"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογία τοῦ᾿60. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογία τοῦ᾿60. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Ἡ θεολογική διαθήκη τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι (Fr. George Florovsky)





 

«
«Πρέπει νά θεολογομε χι γιά νά κανοποιομε τή διανοητική μας περιέργεια, θεμιτό καί ν εναι ατό, λλά γιά νά ζομε, νά χουμε ζωή περισσή ν τ ληθεί, ποία, τελικά, δέν εναι να σύστημα δεν, λλά να Πρόσωπο, διος ησος Χριστός. Στό ζήτημα ατό μόνο ο Πατέρες μπορον νά εναι σίγουροι καί σφαλες δηγοί».



Ἀξίζει νά διαβάσουμε τό παρακάτω κείμενο τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι (1893-1979) πού τό τιτλοφορεῖ ὁ ἴδιος ὡς τήν «θεολογική του διαθήκη». Πρόκειται γιά ἕνα χειρόγραφο πού δέν πρόλαβε νά ὁλοκληρώσει καί βρέθηκε μετά τόν θάνατο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θεολόγου ἀπό τόν Andrew Blane, ὁ ὁποῖος καί τό δημοσιεύει.

«Σέ μιὰ τόσο ἐπίσημη περίσταση ὅπως αὐτή, μόνο λόγια εὐχαριστίας κι εὐγνωμοσύνης ἁρμόζουν. Πράγματι, εἶμαι βαθιά συγκινημένος ἀπό αὐτό τό γενναιόδωρο δεῖγμα ἀναγνώρισης ποὺ ἡ Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου θέλησε νά μοῦ ἀπονείμει. Ὅμως, ξέρω, προφανῶς καλύτερα ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλο, καί τίς ἀποτυχίες μου καί τά μειονεκτήματά μου. Ξέρω πράγματι ὅτι ἤμουν ἕνας ὀκνηρός δοῦλος ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος. Καί μάλιστα ξέρω πολύ καλά πόσα πράγματα δέν ἔχω κάνει, πράγματα ποὺ ἔπρεπε νά ἔχω κάνει, καί πόσα πολλά πράγματα ἔκανα ποὺ δέν ἔπρεπε νά κάνω.

Δέν ἔλαβα κανονική θεολογική ἐκπαίδευση (παρόλο ποὺ τό φταίξιμο δέν εἶναι δικό μου). Εἶμαι αὐτοδίδακτος στήν θεολογία, κάτι σάν ἐρασιτέχνης, αὐτοδημιούργητος – γιά νά χρησιμοποιήσω μιὰν ἀμερικανική ἔκφραση. Ἐκπαιδεύτηκα γιά νά γίνω καθηγητής ἱστορίας καί φιλοσοφίας.

Ὄντως, τήν ἀκαδημαϊκή σταδιοδρομία μου τήν ἄρχισα ὅταν ἤμουν ἀκόμη στή Ρωσία, πρίν ἀπό πολλά χρόνια, ὡς Ἐπισκέπτης Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας, καί τό μόνο μάθημα ποὺ δίδαξα μ΄ αὐτή τήν ἰδιότητα στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀδησσοῦ ἦταν Φιλοσοφία τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν. Τή θεολογία μου δέν τήν ἔμαθα στό σχολεῖο, ἀλλά στήν Ἐκκλησία, μετέχοντας στή λατρεία της. Τήν ἄντλησα πρῶτα ἀπό τά λειτουργικά βιβλία καί, πολύ ἀργότερα, ἀπό τά γραπτά τῶν ἁγίων Πατέρων.

Ὅταν τό 1926 μοῦ προτάθηκε νά διδάξω Πατρολογία στό νεοσύστατο Ὀρθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο τοῦ Παρισιοῦ, ἤμουν ἐντελῶς ἀπροετοίμαστος γιά κάτι τέτοιο. Ἔπρεπε πρῶτα νά μάθω αὐτό ποὺ ἔπρεπε νά διδάξω. Δέν ντρέπομαι γι΄ αὐτό. Πολλοί ἔχουν βρεθεῖ σ΄ αὐτὴ τή θέση. Ἡ φράση αὐτή ἀνήκει, παρεμπιπτόντως, στόν σπουδαιότερο θεολόγο καί ἱεράρχη τοῦ περασμένου αἰώνα, στόν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Φιλάρετο τῆς Μόσχας. Καί αὐτός μάθαινε τά ἀντικείμενά του ἐνῶ τά δίδασκε στήν Ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρούπολης.

