἕνα οὐσιῶδες στοιχεῖο του νὰ εἶναι κανεὶς Χριστιανός. Πάνω ἀπ᾽ ὅλα ὅμως χρειάζεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἰδιαίτερα μέςῳ τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ τῆς Μεταλήψεως τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
Αὐτὲς εἶναι μερικὲς εἰσαγωγικὲς μόνο σκέψεις γιὰ τὸ πῶς νὰ χρησιμοποιοῦμε ἐπωφελῶς τὸ κομποσχοίνι. Ὅμως τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ ἀρχίσει κάνεις νὰ προσεύχεται. Τ κομποσχοίνι δν προσεύχεται π μόνο του, ἂν καὶ μερικὰ εἶναι τόσο ὡραῖα, ποὺ μπορεῖ νὰ δώσουν αὐτὴ τὴν ἐντύπωση. Εἶναι βέβαια ἕνα σημαντικὸ παραδοσιακὸ βοήθημα γιὰ τὴν προσευχή μας καὶ εἰδικὰ γιὰ ἕναν καθημερινὸ κανόνα προσευχῆς. Τὸ βασικὸ ὅμως εἶναι νὰ συγκεντρωνόμαστε στὰ λόγια της προσευχῆς καὶ νὰ προσφέρουμε προσευχς π τν καρδιά μας στν ησο Χριστό, τὸν Κύριο καὶ Θεό μας. Ἂν αὐτὸ τὸ μικρὸ κομποσχοίνι σὲ βοηθᾶ νὰ πεῖς μία προσευχὴ ἢ σοῦ θυμίζει νὰ προσεύχεσαι ἢ σὲ βοηθᾶ μὲ κάποιο τρόπο νὰ γίνεις πιὸ προσευχητικός, τότε ἔχει ἐκπληρώσει τὸν σκοπό του. Σὲ ἔχει δέσει πιὸ κοντὰ καὶ πιὸ στενὰ μὲ τὸν Χριστό, τὸν Θεό μας, καὶ σὲ ἔχει φέρει πιὸ κοντὰ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, διότι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν[7].

[1] πρβλ.Ἰωαν. α
[2] Λουκ. Ιη´ 13
[3] Α´ Θεσσ. ε´ 17
[4] ἀνασκόπησις: μὲ τὴν πατερικὴ ἔννοια τῆς «ἀνακρίσεως», τὸν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ πρὸς μεταμέλεια τῶν ἁμαρτημάτων καὶ διόρθωση, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ.
[5] πρβλ. Ματθ. ϛ´ 20 καὶ Ἁγ. Κυρίλλ. Ἱεροσ., «Κατηχήσεις», ΙΕ, 23.: «ἀνάγραπτός ἐστιν (εἶναι γραμμένη στὸν Οὐρανὸ) πᾶσα ἡ εὐχή σου».
[6] πρβλ. Α´ Κόρ. ϛ´ 20: «δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ».
[7] Λουκ. ιζ´ 21
«ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ», Σκέψεις ἑνὸς Ἁγιορείτου Μοναχοῦ,
περιοδ. «Ἁγιορείτικη Μαρτυρία» τῆς Ἱ. Μονῆς Ξηροποτάμου Ἁγίου Ὅρους,
τ. 12-13 Ἰούνιος Νοέμβριος 2001,
ΠΗΓΗ Διαδικτύου: http://hristospanagia.blogspot.com/
Ἑλληνικὸς τονισμὸς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Νοερά Προσευχή / ῾ Αγίου Θεοφάνους τοῦ ᾿Εγκλείστου




Επιθυμείτε να μάθετε κάτι σχετικό με την προσευχή. Τι θα μπορούσα να σας πω που να μην το ξέρετε;
Πλησιάζοντας κανείς τον Κύριο αμέσως νοιώθει την ανάγκη να προσευχηθή. Σ’ αυτό βοηθούν οι εκκλησιαστικοί ύμνοι και τα προσευχητάρια. Καθώς όμως προσεύχεται κανείς, διαπιστώνει ότι η προσευχή του διασπάται και διάφοροι
λογισμοί απασχολούν την ψυχή. Τότε χρειάζεται αγώνας. Όσο περισσότερο αγωνίζεται κανείς να συγκρατήση το νου , τόσο και η προσευχή γίνεται περισσότερο καθαρή. Η ψυχική ατμόσφαιρα δεν καθαρίζεται τελείως αν δεν ανάψη η πνευματική φλόγα. Αυτή είναι δώρο τη; θείας Χάριτος. Όταν ανάψη, η ακατάσχετη φλυαρία των λογισμών σταματά. Συμβαίνει στην ψυχή ό,τι συμβαίνει και στην αιμορροούσα, μόλις άγγιξε το ένδυμα του Κυρίου: «Έστη η ρύσις του αίματος αυτής» ( Λουκ. 8,44 ) .
Στην κατάστασι αυτή η προσευχή τείνη να γίνη αδιάκοπη, αδιάλειπτη. Εδώ εξασκείται συστηματικά η προσευχή του Ιησού, η συνεχής επανάληψις του «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».
Έως εδώ φθάνει κανείς με την δική του προσπάθεια. Απ’ εδώ και πέρα η θεία Χάρις επεμβαίνει περισσότερο δραστικά.
Η προσευχή δίνεται από τον Θεό και δεν απορρέει από την ψυχική διάθεσι του ανθρώπου. Εισέρχεται μέσα του το πνεύμα της προσευχής και γεμίζει το εσωτερικό της καρδιάς του. Η ψυχή τότε αναβλύζει μόνη της την προσευχή. Βρίσκεται στην επήρεια του πνεύματος της προσευχής.
Εδώ υπάρχουν δύο στάδια: Στο πρώτο η ψυχή να αισθάνεται τα αισθάνεται και τα διακρίνει όλα. Βλέπει γύρω της, νοιώθει την κατάστασί της, κυβερνά τον εαυτό της, μπορεί ακόμη και να διακόψη την επίσκεψι της χάριτος του πνεύματος της προσευχής.
Στο δεύτερο στάδιο, καθώς διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες και ιδιαίτερα ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος, έχουμε μια εντελώς διαφορετική κατάστασι. Χαρακτηρίζεται σαν έκστασις ή σαν αρπαγή. Η ψυχή, μεθυσμένη από την Θεία Χάρη, παύει να αισθάνεται τα γήινα και τα αισθητά. Αδυνατεί να ελέγχη τον εαυτό της και να επηρεάζη την κατάστασι στην οποία βρίσκεται.
Αναφέρεται στα πατερικά κείμενα ότι κάποιος άρχισε την προσευχή το βράδυ, περιήλθε σ’ αυτή την κατάστασι και συνήλθε το πρωί. Σ’ άλλους με η κατάστασις αυτή συνωδευόταν με λάμψι στο πρόσωπο ή μια ακτινοβολία γύρω του . Σ’ άλλους με αιώρησι πάνω από το έδαφος. Ο Απόστολος Παύλος σ’ αυτή την κατάσταση «ανήλθε μέχρι τρίτου ουρανού». Και οι άγιοι προφήτες με τον τρόπο αυτό μετέφεραν τις βουλές του Θεού.
Θαυμάστε το έλεος του Κυρίου. Λίγο κοπιάζει κανείς και σε τι ύψη αξιώνεται ν’ ανεβή! Γι’ αυτό πρέπει να ενθαρρύνουμε κάθε αδελφό: Αγωνίζου, αξίζει τον κόπο!».


«Ποτέ να μην προσεύχεσθε βιαστικά. Να προσεύχεσθε με έντονη συμμετοχή του νου και της καρδιάς στα νοήματα της προσευχής.
Να προετοιμάζεσθε πριν από την προσευχή μαζεύοντας τις σκέψεις και προσπαθώντας με συγκεντρωμένη προσοχή να σταθήτε ενώπιον του Κυρίου. Βασική προϋπόθεσις μια καλής προσευχής είναι η μετάνοια. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί και ο Θεός «πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ουκ εξουδενώσει». Σε κάθε προσευχή θυμηθήτε τις αμαρτίες ,στις οποίες πέσατε.
Τι προσπαθώ να κατορθώσω με την προσευχή; Να θερμανθή η καρδιά από αγάπη προς τον Θεό και να διατηρήται έντονη η αίσθησις της παρουσίας του Θεού. Σ’ αυτό βοηθεί πολύ η προσευχή του Ιησού: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Συχνά να λέτε αυτή την προσευχή , μέχρις ότου η γλώσσα συνηθίση να την επαναλαμβάνη μόνη της.
Για να προοδεύση κανείς στην προσευχή πρέπει να προσπαθή να στολίση την καρδιά του με όλες τις αρετές . Προπαντός με την ταπείνωσι, την μετάνοια και την αυταπάρνησι. Ο Θεός όλα τα βλέπει και όλα τα ακούει. Γνωρίζει όλα τα μυστικά μας. Γι’ αυτό ας καθαρίσουμε κάθε κηλίδα του εαυτού μας. Και όποτε μας έλθη στο νου ή στην καρδιά μας κάτι το ακάθαρτο, αμέσως ας το απομακρύνουμε και αμέσως ας καταφεύγουμε στην προσευχή».


