"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλειος Μέγας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλειος Μέγας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ


ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
Ὁ Ἑλληνισμὸς σὰν τρόπος σκέψης καὶ σὰν γλώσσα, μεταδόθηκε στὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἐπέζησε. Μία γέφυρα ἀνάμεσα στὸν ἀρχαῖο καὶ νεώτερο κόσμο εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος, ποὺ στὸν βίο του καὶ στὸ ἔργο του συνδυάζει τὴν μεγάλη πίστη μὲ τὴν βαθειὰ γνώση, τὴν εὐσέβεια μὲ τὴν ἑλληνομάθεια. Σὲ αὐτὴν τὴν μεγάλη Ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα θὰ ἀναφερθοῦμε σήμερα.
Ὁ ἅγιος πατὴρ ἡμῶν Βασίλειος ὁ Μέγας γεννήθηκε τὸ 329 στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ἡ πλούσια καὶ διακεκριμένη οἰκογένειά του διαθέτει ὡς πιὸ τιμητικὸ τίτλο της τὸ ὅτι στόλισε τὴν Ἐκκλησία μὲ σειρὰ ἁγίων, ὡσὰν μὲ πολυτίμους λίθους.
Οἱ γονεῖς του, ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Παλαιὸς καὶ ἡ ἁγία Ἐμμέλεια, κατέστησαν ὀνομαστοὶ γιὰ τὶς ἀρετές, τὴν φροντίδα γιὰ τοὺς πτωχοὺς καθὼς καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι διαπαιδαγώγησαν τὰ δέκα παιδιά τους στὸν δρόμο τῆς ἁγιωσύνης. Ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ἡ ἁγία Μακρίνα ἡ Φιλόσοφος (19 Ἰουλ..) ἀληθινὸς πνευματικὸς ὁδηγὸς τῆς οἰκογένειας, παρότρυνε τὴν μητέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς της πρὸς τὸν μοναστικὸ βίο: τὸν ἅγιο Ναυκράτιο, τὸν ἅγιο Γρηγόριο, μελλοντικὸ ἐπίσκοπο Νύσσης (10 Ἰαν.) καὶ τὸν ἅγιο Πέτρο, μελλοντικὸ ἐπίσκοπο Σεβαστείας.
Ὁ ἅγιος Βασίλειος πέρασε τὴν παιδική του ἡλικία στὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, ὅπου ἔλαβε τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἀπὸ τὴν μητέρα καὶ τὴν γιαγιά του, τὴν ἁγία Μακρίνα τὴν Παλαιά, μαθήτρια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θαυματουργοῦ (17 Νοεμ.). Ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ πατέρα του, φημισμένου διδασκάλου ρητορικῆς, προόδευσε γρήγορα στὴν θύραθεν γνώση ποὺ φρόντιζε νὰ συνδυάσει μαζὶ μὲ τὴν πρόοδο στὴν ἀρετή. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του συνέχισε τὶς σπουδές του, ἀναζητώντας τοὺς καλύτερους διδασκάλους στὰ μεγαλύτερα πολιτιστικὰ κέντρα τῆς ἐποχῆς: τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ρητορικῆς, στὴν ὁποία ἡ φήμη του τὸν εἶχε προφθάσει, χάρη στὴν μεσολάβηση τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχαν γνωρισθεῖ στὴν Καππαδοκία. Ἡ φιλία τους, ἀρχικὰ συνηθισμένη φιλία μεταξὺ ἀνθρώπων, ἐξελίχθηκε σὲ ἱερὴ καὶ πνευματική, ὅταν ἀνακάλυψαν ὅτι καὶ οἱ δύο τους δὲν εἶχαν ἄλλο σκοπὸ παρὰ τὸν θεάρεστο βίο καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν οὐράνιων ἀγαθῶν. Δεμένοι μὲ μεγάλη ἀγάπη, εἶχαν τὰ πάντα κοινά: τὴν διαμονή, τὴν λιτὴ τράπεζα, τὴν ἀπέχθεια γιὰ τὶς ἀσωτίες τῶν συνομηλίκων τους, τὴν ἀκόρεστη δίψα γιὰ γνώση καὶ σοφία, τὴν τόλμη γιὰ ὑψηλὲς θεωρήσεις τῆς διανοίας, τὴν ἀγάπη τῆς ρητορικῆς καὶ προπαντὸς μία ἱερὴ ἅμιλλα στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν τελείωση τῶν ἀρετῶν. Θ μπορούσαμε ν πιστέψουμε τι εχαν μία ψυχ σ δύο σώματα παρ τν πολ διαφορετικό τους χαρακτήρα. Ὁ Βασίλειος, μὲ τὴν ἀνδρεία του καρδιά, μὲ σκέψη ρωμαλέα καὶ ἀποφασιστική, ἐνδιαφερόταν γιὰ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες καὶ διέπρεπε παντοῦ: τόσο στὴν φιλοσοφία, τὴν γραμματική, τὴν λογική, τὴν ρητορικὴ ὅσο καὶ στὰ μαθηματικά, τὴν ἀστρονομία, ἀκόμη καὶ σὲ πρακτικὲς τέχνες ὅπως ἡ ἰατρική. Ἐκεῖ ὅπου ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶχε ἀπορριφθεῖ περιφρονητικὰ ἀπὸ ἀλαζόνες σοφιστές, ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος ἔκαναν νὰ θριαμβεύει ἡ μωρία τοῦ Σταυροῦ, χρησιμοποιώντας τὰ ἴδια τὰ ὅπλα τῆς θύραθεν γνώσεως. Ὁ Βασίλειος ἀπέκτησε τέτοιο κύρος, ὥστε μόλις ἀποπεράτωσε τὶς σπουδές του, οἱ συμφοιτητές του ἤθελαν νὰ τὸν κρατήσουν γιὰ δάσκαλό τους. Ἐκεῖνος ὅμως, διψώντας γιὰ νέους ὁρίζοντες, ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα καὶ μαζὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἀφήνοντάς τους γιὰ λίγο καιρὸ ἀκόμη τὸν Γρηγόριο, σὰν ὅμηρο.
