"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσελεγγίδης Δημήτριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσελεγγίδης Δημήτριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

῾Ο καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης πρός τήν ῾Ιερά Σύνοδο γιά τήν κάρτα τοῦ πολίτη




Κάρτα Πολίτη. Καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης. «Πρόταση γιά ἕνα μή ἀναθεωρήσιμο ἄρθρο στό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα»
Σᾶς παρουσιάζουμε μιά σημαντική πρόταση, τοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ κ. Δημ. Τσελεγγίδη, πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσον ἀφορᾶ τό νομικό μέρος γιά τό θέμα τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη.


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ
..................
54124 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Τηλ. Γραφ. 2310 996957
Οἰκ. 2310 342938
Θεσσαλονίκη 1-9-2010

Πρός
Τήν Ἱερά Σύνοδο
Τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰ. Γενναδίου 14
11521 ΑΘΗΝΑ

Θέμα: «Πρόταση γιά ἕνα μή ἀναθεωρήσιμο ἄρθρο στό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα»

Μακαριώτατε Ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς,

Θά ἤθελα νά ἀπευθυνθῶ πρός Σᾶς, ὡς τήν Ἀνωτάτη Διοίκηση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας μας, γιά ἕνα πολύ σοβαρό θέμα πού μᾶς ἀφορᾶ καίρια ὡς εὐρωπολίτες Χριστιανούς.
Στό παρελθόν, μέ ἀφορμή τήν εἰσαγωγή στή ζωή τῶν πολιτῶν ἠλεκτρονικῶν συστημάτων πού λειτουργοῦν μέ βάση τόν γραμμωτό κώδικα (barcode), ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, τό Ἅγιον Ὅρος καί τά Ἅγια Μετέωρα ἐξέδωσαν Ἐγκυκλίους καί κείμενα μέ τά ὁποῖα ἐξέφραζαν τόν ἔντονο προβληματισμό τους καί δικαιολογοῦσαν τίς ἀνησυχίες τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Τόσο ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ὅσο καί ἀπό τήν Πολιτεία μας ἀνακινεῖται κατά καιρούς τό θέμα πού ἀφορᾶ τή λειτουργική ἀναγκαιότητα, ὅπως ὑποστηρίζεται, νά δοθεῖ σέ κάθε πολίτη ἕνας ἑνιαῖος κωδικός ἀριθμός ἠλεκτρονικῆς μορφῆς, εἴτε σέ ταυτότητες εἴτε σέ κάρτες μέ μικροτσίπ. Ἄν καί ὑφίσταται ἤδη τό νομοθετικό πλαίσιο γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ὁ ἑνιαῖος κωδικός
ἀριθμός δέν δόθηκε, ἐξαιτίας ἀρνητικῶν ἀντιδράσεων τῶν πολιτῶν.

Πρόσφατα, ἡ σημερινή πολιτική ἡγεσία τῆς χώρας μας ἀνακοίνωσε ἐπισήμως ὅτι ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 2011 θά καθιερωθεῖ ἡ «Κάρτα τοῦ Πολίτη», μία μορφή ἠλεκτρονικῆς ταυτότητας. Ἤδη καί ἐγώ προσωπικῶς, ὅπως καί πάρα πολλοί ἄλλοι, γίνομαι ἀποδέκτης ἀνησυχιῶν ἀπό πλῆθος πιστῶν. Καί φυσικά κατανοῶ ποιά εἶ-ναι ἡ γενεσιουργός αἰτία αὐτῆς τῆς ἀνησυχίας. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, ὀφείλω νά διαβιβάσω καταρχάς σέ Σᾶς τίς ἀνησυχίες αὐτές, ἀλλά καί νά θέσω ὑπόψη Σας τά ἑξῆς: Εἶναι αὐτονόητο ὅτι οἱ ὑποχρεώσεις καί τά δικαιώματα τοῦ πολίτη ἔναντι τῆς Πολιτείας, ὅπως καί οἱ οἰκονομικές συναλλαγές του, ὁρίζονται μέ νόμους, ἡ τήρηση τῶν ὁποίων εἶναι ὑποχρεωτική γι’ αὐτόν.
Ἀλλά καί ἡ συντεταγμένη Πολιτεία μας, ὡς μέλος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως (Ε.Ε.) εἶναι ὑποχρεωμένη νά τηρεῖ ἀπαρέγκλιτα τό Εὐρωπαϊκό Δίκαιο καί τίς Κοινοτικές Συνθῆκες, ὅπως εἶναι:
Ἡ Ἱδρυτική τῆς Ρώμης (1997), τοῦ Μάαστριχ (1992), τοῦ Σένγκεν (1997), τοῦ Ἄμστερνταμ (1997), τῆς Λισσαβώνας (2007). Καί, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἤδη τό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα τό ὁποῖο δέν ψηφίστηκε τελικῶς ἀπό τά κράτη-μέλη τῆς Ε.Ε., γιατί ἀντέδρασαν κάποιοι λαοί τῆς Κοινότητας γιά ὁρισμένες διατάξεις του πού ἀντίκεινται στά δικαιώματα τῶν πολιτῶν.

Τό Εὐρωπαϊκό Δίκαιο, ὡς πρωτογενές Δίκαιο, ὑπέρκειται τοῦ ἐθνικοῦ μας Συνταγματικοῦ δικαίου. Κατά συνέπεια, ἄν θέλουμε νά κατοχυρώσουμε τήν μή ὑπονόμευση κάποιου δικαιώματός μας, θά πρέπει νά φροντίσουμε αὐτό τό δικαίωμά μας νά κατοχυρωθεῖ στό πρωτογενές Δίκαιο. Σήμερα βλέπουμε, στό πλαίσιο δῆθεν τῶν δικαιωμάτων τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου, νά ἀμφισβητεῖται νομικῶς ἡ ὕπαρξη εἰκόνων στά σχολεῖα καί στά δημόσια κτίρια, οἱ μαντῆλες τῶν μουσουλμάνων κ.τ.λ. Καί ὅλα αὐτά γίνονται μέ τήν ἐπίκληση τῶν νέων δεδομένων τῆς πολυ-πολιτισμικῆς κοινωνίας τῆς Ε.Ε., ὅπου ἡ παρουσία ἑνός συμβόλου μίας θρησκείας δέν θά πρέπει νά προσβάλλει μέ τήν παρουσία του τήν θρησκευτική συνείδηση ἐκείνου πού δέν ἀνήκει στήν ἴδια θρησκεία.

Μέσα στό πνεῦμα τῶν νέων εὐρωπαϊκῶν δεδομένων, φρονῶ ὅτι θά πρέπει νά κινηθεῖ ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία μας προκειμένου νά ἀπαιτήσει, ὥστε νά ὁριστεῖ στό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα (νά σημειωθεῖ ὅτι στό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα φρόντισαν νά μήν ὑπάρχει καμία ἀναφορά στή χριστιανική κληρονομιά, «σεβόμενοι» πάντοτε τήν ἰδιαιτερότητα τῆς πολυ-πολιτισμικῆς κοινότητας), - καί μάλιστα σέ μή ἀναθεωρήσιμο ἄρθρο του – τό ἐξῆς:
«Δέν ἐπιτρέπεται ἡ Ε.Ε. ἤ κράτος-μέλος της νά νομοθετήσει, νά προωθήσει καί νά ἐπιβάλλει σέ ὁποιοδήποτε ἔγγραφο, κάρτα, μικροτσίπ, ταυτότητα ἡ ἠλεκτρονικό σύστημα συναλλαγῶν, κάποιο ἀριθμό - ὅπως τόν δυσώνυμο 666 - ὄνομα ἤ σύμβολο ἤ χάραγμα, πού προσβάλλει τή θρησκευτική συνείδηση τῶν Χριστιανῶν ἤ τῶν ὁπαδῶν ἀλλης θρησκείας».
Ἄν δέν φροντίσουμε ἐγκαίρως καί δέν ἀπαιτήσουμε στό πλαίσιο τῆς εὐνομούμενης καί συντεταγμένης Ε.Ε. νά κατοχυρωθεῖ νομοθετικά τό παραπάνω δικαίωμά μας, τότε θά δώσουμε τήν βεβαία αἴσθηση ὅτι ἀποδεχόμαστε ὅσα νομοθετοῦν γιά μᾶς, ὅτι δηλαδή συνειδητῶς ἐκχωροῦμε τά δικαιώματά μας. Γι’ αὐτό, στήν περίπτωση πού δέν τηρήσουμε ὅσα θεσπιστοῦν, θά ὑποστοῦμε δικαίως τίς συνέπειες τοῦ νόμου.
Ἀπό τά παραπάνω γίνεται σαφές ὅτι ἡ μόνη σωστή καί νόμιμη λύση τοῦ προβλήματος εἶναι νά ζητήσουμε τήν νομική κατοχύρωση τοῦ δικαιώματός μας καί ὄχι νά ἐκδηλώνουμε κάθε τόσο τήν ἀνησυχία εἴτε τήν ἀντίδρασή μας, ἄλλοτε γιά τήν κάρτα ὑγείας ἄλλοτε γιά τό διαβατήριο, τίς ταυτότητες, τήν κάρτα τοῦ πολίτη κ.τ.λ.
Ἔχουμε τήν πεποίθηση ὅτι ἡ δημοκρατική Εὐρωπαϊκή Κοινότητα δέν θά ἔχει κάποιο πρόβλημα στό αἴτημά μας, ὥστε νά κατοχυρώσει ἕνα τέτοιο δικαίωμα πού ἀφορᾶ ὅλους τούς λαούς. Ἀπεναντίας θά ἔχει καί τήν στήριξή τους. Ἐκτός καί ἄν ὄντως εἶναι πρόθεση τῆς Ε.Ε. νά ἐπιβάλλει τόν ὅποιο δυσώνυμο ἀριθμό καί νά προσβάλλει τή θρησκευτική συνείδηση τῶν πιστῶν Χριστιανῶν, ὁπότε μέ τήν ἄρνησή της νά κατοχυρώσει τό παραπάνω δικαίωμά μας, θά γίνει γνωστή ἡ πρόθεσή της.

Μέ βαθύτατο σεβασμό
ἀσπάζομαι τήν δεξιά Σας

Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ


Κοινοποίηση: 1. Σέ ὅλους τούς Ἰεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
2. Σέ ὅλους τούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης
3. Σέ ὅλες τίς Ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὅρους
4. Σέ ὅλες τίς Ἱερές Μονές τῶν Ἁγίων Μετεώρων.


© Αναβάσεις
Αναρτήθηκε από byzantio στις 3:03 μ.μ.

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

ΤΣΕΚΟΥΡΑΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ Καθηγ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ Σεβ. Μητρ. ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


Ὅπως θά διαπιστώσει ὁ ἀναγνώστης, ἡ ἀπάντηση τοῦ καθηγ. Τσελεγγίδου πρός τόν Σεβ. Μεσσηνίας εἶναι σαφής, διαυγής, κρυστάλλινη. Χωρίς περιστροφές καί ἀμπελοφιλοσοφίες ἤ θεωρητικά «στριψίματα». Ἀπογυμνώνει τήν σαθρή ἐπιχειρηματολογία τοῦ Σεβ. κ. Χρυσοστόμου καί ἀποκαθιστᾶ τήν δογματική τάξη πού ἴσως ἀπερίσκεπτα διασάλευσε μέ προηγούμενες διατυπώσεις του ὁ Σεβ. Μεσσηνίας. 
Συμπερασματικῶς δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι καί ΜΙΑ καί συγχρόνως ΔΙΗΡΗΜΕΝΗ.. Αὐτό τό κατορθώνουν μόνο ὁρισμένοι νόες νά τό συλλάβουν καί έν συνεχείᾳ νά τό διατυπώσουν. !
Θεσσαλονίκη 19-8-2010

Προς
τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη
Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο
Μητροπολίτου Μελετίου 13
241 00 ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Πληροφορήθηκα ἀπό το Διαδίκτυο τό περιεχόμενο τῆς νέας ἐπιστολῆς Σας (15-7-2010) προς ἐμέ, ἡ ὁποία ὥς καί τήν 19-8-2010 δέν ἔφτασε στήν γραμματοθυρίδα τοῦ Πανεπιστημίου μας. Στήν ἐπιστολή Σας αὐτή μοῦ γνωστοποιεῖτε τήν πρόθεσή Σας, δηλώνοντας κατηγορηματικά: «ὁ μεταξύ μας διάλογος σταματᾶ ἐδῶ».