Ἡ δική μου μέθοδος μελέτης ἦταν πολύ ἁπλή. Τά δύο πρῶτα χρόνια τῆς δουλειᾶς μου ὡς καθηγητὴς στό Παρίσι διάβαζα συστηματικά τά ἔργα τῶν πιό σημαντικῶν Πατέρων, κάποια στό πρωτότυπο, κάποια σέ μετάφραση. Μελέτησα κατά κύριο λόγο πηγές πρίν στραφῶ στή λόγια γραμματεία. Πιθανόν νά εἶναι αὐτός ὁ λόγος ποὺ φαίνομαι τόσο «παλιομοδίτης». Δέν ξεκίνησα μέ τίς «καλύτερες κριτικές», καί γι΄ αὐτό ἡ κριτική οὔτε μέ ζάλισε οὔτε μέ διέφθειρε. Ἀντίθετα, ἐξαιτίας αὐτοῦ ἀπέκτησα ἀνοσία γιά πάντα ἔναντι τῆς ρουτίνας, ἔναντι ἐκείνης τῆς «θεολογίας τῆς ἐπανάληψης» ἡ ὁποία βρίθει ἀπό ἀρχαϊκούς τύπους καί φράσεις, ἀλλά τόσο συχνά τῆς λείπει τελείως τό πνεῦμα ζωντάνιας.

Οἱ Πατέρες μέ δίδαξαν τή χριστιανική ἐλευθερία. Ὑπῆρξαν παραπάνω ἀπό ἁπλοί νομοθέτες• ἦταν ἀληθινοί προφῆτες μέ τήν ἀληθινή σημασία τῆς λέξης – ἀντικρυζαν τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ. (Ἦταν πρωτίστως ἄνθρωποι μέ ἐνόραση καί πίστη). Ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ὁραματιστές. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος ποὺ μέ ὁδήγησε ἀρκετά νωρίς στήν ἰδέα αὐτοῦ ποὺ τώρα ὀνομάζω «νεοπατερική σύνθεση». Ὀφείλει νά εἶναι κάτι πολύ περισσότερο ἀπό συλλογή Πατερικῶν ρητῶν καί διατυπώσεων. Πρέπει νά εἶναι μία σύνθεση, μία δημιουργική ἐπανεπιβεβαίωση ὅλων ἐκείνων τῶν ἐνοράσεων ποὺ χορηγήθηκαν στούς ἁγίους τοῦ παρελθόντος. Πρέπει νά εἶναι Πατερική, πίστη στό πνεῦμα καί τό δράμα τῶν Πατέρων – ad mentem Patrum. Ἀλλά ταυτόχρονα, πρέπει νά εἶναι καί νεοπατερική, καθώς ἀπευθύνεται στή νέα ἐποχή, μέ τά δικά της προβλήματα καί ἐρωτηματικά. Μ΄ αὐτό τό πνεῦμα καί μ΄ αὐτόν τόν τρόπο ἔγραψα, ἤδη τριάντα χρόνια πρίν, τίς δύο θεολογικές μου ἐργασίες, γιά τό Δόγμα τῆς Δημιουργίας καί τό Δόγμα τῆς Ἀπολύτρωσης, τίς ὁποῖες ἀκόμη θεωρῶ τά μεγαλύτερα ἐπιτεύγματά μου, καί ἴσως τά μοναδικά.