Ἐπιστρέφοντας στὴν γενέτειρά του (356) βρῆκε τὴν μητέρα του Ἐμμέλεια καὶ τὴν ἀδελφή του Μακρίνα νὰ ἔχουν μετατρέψει τὴν οἰκογενειακὴ κατοικία τῶν Ἀννήσων σὲ μοναστήρι καὶ τοὺς ἀδελφούς του νὰ ζοῦν καὶ αὐτοὶ μοναχικὴ ζωὴ σὲ γειτνίαση μὲ τοὺς ἄνδρες.
Ἐγκατέλειψε τὴν πολλὰ ὑποσχόμενη σταδιοδρομία τοῦ ρητοροδιδασκάλου, βαπτίσθηκε καὶ ἀποφάσισε νὰ βρεῖ ἕναν πνευματικὸ πατέρα, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τοῦ ἀσκητισμοῦ. Μὴ βρίσκοντας στὰ μέρη του, ἐπιχείρησε ἕνα μεγάλο ταξίδι πρὸς τὰ φημισμένα κέντρα τῆς ἀληθινῆς φιλοσοφίας: τὴν Αἴγυπτο, τὴν Παλαιστίνη, τὴν Συρία καὶ ἀκόμη τὴν Μεσοποταμία, ὅπου μπόρεσε νὰ θαυμάσει τοὺς ἀσκητικοὺς ἄθλους καὶ τὶς θεῖες ἀρετὲς τῶν ὀνομαστῶν ἀσκητῶν ποὺ ζοῦσαν στοὺς τόπους αὐτούς.
Βρῆκε ἕνα ἔρημο λόφο, στὴν ἄλλη ὄχθη τοῦ Ἴριδα ποταμοῦ, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ οἰκογενειακὸ μοναστήρι τῶν Ἀννήσων· ἕναν ἀληθινὸ ἐπίγειο παράδεισο, ὅπου κατάφερε νὰ ἑλκύσει καὶ τὸν Γρηγόριο, ὥστε νὰ ἐγκαταβιώσουν μαζὶ ἀσκητικά, μὲ ἐργόχειρο, μελέτη τῆς Γραφῆς καὶ προσευχή: ὅ,τι ὀνειρεύονταν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ σπούδαζαν στὴν Ἀθήνα.
Μόνος του θησαυρὸς ἦταν ὁ Σταυρός, ποὺ τὸν ἐναγκαλιζόταν μὲ ὅλη του τὴ βιοτή: μὲ τὴν ἄσκηση, ζώντας σὰν νὰ μὴν εἶχε σάρκα, ὑπομένοντας τὴν ἀρρώστια ποὺ θὰ τὸν συντρόφευε ὣς τὸν θάνατό του. Μετὰ ἕναν χρόνο, ὁ Βασίλειος ἔμεινε μόνος καὶ ἀκτινοβολοῦσε σοφία καὶ ἀρετὴ σ’ ὅλη τὴν περιοχή, καὶ πολὺς κόσμος ἐρχόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ: μοναχοί, λαϊκοί, ἀκόμη καὶ παιδιά, ἀπέναντι στὰ ὁποῖα ἔδειχνε μεγάλη τρυφερότητα. Καθὼς ὅλο καὶ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες ἀποφάσιζαν νὰ ἀσπασθοῦν καὶ ἐκεῖνοι τὴν ἰσάγγελο αὐτὴ βιοτή, ὁ Βασίλειος ἄρχισε νὰ συντάσσει γιὰ αὐτοὺς τοὺς περίφημους Ὅρους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς ὁ ἱδρυτικὸς χάρτης τοῦ μοναχισμοῦ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.
Τὸ 360 ἐκλήθη στὴν Καισάρεια καὶ χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Διάνο. Συμμετεῖχε στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας διαπίστωσε μ πολλ δύνη πόσο κατασπάραζαν τν κκλησία το Χριστο ο τέλειωτες διαμάχες μεταξ ρειανοφρόνων, μιαρειανοφρόνων (μοιοσουσιανν) κα ρθοδόξων. Καθς Διάνος νέδωσε π δυναμία κα πέγραψε μολογία πίστεως, πο ενοοσε τος αρετικούς, Βασίλειος κοψε γι να διάστημα τν κοινωνία μαζί του καὶ ἐπέστρεψε στὴν ἡσυχία, ὅπου τὸν ἀντάμωσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποφύγει τὴν ἀναγκαστική του χειροτονία. Τὸ 363, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν νέο ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο, ὅμως ἡ διαφορὰ ποὺ σύντομα ἀνεφύη μεταξύ τους ἐξ αἰτίας κάποιων ζηλόφθονων κληρικῶν, ἀνάγκασε τὸν Βασίλειο νὰ καταφύγει ξανὰ στὸ ἐρημητήριό του γιὰ νὰ εἰρηνεύσει ἡ Ἐκκλησία. Ὅσο παρέμεινε ἐκεῖ, συνέχισε νὰ ὀργανώνει τοὺς μοναχούς της Καππαδοκίας σὲ κοινοβιακὲς κοινότητες. Δηλωμένος ὑπέρμαχος τοῦ κοινοβιακοῦ βίου, ὁ ἅγιος Βασίλειος δὲν ἐγκατέλειπε ὡστόσο τὸν πόθο του γιὰ τὴν ἡσυχία.