Κατ᾽ ἀρχήν, σέβομαι τήν πρόθεσή Σας νά σταματήσετε τό διάλογο μέ τόν ὁμόλογό Σας -μέσῳ τοῦ ὁποίου (καί κάποιων ἄλλων) ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε τήν ἐπιστημονική ἐξέλιξή Σας- καί νά τον συνεχίσετε ἀσμέ­νως μἐ τούς ἑτεροδόξους. Ἄλλωστε, ἐμφανίζεσθε νά ἐμμένετε στήν ἀρχική θέση Σας, ὅτι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία μετά τό 1054 εἶναι πλέον διηρημένη.

Παρότι σέβομαι τηήν ἐπιθυμία Σας να σταματήσει ἐδῶ ὁ διάλογός μας, δεν μπορώ να μην αναφερθώ σε κάποιες από τις προβληματικές εκκλησιολογικές ερμηνείες Σας, ούτε μπορώ να αφήσω να αιωρούνται κάποια από τα άλλα θέματα που θίγετε.

Ὅσα γράφετε, Σεβασμιώτατε, για την Καθολικότητα της Ἐκκλησίας μέ βρίσκουν γενικότερα σύμφωνο, ἀλλά ἀφοροῦν ἄλλη ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας, και δέν εἶναι ἐδῶ το θέμα μας αυτό. Διευκρινιστικά να σημειώσω ότι πουθενά στα κείμενά μου δεν διαφοροποιώ την τοπική Εκκλησία από την Καθολική Εκκλησία ως προς την οντολογία της ούτε αμφισβητώ την καθο­λικότητα της τοπικής Εκκλησίας υπό τον κανονικό επίσκοπό της. Σαφώς και θεωρώ την τοπική Εκκλησία ως την όλη Εκκλησία κατά την αλήθεια, τη ζωή και την πληρότητά της, υπό τον επίσκοπό της, με τη θεμελιώδη όμως προϋπόθεση ότι ο επίσκοπος εκτός της θεσμικής κανονικότητας του θα πρέ πει να φρονεί ορθοδόξως και να βρίσκεται σε Ενεργό κοινωνία μετά του Α γίου Πνεύματος και μυστηριακούς σε κοινωνία με τις άλλες τοπικές Εκκλησίες.

Ἀλλά και ποτέ και πουθενά δεν θεώρησα την Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ως μία γενική και ἀόριστη Ἐκκλησία» ή «ως υπερκείμενη τῶν ἄλλων ἐπί μέρους Ἐκκλησιῶν» ἤ ὡς «ἄθροισμα ἐπί μέρους ἀριθμητικών ἐκκλησιαστικών μονάδων», όπως εσφαλμένως ερμηνεύσατε. Αντίθετα, πάντοτε θεωρούσα και θεωρώ την Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ως εκείνην ακριβώς πού ομολογούμαι στο Σύμβολο τής Πίστεως, ὡς τη «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία», τη συγκεκριμένη εν τόπῳ καί χρόνῳ Ἐκκλησία.

Ἀπό αὐτή τήν Ἐκκλησία εκπίπτουν οι αιρετικοί που καταδικάζονται, από τις εν τόπω και χρόνω οικουμενικές Συνόδους της «Μίας» Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτά είναι απολύτως σαφή και κατανοητά ευρύτερα από όλους τούς πιστούς. Τα περί «ενός» του Πλωτίνου και τα περί «νεοπλατωνικών απορροών» είναι τελείως άσχετα απ’ όσα φρονώ και γράφω περί Εκκλησίας. Μην εμπλέκετε άλλα θέματα, όπως π.χ. και τα περί Δυτικής Εκκλησιολογίας, που δεν αφορούν το καίριο σημείο της διαφωνίας μας, το όποιο είναι μόνον η Ορθόδοξη θεώρηση της Εκκλησίας ως της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας». Μη προσπαθείτε με την Αναφορά Σας στη μεθοδολογία -για την όποια δεν είναι τώρα ή ώρα να διαλεχθούμε- να θολώσετε τα «νερά» στο διάλογό μας. Θα επαναλάβω, ότι η παρέμβαση της προηγούμενης επιστολής μου (7-7-10) αφορούσε μόνο την προβληματική εκκλησιολογικώς διατύπωσή Σας ότι η Εκκλησία είναι και «Μία» και «διηρημένη».

Ἀναφερόμενος στην Καθολικότητα και Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σημειώνετε ορθώς ότι: «Η σχισματική αυτή διάσπαση ή η αιρετική αυτή διαίρεση δεν συνεπάγεται ούτε μία νέα «καθολική» ΕκκλησΙα, ούτε μία διάσπαση της Ενότητας της Εκκλησίας, ενώ η ύπαρξη της νέας ομάδας ὑπὸ τον αντικανονικόν επίσκοπον δεν διαταράσσει την Ενότητα της τοπικής Εκκλησίας». Σαφώς, τα σχίσματα και oι αιρέσεις δεν αφορούν την Ενότητά της. Αφορούν τους σχισματικούς και αιρετικούς oι οποίοι απλώς αποκόπτονται από τη «Μία» και μόνη Εκκλησία. Εγώ ακριβολογώντας στην περίπτωση αυτή δεν θα έκανα λόγο για «σχισματική διάσπαση» ή «αιρετική διαίρεση» αλλά για έκπτωση των σχισματικών και αιρετικών από την Εκκλησία.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι συμφωνούμε γενικώς στο ότι η Εκκλησία είναι «Μία» και ενιαία. Παρά ταύτα, εξακολουθούμε, με βάση τα γραφόμενά Σας, να διαφωνούμε στο ότι η «Μία» Εκκλησία είναι μετά το 1054 και «διηρημένη».

Σεβασμιώτατε, αν «οι σχισματικοί δεν ανήκουν στην Εκκλησία και τα μυστήριά τους δεν έχουν καμία ισχύ», όπως ορθά γράφετε, τότε πώς υποστηρίζετε τα εξής; «Το σχίσμα του 1054 σημαίνει διαίρεση της Εκκλησίας; Νομίζω ότι ουδεμία αμφισβήτηση υφίσταται, πολλω μάλλον όταν ολόκληρη η πατερική γραμματεία του 15 αιώνος αποδέχεται ότι έχουμε διηρημένη την Εκκλησία του Χριστού, την ευρισκομένην υπό την Μίαν Κεφαλήν του Σώματος, τον Χριστό (βλ. Μάρκος Εφέσου ό Ευγενικός).

Καί συνέχιζετε! «Ήταν δυνατόν να είχαμε σχίσμα, διαίρεση, διάκριση ή δι αφοροποίηση χωρίς διαίρεση; Νομίζω όχι. Η διαίρεση αυτή διετάραξε ή αλλοίωσε την Ενότητα και Καθολικότητα της Μίας, Αγίας Καθολικής καί Αποστολικής Εκκλησίας, όπως αυτή περιγράφεται και σημαίνεται στο Σύμβολο της Πίστεως, το Σύμβολο της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου; Όχι βέβαια, γιατί κάθε διαίρεση ή διάσπαση δέν σημαίνει Αλλοίωση της Ενότητας…, γιατί οι εκκλησιολογικές συνέπειες οποιασδήποτε διαφοροποίσης δέν αποδίδεται πρός το Καθολικό Σώμα της Εκκλησίας, αλλά προς αυτόν, ο οποίος αποσχίζεται ή διαφοροποιείται από το Καθολικό Σώμα της Εκκλησίας».

Τά γραφόμενα Σας εδώ είναι, κατά μία επιεική αποτίμησή μου, ασαφή και συγκεχυμένα, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται αντιφατικά μεταξύ τους. Έχω τη γνώμη ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ακριβολογείτε. Δεν οριοθετείτε την έννοια των όρων που χρησιμοποιείτε ή μάλλον χρησι­μοποιείτε τους γνωστούς θεολογικούς όρους προσδίδοντάς τους άλλη σημα­σία από την καθιερωμένη, χωρίς προηγούμένως να τη γνωστοποιείτε. Έτσι όμως δημιουργείται σύγχυση στην κατανόηση των γραφομένων Σας.

Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος και σαφής· Όσα γράφετε περί σχί­σματος, αιρέσεως, ενότητας και καθολικότητας είναι ορθά στο μέτρο που α­φορούν τους σχισματικούς και αιρετικούς καθεαυτούς. Πράγματι, το σχίσμα ή η αίρεσή τους δεν θίγουν την ενότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας, επειδή αυτοί απλώς εκπίπτουν και αποκόπτονται ουσιαστικά και θε σμικά από τη «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» είτε ως απλά μέλη είτε ως ολόκληρες τοπικές Εκκλησίες. Τα πράγματα όπως εμφα νίζονται συγκεχυμένα ή αντιφατικά, όταν στη συνάφεια αυτή κάνετε λόγο για «Μία» και σαφώς διηρημένη από το 1054 Εκκλησία και ενώ, θεωρείτε δι ηρημένη την Εκκλησία, υποστηρίζετε απεριφράστως ότι δεν θίγεται ή ενότητά της. Έτσι εμφανίζεσθε να αγνοείτε την οντολογία της Εκκλησίας.

Τό σχίσμα, Σεβασμιώτατε, ὅπως καί ἡ αἵρεση δέ θίγουν ὀντολογικῶς τήν 'Ἐκκλησία. Η Εκκλησία ήταν, είναι και θα παραμείνει «Μία» και Αδιαί­ρετη έως της συντέλειας. Αυτό ακριβώς ομολογούμε στο Σύμβολο τής Πί­στεως χρησιμοποιώντας το ρήμα «Πιστεύω» σε χρόνο ενεστώτα. Ο Χριστός είναι κεφαλή αυτού του ακεραίου σώματος, το όποιο παραμένει ακέραιο εί τε εμπλουτίζεται ιστορικώς με αναρίθμητα μέλη είτε περιορίζεται ιστορικώς σε ελάχιστα. Ο Χριστός δεν μπορεί να είναι, όπως υποστηρίξτε, κεφα λή ενός διηρημένου ή πολυδιηρημένου σώματος. Τέτοιου είδους Εκκλησιολογία, που εισηγείσθε με το κείμενό Σας, δε νομιμοποιείται από την ιστορία και την πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας διαχρονικώς. Η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι ποτέ «Μία» και διηρημένη. Αν η Εκκλησία είναι διηρημενη, δεν είναι «Μία», όπως το Ένα Κυριακό Σώμα. Αλλά, επιπροσθέτως. Αν είναι διηρημένη, δεν είναι ούτε «Αγία» ούτε «Καθολική» ούτε «Αποστολική». Μη μνημονεύετε, Σεβασμιώτατε, τον Αγιο Μάρκο τον Ευγενικό για ενίσχυση δήθεν των θεσμών Σας. Δεν σας ευνοεί σε καμία περίπτωση. Απεναντίας, γίνεται και κατήγορος των εσφαλμένων εκκλησιολογικών τοποθετήσεων Σας.

Σεβασμιώτατε, ομολογείτε δύο αντιφατικά εν τοις όροις πράγματα. Έτσι όμως δεν υφίσταται δογματική ακρίβεια, αλλά μάλλον διολίσθηση σε μία ευρύτερα γνωστή θεολογική «διγλωσσία» των ημερών μας, που έχει φανερή τη σκοποθεσία της.