Κάθε αναφορά του νου και της καρδιάς προς τον Θεό είναι πραγματική προσευχή. Εάν, καθώς εργάζεσθε, ενθυμήσθε τον Θεό, αυτό αποτελεί προσευχή.
Ο Μ. Βασίλειος θέτει το ερώτημα: «Πώς οι απόστολοι μπορούσαν να προσεύχωνται αδιάλειπτα;» Και δίνει την απάντηση: «Σ’ όλες τις εκδηλώσεις τους είχαν την σκέψι τους στον Θεό και ζούσαν διαρκώς αφωσιωμένοι σ’ Αυτόν. Αυτή η εσωτερική τους διάθεσις αποτελούσε αδιάλειπτη προσευχή».
Εσείς που ζείτε μέσα στον κόσμο, πρέπει αφ’ ενός ν’ απομακρύνετε από την καρδιά σας κάθε αμαρτωλό λογισμό και αφ’ ετέρου ν’ αφιερώνετε στον Θεό όλες σας τις δραστηριότητες. Αυτή η αναφορά στον Θεό μετατρέπει κάθε πράξι σε προσευχή.
Αναφέρει η Αγ. Γραφή ότι το αίμα του Άβελ βοά προς τον Θεό. Κατά παρόμοιο τρόπο και τα έργα που αφιερώνονται στον Θεό, βοούν προς Αυτόν.
Κάποτε πρόσφεραν σ’ ένα στάρετς εκλεκτό φαγητό . Μόλις το πήρε, είπε: «Τί άσχημα που μυρίζει…». Τον ρώτησαν: «Πώς συμβαίνει αυτό;». Και αυτός τους εξήγησε ότι το έστειλε άνθρωπος χωρίς καλή διάθεσι και ζωή.
Κάθε έργο εμποτίζεται μ’ εκείνα τα αισθήματα με τα οποία πραγματοποιείται. Όσοι έχουν καθαρή καρδιά το αισθάνονται αυτό. Όπως ευωδιάζουν τ’ άνθη , έτσι ευωδιάζουν τα έργα που γίνονται με καλή προαίρεσι. Η ευωδία των καλών έργων υψώνεται προς τον ουρανό, όπως το θυμίαμα.
Οι δοκιμασίες σας δεν σταμάτησαν. Νομίζετε ότι μάταια το επιτρέπει αυτό ο Θεός; Το επιτρέπει επειδή σας αγαπά. Με την δοκιμασία σας καθαρίζει, σας κάνει αστραφτερή σαν διαμάντι στον ήλιο. Σας εξομαλύνει ακόμη τον δρόμο για την βασιλεία των ουρανών. Η άμαξα με την οποία φθάνει κανείς εκεί είναι η υπομονή. Και την υπομονή μόνο με τις δοκιμασίες μπορεί κανείς να την αποκτήση. Γι’ αυτό ακριβώς και στέλνονται».


«Είθε ο Κύριος να ευλογή την προσπάθειά σας για την αδιάλειπτη προσευχή. Είναι απαράβατος πνευματικός νόμος να μας χαρίζη ο Θεός ό,τι ωφέλιμο Του ζητάμε. Η θεία βοήθεια πάντοτε είναι έτοιμη να μας δοθή και πάντοτε βρίσκεται κοντά μας. Πρέπει όμως να την ζητήσουμε. Πλούσια μας χαρίζεται όταν δεν υπάρχη από πουθενά αλλού συμπαράστασι και με όλη μας την καρδιά απευθυνώμαστε στον Κύριο.
Όσο όμως στηριζόμαστε αγέρωχα στις δικές μας ανθρώπινες δυνάμεις, ο Κύριος δεν επεμβαίνη. Είναι σαν να λέη: «Ελπίζεις να επιτύχης μόνος σου. Πιστεύεις στο είδωλο του εαυτού σου. Περίμενε λοιπόν…».
Είθε ο Κύριος να μας χαρίση «πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην» ( Ψαλμ. 50, 19 ) , ώστε να καταφεύγουμε πάντοτε σ’ Αυτόν».


«Η ποιότης και η ποσότης της προσευχής φανερώνουν την κατάστασι των σχέσεών μας με τον Θεό και την στάθμη της πνευματικής μας ζωής. Γι’ αυτό βλέπουμε αγίους, ν’ αρχίζουν από την δύσι του ηλίου την προσευχή και να την συνεχίζουν όλη την νύχτα , μέχρι την ανατολή και ακόμη περισσότερο. Η προσευχή τους ανυψώνει προς τον ουράνιο Πατέρα και τους αγίους , που τους παρηγορούν και τους ευφραίνουν».


«Επιθυμείτε να γνωρίσετε την νοερά προσευχή. Καλό και υπέροχο έργο επιθυμείτε! Είναι όμως δύσκολο να προκόψη κανείς στην προσευχή του Ιησού, αν δεν συνηθίση να συγκεντρώνεται γενικά σε κάθε προσευχή. Ακολουθήστε γι’ αυτό τον εξής τρόπο:
Συγκεντρώνετε την προσοχή σας στα λόγια στα νοήματα ορισμένων ψαλμών ή άλλων μικρών προσευχών, που ταιριάζουν στην εσωτερική σας κατάστασι. Επαναλαμβάνετέ τους συχνά με βαθειά συναίσθησι και ανάμεσά τους παρεμβάλετε την προσευχή του Ιησού. Αργότερα προσθέστε την επίκλησι προς την Υπεραγία Θεοτόκο και τους αγίους, καθώς και δεήσεις για ζώντας και νεκρούς».
«Η ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», είναι όπλο ισχυρό και αποτελεσματικό. Και τούτο διότι το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είναι φοβερό στους εχθρούς της σωτηρίας μας και ευλογητό στους αγίους».


«Η πραγματική προσευχή είναι θείο δώρο. Να παρακαλήτε θερμά τον Θεό να σας το χαρίση.
Η ψυχρότητα στον προσευχή είναι αποτέλεσμα κατακρίσεων, οργής και θυμού, κοσμικών ενδιαφερόντων και απασχολήσεων, σαρκικών ικανοποιήσεων και απολαύσεων… Φυλαχθήτε απ’ όλα αυτά και θα υποχωρήση».


«Εάν μόνη σας επιδιώκετε την μοναχική κουρά, ίσως δεν πρέπει να επιμένετε. Εμπιστευθείτε το θέμα αυτό στην διάκρισι της ηγουμένης. Όταν εκείνη σας το προτείνη, τότε σεις ασφαλώς πρέπει να συμφωνήσετε. Υπήρξαν περιπτώσεις δοκίμων που αρνήθηκαν και αργότερα υπέμειναν θλίψεις και στενοχώριες. Καλύτερα ν’ αποφύγετε αυτό το ενδεχόμενο.
Ευγνωμονείτε τον Θεό για τον πόθο της προσευχής, που νοιώθετε. Αυτός είναι το θεμέλιο της μοναχικής ζωής. Προσεύχεσθε συχνά, πρόθυμα και υπομονετικά. Έτσι θα φθάσετε στην αδιάλειπτη προσευχή . Προσευχηθήτε ειδικά γι’ αυτό. Ο Κύριος είναι κοντά σας. Προσπαθήστε να Τον σκέπτεσθε διαρκώς και να κρατάτε τον εαυτό σας σε ευλαβική συναίσθησι της παρουσίας Του».


Από το βιβλίο : « Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ»
Μετάφρασις από τα ρωσικά ΕΚΔΟΣΙΣ ΕΝΔΕΚΑΤΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΟΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2004
www.gonia.gr

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

«ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΡΟΥΜΑΝΩΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ 20οῦ ΑΙΩΝΑ»




Οἱ ἱερεῖς μας στραγγαλίζονταν μαζί μὲ τοὺς λόγιους, τοὺς ἐργάτες καὶ τοὺς ἀγρότες (...)