Δυστυχῶς, λίγο ἀργότερα περισπάστηκα. Δέν μπόρεσα νά ἀντισταθῶ στούς πειρασμούς. Ἄφησα τή δουλειά μου πάνω στούς Πατέρες ἡμιτελῆ: ἀπό τούς πέντε προγραμματισμένους τόμους, μόνο δύο ὁλοκληρώθηκαν, κι αὐτοί στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ΄30. Ἀντί νά ὁλοκληρώσω αὐτή τή δουλειά, στράφηκα στή ρωσική θεολογία καί αὐτή ἡ μελέτη ὁλοκληρώθηκε τήν παραμονή ἀκριβῶς τοῦ πρόσφατου πολέμου. Αὐτή ἡ μελέτη, ὅμως, ἀποδείχθηκε ἔργο μᾶλλον ἀποδόμησης παρά οἰκοδόμησης. Τήν ἴδια ἐποχή ἐμπλεκόμουν σέ διάφορες οἰκουμενικές δραστηριότητες, στήν ἀρχή σέ περιορισμένη κλίμακα. Γιά πολλά χρόνια περνοῦσα τίς καλοκαιρινές μου διακοπές στήν Ἀγγλία, ἐξηγώντας τήν Ὀρθοδοξία σέ Ἀγγλικανούς φοιτητές καί λαϊκούς, καί ταξιδεύοντας ἀπό κολλέγιο σέ κολλέγιο καί ἀπό πόλη σέ πόλη. Ἀργότερα ἀναμίχθηκα στή μείζονα οἰκουμενική κίνηση τῆς «Πίστης καί Τάξης».

Δέν μετανιώνω γιά ὅλα αὐτά, γιά αὐτοῦ τοῦ εἴδους τίς «παρακάμψεις». Ἐπίσης ἀπήλαυσα πάρα πολύ τή διδασκαλία, στά χρόνια του πολέμου, στά ρωσικά σχολεῖα δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης, στήν Bela Crkva καί στό Βελιγράδι. Ἔμαθα πολλά διδάσκοντας. Καί ἀνακάλυψα ὅτι ἡ διδασκαλία εἶναι, καί πρέπει νά εἶναι, κάτι παραπάνω ἀπό παροχή γνώσης. Ὁ δάσκαλος ἔχει νά διδάξει ζωντανά πρόσωπα, ἀδελφούς καί ἀδελφές του ἐν Χριστῷ, καί νά τούς διδάξει γιά τή ζωή, γιά τήν αἰώνια ζωή ἐν τέλει. Ἀκόμη καί ὡς δάσκαλος, πρέπει κανείς νά παραμένει μαθητής, κάτι ποὺ πράγματι εἶναι ἀναπόφευκτο.

Μοῦ ἀρέσει νά μαθαίνω. Μοῦ ἀρέσει νά παραμένω in statu pupilari [σέ κατάσταση μαθητείας]. Δέν εἶναι μήπως ἡ ἀνώτερη βαθμίδα τό νά εἶσαι μαθητής, μαθητής τοῦ ἑνός καί μόνου Κυρίου, τοῦ μόνου στόν ὁποῖο ἀνήκει δικαιωματικά ὁ τίτλος τοῦ Διδασκάλου; Κανένας μέσα στήν Ἐκκλησία δέν πρέπει νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δάσκαλο. Ὁ μόνος Διδάσκαλος εἶναι ὁ Χριστός. Ὅμως, καί πόσα ἔχουν μείνει ἀπραγματοποίητα! Ἔγραψα λιγότερα ἀπό ὅσα ὄφειλα ἤ μποροῦσα πιθανόν νά γράψω. Καί τώρα προφανῶς εἶναι πιά πολύ ἀργά. Ἐλπίζω, ὅμως, ὅτι θά μοῦ δοθεῖ ὁ χρόνος νά συντάξω τή «θεολογική διαθήκη» μου καί νά μεταφέρω τή βαθειά μου ἔγνοια γιά τίς μέλλουσες γενιές.





Αὐτή ἡ διαθήκη περιλαμβάνει τρία κύρια σημεῖα.