Με την παραπάνω τοποθετησή Σας, Σεβασμιώτατε, δεν έχουμε απλώς εισήγηση μίας «νέας» Εκκλησιολογίας αλλά και διακήρυξη μία «νέας» ὀντολογίας, σύμφωνα με τήν ὁποία ἕνα σῶμα μπορεῖ νά εἶναι διηρημένο χωρίς νά ἀλλοιώνεται ἡ ἑνότητά του. Εἶναι προφανές ότι εδώ οι λέξεις «διαίρεση» και «ένότητα» παίρνουν ένα άγνωστο μέχρι σήμερα νοηματικό περιεχό μενο, πού σαφώς δεν υπηρετεί τη δογματική ακρίβεια για την αδιαμφισβή τητη οριοθέτηση της Αλήθειας της Εκκλησίας.

Είναι πρωτάκουστο, Σεβασμιώτατε, αυτά πού γράφετε ως πανεπιστη­μιακός καθηγητής και κυρίως ως Επίσκοπος: «Εσείς, βέβαια, και oι ομόφρονές Σας έχετε το δικαίωμα να διαφοροποιηθείτε από την παρούσα Συνοδική απόφαση και επίσης να την αμφισβητείτε, αλλά και μετά τη διαφοροποίησή Σας να συνεχίζετε να ανήκετε στην Εκκλησία!». Έχω τη γνώμη ότι ένα τέ τοιο κείμενο θα είχε θέση μόνο στο χώρο του Παπισμού. Αλλά και εκεί μό νον όταν η αμφισβήτηση θα είχε αποδέκτη αποκλειστικώς και μόνον τον ίδιο τον Πάπα.

Συγκεκριμένα, εγώ ούτε διαφοροποιούμαι από την παρούσα Συνοδική απόφαση ούτε την αμφισβητώ, όπως εσφαλμένα νομίζετε. Είμαι σύμφωνος με το Ανακοινωθέν της Συνόδου της Ιεραρχίας και ειδικότερα με το σημείο που επικαλείσθε στην προς εμέ επιστολή Σας: «Οι Εκπρόσωποι, της Εκκλησί ας μας στον συγκεκριμένο διάλογο έχουν σαφή γνώση της Ορθοδόξου Θεολο γίας, της Εκκλησιολογίας και της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως και προσφέ ρουν τις γνώσεις και τις δυνάμεις τους προς τον σκοπό «της των πάντων ενώ σεως» «εν αληθεία» και μέσα στα απαραίτητα θεολογικά πλαίσια και τις απο φάσεις των Πανορθοδόξων Συνδιασκέψεων». Εδώ θα πρέπει να σημειώσω ό τι ως προς τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνδιασκέψεων» επιφυλάσσομαι να επανέλθω ενώπιον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Όπως είναι, φανερό όμως από το κείμενο, η Συνοδική απόφαση εστιάζει στις «γνώσεις» και τις «δυνάμεις» των Εκπροσώπων Της, και όχι στην αγιοπνευματική θεογνωσία και στη δύναμη του Αγίου Πνεύματος που χαρακτη ρίζουν τον επισκοπικό βαθμό της ιερωσύνης τους, σύμφωνα με τη θεολογία της Εκκλησίας μας. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι Εσείς με όσα εκκλησιολογικώς εσφαλμένα γράφετε στην Επιστολή έχετε εκθέσει το σώμα της Ιεραρχίας, πού Σας ετίμησε με την εμπιστοσύνη Του.

Γιά νά παραμείνετε, Σεβασμιώτατε, καί οὐσιαστικά Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκ­κλησίας και εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος μία μόνο λύση φαίνε­ται να υπάρχει: να ανακαλέσετε την εσφαλμένη θεολογικῶς (δογματικῶς) θέση Σας: «Το σχίσμα ταυ 1054 σημαίνει διαίρεση της Εκκλησίας ... Νομίζω ότι ουδεμία αμφισβήτηση υφίσταται... ότι έχουμε διηρημένη την Εκκλησία του Χριστού, την ευρισκομένην υπό την Μίαν Κεφαλήν του Σώματος, τον Χριστόν» (Επιστολή 15-7-2010). Θα επαναλάβω εκείνα που Σας έγραψα στην προηγούμενη επιστολή μου (7-7-2010): «Η θεώρηση της Εκκλησίας ως διηρημένης, σήμερα, αντίκειται σαφώς στη ρητή διατύπωση τού Συμβόλου της πίστεως, πράγμα πού συνεπάγεται, κατά τα Πρακτικά των Οικουμενι­κών Συνόδων, καθαίρεση και αφορισμό, κατά περίπτωση, σε όποιον επιμένει στη θεώρηση αυτή». Αυτό είναι ουσιαστικά αλλά και θεσμικά το επιτίμιο των Οικουμενικών Συνόδων για όσους παραβιάζουν τον Όρο της Β΄ Οικου μενικής Συνόδου.

Επιπροσθέτως, θέλω να σημειώσω ότι η Σύνοδος της Ιεραρχίας μας ουδέποτε υποστήριξε ότι είναι Αλάθητη. Μήπως όμως Εσείς γνωρίζετε κάποια τοπική Σύνοδο που να φρονεί ότι είναι, αλάθητη; Θα θυμάσθε, ασφαλώς, ότι ο συνώνυμός Σας Επίσκοπος και άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξορίσθη επανειλημμένως από τοπικές Συνόδους με Επισκόπους πού είχαν κανο νική χειροτονία, ενώ άλλες τοπικές Σύνοδοι τον δικαίωσαν πανηγυρικώς και διόρθωσαν τα κακώς αποφασισθέντα. Διορθωτικές Συνοδικές Αποφά σεις είχαμε πολλές κατά το παρελθόν από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας τής Ελλάδος, όπως καλώς γνωρίζετε. Αλλά να Σας ρωτήσω και κάτι άλλο; Όταν κάποιοι επίσκοποι στην Ιερά Σύνοδο ή στη Σύνοδο της Ιεραρχίας μας διαφωνούν και μειοψηφούν ως προς τη Συνοδική απόφαση, τίθενται -με βά ση το σκεπτικό Σας- εκτός Εκκλησίας;

Στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Σεβασμιώτατε, οι Συνοδικές απο­φάσεις είναι δεσμευτικές για όλους, μόνον όταν έχουν τον αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα της αλαθήτου εκφράσεως της Εκκλησίας. Όταν είναι λ.χ. απο­φάσεις Οικουμενικών Συνόδων. Επομένως, κάθε Συνοδική Απόφαση δεν είναι οπωσδήποτε και αγιοπνευματική. Αυτό πιστοποιείται αδιάψευστα από την 'Εκκλησιαστική Ιστορία (βλ. π.χ. την Ληστρική Σύνοδο του 449).

Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω, ότι με όσα γράφω παραπάνω σχολιάζω θεωρητικώς και θεολογικώς μόνον το αν μπορεί ή όχι να ανήκει στην Εκ κλησία όποιος συμβαίνει να διαφωνεί με μία Συνοδική απόφαση, πού δεν έ χει το χαρακτήρα. Οικουμενικής Συνόδου, και τίποτε περισσότερο, Ο,τιδήποτε άλλο είναι εκ του πονηρού.

Σεβασμιώτατε, στην επιστολή Σας (15-7-2010) πολύ συχνά, μή ἔχοντας θεολογικά - ἐπιστημονικά ἐπιχειρήματα, καταφεύγετε σέ εὐτελεῖς εἰρωνεῖες καί σέ ἀπαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Αυὐτά ὅμως δεν Σᾶς τιμούν οὔτε ὡς πανεπιστημιακό δάσκαλο οὔτε ὡς ἐπίσκοπο. Ἐμένα ὡς ἀποδέκτη τους, πάντως, οὔτε μέ μειώνουν οὔτε καθόλου μέ βλάπτουν. Ἀπεναντίας μάλιστα. Γι' αυτό και Σᾶς εἶμαι, ειλικρινῶς, ευγνώμων, παρά το γεγονός ότι λυ πούμαι πολύ για την προσωπική ζημία Σας, προκειμένου ακουσίως να με ωφελήσετε πνευματικά.

Γράφετε στήν επιστολή Σας ότι τόσο καιρό σιωπούσατε, «ένεκα σεβα­σμού σέ ένα πρόσωπο (δηλ. εμένα) τό οποίο στόν πανεπιστημιακά χώρο τρεις φορές με έψήφισε στην εξελικτική μου διαδικασία και μάλιστα στις δυο πρώτες ως μέλος της Εισηγητικής Επιτροπής και ανεπιφυλάκτως υπέγραψε και εψήφισε για την έξέλιξή μου».

Απ' όσο ενθυμούμαι, μόνο μία φορά -στην τελευταία εκλογή Σας- υ­πήρξα μέλος της Τριμελούς Εισηγητικής Επιτροπής και Σας εψήφισα πράγ­ματι ανεπιφύλακτα. Ποτέ όμως δεν υποστήριξα ότι είμαι «αλάθητος». Τού το το προνόμιο το σφετερίζεται μόνον ο Πάπας, με τους εκπροσώπους του οποίου προτιμάτε να διαλέγεσθε. Εγώ απλώς φροντίζω να περνώ το χρόνο μου εν μετανοία.

Επιπροσθέτως, θα ήθελα να Σας διευκρινίσω ότι, όταν Σας εψήφισα, Σας εψήφισα με βάση συγκεκριμένες μελέτες που καταθέσατε για την εξέ­λιξή Σας, στις οποίες όμως δεν περιέχονταν τα θεολογικά ατοπήματα για τα όποια τώρα διαφωνούμε. Αν περιέχονταν, να είσθε βέβαιος ότι δεν θα Σας εψήφιζα.

Η εκλογή κάποιου προσώπου σε οποιοδήποτε αξίωμα στην Εκκλησία, είτε του διδασκάλου είτε του επισκόπου, δεν προδικάζει νομοτελειακά την παραπέρα πορεία του, ακόμη και όταν η εκλογή αυτή γίνεται αδιαμφισβητήτως δια του Αγίου Πνεύματος. Δεν εμποδίζεται δηλαδή καθόλου το αυτεξούσιο του από αυτή την αγιοπνευματική Εκλογή. Γι' αυτό και μπορεί να υποπέσει σε βαρύτατα θεολογικά και δογματικά σφάλματα. Αυτό μαρτυρείται από την Αγία Γραφή (βλ. την περίπτωση εκλογής στο Αποστολικό αξίωμα από τον ίδιο το Χριστό τόσο του Ιούδα του Ισκαριώτη όσο και του Πέ τρου). Μαρτυρείται όμως και από την ιστορία της Εκκλησίας (βλ. την πλη θώρα των καταδικασθέντων Πατριαρχών, επισκόπων, κληρικών και μονα χών από Οικουμενικές Συνόδους). Μάλιστα, η περίπτωση του Αποστόλου Πέτρου είναι επί του προκειμένου ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Όταν ο Απόστολος Πέτρος ομολόγησε ορθά το Χριστό, ό Κύριος του είπε; «μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά...» (Μθ. 16, 17-19). Όταν όμως αμέσως μετά φρονούσε εσφαλμένα, τον αποδοκίμασε αυστηρά και εξομοιώναντάς τον, ως προς το φρόνημά του, με τον σατανά του είπε: «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά, σκάνδαλον ει εμού, ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων» (Μθ. 16, 23),

Με άλλα λόγια, φρονώ ότι η όποια θετική ψήφος μου τότε δεν έχει σχέ­ση με την εξέλιξή Σας σήμερα. Σέ άλλο σημείο της επιστολής Σας γράφετε: «Είμαι σίγουρος, ότι και του χρόνου και κάθε χρόνο, λίγο πριν την σύγκληση της Μικτής Θεολογικής Επι τροπής θα σας υπομιμνήσκονν οι ομόφρονές Σας τη θεολογική Σας αγωνία και την τρωθείσα εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία, πρός ἀφύπνιση του ορθοδόξου φρονήματός Σας(!!!).