Ὑποσχέθηκαν στοὺς ἀνθρώπους τὸν παράδεισο ἐδῶ στὴ γῆ, ἀλλὰ τὸ Κόμμα τοὺς ἀπαγόρευσε ταυτόχρονα τὸν παράδεισο τοῦ οὐρανοῦ. Τοὺς προσφέρθηκε ἡ ἀπόλαυση τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ ἔχασαν τὴ χαρὰ τῆς ψυχῆς. Τοὺς ὑποσχέθηκαν ὅτι ὅλα θὰ εἶναι καλὰ καὶ ὄμορφα, ἀλλὰ μέσα τους δὲν ὑπῆρχε οὔτε τὸ καλό, οὔτε ἡ ὀμορφιὰ καί, ὅταν ἐξαφανίστηκε καὶ ἡ λαχτάρα τῶν οὐρανῶν, ἔνιωσαν ὅτι εἶναι φυλακισμένοι στὴ γῆ. Καὶ ὅταν δελεάστηκαν μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη, ἔγιναν θηρία καὶ κτήνη, χωρὶς ψυχὲς ἤ συνείδηση, ἀμαυρώνοντας τὰ πάντα γύρω τους. Διότι τελικὰ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν ἁγιάζονται μέσα τους, βρωμίζουν τὸν κόσμο μὲ ὅ,τι πιὸ κακὸ καὶ ἀκάθαρτο ἔχουν στὴν ψυχή τους. 


«O ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ, ΘΗΡΙΩΔΗΣ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΑ ΠΑΡΩΝ»

Σημ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»: Τὰ ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα, ποὺ ἀκολουθοῦν, ἐπιφυλάσσουν στὸν προσεκτικὸ καὶ ἰσορροπημένο ἀναγνώστη ἐκπλήξεις ἀπροσδοκήτων «συμπτώσεων» μὲ τὸν καιρό μας. Ἡ ἀνάγνωσή τους ἀνοίγει στὸν ἀναγνώστη εὐκαιρίες ἐσωτερικῆς ἀναδιαρθρώσεως. Τὰ τετριμμένα καὶ στερεότυπα καταρρίπτονται, τὰ οὐτιδανὰ «ἀδιανόητα» γίνονται εὐνόητα καὶ πραγματικά, τὰ ἀπίστευτα γίνονται πιστευτά, τὰ ξένα γίνονται πιὸ οἰκεῖα, καὶ τὰ παρόντα φωτίζονται ἀπὸ τὰ παρελθόντα, τὰ μακρινὰ ἔρχονται κοντὰ καὶ γίνονται ἀνάγλυφα, ἀποκωδικοποιοῦνται στὰ μάτια τοῦ ζωντανοῦ καὶ προσεκτικοῦ ἀναγνώστη.
Πρόκειται γιὰ αὐθεντικὲς χριστιανικὲς μαρτυρίες ποὺ συγκλονίζουν συθέμελα τὴν ὕπαρξη.

ΤΙΡΓΟΥ-ΟΚΝΑ – 1951
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἰωάννου Ἰανολίδε «ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΡΟΥΜΑΝΩΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ 20οῦ ΑΙΩΝΑ
»
ἐκδ. «ΟΡΘΟΔ. ΚΥΨΕΛΗ», Θεσ/νίκη 2009, σελ. 260-263