Ἡ ἀπειλὴ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἐξ αἰτίας τῆς ἀναρρήσεως στὸν θρόνο τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλη (365), ποὺ ἦταν φανατικὸς ὑπέρμαχος τοῦ ἀρειανισμοῦ, ἔκανε τὸν Βασίλειο νὰ ἐγκαταλείψει ἐκ νέου τὴν μοναστική του οἰκογένεια, γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ ἐνεργὰ τὴν Ἀλήθεια. Συμφιλιώθηκε μὲ τὸν Εὐσέβιο καὶ ἀνέλαβε τὴν διαπαιδαγώγηση τοῦ λαοῦ τῆς Καισαρείας.
Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ φοβεροῦ λιμοῦ ποὺ ἔπληξε τὴν πόλη τὸ 367, ἐνήργησε μὲ θαυμαστὴ φιλανθρωπία: μοίρασε τὰ τελευταῖα ὑπάρχοντα ποὺ τοῦ ἀπέμεναν, μὲ τὴν ἀκαταμάχητη εὐγλωττία του ἔκανε ν’ ἀνοίξουν τὰ κελάρια τῶν πλουσίων καὶ τῶν κερδοσκόπων, ἀναλώθηκε χωρὶς φειδὼ στὴν διανομὴ τῶν τροφίμων, θέτοντας τὶς ἰατρικές του γνώσεις στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀσθενῶν. Χιλιάδες ἄνθρωποι σώθηκαν ἀπὸ βέβαιο θάνατο καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τους φάνηκε ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ μὲ τὸν ὁποῖο χαιρετίσθηκε ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βασιλείου ὡς μητροπολίτη Καισαρείας (370), ἐκλογὴ ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ δυσκολία ἐξ αἰτίας δολοπλοκιῶν ἀπὸ πλευρᾶς τῶν αἱρετικῶν.
Μόλις ἐνθρονίσθηκε, ὁ Βασίλειος ἄρχισε τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἑδραίωση τῆς πίστεως καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως στὸν ἁπλὸ κλῆρο καὶ στοὺς βοηθοὺς ἐπισκόπους. Βλέποντας ὁ αὐτοκράτορας ὅτι ἡ μητρόπολη Καισαρείας ὀρθωνόταν, μόνη μαζὶ μ’ ἐκείνην τῆς Ἀλεξανδρείας, ὡς ὀχυρὸ προπύργιο ἐνάντια στὰ σχέδιά του, ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ ἐπὶ τόπου καὶ ἔστειλε ὡς προπομπό του τὸν ἔπαρχο Μόδεστο γιὰ νὰ καθυποτάξει τὸν ἀτρόμητο ἱεράρχη.
Μία ἡμέρα, ἐπειδὴ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου ἀπειλοῦσαν νὰ καταλάβουν τὴν Ἐκκλησία τῆς Νικαίας, ὁ ἅγιος Βασίλειος, ὡς ἄλλος Ἠλίας (Γ´ Βασ. ΙΗ´ 20-40), πρότεινε ὀρθόδοξοι καὶ αἱρετικοὶ νὰ προσευχηθοῦν διαδοχικὰ μπροστὰ στὶς κλειστὲς θύρες τοῦ ναοῦ. Οἱ παρακλήσεις τῶν αἱρετικῶν δὲν ἔφεραν ἀποτέλεσμα, μόλις ὅμως ὁ ἅγιος ὕψωσε τὰ χέρια του γιὰ νὰ ἀναπέμψει τὴν προσευχή του στὸν Κύριο, ὁλόκληρος ὁ ναὸς κλονίσθηκε συθέμελα καὶ οἱ θύρες ἄνοιξαν μόνες τους ἐν μέσῳ ἐπευφημιῶν χαρᾶς τῶν πιστῶν (ἡ μνήμη αὐτοῦ τοῦ θαύματος τιμᾶται στὶς 19 Ἰαν.).
Παρόμοια θεῖα σημεῖα συνέβησαν ἀπ᾽ εὐθείας στὴν οἰκογένεια τοῦ αὐτοκράτορα: ὁ ἑξαετὴς γιός του πέθανε μόλις ὁ Οὐάλης ὑπέγραψε μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Καθὼς ἔμπαινε μία ἡμέρα στὴν Ἐκκλησία τῆς Καισαρείας, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, ὁ Οὐάλης ἐντυπωσιάσθηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῶν ὕμνων, τὴν εὐταξία τοῦ πληρώματος καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν μεγαλοπρέπεια τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ὀρθοστατοῦντος μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα, ἴδιου μὲ τὸν Ἀρχιερέα τῆς Σωτηρίας μας, ποὺ ἔσπευσε παρὰ τὴν θέλησή του νὰ φέρει τὴν προσφορά του μαζὶ μὲ τοὺς πιστούς. Λίγο ἀργότερα, ὅταν πῆγε νὰ ὑπογράψει τὴν διαταγὴ ἐξορίας τοῦ ἐπισκόπου, ἡ πένα ἔσπασε τρεῖς φορές. Τρομοκρατημένος ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ σημάδια τῆς εὔνοιας τοῦ Θεοῦ, ὁ αὐτοκράτορας ἔπαψε νὰ παρενοχλεῖ τὸν ἅγιο. Δὲν ἐγκατέλειψε ὡστόσο τὴν πολιτική του: διαίρεσε τὴν Καππαδοκία σὲ δύο ἐκκλησιαστικὲς μητροπόλεις, σκεπτόμενος ὅτι ἔτσι θὰ μείωνε τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἐπισκόπου Καισαρείας. Ὁ Βασίλειος ἀντέδρασε πάραυτα δημιουργώντας νέες ἐπισκοπές, ὅπου ἐνθρόνισε ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης του ( τὸν ἀδελφό του Γρηγόριο στὴν Νύσσα, τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο στὰ Σάσιμα).