Πρῶτον, ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία πρέπει νά εἶναι μία ἱστορική θεολογία. Ἕνας διακεκριμένος Βρετανός ἱστορικός εἶπε πρόσφατα: «Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία καθημερινή πρόσκληση στή μελέτη τῆς ἱστορίας» (F. Μ. Powicke). Κι ἕνας ἄλλος σύγχρονος ἐρευνητής ὑποστήριξε, πολύ σωστά, ὅτι «ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν πιστεύουμε σέ ἰδέες, ἀλλά σέ ἕνα Πρόσωπο» (Dom Ansgar Venier) καί αὐτό τό πρόσωπο εἶναι ὁ ἀγαπημένος μας Κύριος καί Σωτήρας, Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ Θεολογία δέν εἶναι διαλεκτική ἐννοιῶν, ἀλλά ὁμολογία πίστης. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεός δρῶν, ὁ ὁποῖος δρᾶ στήν ἱστορία, ἀπό τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, συνεχίζει νά δρᾶ στίς ζωές μας καί θά συνεχίζει νά δρᾶ μέχρι ὁ Κριτής νά ἔρθει γιά νά ἐλέγξει ζώντας καί νεκρούς. Ἡ Θεολογία εἶναι ἑπομένως ἡ μελέτη τῶν θείων πράξεων.

Δεύτερον, καθώς μελετᾶμε αὐτές τίς πράξεις τοῦ Θεοῦ ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ αὐτό ποὺ ἔχει εὔστοχα περιγραφεῖ ἀπό τόν Gerhardt Kittel ὡς «τό σκάνδαλο τῆς ἰδιαιτερότητας». Ἡ σωτηρία «ἐκ τῶν ἑβραίων ἐστιν» καί κηρύχτηκε στόν κόσμο στήν ἑλληνική γλώσσα. Πράγματι, τό νά εἶσαι Χριστιανός σημαίνει νά εἶσαι Ἕλληνας, ἐφόσον ἡ βασική μας αὐθεντία θά εἶναι γιά πάντα ἕνα ἑλληνικό βιβλίο, ἡ Καινή Διαθήκη. Τό χριστιανικό μήνυμα ἔχει διά παντός διατυπωθεῖ σέ ἑλληνικές κατηγορίες. Αὐτό μέ καμιά ἔννοια δέν σήμανε συνολική πρόσληψη τοῦ Ἑλληνισμοῦ καθαυτοῦ, ἀλλά ἀνατομία τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τό παλιό ἔπρεπε νά πεθάνει, τό νέο ὅμως παρέμενε ἑλληνικό: ὁ χριστιανικός Ἑλληνισμός τῆς δογματικῆς μας, ἀπό τήν Καινή Διαθήκη μέχρι τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἤ μᾶλλον μέχρι σήμερα. Προσωπικά εἶμαι ἀποφασισμένος νά ὑπερασπιστῶ αὐτή τή θέση, καί μάλιστα σέ δύο διαφορετικά μέτωπα: καί κατά τῆς ὄψιμης ἀναβίωσης τοῦ ἑβραϊσμοῦ, καί κατά ὅλων τῶν προσπαθειῶν ἐπαναδιατύπωσης δογμάτων σέ κατηγορίες σύγχρονων φιλοσοφιῶν, εἴτε γερμανικῶν, εἴτε δανέζικων, εἴτε γαλλικῶν (Χέγκελ, Χάϊντεγκερ, Κίρκεργκωρ, Μπέργκσον, Teilhard de Chardin), καί σέ κατηγορίες τοῦ ὑποτιθέμενου Σλαβικοῦ πνεύματος. Ἡ θέση μου, ὁμολογουμένως, χρειάζεται ἀκριβολογία καί ἀνάλυση, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι τοῦ παρόντος.

Τρίτο καί τελευταῖο, πρέπει νά θεολογοῦμε ὄχι γιά νά ἱκανοποιοῦμε τή διανοητική μας περιέργεια, θεμιτό καί ἄν εἶναι αὐτό, ἀλλά γιά νά ζοῦμε, νά ἔχουμε ζωή περισσή ἐν τῇ Ἀληθείᾳ, ἡ ὁποία, τελικά, δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἰδεῶν, ἀλλά ἕνα Πρόσωπο, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Στό ζήτημα αὐτό μόνο οἱ Πατέρες μποροῦν νά εἶναι σίγουροι καί ἀσφαλεῖς ὁδηγοί.

Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν ἕνα πρόγραμμα. Εἶναι τό πρόγραμμα βάσει τοῦ ὁποίου ἐγώ πορεύτηκα στό λογικό μου ἐγχείρημα. Τώρα, μόνη μου ἐλπίδα εἶναι ὅτι ὁ Κύριός μας ἀγκαλιάζει ἀκόμη καί τίς προθέσεις μας.