Ὅλος ὁ σοσιαλιστικὸς κόσμος εἶναι μιὰ μεγάλη φυλακή, μὲ κέντρο τὶς ὑψηλῆς ἔντασης φυλακές του. Ἡ διαδικασία ποὺ διεξάγεται ἔντονα στὶς φυλακές, κατόπιν σκορπίζεται σχεδὸν διαλυμένη στὸ λαὸ, ἀλλὰ μὲ συμπεράσματα ἐξ ἴσου ὀλέθρια. Στὶς φυλακὲς βασανίζονται οἱ ἰσχυρὲς προσωπικότητες, ποὺ ἀντέχουν στὴν προσπάθεια ἀλέσματός τους, ἐνῶ οἱ ὄχλοι ἐντυπωσιάζονται εὔκολα ἀπὸ τὴν πανίσχυρη προπαγάνδα καὶ ἀπὸ τὶς καθημερινὲς ἀπειλὲς ἀναφορικὰ μὲ τὴν οἰκογένεια, τὴν ὑπηρεσία, τὴν κατοικία, τὸ μισθὸ καὶ τὴν ἐλευθερία, οἱ ὁποῖες ὅλες μονοπωλοῦνται ἀπὸ τὸ κόμμα. Δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο ἡ δυνατότητα νὰ πειθαρχεῖς στὸ κόμμα, νὰ ἐργάζεσαι γι’ αὐτό, νὰ ἐκμαυλίζεσαι ὅπως τὸ ζητάει αὐτό, διότι ἐξαρτιέσαι γενικὰ ἀπ’ αὐτό.
Δὲν ἔχουμε πιὰ ἰδιοκτησία, ὄχι γιὰ νὰ μὴ μᾶς ἐκμεταλλεύονται οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς ἀπομυζοῦν τὰ πάντα. Ἔχει καταργηθεῖ πιὰ σ’ ἐμᾶς κάθε ἐξουσία, ὄχι γιὰ νὰ μὴν τυραννοῦμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς τυραννοῦν οἱ ἄλλοι. Ἑπομένως, ὁ λαὸς εἶναι ἡ διακριτικὴ ἰδιοκτησία τῆς κομμουνιστικῆς ἐξουσίας. Ἄρα οἱ λαοὶ μποροῦν μόνο νὰ ὑπακούουν, νὰ ἐργάζονται, νὰ ψεύδονται, νὰ πολεμοῦν καὶ νὰ διαφθείρονται βαθμιαία, σύμφωνα μὲ τὸ σοσιαλιστικὸ μαρξιστικὸ-λενινιστικὸ κατεστημένο.
Οἱ φυλακὲς εἶναι τὸ κραταιὸ ἐπιχείρημα-φόβητρο τῶν κομμουνιστῶν. Ἔχω μάθει ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι τελικὰ ὁ πιὸ μεγάλος φόβος. Ἡ σκλαβιὰ ποὺ φέρνει τὸν ἐκμαυλισμὸ τῆς ψυχῆς, εἶναι τὸ βασικὸ κλειδὶ τῆς ἀπελπισίας, ὅταν τὸ κακὸ γίνεται ἀνεπίστροφο καὶ δυναμικότατο. Μὲ μιὰ τέτοια ζωντανή, πραγματικὴ καὶ πιεστικὴ ἐμπειρία συνεχίζαμε νὰ ὑπάρχουμε στὶς φυλακὲς μετὰ τὸ 1950.
Ἦταν χειμώνας τοῦ 1951. Πάλι τὰ Χριστούγεννα. Ἤμασταν στὸ θεραπευτήριο-δεσμωτήριο στὸ Τίργου Ὄκνα, ἕνα νέο θεραπευτήριο, προοριζόμενο νὰ ὑποκρύπτει τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο τῶν φυλακῶν. Οἱ ἐδῶ φυματικοὶ βαστοῦσαν μέσα τους τὶς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ Πιτέστι, τὴν Γκέρλα, τὸ Κανάλι, ἀπὸ τὰ ὀρυχεῖα καὶ τὰ φονικὰ στρατόπεδα.
Εἴχαμε ἀρκετὸ φαγητό, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀνέχονταν πιὰ οἱ φωλιασμένες στὰ «σπήλαια» πληγές μας. Μᾶς ἄφηναν στὴν αὐλὴ τοῦ θεραπευτηρίου, ἀλλὰ περιβαλλόμασταν ἀπὸ δύο σειρὲς πολὺ ὑψηλῶν τοίχων. Δὲν ξυλοκοπιόμασταν πιά, ἀλλὰ ἀπειλούμασταν συνεχῶς μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ Πιτέστι ἤ στὸ Κανάλι. Ὑπῆρχε μιὰ ἰσχυρὴ σχέση μεταξύ μας, ἀλλὰ εἴχαμε ἀνάμεσά μας καὶ πολλοὺς προδότες, προερχόμενους εἴτε ἀπὸ τὸ Πιτέστι, εἴτε ἀπὸ ἄλλα φοβερὰ μέρη τῆς τρομοκρατίας.
Ἤμασταν σ’ ἕνα θεραπευτήριο, ἀλλὰ εἴχαμε φάρμακα μόνο στὸν κατάλογο. Ὑπῆρχε καὶ μιὰ γιατρίνα ποὺ μᾶς νοσήλευε, ἀλλὰ ἤμασταν ἑκατοντάδες ἀσθενεῖς καὶ καθημερινὰ πέθαιναν ἀνὰ δύο-τρεῖς. Μ’ ἕνα φέρετρο, μὲ τὸ ἴδιο πάντα βρόμικο φέρετρο, μεταφέρονταν ὅλοι οἱ νεκροὶ στὸ κοινὸ νεκροταφεῖο, χωρὶς σταυρὸ ἤ ἱερέα. Δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ προσευχηθεῖς οὔτε στὸ θάνατο κάποιου ἀνθρώπου. Δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα οὔτε γιὰ ἕνα κερί, δικαίωμα τόσο πολύτιμο στὴ χριστιανική μας παράδοση. Δὲν εἴχαμε ἀπὸ τὸν κόσμο. Μαθαίναμε ἀνὰ ἕξι μῆνες ἤ ἀκόμη ἀνὰ ἔτος ἕνα σπουδαῖο πολιτικὸ γεγονός.
Κι ὅμως ἀκόμη ἐλπίζαμε. Μερικοὶ εἶχαν μιὰ παιδαριώδη πολιτικὴ εὐπιστία, ὥστε περίμεναν ὅτι μιὰ μέρα θὰ ἔρθουν οἱ Ἀμερικάνοι. Δὲν μποροῦσαν νὰ πιστέψουν ὅτι ἡ Δύση μᾶς ἔχει ἐγκαταλείψει στὸν κομμουνισμό. Ἀκόμη δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν ὅτι τὰ συμφωνητικὰ μὲ τοὺς σοβιετικοὺς θὰ ἰσχύουν καὶ μετὰ τὸ θάνατό μας. Οἱ ἱερεῖς μας στραγγαλίζονταν μαζί μὲ τοὺς λόγιους, τοὺς ἐργάτες καὶ τοὺς ἀγρότες. Ἦταν δεκαπλάσιοι ἐργάτες στὶς φυλακὲς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ βρίσκονταν στὸ Κομμουνιστικό Κόμμα. Καὶ αὐτὸ γινόταν σ’ ἕνα καθεστὼς δῆθεν ἐργατικό.
Λόγῳ τῶν κρατουμένων, ποὺ ἀνῆκαν στὴν ὑψηλὴ κοινωνία, ἡ ἀτμόσφαιρα στὸ δεσμωτήριο τοῦ Τίργου Ὄκνα ἦταν πολὺ ὑψηλῆς ποιότητας. Πρῶτα καλλιεργεῖτο μιὰ εἰλικρινὴς θρησκευτικότητα, μὲ μία ἐντυπωσιακὴ καὶ πηγαία ἐπικοινωνία μεταξύ τους, ποὺ γινόταν κοντὰ καὶ γύρω ἀπὸ τὸν Βαλέριο Γκαφένκου, ἕναν ἔξυπνο καὶ καλοκάγαθο ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο κατοικοῦσε ὁ Χριστός. Ἐκεῖ ζοῦσε κανεὶς τὸν Χριστιανισμὸ στὴν πρωτογενῆ του μορφή. Βιωνόταν ἡ νοερὰ προσευχή, ὅπως στὶς ἐποχὲς τῆς παραδοσιακῆς παλαιᾶς πνευματικότητας. Οἱ ψυχὲς καθαρίζονταν μέσῳ τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως καὶ μέσῳ εἰλικρινῶν καὶ φιλικῶν ἐξομολογήσεων μεταξύ μας. Ἡ ἀγάπη μεταξύ μας ἦταν τόσο δυνατή, ὥστε δὲν μποροῦσε νὰ τὴν χαλάσει ἡ πιὸ ὀδυνηρὴ τρομάρα, στὴν ὁποία ζούσαμε. Ὅσο μᾶς ἔσφιγγε ὁ κλοιὸς τοῦ μίσους, τόσο μᾶς ἕνωσε ἡ ἀγάπη μεταξύ μας. Δὲν χρειάζονταν οὔτε λόγια, διότι καταλαβαίναμε ἀμέσως τὸ πνεῦμα τοῦ καθενός, καλὸ ἤ κακό.
Ὑπῆρχε μεταξύ μας ἕνας μεγάλος συναγωνισμὸς αὐτοθυσίας. Κανένας δὲν ἀνῆκε μόσο στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ στὴν κοινωνία. Τὰ πάντα ἦταν κοινὰ καὶ ὁ καθένας ἔδινε μὲ χαρὰ καὶ τὸ πουκάμισο, καὶ τὸ ψωμί, καὶ τὸ φάρμακο, ἀκόμη καὶ τὴ ζωή του. Ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, ὁ ἕνας γιὰ ὅλους καὶ ὅλοι γιὰ ἕναν. Ἤμασταν μιὰ ψυχή, μιὰ θέληση, ἕνας νοῦς, μιὰ ἐλπίδα. Ὁ καθένας ἦταν ἕνας θησαυρὸς γιὰ ὅλους. Ἔτσι, καλλιεργούμασταν πνευματικὰ καὶ ἑνωνόμασταν ὅλο καὶ περισσότερο μὲ τὸν Χριστὸ, τὸν ὁποῖο νιώθαμε ζωντανό, παρόντα καὶ ἐνεργό. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀντίχριστος ἦταν αἰφνίδιος, θηριώδης καὶ βασανιστικὰ παρών.