Ὅσον ἀφορᾶ στὸ δογματικὸ ἐπίπεδο, ἔχοντας ἤδη ἀναιρέσει τὶς θέσεις τῶν ἀκραίων ἀρειανοφρόνων ὁ ἅγιος Βασίλειος στράφηκε ἐναντίον τῶν ἠμι-ἀρειανοφρόνων (ὁμοιοουσιανῶν), οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὴν φαινομενικὴ συγγένειά τους μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους, προκάλεσαν ἐξ ἴσου ἀναστάτωση μὲ πολύπλοκες προσωπικὲς φιλονικίες.
Ὄντας ὁ ἴδιος κριτήριο τῆς Ἀληθείας, ἀσκοῦσε τὴν ἐξουσία του πολὺ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἐπισκοπῆς του. Ὡς ἄλλος ἀετὸς ποὺ ὑψώνεται μεσοούρανα, ἐπιστατοῦσε στὰ πάντα, προστατεύοντας ὅλες τὶς ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονταν σὲ ἀπόγνωση, σκεπάζοντάς τες μὲ τὶς φτεροῦγες του.
Παρὰ τὴν δραστηριότητά του αὐτὴ ὁ ἅγιος Βασίλειος δὲν παραμελοῦσε τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα, οὔτε ἔπαυε νὰ ἀποτελεῖ σπλαγχνικὸ πατέρα γιὰ τὸν κάθε πιστό. Ἡ φροντίδα του γιὰ τοὺς πτωχοὺς ἦταν ἀπεριόριστη: συνεχίζοντας τὸ ἔργο ποὺ εἶχε ἀναλάβει ὅταν ἦταν ἱερέας, οἰκοδόμησε λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Καισάρεια ἕνα τεράστιο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα, τὴν «πολιτεία τοῦ ἐλέους», ποὺ ὀνομάσθηκε ἀργότερα «Βασιλειάδα», καὶ συγκέντρωνε γύρω ἀπὸ ἕναν ναὸ γηροκομεῖα, νοσοκομεῖα, λεπροκομεῖο, σχολεῖο, κ.λπ.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συνεχίζει ὣς τὶς ἡμέρες μας νὰ τελεῖ τὴν Λειτουργία ποὺ συνέθεσε καὶ νὰ προσεύχεται μὲ τὶς δικές του εὐχές, ποὺ εἶναι πλήρεις ὑψηλῆς θεολογικῆς ἐμπνεύσεως. Προέτρεπε ἐπίσης ὁ Βασίλειος τοὺς πιστοὺς νὰ συνέρχονται στὶς ἑορτὲς πρὸς τιμὴν τῶν μαρτύρων καθὼς καὶ νὰ τιμοῦν τὰ ἅγια λείψανα.
Οἰκουμενικὸς διδάσκαλος, φωστήρας τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, πατέρας τοῦ μοναχισμοῦ, προστάτης τῶν πενήτων, προνοητὴς γιὰ ὅλους ὅσοι ἐλπίζουν στὸν Θεό, ὁ ἅγιος Βασίλειος ὑπῆρξε τὸ τέλειο πρότυπο τοῦ ἐπισκόπου, ζῶσα εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος, δι᾽ αὐτοῦ γινόταν τὰ πάντα τοῖς πάσι, μιλώντας μὲ τὰ λόγια του καὶ διανέμοντας μὲ τὶς πράξεις του τοὺς θησαυροὺς τῆς φιλάνθρωπης Ἀγάπης τοῦ Κυρίου. Κα μως, ς νθρωπος δν γνώρισε παρ ποτυχίες, συκοφαντίες κα κάθε λογς θλίψη. Παρ τς προσπάθειές του, ο διαιρέσεις πέμεναν σ τέτοιο βαθμ πο κάθε λλος στν θέση του θ εχε πελπισθεῖ, τι θ δε μία μέρα ν ποκαθίσταται ερήνη. Ἕναν μόλις χρόνο πρὶν τὴν κοίμησή του, καθὼς ὁ Οὐάλης πέθανε κατὰ τὴν ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Γότθων (378), τὸν διαδέχθηκε στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο ὁ εὐσεβὴς Θεοδόσιος, ὁ ὁποῖος ἄρχισε χωρὶς χρονοτριβὴ νὰ καταδιώκει τοὺς ἀρεινόφρονες καὶ νὰ ἀποκαθιστᾶ τοὺς ὀρθοδόξους ἐπισκόπους στὶς ἕδρες τους. Μὲ σῶμα καταπονημένο ἀπὸ ἀρρώστια καὶ στερήσεις, ὁ ἅγιος παρέδωκε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ τὴν 1η Ἰανουαρίου 379, προτοῦ ἀξιωθεῖ νὰ δεῖ τὸ ἐπιστέγασμα τῶν ἔργων του, κατὰ τὴν Δευτέρα Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη (381). Ἡ κηδεία του, ποὺ ὑπῆρξε πάνδημος, κατέδειξε τὸν θρίαμβό του. Ἔμοιαζε νὰ εἶχαν συναχθεῖ γιὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, καὶ ἔγιναν μάλιστα τότε καὶ πολλὰ θαύματα. Σύμφωνα μὲ τὸ ὄνομα ποὺ ἔφερε, ὁ ἅγιος Βασίλειος κατέχει τώρα «βασιλικὴ» θέση στὴν αὐλὴ τῶν ἁγίων Πατέρων, πλησίον τοῦ θρόνου τοῦ οὐρανίου Βασιλέως.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τιμᾶται καὶ ὡς προστάτης τῶν παιδιῶν.
(Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)
ΠΗΓΗ στὸ Διαδίκτυο http://mkka.blogspot.com
&   http://christianvivliografia.wordpress.com

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ τοῦ Μεγάλου ( Ἐπιστολή 6) ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΖΥΓΟΝ ΤΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατο τοῦ παιδιοῦ της.



"Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή"


1.            Ἐσκόπευα νά σιωπήσω ἀπέναντι τῆς κοσμιότητός σου μέ τήν σκέψη ὅτι, μέ τήν ψυχή συμβαίνει ὅτι καί μέ ἕνα μάτι πού πάσχει ἀπό φλεγμονή. Αὐτό, δηλαδή τό μάτι καί τό πιό ἁπαλό πράγμα νά τό ἐγγίσει ἐρεθίζεται. Ἔτσι αἰσθάνεται καί ἡ ψυχή πού ἔχει τραυματιστεῖ ἀπό βαριά θλίψη, ὅταν πάει κανείς νά τῆς μιλήσει. Γιατί τά λόγια ὅσο καί ἄν εἶναι παρηγορητικά ὅταν λέγονται τήν ὥρα πού ἡ ψυχή πάσχει καί ἀγωνιᾶ, τίς φαίνονται πολύ ἐνοχλητικά. Ἐπειδή ὅμως σκέφθηκα ὅτι τώρα ἔχω νά κάνω μέ Χριστιανή ἐκπαιδευμένη στά θεῖα ἀπό πολύ καιρό καί πεπειραμένη στά ἀνθρώπινα, ἐνόμισα ὅτι δέν θά ἦταν σωστό νά παραλείψω τό καθῆκον μου.
Γνωρίζω ποιά εἶναι τά σπλάγχνα τῶν μητέρων καί ἰδιαίτερα ὅταν θυμηθῶ τούς δικούς σου καλούς καί ἥμερους τρόπους πρός ὅλους, λογαριάζω πόσο μεγάλος πρέπει νά εἶναι ὁ πόνος γιά τή συμφορά πού σ᾽ ἔχει βρεῖ τώρα. Ἔχασες γιό, τόν ὁποῖο, ὅσον ζοῦσε, μακάριζαν ὅλες οἱ μητέρες καί εὔχονταν τέτοιοι νά εἶναι καί οἱ δικοί τους γιοί. Καί ὅταν πέθανε, ἔκλαψαν σάν νά εἶχε θάψει κάθε μία τόν δικό της. Ὁ θάνατος ἐκείνου ὑπῆρξε πλῆγμα στίς δύο πατρίδες (ἐννοεῖ καί τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας του), τήν δική μας καί τήν χώρα τῶν Κιλίκων. Μ ἐκεῖνον μαζί ἔπεσε καί τό μέγα καί ἔνδοξον γένος (σημ: Ἴσως τό πεθαμένο παιδί νά ἦταν μονάκριβο. Ἔτσι μέ τό θάνατό του ξεκληριζόταν ἡ γενιά τους), κατέρρευσε σάν νά μετακινήθηκε ἡ βάση του. Ὤ συναπάντημα πονηροῦ δαίμονος! Πόσο τρομερό κακό κατώρθωσες νά προκαλέσεις! Ὤ γῆ, πού ἀναγκάστηκες νά ὑποφέρεις ἕνα τέτοιο πάθος! Καί ὁ ἥλιος ἀσφαλῶς θά ἔφριττε, ἄν εἶχε αἴσθηση μπροστά σ ἐκεῖνο τό σκυθρωπό θέαμα. Καί τί μπορεῖ νά πεῖ κανείς ἄξιο νά ἐκφράζει ὅσα τοῦ ὑπαγορεύει ἡ ἀπελπισία τῆς ψυχῆς.

2.            Ἀλλά, ὅπως διδαχθήκαμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τά ὅσα μᾶς συμβαίνουν δέν εἶναι ἔξω ἀπό τή θεία Πρόνοια, γιατί οὔτε σπουργίτης δέν πέφτει χωρίς τό θέλημα τοῦ Πατέρα μας. Ὥστε ὅ,τι ἔχει συμβεῖ ἔγινε μέ τό θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Καί ποιός μπορεῖ νά ἀντισταθεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἄς δεχτοῦμε λοιπόν τό συμβάν. Διότι μέ τήν δυσανασχέτηση οὔτε αὐτό πού ἔχει γίνει διορθώνουμε καί ἐπί πλέον καταστρέφουμε τούς ἑαυτούς μας. Ἄς μή κατηγορήσουμε τήν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι εἴμαστε πολύ ἀμαθεῖς, γιά νά ἐλέγχουμε τίς ἀνέκφραστες κρίσεις Του. Τώρα ὁ Κύριος δοκιμάζει τήν ἀγάπη σου σ Ἐκεῖνον. Τώρα ἔχεις τήν εὐκαιρία νά κερδίσεις μέ τήν ὑπομονή σου τήν μερίδα τῶν Μαρτύρων. Ἡ μητέρα τῶν Μακκαβαίων εἶδε τό θάνατο ἑπτά παιδιῶν της καί δέν ἐστέναξε, οὔτε ἔχυσε ἄσκοπα δάκρυα, ἀλλά ἐνῶ ἔβλεπε τά παιδιά της νά φεύγουν ἀπό αὐτή τή ζωή μέ σκληρά βασανιστήρια, εἶχε εὐχαριστιακά βιώματα πρός τό Θεό. Γι αὐτό καί κρίθηκε καί ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους τέλεια καί καταξιωμένη Χριστιανή. Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή.
Ὅταν ἔγινες μητέρα καί εἶδες τό παιδί σου καί εὐχαριστοῦσες τό Θεό, γνώριζες ὁπωσδήποτε ὅτι εἶσαι θνητή καί ὅτι θά γέννησες θνητό. Τί τό παράδοξον λοιπόν, πού ὁ θνητός πέθανε; Μήπως σέ στενοχωρεῖ πού πέθανε πρόωρα; Δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἐάν δέν ἦταν τώρα ὁ κατάλληλος καιρός νά φύγει. Γιατί ἐμεῖς δέν ξέρουμε τί συμφέρει τήν ψυχή μας οὔτε ὁρίζουμε προθεσμίες στήν ἀνθρωπίνη ζωή. Στρέψε τά μάτια σου γύρω σ ὅλο τόν κόσμο ὅπου κατοικεῖς, καί θά κατανοήσεις ὅτι ὅλα ὅσα βλέπουμε εἶναι θνητά καί ὅτι ὑπόκεινται ὅλα στή φθορά. Κύτταξε ἐπάνω στόν οὐρανό. Κάποτε καί αὐτός θά διαλυθεῖ. Κύτταξε τόν ἥλιο. Oὔτε καί αὐτός θά παραμείνει. Τά ἀστέρια ὅλα, τά ζῶα τῆς ξηρᾶς καί τῶν ὑδάτων, αἱ ὡραιότητες τῆς γῆς, ἡ ἴδια ἡ γῆ, ὅλα εἶναι φθαρτά, ὅλα μετά ἀπό λίγο δέν θά ὑπάρχουν.