Πηγή: http://www.agiazoni.gr

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου π.Ιεροθέου: Η θεολογία στήν Ελλάδα τής δεκαετίας τού '60






Κατά καιρούς γίνεται λόγος γιά τήν θεολογία στήν Ελλάδα κατά τήν δεκαετία τού '60 καί παρουσιάζεται αυτή η θεολογία ως μιά νέα θεολογία, είτε ως επαναφορά στήν διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, είτε ως μιά νεοπατερική θεολογία, δηλαδή ως θεολογία τής Εκκλησίας πού εκφράζεται μέ μιά νέα γλώσσα.

Υπάρχουν πολλοί πού ισχυρίζονται ότι η θεολογία πού εμφανίσθηκε στήν Ελλάδα κατά τήν δεκαετία τού '60 ήταν ένα σημαντικό γεγονός γιά τήν Εκκλησία μας, αλλά, όπως υποστηρίζουν, διάφοροι παράγοντες συνετέλεσαν στό νά χαθή αυτή η σημαντική προοπτική πού δημιουργούσε αυτή η θεολογία.

Πρόκειται γιά τήν εμφάνιση μερικών νέων θεολόγων, οι οποίοι έγραψαν διάφορες επιστημονικές διατριβές ή συνέταξαν θεολογικά κείμενα, μέ τά οποία προσπαθούσαν νά δούν τήν ορθόδοξη διδασκαλία μέσα από μιά άλλη προοπτική, διαφορετική από εκείνη πού επικρατούσε τήν εποχή εκείνη.

Θά ήθελα νά υπογραμμίσω μερικά σημεία τά οποία, κατά τήν γνώμη μου, πρέπει νά συνεξετασθούν, μαζί μέ τίς άλλες μελέτες πού γίνονται στό θέμα αυτό.

1. Η θεολογία τής δεκαετίας τού '60

Είναι γνωστόν ότι στήν Ελλάδα πρίν καί μετά τήν απελευθέρωση από τόν τουρκικό ζυγό εισήχθη μιά θεολογία δυτικού τύπου, πού είχε σχέση είτε μέ τόν σχολαστικισμό τού Παπισμού είτε μέ τόν ηθικισμό τού Προτεσταντισμού. Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίον ο μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ έκανε λόγο γιά τήν βαβυλώνεια αιχμαλωσία τής ορθοδόξου θεολογίας.

Στήν συνέχεια, κάποια στιγμή μερικοί Έλληνες θεολόγοι ήρθαν σέ επικοινωνία μέ τά κείμενα τών Ρώσων εμιγκρέ (προσφύγων) στό Παρίσι ή άλλες ευαισθητοποιημένες φωνές καί διεπίστωσαν έναν διαφορετικό τρόπο μέ τόν οποίο εκφράζονταν γιά προβληματισμούς καί θέματα πού απασχολούσαν τόν δυτικό άνθρωπο. Ενθουσιάσθηκαν μέ τέτοια κείμενα καί προσπάθησαν νά μεταφέρουν αυτές τίς απόψεις καί στό ορθόδοξο ελληνικό κοινό.

Παράλληλα, όμως, γινόταν καί μιά άλλη κίνηση από θεολόγους, κυρίως τής Θεσσαλονίκης, νά φέρουν σέ επιφάνεια τά έργα τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, ο οποίος εκφράζεται μέ ορθόδοξο ησυχαστικό τρόπο ζωής. Μέσα στήν προοπτική αυτή εγράφησαν διατριβές, μελέτες καί διάφορα θεολογικοκοινωνικά κείμενα.

Όλο αυτό τό ρεύμα ονομάσθηκε «θεολογία τής δεκαετίας τού '60» καί θεωρήθηκε ως κάτι καινούριο, γιατί αντιμετώπιζε τά φιλοσοφικά, θεολογικά, ανθρωπολογικά, εκκλησιολογικά καί κοινωνικά ζητήματα μέσα από μιά νέα προοπτική καί προσέφερε μιά καινούρια γλώσσα, πού άγγιζε περισσότερο τόν νέο άνθρωπο. Αυτό ξάφνιασε πολλούς, μεταξύ τών οποίων καί τούς αριστερούς καί οι επικριτές χαρακτήρισαν τήν κίνηση αυτή ως «νεορθοδοξία».