Σεβασμιώτατε
Προβληματίζομαι σοβαρά για την προέλευση των παραπάνω λογισμών Σας, αλλά και για την εκφρασθείσα γι' αυτούς «σιγουριά» σας. Δεν θα προ­βώ σε ψυχολογική ερμηνεία των λογισμών Σας. Ένα μόνο θα πω: Η από 7- 7-10 Επιστολή μου προς Σας δεν γράφηκε ούτε με υπόδειξη κάποιου, ούτε λόγω της προσεχούς συγκλήσεως της Μ.Δ.Ε., ούτε λόγω κάποιας άλλης σκοπιμότητας. Αυτό το γνωρίζετε Εσείς καλύτερα από οποιονδήποτε άλ λον. Η επιστολή γράφτηκε επειδή Εσείς, έχοντας ανοίξει μία διαμάχη με τον συνεπίσκοπό Σας, ως άλλοθί Σας, επικαλεσθήκατε διερωτώμενος την δική μου σιγή, και έτσι με αναγκάσατε να απαντήσω στο ερώτημά Σας: «ένα τέτοιου είδους σοβαρό εκκλησιολογικό ατόπημα πέρασε απαρατήρητο από τον καταξιωμένο Καθηγητή της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας και ασχολίαστο». Εάν δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος υπαινιγμός Σας στο πρόσωπό μου και το ερωτημά Σας, δεν θά απαντούσα.

Έχω την γνώμη ότι δεν είναι τίμιο αυτό πού Εσείς προκαλέσατε τη συγ κεκριμένη χρονική στιγμή, να το παρουσιάζετε ενώπιον τρίτων και να προ σπαθείτε να το αποδώσετε, στη δική μου δήθεν σκοπιμότητα. Προφανώς, αυτό θα μπορούσατε να το ισχυρισθείτε, μόνον εάν Εσείς στην επιστολή Σας δεν αναφερόσασταν στο πρόσωπό μου και δεν είχατε διερωτηθεί απεριφράστως για τη σιωπή μου στο συγκεκριμένο θέμα και δεν είχατε προκαλέ σει την Απάντηση μου. Μη διαστρέφετε λοιπόν την Αλήθεια, λόγω δικής Σας σκοπιμότητας, λίγο πριν τη σύγκληση της Μ.Δ.Ε. στη Βιέννη (Σεπτέμ βριος 2010). Δεν είναι σωστό και δεν Σας τιμά το γεγονός ότι ενώ έχετε επω μισθεί το έργο της Υπερασπίσεως της Αλήθειας έναντι των ετεροδόξων, Ε σείς ό ίδιος τώρα, να τη διαστρέφετε.

Τέλος, από την έκβαση τοῦ ἕως ἐδῶ διαλόγου μας διαπιστώνει ὁ καθέ­νας, πού μᾶς διαβάζει, ὅτι δικαιώνομαι γιά τήν ἐπί ἔνα περίπου ἔτος σιωπή μου. Ὁ διάλογος μεταξύ μας ὄντως «οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν».

Μέ τόν προσήκοντα σεβασμό ἀσπάζομαι τήν δεξιά Σας
Δημήτριος Τσελεγγίδης,
Καθηγητής της θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

ΠΗΓΗ: ΑΚΤΙΝΕΣ

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Λόγος Δ. Τσελεγγίδη Θεολογική Ημερίδα Πειραιά



Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
Υπότιτλος: Θεολογική-αγιοπνευματική προσέγγιση


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η ενότητα της Εκκλησίας σε όλες τις εκδοχές της θεσμικές η χαρισματικές έχει σαφώς αγιοπνευματική βάση. Παρέχεται μυστηριακώς, συντηρείται όμως, καλιεργείται και εκφαίνεται κατεξοχήν ευχαριστιακώς.
Καταρχήν, η ενότητα της Εκκλησίας, ως θεμελιώδης ιδιότητά της, προκύπτει από την ίδια την οντολογία της και εκφράζει ιδιαιτέρως την αυτοσυνειδησία της, η οποία διατυπώθηκε ιστορικά κατά τον πλέον επίσημο και αδιαμφισβήτητο τρόπο στον Όρο της Β  Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381), ο οποίος απε-τέλεσε και το Σύμβολο Πίστεως της Εκκλησίας.
Στο εξής, ομολογούμε δια του Συμβόλου της Πίστεως με κάθε επισημότητα, ότι πιστεύουμε «εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Αν όμως η Εκκλησία είναι ΜΙΑ κατά το Σύμβολο της Πίστεως, τότε με την συ-νεπή εκκλησιολογική έννοια και κατά κυριολεξία δεν μπορούν να υπάρχουν ετερόδοξες εκκλησίες, ούτε μητέρες, αδελφές, θυγατέρες και εγγονές εκκλησίες. Η ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία, που ομολογούμε, είναι η πνευματική μητέρα όλων των μελών της. Η ΜIA Εκκλησία δηλαδή γεννά μυστηριακώς «δι’ ύδατος και Πνεύματος» τα μέλη της, δεν γεννά άλλες εκκλησίες.
Από την διατύπωση του Συμβόλου προκύπτει, ότι η ενότητα, ως θεμελιώ-δης ιδιότητα του ενός, στην προκειμένη περίπτωση ως η ιδιότητα της ΜΙΑΣ Εκκλησίας, είναι το ασφαλές δεδομένο της πίστεώς μας. Και πραγματικά, στη συνείδηση του σώματος της Εκκλησίας η

ενότητά της είναι δεδομένο οντολο-γικό, απολύτως και αμετακλήτως διασφαλισμένο από την κεφαλή της Εκκλη-σίας, τον Χριστό, δια της συνεχούς παρουσίας του Παρακλήτου Πνεύματός του σ’ αυτήν, ήδη από την Πεντηκοστή.
Παρά ταύτα, η ενότητα παραμένει για τα συγκεκριμένα και επώνυμα μέλη της Εκκλησίας κάθε εποχής και ζητούμενο βιωματικό. Ως βιωματικό ζητούμενο η ενότητα των μελών της αποτελεί το προσωπικό άθλημα της συνεργίας τους για τη δόκιμη παραμονή και την σίγουρη καρποφορία στο ζωντανό και ζωο-ποιό, θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Αυτή ακριβώς η εν πάση αισθήσει ενότητα με το Χριστό και δι’ αυτού με τον όλο Τριαδικό Θεό, αλλά και μεταξύ μας, ως μελών της Εκκλησίας, είναι ο σκοπός του ενανθρω¬πήσαντος Θεού για μας, ώστε να γίνουμε όχι μόνον ένα σώμα με το Χριστό, αλλά και ένα Πνεύμα με τον Τριαδικό Θεό (Βλ. Εφ. 4, 4-5: εν σώμα και εν Πνεύμα, καθώς και εκλήθητε εν μια ελπίδι της κλήσεως ημών• εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα». Αυτό εκφράστηκε απερίφραστα στην Αρχιερατική προ¬σευχή του Χριστού, που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια της Εισηγήσεώς μας.
Συγκεκριμένα, η ενότητα της Εκκλησίας υφίσταται και εκφαίνεται θεσμικώς στην πίστη, τη λατρεία και τη διοίκηση της Εκκλησίας. Σε κάθε περίπτωση η παραπάνω τριπλή ενότητα θεμελιώνεται και αντλείται από το τρισσό αξίωμα του Χριστού: το προφητικό, το αρχιερατικό και το βασιλικό. Κατά συνέπεια, οι τρεις εκφάνσεις της ενότητας της Εκκλησίας θα πρέπει να θεωρούνται ως αλ-ληλοεξαρτώμενες και αδιάσπαστες συντεταγμένες της μίας και πλήρους ενότη-τας της Εκκλησίας.
Η ενότητα της Εκκλησίας καθεαυτήν, τόσο σε θεσμικό όσο και σε βιωμα-τικό-χαρισματικό επίπεδο, χωρίς την οντολογικού χαρακτήρα διάκριση ανά-μεσα στην άκτιστη ουσία και τις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού, παρα-μένει στην πράξη ουσιαστικά ακατανόητη, αλλά και θεολογικά ατεκμηρίωτη. Η παραπάνω διάκριση, αποτέλεσμα του χαρισματικού και εμπειρικού χαρακτήρα της Ορθόδοξης Θεολογίας, αποτελεί το πνευματικό «κλειδί» κατανοήσεως του χαρακτήρα της ενότητας της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και η διάκριση αυτή θα προ-ϋποτίθεται οπωσδήποτε σ’ όλη την πραγμάτευση του θέματός μας, θα το δια-περνά αξονικά και θα διέπει νοηματικά τα επιμέρους λεγόμενά μας.