Ἄς εἶναι λοιπόν ἡ σκέψις ὅλων αὐτῶν παρηγοριά γιά ὅτι σοῦ ἔχει τώρα συμβεῖ. Μή μετρᾶς τή συμφορά στό βάθος της, γιατί τότε θά σοῦ φανεῖ ἀφόρητη. Ἄν ὅμως τό συγκρίνεις μέ ὅλα τά ἀνθρώπινα, τότε θά βρεῖς παρηγοριά. Ἐπάνω δέ ἀπό ὅλα ἔχω νά σοῦ πῶ ἐκεῖνο τό σπουδαῖο: Λυπήσου τόν σύζυγόν σου. Νά παρηγορεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Μή κάμεις σκληρότερη τή συμφορά μέ τό νά σέ βλέπει νά καταστρέφεις ἀπό τή στενοχώρια τόν ἑαυτό σου. Καί μέ λίγα λόγια ἔχω τή γνώμη ὅτι δέν ὑπάρχουν λόγια τέτοια πού νά μποροῦν νά χαρίσουν σ αὐτό τόν πόνο σας παρηγοριά. Πιστεύω ὅτι αὐτή τή δοκιμασία θά τήν ξεπεράσετε μονάχα μέ τήν προσευχή.
Εὔχομαι λοιπόν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος νά ἀγγίξει τήν καρδιά σου μέ τήν ἀνέκφραστη δύναμή Του καί νά ἀνάψει μέ ἀγαθούς λογισμούς τό φῶς στή ψυχή σου, ὥστε νά βρεῖς μέσα σου τήν παρηγοριά.

  πηγή:http://www.imkby.gr

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑΝ



Διασκευή: ωάννη Β. Κωστάκη
 
    Στ συναξάρι το γίου Βασιλείου το Μεγάλου, χει καταγραφε, μ κάθε νατριχιαστικ λεπτομέρεια, να συγκλονιστικ περιστατικ Μαύρης Μαγείας. πρόσφατη θλιβερ πικαιρότητα πιβάλλει ν τ προσεγγίσουμε κα ν ξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα κα διδάγματα.
    Στ χρόνια το Μεγάλου Βασιλείου (329–379) στν Καισάρεια ζοσε κάποιος ρχοντας, πο νομάζονταν Προτέριος. ταν πλούσιος κα θεοσεβής. Ατς εχε μι μονάκριβη κόρη, ραιοτάτη στν ξωτερική της μφάνιση. πανοργος χθρς τς γνότητος κα καθαρότητος, διάβολος, ναψε τν κακ πιθυμία σ ναν δολο το ρχοντος, ν τν καταστήσει σύζυγό του. Μ μπορώντας ν κανοποιήσει τν πιθυμία του μ λλο τρόπο, κατέφυγε σ ναν περιώνυμο μάγο, εδωλολάτρη κα πηρέτη το διαβόλου. Γεμάτος πάθος κα πιθυμία διατύπωσε τ ατημά του· «Ἐὰν καταφέρεις ν μεταστρέψεις τν καρδι τς θυγατέρας το κυρίου μου, στε ν μ γαπήσει κα ν μ πάρει ς σύζυγό της, τότε θ γίνω δολος σου κα θ σο δώσω ,τι θέλεις».
    Ὁ διαβολοκίνητος μάγος, δν φησε τν εκαιρία ν το ξεφύγει, κα χαρούμενος το πάντησε: «Ἐὰν ρνηθες γγράφως τ Χριστό, θ κανοποιήσω τν πιθυμία σου». λεεινς κενος δολος μ πολ λαχτάρα πάντησε: «ρνομαι τ Χριστ κα μ λόγια (προφορικ) κα γραπτς, ρκε μόνο ν γίνει τ θέλημά μου».
    Ἀφο μάγος πρε τ διαβεβαίωση, πο θελε γι ν ξεκινήσει τ συνεργασία του μ τν διάβολο, το δωσε να γράμμα κα το δωσε ντολ ν πάει ν τ τοποθετήσει τ μεσάνυχτα στ μνημεο νς εδωλολάτρη. κε φο πικαλεσθε τν δαίμονα ν ψώσει τ γράμμα στν έρα. «Τότε, το επε, θ ρθουν ο δαίμονες κα θ σ ρπάξουν κα θ σ δηγήσουν στν ρχοντά τους. κε θ γίνει ατό, πο πιθυμες».
    Τ περιεχόμενο το γράμματος ατο εχε περίπου ς ξς: «Σο στέλνω ατν τν νέο, πο πληγώθηκε π ρωτα. Σ παρακαλ ν κανοποιήσεις τ θέλημά του, γι ν εμαι τσι περήφανος μεταξ τν νθρώπων κα ν ρχονται σ μένα».