2. Τά αίτια γιά τά οποία εμφανίσθηκε η θεολογία τής δεκαετίας τού '60

Ασφαλώς πρέπει νά μελετηθή αυτό τό φαινόμενο καί νά εξετασθούν όλες οι παράμετροί του. Γιά παράδειγμα πρέπει νά ερευνηθούν τά αίτια πού προκάλεσαν τήν εμφάνιση αυτής τής θεολογίας, κατά πόσον αυτή η θεολογία έχει ερείσματα στήν διαχρονική παράδοση ή ήταν ένα εποχιακό φαινόμενο καί τελικά τί γονιμοποιήσεις προκάλεσε στήν χώρα μας καί στήν Εκκλησία.

Βεβαίως, όλο αυτό τό ρεύμα πρέπει νά μελετηθή μέ επάρκεια καί αντικειμενικότητα, διότι η αφετηρία καί προοπτική όλων τών θεολόγων πού εντάσσονται σέ αυτό τό θεολογικό ρεύμα δέν ήταν η ίδια, όπως ήδη αναφέρθηκε. Άλλοι από αυτούς ξεκίνησαν από μελέτη πατερικών κειμένων, μέσα στήν ησυχαστική παράδοση τού Αγίου Όρους, άλλοι από σύγχρονες φιλοσοφίες, όπως τού Μπερντιάγεφ, άλλοι από τήν μελέτη τών Ρώσων θεολόγων τής Διασποράς καί άλλοι επηρεάσθηκαν από τήν «πολιτική θεολογία» τής Λατινικής Αμερικής. Βεβαίως, όλες αυτές οι κατηγορίες κατέληγαν σέ διαφορετικά συμπεράσματα.

Σίγουρα η θεολογία τής δεκατετίας τού '60 πρέπει νά μελετηθή χωρίς υπερβολές καί χωρίς υποτιμήσεις καί νά αποδοθή ο δίκαιος έπαινος ή νά κριθή ανάλογα. Όμως παράλληλα δέν πρέπει νά παραθεωρηθή ότι τά ίδια ρεύματα παρατηρήθηκαν καί στίς δεκαετίες τού 20ου αιώνα στόν δυτικό χώρο. Οπότε, πρέπει νά εξετασθή η επιρροή τής δυτικής γερμανικής θεολογίας στήν διαμόρφωση ενός τουλάχιστον μέρους τής λεγομένης θεολογίας τής δεκαετίας τού '60 στήν Ελλάδα.

Εννοώ ότι στόν δυτικό κόσμο κυρίως στήν γερμανική θεολογία τής δεκαετίας τού '20, ύστερα από τά φρικτά αποτελέσματα τού Α' Παγκοσμίου Πολέμου καί τήν συνεργασία Χριστιανών μέ τίς ιμπεριαλιστικές δυνάμεις τής εποχής, αναπτύχθηκε η διαλεκτική θεολογία ή θεολογία τής κρίσεως ή νεορθοδοξία, η οποία προσπάθησε νά δή τήν σχέση τού Θεού μέ τόν κόσμο μέσα από άλλη προοπτική. Εμφανίσθηκαν νέοι προτεστάντες θεολόγοι, όπως ο Μπάρτ, ο Μπρούννερ, ο Μπούλτμαν, ο Τίλλιχ, οι οποίοι συναντήθηκαν μέ φιλοσόφους τής εποχής όπως τόν Κίρκεργκαρντ, τόν Μπερντιάγεφ, τόν Χάϊντεγκερ κλπ. αντίστοιχα, καί μίλησαν γιά τήν Εκκλησία σέ σχέση μέ τόν κόσμο μέ έναν διαφορετικό τρόπο από εκείνον πού μιλούσαν παλαιότεροι γερμανοί θεολόγοι όπως, γιά παράδειγμα, ο Χάρνακ.