Α  Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ
Η ενότητα της Εκκλησίας, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, δεν αποτελεί μια αυ-τονομημένη και αφηρημένη δογματική αλήθεια ανεξάρτητη από τη ζωή της, αλλά εκφράζει την αυτοσυνειδησία και την αγιοπνευματική εμπειρία της. Το μυστηριακό σώμα του Χριστού, η Εκκλησία, γίνεται ο χαρισματικός χώρος, όπου συγκροτείται, βιώνεται και φανερώνεται η ενότητα των πιστών ως εικόνα της ενότητας του Τριαδικού Θεού. Η ενότητα των πιστών αποτελεί καρπό της μεθέξεώς τους στην άκτιστη Χάρη του Τριαδικού Θεού και συνιστά έκφραση ζωής της μίας και πάντοτε ενιαίας Εκκλησίας, ως αδιάσπαστης ενότητας και τελείας κοινωνίας προσώπων. Κατά συνέπεια, οι θεολογικές-οντολογικές προ-ϋποθέσεις για την αναφορά των πιστών στην Τριαδική ενότητα βρίσκονται στην ίδρυση και σύσταση της Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού, στο οποίο αρμόζονται οι πιστοί ως οργανικά μέλη του.
Οι πιστοί ως κατοικητήριο των θείων προσώπων, χαρισματικώς, καλού¬νται να ζουν κατά το πρότυπο της Τριαδικής ενότητας και να εκφράζουν με τον τρόπο αυτό την κοινωνία και μετοχή τους στη ζωή του Τριαδικού Θεού. Άλλω-στε, κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η πραγμάτωση της ενότητας των πιστών κατά το πρότυπο της ενότητας των θείων προσώπων αποτελεί και τη μαρτυρία τους στον κόσμο: «ίνα πάντες εν ώσιν, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας» (Ιω. 17,21).
Στην παραπάνω Αρχιερατική προσευχή ο Χριστός, κατά τον Μέγα Αθανά-σιο, ζητεί από τον Πατέρα του την ενότητα των πιστών κατά το υπόδειγμα της δικής τους ενότητας. Βέβαια, εδώ η ενότητα των πιστών δεν αναφέρεται στη φύση του Τριαδικού Θεού, γιατί «μόνη τη φύσει πάντα μακράν εστιν αυτού» (Κατά Αρειανών 3,26, ΒΕΠ 30, σ. 269). Η ενότητα των πιστών ως μελών της μίας και μοναδικής Εκκλησίας θεμελιώνεται όχι στη φύση αλλά στην άκτιστη θεοποιό ενέργεια και δόξα του Τριαδικού Θεού. Είναι πέραν πάσης αμφιβο¬λίας η τεκμηρίωση της θέσεως αυτής, αφού η ίδια η υποστατική Αλήθεια, στην άμεση συνέχεια της Αρχιερατικής προσευχής, το διατυπώνει απερίφραστα: «Καγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν• εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ίνα ώσιν τετελειωμένοι εις εν, ίνα γινώσκει ο κό-σμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας» (Ιω. 17, 22-23). Στο χωρίο αυτό βρίσκεται συμπυκωμένα το ερμηνευτικό «κλειδί» κατανοήσεως της αγιοπνευματικής βάσεως της ενότητας της Εκκλησίας . Εκείνο που ενοποιεί τους πιστούς στην Εκκλησία, η εκείνο που κάνει την Εκ-κλησία ένα και αδιάσπαστο, οργανικό, θεανθρώπινο σώμα, είναι η ίδια η άκτι-στη θεοποιός δόξα και Χάρη του Τριαδικού Θεού. Η άκτιστη αυτή θεότητα, που συνέχει και τελειοποιεί το σώμα της Εκκλησίας, οικειώνεται χαρισματικά και παραμένει εσαεί λειτουργικά στην Εκκλησία, μυστηριακώς, χάριν του Χρι¬στού, που είναι και η κεφαλή του ενός θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας (βλ. Εφ. 1, 22-23). Στο σώμα αυτό πραγματώνεται οντολογικώς και χαρισματι¬κώς το «εγώ εν αυτοίς» του Χριστού.
Κατά συνέπεια, ο αναγκαίος όρος της ενότητάς μας με τον Τριαδικό Θεό εν Χριστώ είναι η χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα μας ενερ¬γώς. Με άλλα λόγια, η ενότητά μας με τον Τριαδικό Θεό δεν οφείλεται σε προ¬σόν της φύσεώς μας, αλλά στο Άγιο Πνεύμα. (Βλ. Μ. Αθανασίου, Kατά Αρεια¬νών 3, 25, ΒΕΠ 30, 271: «Το Πνεύμά εστιν το εν τω Θεώ τυγχάνον, και ουχ ημείς καθ’ εαυτούς»). Πρακτικώς, η χαρισματική αυτή ενότητα της Εκκλησίας φανερώνεται με τη συμφωνία της γνώμης και την ύπαρξη ενιαίου φρονήματος σε μας (βλ. Κατά Αρειανών 3,23, ΒΕΠ 30, 269).
Αν όμως η ενότητα της Εκκλησιας ως μυστηριακού και θεανθρωπίνου σώ-ματος, αλλά και η ενότητα των επιμέρους πιστών ως μελών της Εκκλησίας με-ταξύ τους, κατά το πρότυπο της ενότητας του Τριαδικού Θεού, πραγματοποιεί-ται άμεσα και προσωπικά από τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό δια της ακτίστου ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, τότε γίνεται εύκολα κατανοητό ότι οι ετερόδο-ξοι -Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες- που σε καμία περίπτωση δεν συνι-στούν Εκκλησίες αλλά θρησκευτικές κοινότητες με εκκλησιαστικό όνομα, αλ-λοιώνοντας δια του Filioque την αποστολική πίστη της Εκκλησίας στον Τρια-δικό Θεό και πρακτικώς μη κάνοντας την διάκριση ακτίστου ουσίας και ακτί-στου ενεργείας στο Θεό, καθιστούν ανέφικτη την οντολογικού και χαρισματικού χαρακτήρα ενότητά τους με τον Τριαδικό Θεό και μαζί μας εν Χριστώ.
Αλλά και κάθε άλλη επιδιωκόμενη μορφή ενότητας με τους ετεροδόξους, που παρακάμπτει τις παραπάνω θεολογικές προϋποθέσεις για την «άπαξ πα-ραδοθείσαν πίστιν», είναι στην πραγματικότητα ανέφικτη. Ωστόσο όμως, οι εκπρόσωποι των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών με το συντονιστικό κέντρο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εμφανίζονται να έχουν άλλη θεώρηση για την ενότητα της Εκκλησίας. Είναι επ’ αυτού ιδιαίτερα χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι στην πρώτη παράγραφο του υποβληθέντος Προσχεδίου της Μικτής Διε-θνούς Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς στην Κύπρο, τον Οκτώβριο του 2009, μνημονεύεται ότι στο συμφωνηθέν κοινό Κεί-μενο της Ραβέννας (2007) Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι κάνουν λόγο για «την εποχή της αδιαίρετης Εκκλησίας», (βλ. Κείμενο της Ραβέννας &41). Είναι σαφές ότι η διατύπωση αυτή προϋποθέτει για τα μέλη της Μ.Δ.Ε. πως σήμερα δεν υφίσταται η αδιαίρετη Εκκλησία. Και επομένως, σήμερα η Εκκλησία είναι διηρημένη, παρά την πίστη της Εκκλησίας, που ομολογούμε λεκτικά στο Σύμ-βολο της Πίστεώς μας. Αυτό όμως σημαίνει έκπτωση από την Εκκλησία όλων εκείνων, που συνειδητά υποστηρίζουν όσα το Κείμενο της Ραβέννας διαλαμ-βάνει για την ταυτότητα της Εκκλησίας, επειδή έμμεσα πλην σαφώς δεν απο-δέχονται μέρος της δογματικής διδασκαλίας της Β  Οἰ¬κου¬με¬νι¬κῆς Συνόδου.
Αλλά, ήδη πολύ νωρίτερα, οι Ρωμαιοκαθολικοί διαφοροποιήθηκαν από τη δογματική διδασκαλία της Β  Οἰ¬κου¬με¬νι¬κῆς Συνόδου με την προσθήκη του Filioque. Το Filioque κυοφορήθηκε και φανερώθηκε στη Δύση, όταν υποχώ-ρησε η βίωση της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στο εκκλησι-αστικό πλήρωμα της δικαιοδοσίας του πάπα. Ουσιαστικά το Filioque απετέ-λεσε την αποκρυστάλλωση της αποξενώσεως από την βιωματική εμπειρία της ακτίστου Χάριτος και ενεργείας του Τριαδικού Θεού, μέσω της οποίας πραγμα-τοποιείται η άμεση και αληθινή κοινωνία με τον άνθρωπο στον κατεξοχήν φο-ρέα της ενότητας Θεού και ανθρώπου, δηλαδή στην Εκκλησία.
Κατά συνέπεια, εξαιτίας της δογματικής διαφοροποιήσεώς μας από τους Ρωμαιοκαθολικούς δεν μπορεί να υφίσταται ούτε ουσιαστικά ούτε τυπικά ενό-τητα μαζί τους. Ωστόσο όμως, το δογματικώς και εκκλησιολογικώς παράδοξο είναι, ότι το Κείμενο της Ραβέννας –συνεπές προς τα προηγούμενα κοινά Κεί-μενα του Μονάχου, του Bari, του Βάλαμο και του Balamand– κάνει λόγο για κοινή αποστολική πίστη, κοινά μυστήρια και εκκλησιακό χαρακτήρα των ετε-ροδόξων. Έτσι, δίνεται η εσφαλμένη και βλάσφημη εντύπωση ότι με το κοινό αυτό Κείμενο της Ραβέννας διαψεύδεται ο Χριστός, ο οποίος μας διαβεβαίωσε ότι τα αποκομμένα από την άμπελο κλήματα δεν μπορούν να φέρουν καρπό. Τα μέλη της Μ.Δ.Ε. δηλαδή διαβεβαιώνουν στα κοινά Κείμενά τους, ότι παρά τις αιρετικές αποκλίσεις τους οι Ρωμαιοκαθολικοί συνιστούν Εκκλησία και ότι έχουν γνήσια μυστήρια. Είναι θεολογικώς αλλά και λογικώς όντως παράδοξο, πως οι αντιπρόσωποι των Ορθοδόξων τοπικών Εκκλησιών δεν αντιλαμβάνο-νται το κολοσιαίο δογματικό σφάλμα των Ρωμαιοκαθολικών για τον κτιστό χα-ρακτήρα των μυστηρίων τους, το οποίο σφάλμα ακυρώνει κυριολεκτικά τον παραπάνω ισχυρισμό των Ρωμαιοκαθολικών, που προσυπογράφουν και οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι. Οι ίδιοι οι Ρωμαιοκαθολικοί μας πιστοποιούν με τη δογματική διδασκαλία τους για την κτιστή Χάρη, ότι είναι εμπειρικώς άμοιροι της αγιοπνευματικής εμπειρίας της Εκκλησίας και του Θεανθρώπινου χαρα-κτήρα της αγιοπνευματικής ενότητάς της. Κατά συνέπεια, με τις υφιστάμενες προϋποθέσεις είναι θεολογικώς τελείως άστοχο και άσκοπο να επιχειρείται εκ-κλησιαστικού χαρακτήρα ενότητα μαζί τους. Είναι πρακτικώς άλλωστε και τε-λείως ανέφικτη αυτή η ενότητα, επειδή αντίκειται στις θεολογικές προϋποθέ-σεις της Εκκλησίας και στο οντολογικό περιεχόμενο του χαρακτήρα της.