Ὅταν ἕνας ἀπὸ μᾶς ἦταν σὲ ψυχικὸ κίνδυνο, καὶ φοβισμένος μήπως πέσει, ὅλοι τὸν βοηθοῦσαν. Ἐκεῖ ἔμαθα πόσο ἀναγκαία ἦταν ὄχι μόνο ἡ προσευχὴ τοῦ ἑνὸς γιὰ τὸν ἄλλο, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁμολογία, ὁ λόγος, ἡ ὤθηση, τὸ παράδειγμα, τὸ θάρρος καὶ ὁ κίνδυνος νὰ σηκώνεις τὸ βάρος τοῦ ἄλλου. Ὅλοι περνούσαμε δύσκολες σωματικὲς καὶ ψυχικὲς δοκιμασίες καὶ ἄν δὲν ὑπῆρχε ἡ στενὴ πνευματική μας σχέση, ἡ ἀκαταπόνητη προστασία καὶ ἡ ἀπόλυτη αὐτοθυσία, ὅλοι θὰ πέφταμε, σ’ ἐκεῖνες τὶς ἀβάστακτες συνθῆκες.
Οἱ δυνάμεις τῆς ἀντοχῆς μας συγκεντρώνονταν γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Βαλερίου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐνίσχυε πνευματικά. Πηγαίναμε σ’ αὐτὸν νὰ πάρουμε ἐνίσχυση, ὅποτε ἀδυνατοῦσαν οἱ ψυχές μας. Τὸν νιώθαμε σὰν μιὰ πηγὴ χάριτος, ποὺ μᾶς ἕνωνε μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς προφύλαγε ἀπὸ τὴν κόλαση στὴν ὁποία ζούσαμε. Γύρω του κάθονταν, χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἔχει καθορισθεῖ ἡ θέση τους, ὅλοι γιὰ νὰ ἀκούσουν κάτι τὸ πνευματικὸ ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἐκεῖ, τότε, ἄλλοι γιὰ πρώτη φορὰ γνώριζαν κάτι γιὰ τὴν πίστη, ἄλλοι προσπαθοῦσαν, καὶ ἄλλοι, πιὸ ἀπόμακροι ἦταν οἱ ἀναμορφωτὲς καὶ οἱ προδότες, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸν πύρινο κύκλο στὸν ὁποῖο καίγονταν οἱ ψυχές μας.
Προσπάθησαν πολλὲς φορὲς καὶ οἱ ἀναμορφωτὲς νὰ δημιουργήσουν ἕνα κέντρο συγκέντρωσης τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους, ἀλλὰ δὲν τὸ κατάφεραν. Ἀπέναντι στοὺς κομμουνιστὲς καὶ τοὺς δεσμοφύλακες ἀμυνόμασταν πιὸ εὔκολα, διότι μᾶς διαχώριζαν οἱ στολὲς καὶ τὸ νομικὸ καταστατικό. Πολὺ πιὸ δύκολα ὅμως μπορούσαμε νὰ προφυλαχθοῦμε ἀπὸ τοὺς ἀναμορφωτές, ἀπὸ τοὺς ὁποίους, παρ᾽ ὅλο ποὺ ζούσαμε τόσο κοντά, μέσα στοὺς ἴδιους τοίχους καὶ ροκανισμένοι ἀπὸ τοὺς ἴδιους βακίλους τῆς φυματίωσης, ἤμασταν ὅμως ρητά, κατηγορηματικὰ καὶ δραματικὰ χωρισμένοι. Ὡστόσο, ἤμασταν εὐτυχεῖς ποὺ δὲν εἴχαμε κρυφοὺς προδότες κατασκόπους. Γνωριζόμασταν πολὺ καλὰ μεταξύ μας καὶ ζούσαμε σὲ δύο ξεχωριστοὺς κόσμους. Ἤμασταν δύο ὁμάδες ἀνθρώπων, ποὺ εἴχαμε διαφοροποιηθεῖ μέσῳ τῆς θωριᾶς, τῆς ματιᾶς, τῶν χειρονομιῶν, τῶν κινήσεων καὶ τῆς συμπεριφορᾶς.
Ὁ τύπος ἑνὸς χριστιανοῦ ἦταν ἤρεμος, ἤπιος, ἀπασχολημένος μὲ λογισμούς, ποὺ ἐκδηλώνονταν σὲ καλὲς πράξεις, στὴ διάθεση αὐτοθυσίας, στὴ μεγάλη ὑπομονή, σὲ μιὰ περιεκτικὴ καὶ βαθειὰ ἀντίληψη τῶν πραγμάτων, ὥστε ἡ ματιὰ ἦταν φωτεινή, τὰ πρόσωπα γελαστά, οἱ κινήσεις σοβαρὲς καὶ προσεκτικές. Ἦταν ἄνθρωποι ποὺ χαροποιοῦσαν καὶ τὸν ἀέρα καὶ κατέβαζαν τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ.
Διαφορετικὸς ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν ὁ τύπος τοῦ σατανᾶ. Ἦταν ἀνήσυχος, βιαστικός, ἀμφίβολος, φοβισμένος, τεταμένος, ἄδειος ἐσωτερικά, πάντα κυνηγημένος ἀπὸ τὴ δική του συνείδηση, μὲ ὑαλώδη ματιά, μὲ περιφρονητικὸ χαμόγελο, μὲ πονηριὰ στὸ πρόσωπο καὶ μίσος στὸ λόγο. Ἦταν ἀνειλικρινεῖς ἄνθρωποι, πάντα σὲ καρτέρι, ἐγωιστικοὶ, μὲ τὴν ὕβρη στὸ στόμα καὶ ἕτοιμοι νὰ ἐκτελέσουν διαταγὲς γιὰ φρικιαστικὰ ἐγκλήματα.
Ὑπῆρξαν καὶ μερικοὶ ἀναμορφωτὲς ποὺ κατάφεραν νὰ διορθωθοῦν καὶ δέχθηκαν μὲ θερμότητα τὸ χριστιανικὸ ἦθος. Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι ποὺ προσποιήθηκαν τὴν μετάνοια γιὰ νὰ μᾶς κατασκοπεύσουν, ἀλλὰ αὐτοὶ διακρίνονταν πολὺ εὔκολα, διότι οἱ ψυχές μας ἦταν τόσο πολὺ εὐαισθητοποιημένες, ὥστε διέκριναν εὔκολα τὰ πνεύματα.
Παρ᾽ ὅλο ποὺ οἱ ἀναμορφωτὲς μᾶς τρομοκρατοῦσαν, τοὺς συμπαθούσαμε καὶ προσευχόμασαταν γι’ αὐτούς, διότι στοὺς περισσοτέρους βλέπαμε παλαιοὺς φίλους, καλοὺς ἀνθρώπους, μεταμορφωμένους σὲ παλιανθρώπους διὰ τῆς τρομάρας τῆς μαρξιστικῆς-λενινιστικῆς «ἀναμόρφωσης».
Αὐτὴ ἡ «ἀναμόρφωση» ἦταν ἕνας μηχανισμὸς δῆθεν λογικός, ὁ ὁποῖος διέλυε ἐσωτερικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ μετὰ προσπαθοῦσε μὲ ἐκτρωματικὲς μεθόδους, νὰ τὸν κάνει σοσιαλιστή, ἐνῶ στὴν ἀλήθεια τὸν μετέτρεπε σὲ ἄγριο θηρίο. Καὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ γλυτώσει χωρὶς ταλαιπωρίες ἀπὸ τὴ σειρὰ τῶν βασανιστηρίων τῆς ὑλιστικῆς-διαλεκτικῆς «ἀναμόρφωσης».
Τὰ ἀποτελέσματα τῆς «ἀναμόρφωσης» καὶ τῆς μαρξιστικῆς ἀγωγῆς εἶναι ἀποκλειστικῶς ἐγκληματικά, θηριώδη, παρηκμασμένα, ἀπάνθρωπα, τὰ ὁποῖα καθαιροῦν τὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἅρπαξαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὰ ὑπάρχοντά τους, ἀλλὰ αὐτοὶ ἔγιναν πιὸ ἐγωιστές, πιὸ κλέφτες, γιατὶ ποτὲ δὲν τὰ παραχώρησαν μὲ τὴ βούλησή τους. Τοὺς ἐπιβλήθηκε αὐτὴ ἡ κατάσταση ἀπὸ τὸ Κόμμα, τὴ δῆθεν δικαιοσύνη, καὶ τὴν κοινωνικὴ ἰσότητα, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι μισοῦνται περισσότερο μεταξύ τους, ἀλληλοβασανίζονται καὶ γίνονται σαδιστές, διότι δὲν πηγάζουν ἀπὸ μέσα τους οὔτε ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς συνανθρώπους τους, οὔτε ἡ καλοσύνη, οὔτε ἡ ἰσότητα. Ἦταν ἀδιάφοροι ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον.
Ὑποσχέθηκαν στοὺς ἀνθρώπους τὸν παράδεισο ἐδῶ στὴ γῆ, ἀλλὰ τὸ Κόμμα τοὺς ἀπαγόρευσε ταυτόχρονα τὸν παράδεισο τοῦ οὐρανοῦ. Τοὺς προσφέρθηκε ἡ ἀπόλαυση τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ ἔχασαν τὴ χαρὰ τῆς ψυχῆς. Τοὺς ὑποσχέθηκαν ὅτι ὅλα θὰ εἶναι καλὰ καὶ ὄμορφα, ἀλλὰ μέσα τους δὲν ὑπῆρχε οὔτε τὸ καλό, οὔτε ἡ ὀμορφιὰ καί, ὅταν ἐξαφανίστηκε καὶ ἡ λαχτάρα τῶν οὐρανῶν, ἔνιωσαν ὅτι εἶναι φυλακισμένοι στὴ γῆ. Καὶ ὅταν δελεάστηκαν μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη, ἔγιναν θηρία καὶ κτήνη, χωρὶς ψυχὲς ἤ συνείδηση, ἀμαυρώνοντας τὰ πάντα γύρω τους. Διότι τελικὰ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν ἁγιάζονται μέσα τους, βρωμίζουν τὸν κόσμο μὲ ὅ,τι πιὸ κακὸ καὶ ἀκάθαρτο ἔχουν στὴν ψυχή τους. Ἑπομένως, ὅλο τὸ … καλὸ ποὺ ἐκβιαστικὰ γίνεται δεκτὸ ἀπὸ τὶς συνειδήσεις τους, μόνο κακὸ καὶ ἀνατρεπτικὸ μπορεῖ νὰ εἶναι.
Στὸ Τίργου Ὄκνα ἦταν ἄνθρωποι ποὺ ποθοῦσαν νὰ εἶναι τοῦ Χριστοῦ, σὰν τοὺς ἁγίους. Ἄλλοι ἄνθρωποι τρομοκρατημένοι ἀπὸ τὸ καθεστώς, τελικὰ ἔγιναν μαρξιστὲς καὶ ἦταν σὰν τοὺς δαίμονες.