    Ατ τ γράμμα, τ παρέδωσε μάγος στν νέο. κενος κτελώντας τν ντολή του, πγε κα στάθηκε πάνω στ μνημεο νς εδωλολάτρη. Κάλεσε τος δαίμονες κα πέταξε ψηλ τν πιστολή. μέσως φάνηκαν μπροστά του ο δαίμονες κα το επαν: «ν θέλης ν γίνη πιθυμία σου, κολούθησέ μας». κενος κολούθησε κα τν δήγησαν κε πο κάθονταν μιαρς διάβολος, πάνω σ ψηλ κάθισμα, περιτριγυριζόμενος π τ δαιμόνια. φο διάβασε τ γράμμα, πο το στειλε μάγος, ρώτησε τν νέο· «πιστεύεις σ μένα;». Κι κενος το πάντησε· «Να πιστεύω». Ξαν διάβολος τν ρωτ: «ρνεσαι τν Χριστό;». «Να τν ρνομαι», πάντησε νέος. Κι πανοργος διάβολος συνέχισε μονολογώντας· «χάριστοι εστε σες ο χριστιανοί. ταν σς παρουσιάζεται νάγκη ρχεστε πρς μένα, ταν δ γίνει ατό, πο θέλετε, μ ρνεστε κα πτε πάλι στν Χριστό. Κι ατς, πειδ εναι φιλάνθρωπος, σς δέχεται» κα πευθυνόμενος στ νέο προσθέτει: «λλ ν ρνηθς γραπτς τν πίστη σου κα τ βάπτισμα. Γράψε τι δέχεσαι ν κολαστες, αώνια μαζί μου στν μέρα τς κρίσεως, κα τότε θ σ κανοποιήσω». Τότε δυστυχς κενος νέος, καθς ταν τυφλωμένος π τν ρωτά του, δωσε γραπτ τν ρνηση τς πίστεώς του, πως το ζήτησε δαίμονας. Μετ π τν πράξη του ατή, μ τν ποία δήλωσε ποταγ στν διάβολο, γύρισε στ σπίτι το φέντη του.
    Ὁ διάβολος, μέσως, στειλε τος πηρέτες του ν παρασύρουν τν κόρη το ρχοντα Προτέριου, στν πιθυμία το σεβος νέου. στερα π λίγες μέρες, θώα κα νύποπτη κόρη το ρχοντα μέχρι τότε, ρχισε ν ζητ πίμονα π τν πατέρα της: « δστε μου ς σύζυγο τν τάδε δολο, διαφορετικ θ θανατωθ».
    Ο δύστυχοι γονες τς δαιμονόπληκτης πλέον κοπέλας, βλέποντας π τ μι μερι τν πιμονή της, π τν λλη τς πόπειρες ατοκτονίας της (μ παγχονισμ) κα φο κουσαν κα τς συμβουλς τν φίλων τους ποφάσισαν μ θρήνους κα δυρμος ν τς δώσουν τν δεια κανοποιήσεως τς πιθυμίας της.
    Πράγματι, καμαν τος γάμους.
    Ἀπ τ στιγμ μως, πο γινε γάμος, νέος δν ξαναπάτησε τ πόδι του στν κκλησία, οτε κοινωνοσε τν χράντων μυστηρίων, λλ δν κανε πλέον κα τ σημεο το Σταυρο. Τ συμπτώματα ατά, πο τ παρετήρησαν πρτοι ο γείτονες, τ πεσήμαναν στ σύζυγό του, λέγοντάς της τι· « σύζυγός σου δν εναι χριστιανός».
    Ἔπειτα π λίγο καιρ γυναίκα ατ ξέφρασε τος φόβους της πρς τν νδρα της, φο τν βλεπε τι ν κα εχαν περάσει τόσες Κυριακς κα λλες ορτς κενος δν κκλησιάζονταν, δν κοινωνοσε, δν κανε τν Σταυρό του. Κα προσέθεσε: «γ νόμιζα τι εσαι χριστιανς κα γι ατ σ παντρεύτηκα. ν λοιπν δν δεχθες ν πμε στν κκλησία, θ σ χωρίσω».
    Ὅταν νδρας της εδε τι δν μπορε πλέον ν ποκρύψει ατό, πο εχε κάνει γι ν τν κερδίσει τς επε· «γ γι τν γάπη σου ρνήθηκα, γγράφως, τν Χριστό. Γι ατ δν μπορ πλέον ν μπ στν κκλησία κα ν κοινωνήσω».
    Ἡ μολογία ατ τν συγκλόνισε κα ξέσπασε σ σταμάτητους θρήνους, γι τ συμφορά, πο τν βρκε. σπευσε τότε στν γιο Βασίλειο κα μ δάκρυα διηγήθηκε τ πρόβλημά της. Ὁ Ἅγιος κάλεσε τν νέο, ποος μετανοημένος πιά, γιατ κτς τν λλων χανε κι ατ γι τ ποο ρνήθηκε τν Χριστό, ξωμολογήθηκε λόκληρη τν λήθεια. νέος διαβεβαίωσε τν γιο γι τν μετάνοιά του, λλ τόνισε τι δν μπορε ν πανορθώσει, φο ρνήθηκε γγράφως τν πίστη του.
    Ὁ Ἅγιος Βασίλειος το δωσε θάρρος, τονίζοντας τι ν μετάνοιά του εναι ελικρινής, τότε κα ατ τ χαρτί, πο πέγραψε κα κρατοσε διάβολος, κα ατ μπορε ν χρηστευθε. Συντετριμένος νέος επε στν γιο: «Στ λαιμό σου κρέμεται ψυχή μου, γιε Δέσποτα, κα θ κάνω ,τι μ διατάξεις». Τότε γιος, κλεισε τν νέο σ να κελλ κα το επε: «Μενε δ κα προσευχήσου. Θ νηστέψεις τρες μέρες κα κατόπιν θ ρθω ν σ δ».