Β  Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Η οποιαδήποτε μορφή ενότητας στην Εκκλησία, χωρίς την λειτουργική και ευχαριστιακή ενότητα, είναι σίγουρα μια ατελής ενότητα. Η ίδια η ενότητα της Εκκλησίας, ως ενιαίου σώματος, είναι κατεξοχήν μυστηριακό γεγονός. Με τα μυστήριά της η Εκκλησία εντάσσει τους ανθρώπους στο μυστηριακό σώμα του Χριστού, τους συνέχει και τους ενοποιεί με την κεφαλή του σώματος αλλά και μεταξύ τους. Τέλος, τους κάνει ένα Πνεύμα με τον Τριαδικό Θεό εν Χριστώ δια του Αγίου Πνεύματος, προσφέροντας σ’ αυτούς την χαρισματική θέωσή τους ανάλογα με το βαθμό δεκτικότητάς τους, με τρόπο δυναμικό, προοδευτικό και ατελεύτητο στο πλαίσιο της άκτιστης βασιλείας του Χριστού, της ανέσπερης και αδιάδοχης ογδόης ημέρας του μέλλοντα αΐδιου αιώνα.
Η ενότητα της Εκκλησίας ως συνόλου και η ενότητα των πιστών ως μελών της Εκκλησίας έχει την αισθητή, ορατή φανέρωσή της στην Ευχαριστιακή Σύ-ναξη κατά τη Θεία Λατρεία, και ειδικότερα και κατεξοχήν κατά τη μετοχή των πιστών στη Θεία Κοινωνία. Τότε ακριβώς, στο μέτρο της καθαρότητας και δε-κτικότητάς μας κοινωνούμε με τη μορφή αρραβώνος στην άκτιστη βασιλεία του Χριστού. Τότε ενωνόμαστε πραγματικώς, χαρισματικά, δια της ακτίστου θεο-ποιού Χάριτος και ενεργείας, με τον όλο Τριαδικό Θεό, με τη Μητέρα του Θεού, με τους ασώματους νοερούς νόες, με τους από αιώνων ευαρεστήσαντες τον Θεό κεκοιμημένους δικαίους και αγίους, αλλά και με όλους τους ανά την οι-κουμένη πιστούς, που είναι οργανικά μέλη του σώματος του Χριστού και δε-κτικά της ακτίστου θεοποιού Χάριτός Του. Είναι επ’ αυτού χαρακτηριστική η αισθητή -λεκτική και ακουστική- εμπειρία της Ευχαριστιακής Συνάξεως δια της αναφοράς του προϊσταμένου της Θείας Ευχαριστίας όχι μόνο στους προαπελ-θόντες αγίους, αλλά ονομαστί και στην ηγεσία της Εκκλησίας σήμερα, κατά την κορυφαία στιγμή του Καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων.
Εδώ όμως πρέπει να δώσουμε κάποιες απαραίτητες θεολογικές διευκρινί-σεις, επειδή σήμερα κινδυνεύουμε από μία ύποπτη, φιλτραρισμένη, μυστηρι-ακή, θα έλεγα τολμηρά, ειδωλολατρεία. Αυτή προωθείται απ’ όσους -για λό-γους σκοπιμότητας- τονίζουν μονομερώς τη θεσμική έκφραση των μυστηρίων της Εκκλησίας, ως εάν αυτά λειτουργούν απροϋπόθετα, μαγικώς και μηχανι-στικώς, ακόμη και εκτός της Εκκλησίας. Έτσι όμως παραγνωρίζεται η Πατερική θεώρηση των μυστηρίων ως εκφάνσεων της Εκκλησίας. Τα μυστήρια είναι τα κλαδιά του δέντρου της Εκκλησίας, τα μέλη της καρδιάς της, όπως λέει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Αυτά παρέχουν την άκτιστη ενοποιό δύναμη του Αγίου Πνεύματος για την πραγμάτωση και τη βίωση της οντολογικού χαρακτήρα ενό-τητας των πιστών-μελών υπό σαφείς προϋποθέσεις.
Η ενότητα της Εκκλησίας λοιπόν πραγματώνεται δια της ακτίστου θεο-ποιού Χάριτος μυστηριακώς και ιδιαίτερα δια της Θείας Ευχαριστίας, όχι όμως μηχανιστικώς και απροϋποθέτως. Απεναντίας η χαρισματική ένωση προϋπο-θέτει από τους πιστούς την καθαρότητα από την αμαρτία, την ελεύθερη συ-νεργία τους και το αυτό φρόνημα ως προς την πίστη. Άλλωστε, ο Θεός δοξά-ζεται ορθά στο πλαίσιο της Θείας Λατρείας, μόνον όταν η δοξολογία γίνεται «εν ενί στόματι και μια καρδία». Τούτο όμως προϋποθέτει όχι μόνο μία πίστη, αλλά και μία εν Πνεύματι Αγίω ζωή. Αυτό είναι θεολογικώς ευνόητο, γιατί ο Θεός ως αυτοδόξαστος, μπορεί πρακτικώς να δοξάζεται πραγματικά και από εμάς, μόνον όταν ο ίδιος ενεργεί εντός ημών δια του Πνεύματός Του. Αυτό όμως συμβαίνει, μόνον όταν έχουμε ενεργό εντός ημών το δικό Του Πνεύμα, που λάβαμε κατά την προσωπική μας Πεντηκοστή, στο άγιο Χρίσμα.
Όταν όμως συμβαίνει η ηγεσία της Εκκλησίας να έχει άλλο φρόνημα, και μάλιστα αντίθετο με τη δογματική συνείδηση της Εκκλησίας, όπως αυτή εκ-φράστηκε στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, τότε προφανώς η ενό-τητα της ηγεσίας με το σώμα και την κεφαλή της Εκκλησίας εμφανίζεται λει-τουργικώς προβληματική.
Ιδιαίτερα προβληματική για την ενότητα της Εκκλησίας στη λατρεία εμφα-νίζεται η κατάσταση εκείνη, κατά την οποία η συγκεκριμένη ηγεσία, που μνη-μονεύεται στη θεία Ευχαριστία, συμβαίνει να φρονεί, να ζει και να συμπεριφέ-ρεται κατά τρόπο ασύμβατο προς το γράμμα και το πνεύμα των ιερών Κανό¬νων Οικουμενικών Συνόδων. Όταν συμβαίνει, η ηγεσία της Εκκλησίας να προβαίνει σε συμπροσευχές με τους ετεροδόξους και να αποδέχεται, έστω και σιωπηρώς, τα κοινά Κείμενα που υπογράφουν οι αντιπρόσωποί της με τους ετεροδόξους, όταν δηλαδή έμμεσα πλην σαφώς στην πράξη θεωρεί ότι οι ετε-ρόδοξοι συνιστούν εκκλησίες, με την εκκλησιολογική έννοια του όρου, και ότι έχουν κατά συνέπεια γνήσια μυστήρια, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ετερόδο-ξοι αρνούνται δογματικώς τον άκτιστο χαρακτήρα της Χάριτος και ενεργείας των μυστηρίων, αδειάζοντας έτσι κυριολεκτικά το μυστήριο της Εκκλησίας και τον θεανθρώπινο χαρακτήρα της και υποβιβάζοντάς το σε καθαρά ανθρώπινο οργανισμό, τότε ασφαλώς φαλκιδεύεται σε κάποιο βαθμό η ενότητα της συ-γκεκριμένης ηγεσίας με την Εκκλησία καθεαυτήν. Πρακτικώς, τότε η επιδιωκό-μενη ενότητα αυτής της ηγεσίας εξαντλείται στο κτιστό και ανθρώπινο επίπεδο. Τότε αυτή η ενότητα δεν συμπεριλαμβάνει στην πραγματικότητα τον Τριαδικό Θεό, αφού οι προς ενότητα Ρωμαιοκαθολικοί εξακολουθούν να αρνούνται δογματικώς τον άκτιστο χαρακτήρα της θείας Χάριτος, που ως θεότητα γεφυ-ρώνει οντολογικώς το χάσμα ανάμεσα στον άκτιστο Τριαδικό Θεό και τον κτι-στό άνθρωπο. Έτσι όμως καταργείται στην πράξη η θεία κοινωνία του ακτί¬στου Θεού με τον κτιστό άνθρωπο. Αλλά και όταν συμβαίνει η ζωή ημών των μελών της Εκκλησίας να μην είναι συμβατή με το φρόνημα της πίστεως της Εκκλησίας, τότε η εμφανιζόμενη κατά την θεία λατρεία θεσμική ενότητά μας είναι εξωτερική και συμβατική. Σαφώς δεν είναι εκείνη, που ο Χριστός ζήτησε από το Θεό Πατέρα στην Αρχιερατική προσευχή Του, επειδή δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη αυτή η ενότητα τις θεολογικές και αγιοπνευματικές προϋποθέ-σεις για την οικείωση και την εν πάση αισθήσει βίωσή της.
Ατυχώς η ημερολογιακή μεταρρύθμιση, σε συνδυασμό με τα προβλημα¬τικά θεολογικώς οικουμενιστικά ανοίγματα, στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκ¬κλησίας, έγινε αιτία για τη διασάλευση της λατρευτικής και διοικητικής ενότητας των νεοημερολογιτών με τους ορθόδοξους παλαιοημερολογίτες ζηλωτές.
Έχουμε τη γνώμη, ότι το πρόβλημα αυτό θα πρέπει να απασχολήσει θεο-λογικά και αγαπητικά την ηγεσία της Εκκλησίας μας, εφόσον συμβαίνει να είναι κοινή μεταξύ μας η ορθόδοξη πίστη. Η καταγραμμένη μετά το 1920 ιστορία μας μπορεί να βοηθήσει αμοιβαίως σε αυτοκριτική γύρω από το πρόβλημα του Οικουμενισμού με σκοπό την αποκατάσταση της πλήρους ενότητας και κοινω-νίας μεταξύ μας.

Γ  Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