Ἤξερα καλὰ ὅτι δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω τὸν ψυχικὸ συναισθηματισμό του, διότι ἐγὼ γεννήθηκα χριστιανὸς καὶ ἔχω ζήσει χριστιανικά, ἐνῶ αὐτὸς ἦταν Ἑβραῖος, ἔγινε κομμουνιστὴς καὶ τώρα σιωνιστής. Μιὰ τέτοια ψυχὴ περνάει μεσα ἀπὸ ὀδυνηροὺς τραυματισμοὺς κάθε φορὰ ποὺ κάνει μιὰ καινούργια ἀνακάλυψη στὰ πνευματικά. Καὶ ἡ τωρινὴ χριστιανικὴ ὁμολογία του ἦταν μιὰ κατηγορηματικὴ καὶ ἀνεπίστρεπτη ἀναστροφὴ ὁλοκλήρου τοῦ παρελθόντος.
Σ’ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἀφουγκράστηκες, μοῦ εἶπε μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα. Μπορεῖ σύντομα νὰ εἴμαστε ἀδέλφια ἐν Χριστῷ!
-Νὰ σὲ βοηθήσει ὁ Θεός! τοῦ εἶπα συγκινημένος, καὶ σηκώθηκα νὰ πάω στὸν Ἰωάννη.
Ὁ Ἰωάννης ἀνέπνεε γρήγορα καὶ εἶχε πυρετό. Τὸ προσωπό του ἦταν χλωμὸ καὶ ἐξουθενωμένο. Ἡ φύση ὅμως διατηροῦσε ἀκόμη μιὰ ζωτικὴ ἰσορροπία μέσα του. Ἤξερα ὅτι ὁ θάνατος ἦταν κοντά. Τὸ ἤξερε καὶ ὁ ἴδιος.
-Σήμερα ἐξομολογήθηκα καὶ ἑτοιμάσθηκα γιὰ ἀναχώρηση, μοῦ εἶπε. Λυπᾶμαι, ὅμως, ποὺ πεθαίνω καὶ δὲ βλέπω τὴ λύτρωση τῆς Χώρας…
Σταμάτησε γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Ἀνέπνεε δύσκολα. Σὲ λίγο συμπλήρωσε:
-Μόνο ἡ πίστη στὸν Θεὸ μοῦ παρέμεινε. Μᾶλλον τουλάχιστο τώρα, σ’ αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ στενότητα, ὁ κόσμος θὰ καταλάβει τί εἶναι ἡ πίστη στὸν Θεό!… Τώρα γιὰ μένα εἶναι ἀργὰ… Σβήνω… Συχνὰ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι γίνεται σκοτάδι, μετὰ ξεσπάει ἕνα ἐκθαμβωτικὸ φῶς. Ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ θανάτου τὰ μυστήρια τῆς ζωῆς φαίνονται πιό κοντά. Κρίμα ποὺ δὲν τὰ εἶδα ἔτσι σ’ ὅλη τὴ ζωή μου! Ὁ ἀδελφός μου, ὁ πολεμιστής, ἦταν ἕνας ἀσύγκριτα μεγαλύτερος ἄνθρωπος ἀπὸ μένα, ἕνας ὁραματιστής!
-Ἡσύχασε! τοῦ εἶπα. Εἶσαι καταβεβλημένος.
-Ἔτσι ἦταν γραμμένο, νὰ πεθάνω στὰ χέρια σου, συνέχισε. Σὲ ἀγάπησα καὶ σὲ θαύμασα πολύ. Ὁ Θεὸς νὰ σὲ βοηθήσει!
-Ἀδελφέ, τοῦ ἀπάντησα, σοῦ ὀφείλω ἀμέτρητα. Ἤσουν πιὸ ἀνδρεῖος ἀπὸ μένα. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ ἀνταμείψει γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔδειξες στὴ ζωή σου, ἀγάπη γιὰ μένα, γιὰ τοὺς ἄλλους. Δὲ θὰ σὲ ξεχάσω ποτέ!
Ὕστερα ἀπὸ μιὰ μεγάλη σιωπή, μοῦ εἶπε:
-Σὲ παρακαλῶ, πὲς στὸν Ἰάκωβο νὰ μὲ συγχωρέσει. Εἶχα συχνὲς παρεξηγήσεις μαζί του. Μὲ νευρίαζαν οἱ κομμουνιστικὲς καὶ ἑβραϊκές του ἐκδηλώσεις.
Τὸ εἶπα στὸν Ἰάκωβο. Ἐκεῖνος σηκώθηκε και ἦρθε δίπλα στὸν Ἰωάννη.
-Εἶμαι ἀναστατωμένος, τοῦ λέει, ποὺ θέλεις νὰ ζητήσεις συγγνώμη ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ζήσει σὲ λάθος δρόμο. Ἀπὸ ὑπερηφάνεια πῆρα λάθος δρόμο; Μᾶλλον εἶναι ἀνικανότητά μου νὰ γνωρίσω τυὴν ἀλήθεια. Αὐτὸ τὸ ψέμα, ποὺ ἀκολούθησα, μὲ ξεσήκωσε σ’ ὅλη τὴ ζωή μου ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ σήμερα ἀνακαλύπτω τὴν πραγματικότητά του. Μόνο ὁ σατανὰς μπορεῖ νὰ ἐμφυσᾶ τόσα ψέματα καὶ μίσος ἐναντίον τῆς ἀληθείας. Δὲν μπορεῖτε νὰ καταλάβετε τὸ ὀδυνηρὸ δράμα ποὺ ζῶ αὐτὲς τὶς στιγμές. Ἐγὼ ἀντιστάθηκα στὴν ἀλήθεια κι ἐσὺ μοῦ εἶπες τὴν ἀλήθεια καὶ ποτὲ δὲν ἤσουνα κακὸς μαζί μου. Ἐγὼ σὲ μίσησα, ἀλλὰ ἐσύ μὲ ἀγαποῦσες· ἐγὼ ἤμουνα στὴν πλάνη, ἐσὺ στὴν ἀλήθεια. Ἐγώ, ἄρα, πρέπει νὰ συγχωρεθῶ ἀπὸ σένα, ὅπως ὁ Παῦλος συγχωρέθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό. Νομίζω ὅτι κι ἐγὼ θὰ εἶμαι χριστιανός. Ποθῶ νὰ γίνω χριστιανός, ἀλλὰ ἀκόμη δὲν κυβερνῶ τὴ δική μου ψυχή. Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἶστε ἀνεξίκακοι μαζί μου!
Ὁ Ἰωάννης ἔκλαιγε. Τοῦ ἔδωσε τὸ χέρι του καὶ τὸν παρηγόρησε.
-Ὁ Θεὸς νὰ σὲ βοηθήσει! Ἡ ὁμολογία σου μοῦ ἀνοίγει πορεῖες φωτὸς καὶ ἐλπίδας γιὰ τὸν κόσμο, ποὺ τὸν ἐγκαταλείπω σὲ τέτοιες ἄθλιες συνθῆκες. Θαυμάσια εἶναι τὰ θελήματα τοῦ Κυρίου!
Ὁ Ἰάκωβος ἔφυγε. Ὁ Ἰωάννης μοῦ ζήτησε νὰ πάω στὸν πατέρα Γεράσιμο γιὰ νὰ ἔχει τὴν ἄνεση νὰ τοῦ δώσει τὴν τελευταία εὐλογία.
Ὅλα ἠρέμησαν κι ἐγὼ πλησίασα τὸν Βαλέριο. Καθόταν μὲ τὴν πλάτη στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτὸ στὸ στῆθος του, ἀλλὰ εἶχα τὴν ἐντύπωση ὅτι μὲ κοιτάει. Τὰ γαλανά του μάτια ἀνοίχθηκαν πελώρια, φωτεινά, καὶ μ’ ἀγκάλιασε μὲ τὴ ζεστασιά τους. Χαμογέλασε εὐτυχὴς καὶ εἶπε:
-Τί καλὰ εἶναι νὰ σὲ νιώθω δίπλα μου! Σὲ λίγο θὰ τελειώσω μιὰ ὡραία ψαλμωδία γιὰ τὸ Τίργου Ὄκνα.
-Κάτσε ἤρεμος, τοῦ εἶπα, καὶ κάθισα σὲ μιὰ καρέκλα γιὰ νὰ ἀποκοιμηθῶ.
Αὐτός, ὅμως, μοῦ εἶπε: Ἐσὺ θὰ εἶσαι ὁ πρῶτος ποὺ θὰ ἀκούσει τὰ κάλαντά μου. Νὰ σοῦ πῶ τοὺς στίχους… (Ἀναφέρουμε ἐδῶ μόνο δύο ἰδέες ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς στίχους: ὅτι ὁ Κύριος ἔκανε τὶς καρδιὲς τῶν κρατουμένων φάτνη γιὰ τὴν Γέννησή Του καὶ ὅτι σήμερα τὰ Χριστούγεννα μετακόμισαν ἀπὸ τὸ οὐράνιο παλάτι τοῦ Κυρίου στὴ φυλακή, ἐκεῖ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶναι φυλακισμένος, μαζί μὲ τοὺς πιστοὺς δούλους Του). Μὲ κοίταξε λίγο καὶ μετὰ πρόσθεσε:
-Αὐτὰ τὰ κάλαντα τὰ ἀφιερώνω στὸν πατέρα Γεράσιμο. Αὐτὸς εἶναι τὸ παιδί, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶνε οἱ τελευταῖοι στίχοι.
Ὁ Βαλέριος ἦταν εἰρηνικός, ἤρεμος καὶ χαρούμενος. Τὸν εὐχαρίστησα γιὰ τὰ κάλαντα. Μοῦ χαμογέλασε καὶ ἀποτραβήχτηκε στὸν ἑαυτό του.
Ἦταν τόση ἡ ἡσυχία, ὥστε ἄκουγα τὸ ἀγκομαχητὸ τῶν ἀσθενῶν, καὶ τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς μου. Σ’ ἐκείνη τὴ δόλια ἀνάμειξη φυλακῆς καὶ φυματίωσης ὑπῆρχε μιὰ ἀναμφίβολη ψυχικὴ δόνηση, ὥστε ὅλα φαίνονταν ἀπόκοσμα, θαυμάσια. Ὁ χρόνος περνοῦσε γαλήνια. Ὁ νοῦς δελεαζόταν ἀπὸ ὁρίζοντες φώτων.
Ἤμασταν ἔγκλειστοι, ἀλλὰ μὲ τὶς ψυχὲς ἐκτὸς φυλακῆς· ἤμασταν ἄρρωστοι σωματικά, ἀλλὰ γεροί πνευματικά· ἤμασταν ἑτοιμοθάνατοι, ἀλλὰ ὁ θάνατος καταπινόταν ἀπὸ τὴ ζωή. Ἡ προσευχὴ γινόταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ νιώθαμε γύρω μας τοὺς καλανδιστὲς (ψάλτες τῶν καλάνδων). Ἐκεῖνο τὸ βράδυ εἶχα περίεργες ἐντάσεις κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ. Ἤμουν νηφάλιος καὶ ζοῦσα στὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ ἡ ὕλη γιὰ μένα ἦταν πνεῦμα καὶ τὸ πνεῦμα ἦταν ὕλη. Καμμιὰ ἀντίθεση δὲν μὲ διετάρασσε.
Κάθε τόσο πλησίαζα τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν πατέρα Γεράσιμο, ποὺ ἔσβηναν ἤρεμα, ὅλο καὶ πιὸ ζωντανοί, ἐφ’ ὅσον πλησίαζαν τὸ θάνατο. Ὁ Ἰάκωβος δὲν κοιμόταν. Τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτά, ἀλλὰ δὲν μοῦ εἶπε τίποτε.
Ἀργὰ τὴ νύχτα, πρὶν τὰ ξημερώματα, κατάλαβα ὅτι πρέπει νὰ ἔχω κοντὰ μου τὸ κερὶ καὶ τὸ σπίρτο, ἀπαγορευμένα μὲ αὐστηρότητα, ἀλλὰ τὰ κρατοῦσα κρυμμένα σ’ ἕνα στρῶμα καὶ τὰ χρησιμοποιοῦσα τὰ βράδια, μόνο γιὰ δύο τρία λεπτά, ὅταν κάποιος ἀπὸ μᾶς ἔφευγε ἀπὸ τὴ ζωή.
Πρῶτος πέθανε ὁ Ἰωάννης, σὰν ἕνα παιδί. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος μὲ μεγάλη ψυχή. Ἡ τελευταία του ματιὰ ἦταν πονεμένη καὶ γεμάτη ἀγάπη. Μᾶλλον ἦταν μέσα της ἡ προσευχὴ καὶ ἡ λάμψη τῆς ἐλπίδας.
Μόλις τελείωσα μὲ τὸν Ἰωάννη, πῆγα στὸν πατέρα Γεράσιμο. Ἄνοιξε ξανὰ τὰ βαθειά του μάτια, βαθουλωμένα στὶς κόγχες.
-Νὰ σᾶς δῶ ἀκόμη μιὰ φορά, παιδιά μου, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί μου, πατέρες μου! μόλις μπόρεσε καὶ εἶπε.
Μετὰ ἔβηξε καί, τελικά, πρόσθεσε:
-Φεύγω! Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς εὐλογήσει!
Ἀνάσανε βαθειά, τεντώθηκε λίγο καὶ ξεψύχησε. Τοῦ ἔκλεισα τὰ μάτια.
Ἔχω κλείσει τὰ μάτια ἑκατοντάδων ἀνθρώπων, καὶ ἤξερα καλύτερα πῶς πέθανε ὁ καθένας παρὰ πῶς ζοῦσε. Νομίζω ὅτι ἡ στιγμὴ τοῦ τέλους τῆς ἐπίγειας ζωῆς εἶναι πιὸ χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν περιγραφὴ τῶν ἀνθρώπων παρὰ ἡ ἴδια ἡ ζωή.
Παρ᾽ ὅλο ποὺ ἐκείνη ἡ νύχτα ἦταν πολὺ δύσκολη καὶ δὲν εἶχα ξεκουραστεῖ καθόλου, δὲν ἔνιωθα καμιὰ κούραση, δὲν ἔνιωθα νὰ πενθῶ. Ἡ πραγματικότητα τῆς ζωῆς περικλείεται μέσα στὴν πραγματικότητα τῆς ἀθανασίας. Τὸ σῶμα μου φαινόταν ἀέρινο. Ὁ χρόνος ἦταν διαπλατυσμένος. Δὲν καταλάβαινα πῶς περνοῦσε. Τοὺς ἔνιωθα ἐξίσου παρόντες τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς πεθαμένους. Μιὰ ἀπροσμέτρητη εἰρήνη εἶχε στρωθεῖ μέσα μου. Σ’ ἐκείνη τὴν ψυχικὴ κατάσταση ἔκανα τὴν προετοιμασία γιὰ τὴν ταφὴ τῶν δύο.
Κάθε τόσο κοιτοῦσα τὸν Βαλέριο. Ἦταν πρόσχαρος, εὐτυχὴς μέσα του, μὲ τὰ μάτια κλειστά, μὲ τὸ κεφάλι σκυμμένο στὸ στῆθος. Οὔτε αὐτὸς δὲν μπὸρεσε νὰ ξεκουραστεῖ ἐκείνη τὴ νύχτα. Μετά, ποὺ τελείωσα τὴν προετοιμασία, μὲ κάλεσε μὲ τὰ μάτια του καὶ μοῦ εἶπε:
-Τὰ κάλαντα εἶναι τελειωμένα. Μᾶλλον αὐτοὶ οἱ στίχοι θ’ ἀποτελοῦν καὶ τὴ διαθήκη μου…
Ἡ ἡσυχία σκέπασε ξανὰ τὸ δωμάτιο γιὰ ἕνα διάστημα. Ἡ προσευχή, σὰν μιὰ οὐράνια σκάλα, κατέβαζε ἀγγέλους ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς στὴ γῆ. Οἰ οὐρανοὶ ἦταν ἐδῶ, οἱ οὐρανοὶ ἦταν παντοῦ.