    Ἐν νέος ρχισε τν γώνα γι τν ποδέσμευσή του π τν ξουσία το διαβόλου, γιος προσευχόταν νηστεύοντας γι τ σωτηρία του. Μετ π τρες μέρες γιος Βασίλειος πισκέφθηκε τν γωνιζόμενο νέο κα τν ρώτησε πς περνοσε. Κάθιδρως νέος το πήντησε: «Σ μεγάλη νάγκη, ερίσκομαι γιε το Θεο. Δν μπορ ν ποφέρω τς φωνς κα τος δαρμος τν δαιμόνων. Κρατον τν γραπτ μολογία μου, μ πολεμον κα λένε· σο κι ν κοπιάζεις, δν θ μπορέσης ν λευθερωθς, γιατ μες κρατμε τ διόχειρο γράμμα σου».
   Ὁ Ἅγιος νισχύοντάς τον στν γώνα του το επε· «Μ φοβσαι, παιδί μου, μόνον πίστεψε κα θ σωθες». Κι φο το δωσε ψωμ κα νερ τν κλεισε πάλι μέσα στ κελλί του. στερα π λίγες μέρες τν πισκέφθηκε γιος γι δεύτερη φορά, γι ν διαπιστώσει τν πρόοδο το γώνα, λλ κα τν κατάσταση στν ποίαν βρίσκονταν τώρα. Στ σχετικ ρώτημα το γίου, νέος πι ρεμος πάντησε· «Μ τς εχές σου γιε εμαι καλά. Γιατ τώρα δν βλέπω πι μ τ μάτια μου τος δαίμονες. κούω μόνο π μακρυ τς φωνς κα τς πειλές τους».
    Γι δεύτερη φορ γιος το φησε τροφή, προσευχήθηκε γι ατόν, κλεισε τν πόρτα το κελλιο κα φυγε. Πέρασαν κόμα 40 μέρες γνος, νηστείας κα προσευχν. Ξαν γιος ρχεται ν πισκεφθε τν γωνιζόμενο νέο. Ζητ κα πάλι ν πληροφορηθε γι τν κατάστασή του. Κι κενος χαρούμενος τώρα τν πληροφορε· «Μ τς εχές σου, γιε Δέσποτα, εμαι πολύ καλά. Τώρα δν βλέπω οτε τν σκι τν κακν δαιμόνων, οτε κούω τς παίσιες φωνές τους. Μάλιστα δ ατ τ νύχτα εδα ραμα, τι πάλεψες γι μένα μ τ διάβολο κα τν νίκησες». Ατ τ περίμενε γιος. Χαρούμενος πι γι τ ποτέλεσμα δωσε ντολ ν συγκεντρωθε κλρος κα λας σ εχαριστήριο λονύκτια κολουθία στν . Να το Κυρίου.
    Τν τρίτη ρα τς νύχτας μπκε γι ν ρχίσει τ Θεία Λειτουργία. Τν ρα δ πο λειτουργοσε, ρθαν κε ο δαίμονες γι ν ρπάξουν τν νέο, πο ταν μέσα στν . Ναό. νέος τρομοκρατήθηκε. τρεξε κα πιάστηκε π τν γιο φωνάζοντας: «λέησέ με, δολε το Θεο, λέησέ με. Ν ρθαν ο δαίμονες κα θέλουν ν μ ρπάξουν». γιος τότε ργισμένος πευθύνεται πρς τος δαίμονες λέγοντάς τους: «ναίσχυντοι κα βρωμεροί, δν σς φτάνει δική σας πώλεια, λλ ρθατε κα μέσα στν ερ Ναό, γι ν ρπάξετε κι ατόν;». νας π τος δαίμονες παντώντας στν γιο επε: «Μ δικες Βασίλειε. γ δν πγα πρς ατόν, λλ ατς μ τ θέλησή του, ρθε σ μένα κα ρνήθηκε τν πίστη του. Ν κρατ τν γραπτ μολογία του».
    Ὕστερα π ατν τν διάλογο μ τν δαίμονα, γιος κατάλαβε τι ο δαίμονες δν πρόκειται ν γκαταλείψουν τν γώνα, ν δν τος πάρει τ γραπτ κείμενο, μ τν πογραφή το νέου, πο κρατοσαν κα μ τ ποο τν κβίαζαν. πευθύνεται τότε πρς τ λαό, πο εχε κατακλύσει τν ερ Να κα τν καλε «μετ δακρύων» ν ναφωνήσουν τό, «Κύριε λέησον». Κα τ κείμενο το ερο συναξαριστ τελειώνει ς ξς· «σταμένου δ το λαο, ς γιος πρόσταξε κα ναφωνοντος π ρας πολλς «Κύριε λέησον», δο τ γγραφον το νέου κείνου, π το έρος φερόμενον, λθε κα τέθη π τν χειρν το γίου. Δεχθες δ τοτο γιος κα εχαριστήσας τν Θεόν, επε πρς τν νέον· «ναγνωρίζεις τ διόγραφον γράμμα σου;». νέος πήντησε· «Ναί, γιε το Θεο, τοτο εναι».
    Ττε γιος σχισεν ατ ες λεπτ τεμάχια κα συνεπλήρωσε τν Θείαν Λειτουργίαν. Μετ δ τατα, φο νουθέτησεν ατν κα λειψε δι θείου Μύρου, τν παρέδωσεν ες τν δίαν ατο γυνακα κα πέστρεψεν ες τν οκον ατο δοξάζων κα ελογν τν Πανοικτίρμονα Θεόν».
    Τελικ παρατήρηση·
    Ὁ διάβολος, προαιώνιος χθρς το νθρώπου, κα τ ργανά του, μ θανάσιμο μίσος κα πύθμενη κακότητα ργάζονται γι τν πώλεια το κόσμου κα το νθρώπου. Εναι ποτελεσματικ φέλιμο ν γνωρίζουμε τι: «οκ στιν ν λλ οδεν σωτηρία, μ ν τ νόματι ησο Χριστο».
    Γι τ λόγο ατ συναμαρτωλ δελφέ: «νόματι ησο, μάστιζε τος πολεμίους». που Χριστός, κε διάβολος φανίζεται κα ο μεθοδεες του διαλύονται.

Πηγή:http://www.pmeletios.com/