Αυτή αναφέρεται συγκεκριμένα στην ιεροκανονική και οργανωτική ενότητα της Εκκλησίας και έχει την θεολογική θεμελίωσή της ουσιαστικά στο βασιλικό-ποιμαντικό αξίωμα του Χριστού.
Ειδικώτερα, η ενότητα στη διοίκηση της Εκκλησίας σχετίζεται άμεσα με την παραδοσιακή δομή της, την εσχατολογικού χαρακτήρα οντολογία της, αλλά και την χαρισματικού χαρακτήρα ταυτότητά της. Εκτροπή από την θεσμική αποδοχή της συνιστούν οι παγιωμένες αιρέσεις και τα παγιωμένα εκκλησια-στικά σχίσματα.
Η ορατή ενότητα της Εκκλησίας καθεαυτήν εκφράζεται, όπως είπαμε ήδη, μυστηριακώς κατά την Θεία Λατρεία και πιο συγκεκριμένα και κατεξοχήν στη Θεία Ευχαριστία. Όμως, εξίσου η ορατή ενότητα της Εκκλησίας φανερώνεται διαχρονικά αδιαμφισβητήτως στην κορυφαία διοικητική έκφραση της Εκκλη-σίας, κατά τις Οικουμενικές Συνόδους. Σ’ αυτές διατυπώνεται συνοδικώς και αλαθήτως –με κάθε δυνατή ακρίβεια- το φρόνημα της Θεανθρώπινης κεφαλής της Εκκλησίας, που εκφράζει και τον όλο Τριαδικό Θεό, αφού ένα είναι το θέ-λημα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτός ακριβώς ο χα-ρακτήρας του περιεχομένου της συνοδικής εκφράσεως της όλης Εκκλησίας διασώζεται στην χαρακτηριστική διατύπωση αυτών των Συνόδων, όπως είναι λ.χ. η διατύπωση στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων: «έδοξε τω πνεύματι τω αγίω και ημίν» (Πρξ. 15,28) η όπως στις Οικουμενικές Συνόδους: «επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις πατράσι...». Έτσι, το ένα φρόνημα της ηγεσίας της Εκκλησίας διασφαλίζεται από το φρόνημα του Αγίου Πνεύματος, που είναι ενεργό στα επιμέρους μέλη της ιεραρχίας της Εκκλησίας και αυτό πιστοποιείται αντικειμενικά, εφόσον οι ιεράρχες εκφράζονται ταπεινά, ως «επόμενοι, δη¬λαδή, τοις αγίοις Πατράσι», Τούτο σημαίνει, ότι κάθε σύνοδος των επισκόπων οφείλει να είναι σύμφωνη και «επομένη τοις αγίοις Πατράσι». Διαφορετικά, η οποιαδήποτε απόφανσή της θα είναι όχι μόνον θεσμικά αλλά και ουσιαστικά μετέωρη.
«Κλειδί» για την διαπίστωση της γνησιότητας του φρονήματος της Εκκλη-σίας, που εκφράζει η διοίκηση της επιμέρους τοπικής η της σύνολης Εκκλη-σίας, είναι η δογματική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Έτσι, η δογματική συνείδηση των μελών της όλης Εκκλησίας αναδεικνύεται σε υπέρ-τατο κριτήριο της αληθείας. Σε τελευταία δηλαδή ανάλυση και αυτή η Οικουμε-νικότητα μιας Πανορθοδόξου Συνόδου κρίνεται αλαθήτως από το πλήρωμα των μελών της Εκκλησίας, και ειδικότερα από τη δογματική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Το τελευταίο τούτο παρέχει προσδιοριστική ση-μασία στην ενότητα του μυστηριακού σώματος, το οποίο εκφράζεται αδιαμφι-σβήτως θεσμικά από την ανώτατη ηγεσία της όλης Εκκλησίας στο πλαίσιο μιας Πανορθοδόξου η Οικουμενικής Συνόδου.
Από τα παραπάνω γίνεται σαφές, ότι η ενότητα στη διοίκηση της Εκκλη-σίας διασφαλίζεται θεσμικά μεν, αλλά όχι μηχανιστικά και δημοκρατικά. Δια-σφαλίζεται μόνον εν Αγίω Πνεύματι. Τούτο πρακτικώς σημαίνει, ότι η ενότητα στη διοίκηση της Εκκλησίας έχει οντολογικές και ειδικότερα αγιοπνευματικές προϋποθέσεις. Προϋποθέτει δηλαδή την οντολογική ενότητα των πιστών στο μυστηριακό σώμα του Χριστού και την εν πάση αισθήσει βίωση της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, που ως άκτιστη θεοποιός Χάρη συνέχει το μυστηριακό σώμα και γεφυρώνει χαρισματικώς και υπαρξιακώς (οντολογικώς) τα κτιστά μέλη με την άκτιστη θεότητα της Θεανθρώπινης Κεφαλής του μυστηριακού σώματος της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει, ότι είναι θεολογικώς θεμιτό και πνευ-ματικώς επιβεβλημένο ο οποιοσδήποτε πιστός να μπορεί να αμφισβητεί την θεσμικώς εκφρασθείσα συνοδική απόφανση της ανωτάτης διοικήσεως της Εκ-κλησίας, εφόσον με βεβαιότητα διαπιστώνει ότι αυτή η συγκεκριμένη από-φανση δεν είναι «επομένη τοις αγίοις Πατράσι». Σημειωτέον, ότι με τη στάση του αυτή παραμένει ενωμένος με την Κεφαλή του μυστηριακού σώματος, αλλά και με την όλη Εκκλησία.
Η ενότητα της Εκκλησίας στη Διοίκησή της δεν διασφαλίζεται μηχανιστι-κώς με τον αγιοπνευματικό πράγματι θεσμό της Συνοδικότητας. Προϋποθέτει οπωσδήποτε και το αυτό αγιοπνευματικό φρόνημα των συνοδικών αρχιερέων. Άλλωστε, αληθινά συνοδικός κατά το γράμμα και κυρίως κατά το πνεύμα της λέξεως είναι αυτός που βρίσκεται μαζί στην Οδό, η οποία Οδός στην περί-πτωση αυτή είναι η υποστατική Οδός, ο Χριστός. Είναι δε μαζί του όχι απλώς τυπικώς και θεσμικώς, αλλά κυρίως ουσιαστικώς και ενεργώς μόνον εν Αγίω Πνεύματι, μόνον όταν έχει όντως «νουν Χριστού».
Από τα παραπάνω είναι προφανές, ότι πολύ περισσότερο η ενότητα της Εκκλησίας γενικότερα αλλά και ειδικά στη Διοίκησή της δεν διασφαλίζεται από τον Πρώτο και Πρόεδρο της οποιασδήποτε συνόδου.
Αν όμως θεωρήσουμε τον εκάστοτε Πρώτο στη διοικητική ιεραρχία της Εκ-κλησίας ως εκφραστή και εγγυητή της ενότητάς της –τόσο κατά την πρώτη χι-λιετία, λ.χ. τον πάπα, όπως θέλουν οι Ρωμαιοκαθολικοί, όσο και κατά την δεύ-τερη χιλιετία, στο πλαίσιο της Ορθοδοξίας, τον Οικουμενικό Πατριάρχη, όπως φαίνεται να εισηγούνται κάποια επώνυμα κείμενα τελευταίως- τότε αναπόφευ-κτα θα πρέπει να δεχθούμε, ότι και κάποιοι Πρώτοι καταδικασθέντες ως αιρετι-κοί, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή, διασφάλιζαν την ενότητα της Εκ-κλησίας με την αίρεσή τους, ενόσω βρίσκονταν στην διοικητική θεσμικά θέση τους. Τούτο όμως θα σήμαινε ότι η ενότητα διασφαλίζονταν μηχανιστικά, ερή-μην της εσφαλμένης προσωπικής πίστεως των Πρώτων. Αλλά θα σήμαινε ακόμη οτι η ενότητα της Εκκλησίας δεν έχει οντολογικό και αγιοπνευματικό χαρακτήρα, η ότι η Εκκλησία μπορεί να υφίσταται είτε διηρημένη είτε εν αιρέ-σει. Κάτι τέτοιο όμως έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την δογματικώς οριοθετη-θείσα πίστη, που εκφράζουμε στο Σύμβολο της Πίστεως για τη ΜΙΑ Εκκλησία.
Το κοινό Κείμενο της Ραβέννας (2007, &41) φαίνεται να υποστηρίζει έμ-μεσα πλην σαφώς τον θεσμό του Πρωτείου με ισχύ εφόλης της Εκκλησίας, παρά τη διαφορετική κατανόησή του σ’ Ανατολή και Δύση κατά την πρώτη χι-λιετία. Απ’ όσο γνωρίζουμε, στους σχετικούς Κανόνες των Οικουμενικών Συ-νόδων γίνεται λόγος για «Πρεσβεία τιμής» και όχι για Πρωτείο διοικητικής εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Η όποια αναφορά σε «πρώτο» (βλ. 34ος Αποστ. Κανόνας, 2ος και 3ος της Β  Οἰκ. και 28ος της Δ  Οἰκ.) περιορίζει τις διοικητικές αρμοδιότητές του σε αυστηρά τοπικό-επαρχιακό επίπεδο.
Έχουμε τη γνώμη, ότι δεν είναι θεολογικώς και πατερικώς (βλ. ενδεικτικώς Μ. Αθανάσιο και άγιο Γρηγόριο Παλαμά) επιτρεπτό να κάνουμε θεολογικό διά-λογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς για Πρωτείο του πάπα εφόλης της Εκκλησίας, έστω και κατά την πρώτη χιλιετία, ενόσω οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν αποτελούν μέλη της Εκκλησίας παραμένοντας έως σήμερα σταθερά στις αιρετικές θέσεις τους για το Filioque και την κτιστή θεία Χάρη, σε συνδυασμό με το Πρωτείο και το Αλάθητο του πάπα.