 

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου: «᾿Εργασία στόν ἑαυτό µας». «Τό καλό νά γίνεται µε καλό τρόπο»


Λόγοι Β΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

«Ενέργειες με σύνεση και αγάπη»
«Εργασία στον εαυτό µας»

Εάν θέλης να βοηθήσης την Εκκλησία, είναι καλύτερα να κοιτάξης να διόρθωσης τον εαυτό σου, παρά να κοιτάς να διόρθωσης τους άλλους.
Αν διόρθωσης τον εαυτό σου, αµέσως διορθώνεται ενα κοµµατάκι της Εκκλησίας. Έάν φυσικά αυτό το έκαναν όλοι, ή Εκκλησία θά ήταν διορθωµένη. Άλλα σήµερα οι άνθρωποι ασχολούνται µε όλα τά άλλα θέµατα εκτός από τον εαυτό τους. Γιατί τό νά άσχολήσαι µε τον εαυτό σου έχει κόπο, ενώ τό νά άσχολήσαι µε τους άλλους είναι εύκολο.
Εάν ασχοληθούµε µέ τήν διόρθωση του εαυτού µας και στραφούµε πιο πολύ στην «εσωτερική» δράση παρά στην εξωτερική, δίνοντας τά πρωτεία στην θεία βοήθεια, θά βοηθήσουµε τους άλλους περισσότερο καί θετικώτερα. Επιπλέον θά έχουµε καί τήν εσωτερική µας γαλήνη, ή οποία θά βοηθάη αθόρυβα τις ψυχές πού θά συναντάµε, γιατί ή εσωτερική  πνευµατική κατάσταση προδίδει τήν αρετή τής ψυχής καί αλλοιώνει ψυχές.
Όταν επιδίδεται κανείς στην εξωτερική δράση, πριν φθάση στην λαµπικαρισµένη εσωτερική πνευµατική κατάσταση, µπορεί νά κάνη κάποιον πνευµατικό αγώνα, άλλα έχει στενοχώρια, άγχος, έλλειψη εµπιστοσύνης στον Θεό, και συχνά χάνει τήν ηρεµία του.
Έάν δέν κάνη καλό τον εαυτό του, δέν µπορεί να πή ότι τό ενδιαφέρον του για τό κοινό καλό είναι καθαρό. Όταν έλευθερωθή από τόν παλαιό του άνθρωπο και από καθετί κοσµικό, έχει πλέον τήν θεία Χάρη, οπότε και ό ϊδιος αναπαύεται, αλλά και κάθε είδους άνθρωπο αναπαύει.
Αν όµως δέν έχη Χάρη Θεοϋ, δέν µπορεί ούτε στον εαυτό του νά έπιβληθή ούτε τους άλλους νά βοηθήση, γιά νά φέρη θείο αποτέλεσµα. Πρέπει νά βουτηχθή στην Χάρη καί ύστερα νά
χρησιµοποιηθούν οι αγιασµένες πλέον δυνάµεις του γιά τήν σωτηρία των άλλων.

 «Τό καλό νά γίνεται µε καλό τρόπο»

- Γέροντα, πώς σκέφτεσθε, όταν έχετε νά αντιµετωπίσετε ένα πρόβληµα;
- Σκέφτοµαι τί γίνεται, τί δέν γίνεται ανθρωπίνως. Τό εξετάζω άπό όλες τις πλευρές. «Θά κάνω αυτό- τί αντίκτυπο θά έχη εκεί, εκεί;... Τί κακό µπορεί νά κάνη ή σέ τί µπορεί νά ώφελήση;».
Έγώ πάντα ένα πρόβληµα προσπαθώ νά τό δώ άπό πολλές πλευρές, ώστε ή λύση πού θά δώσω νά εΐναι, όσο γίνεται, πιό σωστή. Γιατί µπορεί νά γίνουν πολλά λάθη, άν δέν προσέξη κανείς.
Αν καταλάβη εκ τών ύστερων τί έπρεπε νά κάνη, δέν ωφελεί, γιατί πάει, πέταξε, όπως λένε, τό πουλί! Ας πούµε, δέν πρόσεξε κάποιος καί έκαψε ένα σπίτι. Καλά, εντάξει, δέν τόν κρεµάει κανείς, άλλα τό κακό έγινε.
Κάπου είχαν ένα πρόβληµα. Ήρθε ό υπεύθυνος καί µού λέει: «Έ, τώρα τακτοποιήθηκε τό θέµα. Πήγα, βρήκα τόν τάδε, τόν τάδε, τους είπα αυτό καί αυτό καί τακτοποιήθηκε ή υπόθεση!».
«Τώρα άρχισε τό πρόβληµα, τού λέω. Εκείνο πού υπήρχε, δέν ήταν πρόβληµα. Τώρα άναψε ή φωτιά. Πρώτα δυο καρβουνάκια ήταν, καί αυτά θά έσβηναν µόνα τους».
Αυτός νόµιζε ότι µέ τις ενέργειες του είχε τακτοποιήσει τήν υπόθεση και ήθελε νά τόν επαινέσουµε κιόλας. Ένώ, µέ αυτό πού έκανε, δηµιούργησε µεγάλη φασαρία και µεγάλωσε τό πρόβληµα.
Χρειάζεται πολλή προσοχή, σύνεση και διάκριση, γιά νά γίνεται τό καλό µέ καλό τρόπο και νά ώφελή, γιατί αλλιώς, αντί νά ώφελή, δαιµονίζει τόν άλλον.
Ύστερα, κάτι πού σκέφτεται κανείς νά κάνη, καλύτερα νά τό άφήνη νά ώριµάση· γιατί, αν τό άγουροκόψη, άποφασίση δηλαδή βεβιασµένα, ίσως νά έχη προβλήµατα αργότερα και νά βασανίζεται. Τά σοβαρά πράγµατα, όταν καθυστερούν λίγο, προχωρούν µετά γρήγορα και σωστά. Μπορεί κάποιος νά έχη εξυπνάδα, άλλα νά έχη και κενοδοξία και εγωισµό, και νά προπορεύωνται αυτά στις ενέργειες του και νά µήν προσεχή. Ένα σκυλί π.χ. στο κυνήγι, όταν προχωράη προσεκτικά, και άπό ράτσα νά µήν είναι, βρίσκει τά ίχνη τού λαγού. Ένώ άλλο πού είναι άπό πολύ καλή ράτσα και έχει όλα τά προσόντα, όταν βιάζεται, τρέχει δεξιά και αριστερά χωρίς αποτέλεσµα. Ενέργεια πριν άπό σκέψη έχει υπερηφάνεια. Γι' αυτό νά µή βιάζεται κανείς νά ένεργήση, αλλά νά σκέφτεται και νά προσεύχεται προηγουµένως. Όταν προπορεύεται ή προσευχή, δέν ενεργεί ό αφρός τού µυαλού, ή ελαφρότητα, άλλα τό αγιασµένο µυαλό.
Οι πνευµατικοί άνθρωποι µερικές φορές κάνουµε σάν νά µήν ύπάρχη Θεός· δέν αφήνουµε τόν Θεό νά ένεργήση. Ό Θεός ξέρει πώς δουλεύει. Ένώ υπάρχουν δηλαδή πνευµατικά µέσα, γιά νά τακτοποιούνται οι δύσκολες καταστάσεις µέ πνευµατικό τρόπο, έµεΐς πάµε νά ενεργήσουµε κοσµικά. Όταν ήµουν στο Σινά, ένας Χότζας πήγαινε κάθε Παρασκευή µέσα στο µοναστήρι, ανέβαινε στον µιναρέ ενός τζαµιού πού ήταν εκεί και φώναζε! Και είχε µιά φωνή!... µέχρι επάνω στο άσκητήριο τής Αγίας Επιστήµης ακουγόταν. Ύστερα τό µοναστήρι βρήκε σαν λύση να κλείνουν την πόρτα την Παρασκευή πού πήγαινε ο Χότζας, για να µήν µπαίνη µέσα - εγώ δεν τό ήξερα.
Μια µέρα πού κατέβηκα κάτω, βλέπω τον Χότζα οργισµένο. «Τώρα θά τους δείξω εγώ, µού λέει, πού µού 'κλεισαν τήν πόρτα, γιά νά µήν µπαίνω µέσα...». «Τήν έκλεισαν, του λέω, γιά νά µήν µπουν οι γκαµήλες. ∆εν πιστεύω ότι τήν έκλεισαν, γιά νά µήν µπής εσύ!». Μετά είπα κάτι γι' αυτό στους Πατέρες. Λέει ένας γραµµατεύς: «Θά τού δείξω εγώ τού Χότζα! Θά τού βάλω µιά φλούδα. Θά γράψω στην Κυβέρνηση ότι ό Χότζας µας πιέζει». «Κοίταξε, τού λέω, ή Όρθοδοξία δεν είναι φλούδα. Νά κάνουµε µιά αγρυπνία, νά 'ψάλουµε τήν Ακολουθία τών Σιναϊτών Πατέρων, τής Αγίας Αικατερίνης, και νά αφήσουµε νά µιλήση ό Θεός. Θά πάω καί εγώ επάνω νά προσευχηθώ».
Είπα καί σε µερικούς Πατέρες νά προσευχηθούν, καί έτσι τού ήρθε ένα σκαµπίλι τού Χότζα· σηκώθηκε, έφυγε, εξαφανίσθηκε! Γιατί καί τήν πόρτα νά έκλειναν, µετά ή Κυβέρνηση θά εξακρίβωνε ότι δέν είναι αλήθεια πώς τους πίεζε ό Χότζας καί θά είχαν φασαρίες. Θά έλεγε ό Χότζας ότι έκλεισαν τήν πόρτα, επειδή πήγαινε κάθε Παρασκευή, καί θά έκανε κακό στο µοναστήρι. Ένας άλλος παλιότερα είδε τό βουνό καί θέλησε νά κάνη εξοχικό πάνω στην κορυφή τής Αγίας Αικατερίνης!... Επαθε µιά αρρώστια, πάει, πέθανε.
Ήρθε τελευταία καί άλλος νά φτιάξη κάτι εκεί, πάει, πέθανε καί αυτός. Γι' αυτό καλύτερα είναι νά µή στηριζώµαστε µόνο στίς δικές µας ανθρώπινες προσπάθειες, άλλα νά προσευχώµαστε καί νά αφήνουµε τον Θεό νά ενεργή.

Απόσπασμα από την σελίδα 71-74 του βιβλίου:
 

         ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ  Β΄
             ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
               ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
                  
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»

                    ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