Δ  ΟΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
Αν προσεγγίσουμε ιστορικοδογματικά το παπικό Πρωτείο και το Filioque, παρατηρούμε ότι η εμφάνιση και η εξέλιξή τους είναι παράλληλη. Οι δύο αυτές δογματικού χαρακτήρα εκτροπές συμπορεύονται ιστορικά.
Η ιστορική αφετηρία του παπικού Πρωτείου εντοπίζεται στον Δ  αἰ¬ώ¬να, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Ήδη στη Δυτική σύνοδο του 371 υπο-στηρίζεται, ότι οι σύνοδοι χωρίς την συγκατάθεση του πάπα είναι άκυρες. Στην Ανατολή ο Μ. Βασίλειος κάνει λόγο για την «επηρμένη παπική οφρύ», ενώ τα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων μας πληροφορούν για τις παπικές αξιώσεις, που διαβιβάζουν οι παπικοί αντιπρόσωποι μέχρι και την Η  Οἰ¬κου¬με-νι¬κή (879/890) επί Πατριάρχου Φωτίου. Είναι διεθνώς ιστορικά επιβεβαιωμένο, ότι η Ορθόδοξη Ανατολή ουδέποτε ανεγνώρισε στον επίσκοπο Ρώμης Πρω-τείο διοικητικής δικαιοδοσίας και εξουσίας ούτε στη θεωρία ούτε στην πράξη, παρά μόνον «Πρεσβεία τιμής», που σημαίνει, ότι ήταν πρώτος μεταξύ ίσων, “primus inter paris” (βλ. 28ος Κανόνας Δ  Οἰκ. Συνόδου). Τέλος, η άρνηση της Ορθόδοξης Ανατολής να υποταχθεί στις αξιώσεις των Δυτικών περί πρωτείου εξουσίας σ’ όλη την Εκκλησία έγινε η αφορμή για απόσχιση των παπικών το 1054 από την Εκκλησία.
Στις ενωτικές προσπάθειες που ακολούθησαν η Δύση επιχειρούσε να επι-βάλει πάντοτε στην Ανατολή την μοναρχικού τύπου Εκκλησιολογία της, με βάση την οποία ο πάπας θα έπρεπε να θεωρείται ως η μόνη ορατή κεφαλή της Εκκλησίας.
Η δογματική κατοχύρωση του παπικού Πρωτείου έγινε επισήμως στην Α  Βα¬τι¬κα¬νή Σύνοδο (1870). Στην Σύνοδο αυτή μαζί με το Αλάθητο του πάπα κα-θορίστηκε το ακριβές περιεχόμενο του Πρωτείου, που νοείται ως διοικητική εξουσία σ’ όλη την Εκκλησία, με προοπτική την διαφύλαξη της ορθής πίστεως. Είναι λοιπόν προφανές, ότι το παπικό Πρωτείο αποτελεί δομικό συστατικό στοιχείο του Παπισμού και μέρος της δογματικής διδασκαλίας του, με την έν-νοια ότι χωρίς αυτό δεν είναι δυνατή η πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία. Η δογματική αφετηρία του παπικού Πρωτείου ανάγεται δια του Αποστόλου Πέ-τρου στον ίδιο τον Χριστό.
Την παραπάνω μοναρχική Εκκλησιολογία της Α  Βα¬τι¬κα¬νῆς επιχείρησε να μετριάσει η Β  Βα¬τι¬κα¬νή Σύνοδος (1962-1964) με την εισαγωγή μιας ιδιότυπης Εκκλησιολογίας της κοινωνίας (communio), που αναφέρεται στη συλλογικό-τητα των επισκόπων [Συνοδικός Όρος “Lumen Gentium” (Φως Εθνών) αρ. 22]. Με βάση την Β  Βα¬τι¬κα¬νή Σύνοδο [αποκλείεται κάθε δυνατότητα δράσεως του επισκοπικού σώματος χωρίς τον επικεφαλής του, ενεργεί μόνον συλλογικά και σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης. Ο πάπας τοποθετείται κατά κάποιο τρόπο «υπεράνω του επισκοπικού σώματος» υπό την ιδιότητα του τοποτηρη-τού του Χριστού (vicarius Christi)] στην πραγματικότητα φαίνεται να ισχύει μια διπλή υπέρτατη διοικητική αρχή: Από τη μία είναι ο σύλλογος των επισκόπων με επικεφαλής τον πάπα, και από την άλλη είναι μόνη η κεφαλή. Είναι όμως ιδιαίτερα σημαντικό, ότι πολύ συχνά η Σύνοδος επαναλαμβάνει ότι ο πάπας μπορεί να ασκεί τη διακονία του «μόνος».
Είναι λοιπόν προφανές, ότι ουσιαστικά δεν επιτεύχθηκε η αρμονία ανά-μεσα στον παπισμό και το επισκοπικό αξίωμα. Οι δύο Εκκλησιολογίες τοποθε-τήθηκαν η μία δίπλα στην άλλη σε μια προβληματική άρθρωση. Η ιστορία απέδειξε την απόλυτη αντιπαλότητα των δύο Εκκλησιολογιών στη Δύση. Η πρόβλεψη πάντως των Δυτικών θεολόγων είναι, ότι μάλλον θεωρητικώς και πρακτικώς θα δούμε και πάλι να επιβάλλεται μια καθαρά μοναρχιανική Εκκλη-σιολογία, η οποία θα απωθήσει τις μορφές συλλογικότητας και συνοδικότητας, που πρόσφατα επανεμφανίστηκαν στο προσκήνιο (βλ. σχετικώς K. Schatz...).
Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό από τα παραπάνω, το παπικό Πρωτείο -σε συνδυασμό μάλιστα με το παπικό Αλάθητο- καθιστά θεωρητικώς και πρα-κτικώς τελείως αδύνατη την καταδίκη του πάπα σε περίπτωση δογματικών σφαλμάτων του. Αυτό και μόνο βεβαιώνει την εκκλησιολογικού χαρακτήρα στρέβλωση της συνοδικότητας των επισκόπων, και σαφώς αντιβαίνει στην αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράστηκε θεσμικά από την Αποστολική Σύνοδο και τις Οικουμενικές Συνόδους. Το Πρωτείο, όπως νοηματοδοτήθηκε στη Δύση, όχι μόνο δεν υπηρέτησε την ενότητα της Εκκλη-σίας, αλλά αντίθετα κυοφόρησε διασπαστικές τάσεις και τελικά πυροδότησε την έκπτωση του παπισμού από την Εκκλησία, σε συνδυασμό βέβαια και με τις άλλες αποκλίσεις από τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας.
Οι εσφαλμένες θεολογικές προϋποθέσεις του παπικού Πρωτείου συνδέο-νται άρρηκτα με το ιστορικά σύγχρονό του Filioque, το οποίο μάλιστα χρονικά προηγήθηκε στη θεσμοποίησή του, αφού ήδη από τον ΣΤ  αἰ¬ώ¬να υιοθετήθηκε στη Δύση από τη Σύνοδο του Τολέδου (547) και προστέθηκε με τοπική ισχύ  στο Σύμβολο Νικαίας-Κων/πόλεως (589). Οι εσφαλμένες θεολογικές προϋπο-θέσεις του Πρωτείου θα πρέπει να αναζητηθούν πρωτίστως στην Πνευματο-λογία της Δύσεως. Ειδικώτερα στη ζωή και την πράξη της Εκκλησίας στη Δύση ατονεί ο πνευματολογικός παράγοντας, με αποτέλεσμα να υιοθετείται το Filioque,  το οποίο υποβιβάζει το Άγιο Πνεύμα και σε δογματικό-θεωρητικό επίπεδο. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει παράλληλα και με το παπικό Πρωτείο, το οποίο φανερώνει θεολογικά στην πράξη τη μείωση της χαρισματικής διαστά-σεως της Εκκλησίας και τη μείωση της σημασίας του Αγίου Πνεύματος μέσα σ’ αυτήν, εκφράζοντας συμπυκνωμένα τον τρόπο οργανώσεως του Ρωμαιοκα-θολικισμού με τον συγκεντρωτικό και ιεροκρατικό χαρακτήρα του και την κυρι-αρχική εξουσία του στον κλήρο και το λαό.
Ακόμη πιο συγκεκριμένα, οι εσφαλμένες θεολογικές προϋποθέσεις του παπικού Πρωτείου έχουν σαφή πνευματολογικό χαρακτήρα για τον εξής λόγο. Οι Δυτικοί, πολύ νωρίς και πάντως σταδιακά όλο και περισσότερο, αλλοτριώ-θηκαν από την βιωματική εμπειρία της Ορθόδοξης Ανατολής, που αφορά στη χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το οποίο σύμφωνα με την υπό-σχεση του Χριστού θα οδηγεί την Εκκλησία μετά την Πεντηκοστή «εις πάσαν την αλήθειαν», και θα εγγυάται πρακτικώς δια της αοράτου και εν πάση αι-σθήσει παρουσίας του την ενότητα της Εκκλησίας, κατά την Αρχιερατική προ-σευχή του Χριστού. Η Δυτική Χριστιανοσύνη δηλαδή έχασε τη βιωματική εμπειρία της ενότητας με την άκτιστη θεία δόξα και θεοποιό Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η εκκλησιολογική δομή του Ρωμαιοκαθολικισμού, στην οποία άναφερθήκαμε, βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές. Η δομή αυτή, με θεμελιακό συστατικό στοιχείο το Πρωτείο, δεν επιτρέπει την χαρισματική λειτουργία του Πνεύματος της Αληθείας, αφού η υποστατική Αλήθεια και θεανθρώπινη κε-φαλή της Εκκλησίας υποκαταστάθηκε από την κτιστή παρουσία του τοποτη-ρητή της, του πάπα, ενώ ταυτόχρονα αγνοήθηκε προκλητικά η αναφορά στην παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Με άλλα λόγια, επειδή οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν κάνουν διάκριση άνάμεσα στην άκτιστη ουσία και την άκτιστη ενέργεια του Θεού, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν έχουν βιωματική εμπειρία της χαρισματι-κής παρουσίας της ακτίστου ενεργείας και Χάριτος του Αγίου Πνεύματος -εξ ου και η περί κτιστής Χάριτος δογματική διδασκαλία τους- αδυνατούν να κατα-νοήσουν θεολογικώς την αόρατη παρουσία του Θεανθρώπου ως κεφαλής της Εκκλησίας, αλλά και την αόρατη παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλη-σία οντολογικώς, κατά την άκτιστη και θεοποιό ενέργειά του, ως εγγυητού της αλήθειάς της έως της συντελείας. Λόγω ελλείψεως των παραπάνω θεολογικών προϋποθέσεων οι Ρωμαιοκαθολικοί αδυνατούν να κατανοήσουν θεολογικώς πως θα εμφανίσει ο Χριστός αοράτως τον εαυτό Του στα ζώντα μέλη του μυ-στηριακού σώματός Του και όχι στον άλλο κόσμο, αλλά και πως θα ειναι αο-ράτως παρούσα η εντός των πιστών άκτιστη βασιλεία Του, μη ερχομένη «μετά παρατηρήσεως» (βλ. Λκ. 17, 20-21), για όσους δεν έχουν ενεργά πνευματικά αισθητήρια.
Εδώ όμως γεννάται εύλογα το θεολογικό ερώτημα: Ποιά είναι η πρωτογε-νής αιτία γι’ αυτήν την θεολογική σύγχυση και αταξία, η οποία εκβάλλει άμεσα στην Εκκλησιολογία και πρακτικώς στη ζωή της Εκκλησίας με σωτηριολογικές πλέον συνέπειες;
Το παπικό Πρωτείο, είτε με την απροκάλυπτη έννοια της εξουσίας είτε με το προκάλυμμα της διακονίας (βλ. Κείμενο της Ραβέννας) στη διοίκηση της Εκκλησίας, έχει ως πρωτογενή αιτία τον εγωισμό, την κενοδοξία και την υπε-ρηφάνεια, που από τη φύση τους είναι κακίες διασπαστικές της ενότητας, οποιασδήποτε μορφής. Ο ποικιλόμορφος εγωισμός είναι η πρωτογενής αιτία κάθε ετεροδιδασκαλίας, κατά τη μαρτυρία της Αγίας Γραφής (βλ. Α  Τιμ. 6, 3-6). Αυτός φουσκώνει και διαφθείρει τον νου και τον οδηγεί στην έκπτωση από τη ΜΙΑ και πάντοτε ενιαία Εκκλησία. Η ίδια πρωτογενής αιτία άλλωστε απέ¬σπασε τόσο τον Εωσφόρο και τους ομόφρονές του αγγέλους, όσο και το προ¬γονικό ζεύγος, από την αρχέγονη Εκκλησία του Τριαδικού Θεού με τους αγί¬ους αγγέλους του. Το εγωιστικό φρόνημα είναι ασύμβατο με την βιωματική εμπειρία της χαρισματικής παρουσίας του Πνεύματος της Αληθείας στην Εκ-κλησία. Η βιωματική αυτή εμπειρία έχει πάντοτε ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμά της την ταπεινοφροσύνη, η οποία φανερώνεται κυρίως ως υπακοή μόνο στο θέλημα της μίας και Θεανθρώπινης κεφαλής της Εκκλησίας, κατά το πρότυπο της υπακοής του Θεανθρώπου στο θέλημα του Θεού Πατέρα.
Ο ίδιος ο Χριστός κατά την ιστορική παρουσία του στη γη απέκρουσε κα-τηγορηματικά κάθε κενόδοξη επιθυμία για την υπεροχή ορισμένων μόνον Αποστόλων (βλ. Μθ. 20, 20-28 και 23, 8-11, Μκ. 10, 35-45), λέγοντας στους δύο επίλεκτους μαθητές του: «ουκ οίδατε τι αιτείσθε» (Μθ. 20,22). Ακόμη, είναι ιδιαίτερα σημαντικό και το γεγονός ότι οι Απόστολοι, αφότου έλαβαν το Άγιο Πνεύμα κατά την Πεντηκοστή και έχοντάς το έκτοτε μέσα τους βιωματικώς «εν πάση αισθήσει» και ενεργό στον μέγιστο βαθμό, δεν διεκδίκησαν κανένα Πρω-τείο, ούτε διοικητικής εξουσίας ούτε διακονίας, όπως πιστοποιείται από τις Πράξεις των Αποστόλων. Έτσι, βλέπουμε λ.χ. ότι στην Αποστολική Σύνοδο δεν ήταν Πρόεδρος ο κορυφαίος Απόστολος Πέτρος, αλλά ο Αδελφόθεος Ιά¬κωβος, και ότι δεν επικράτησε συνοδικώς η θέση του Αποστόλου Πέτρου, αλλά του Αποστόλου Παύλου (βλ. Πρξ. 15). Εκεί, για πρώτη φορά αποδεί¬χθηκε με αυθεντικό τρόπο ότι το Αλάθητο δεν το κατέχει κανένα θεσμικό πρό¬σωπο, αλλά η σύνολη Εκκλησία, όταν συμβαίνει να εκφράζεται θεσμικά μέσω μιας Οικουμενικής Συνόδου. Αλλά διαφωτιστικά, ως προς το θέμα μας, είναι και όσα μαρτυρούνται στις Πράξεις των Αποστόλων [τόσο κατά τη εκλογή του Αποστόλου Ματθία, όσο και] για την εκλογή των επτά Διακόνων, ιδιαίτερα όσα σχετίζονται με τον τρόπο και τα αγιοπνευματικά κριτήρια επιλογής τους (βλ. Πρξ. 6, 2-3). Κύριο κριτήριο επιλογής είναι η ενεργός παρουσία του Αγίου Πνεύματος στους υποψηφίους διακόνους («άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά πλήρεις πνεύματος και σοφίας» Πρξ. 6,3).
Είναι άλλωστε ιστορική αλήθεια ότι ουδέποτε ένας Απόστολος διοίκησε την Εκκλησία. Την διοίκησαν όλοι οι Απόστολοι ισοτίμως, όπως φαίνεται από την Αποστολική Σύνοδο. Αλλά και μετά τους Αποστόλους, οι διάδοχοί τους, ως ισότιμοι επίσκοποι, διοίκησαν την Εκκλησία συνερχόμενοι σε συνόδους υπό την προεδρία ισοτίμου επισκόπου, όπως μαρτυρείται από τις Οικυμενικές Συνόδους. Τα «Πρεσβεία τιμής» του Πρώτου δεν καταργούν την ισοτιμία. Και αυτός που έχει τα «Πρεσβεία τιμής» έχει μία ψήφο και υπόκειται στην κρίση των ισοτίμων του επισκόπων. Γι’ αυτό άλλωστε και μερικοί Πρώτοι τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση καταδικάστηκαν ως αιρετικοί κατά την πρώτη χιλιε-τία.
Κατά συνέπεια, το παπικό Πρωτείο δεν έχει θεολογική βάση ούτε αγιο-πνευματική και εκκλησιολογική νομιμοποίηση. Στηρίζεται σαφώς σε κοσμικού χαρακτήρα νοοτροπία εξουσίας-διακονίας. Ανατρέπει την αγιοπνευματική δομή του μυστηριακού σώματος της Εκκλησίας, σχετικοποιεί και πρακτικώς καταργεί τη Συνοδικότητα ως αγιοπνευματική λειτουργία του σώματος της Εκ-κλησίας, και εισάγει το κοσμικό φρόνημα σ’ αυτήν, ακυρώνει την ισοτιμία των επισκόπων, ιδιοποιείται την απόλυτη διοικητική εξουσία εφ’ όλης της Εκκλη-σίας, παραμερίζοντας ουσιαστικά τον Θεάνθρωπο και τοποθετώντας ως ορατή κεφαλή έναν άνθρωπο και με τον τρόπο αυτό επαναλαμβάνει θεσμικά πλέον το προπατορικό αμάρτημα. Και, όπως με το Filioque καταλύθηκε στη Δύση θεσμικά η ισοτιμία των προσώπων της Αγίας Τριάδος και ειδικότερα του Αγίου Πνεύματος, το οποίο κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά υποβιβάστηκε στην οντολογική κατηγορία των κτισμάτων, έτσι και με το παπικό Πρωτείο, θεσμικά, επιβεβαιώνεται η απουσία της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στο εκκλησιαστικό σώμα, το οποίο ουσιαστικά μεταλλάσσεται από θεανθρω-ποκεντρικό σε ανθρωποκεντρικό. Τέλος, η θεραπεία της παραπάνω εκκλησιο-λογικής εκτροπής των παπικών μπορεί να αναζητηθεί μόνον στην εν ταπεινώ-σει επιστροφή τους στην παραδοσιακή Εκκλησιολογία της Ορθόδοξης Ανατολής.


Πηγή:http://anavaseis.blogspot.com