http://www.parembasis.gr/2010/10_01_12.htm

Στήν γερμανική αυτή θεολογία τής δεκαετίας τού '20 ακούσθηκαν καί αναλύθηκαν όροι, όπως νεορθοδοξία, εκκοσμίκευση, εκκλησιολογία, πνευματολογία, εσχατολογία, οικουμενικότητα κλπ., οι οποίοι όροι χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από τούς θεολόγους τής δεκαετίας τού '60 στήν Ελλάδα. Ακόμη, έγινε μεγάλος διάλογος στήν Γερμανία καί γενικότερα στήν Δύση γιά τίς σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας καί κόσμου, λογικής καί πίστεως, φιλοσοφίας καί θεολογίας, ιστορίας καί εσχατολογίας, λόγου καί αποκαλύψεως, είναι καί Θεού.

Επίσης, στόν δυτικό κόσμο κατά τήν δεκαετία τού '60 αναπτύχθηκαν διάφορα θεολογικά ρεύματα πού έκαναν λόγο γιά τήν εσχατολογική θεολογία, τήν μεταχριστιανική θεολογία, τήν θεολογία τού θανάτου τού Θεού, τήν πολιτική θεολογία κλπ. Καί τέτοιες ορολογίες μεταφέρθηκαν καί στήν Ελλάδα κατά τήν δεκαετία τού '60 καί μετέπειτα. Ο Καθηγητής Μάριος Μπέγζος παρουσίασε μέ ωραίο τρόπο όλη αυτήν τήν εξέλιξη τής θεολογίας στούς Προτεστάντες.

Έτσι, η θεολογία τής δεκαετίας τού '60 στήν Ελλάδα πρέπει ασφαλώς νά μελετηθή καί από τήν προοπτική αυτή, δηλαδή σέ σχέση μέ τίς παράλληλες θεολογικές κινήσεις πού έγιναν στόν Προτεσταντικό κόσμο καί κυρίως στήν Γερμανία καί νά ερευνηθή η σχέση μεταξύ τών ορθοδόξων θεολόγων τής δεκαετίας τού '60 καί τών προτεσταντών θεολόγων τών δεκαετιών τού '20 καί τού '60.

Γιά παράδειγμα, κατά τά φοιτητικά χρόνια τής γενιάς μου ακούγαμε από τούς καθηγητές μας πολύ συχνά τίς απόψεις τών μεγάλων Γερμανών Προτεσταντών θεολόγων, όπως τού Μπάρτ, τού Μπρούννερ, τού Μπούλτμαν κλπ. Ενδεικτικά δέ νά αναφέρω ότι στό μάθημα τής ιστορίας τών δογμάτων μεταξύ τών άλλων είχα εξετασθή στό θέμα τής διαλεκτικής θεολογίας καί τίς απόψεις τών πιό πάνω Γερμανών θεολόγων ως πρός τήν δικαίωση τού ανθρώπου, σέ σχέση μέ τήν ορθόδοξη θεολογία, όπως διατυπώθηκε από τούς αγίους Πατέρες. Επίσης στίς πτυχιακές εξετάσεις στό μάθημα τής χριστιανικής ηθικής εξετάσθηκα στό βιβλίο τού Ν. Μπερντιάγεφ «Ο προορισμός τού ανθρώπου». Αυτό συνέβαινε διότι μερικοί από τούς Καθηγητές είχαν σπουδάσει στήν Γερμανία καί γνώριζαν όλη τήν κίνηση τής διαλεκτικής θεολογίας.

Η προηγούμενη από μάς γενιά είχε επηρεασθή πάρα πολύ από τόν Γερμανό θεολόγο Χάρνακ, ο οποίος είχε προηγηθή τής διαλεκτικής θεολογίας, διότι οι καθηγητές τής εποχής εκείνης είχαν σπουδάσει τήν γερμανική θεολογία μέσα από τίς απόψεις του.

Εν πάση περιπτώσει, η λεγομένη θεολογία τής δεκαετίας τού '60 στήν Ελλάδα πρέπει νά μελετηθή καί βάσει τών αντιστοίχων «θεολογιών» στήν Γερμανία καί βάσει τής θεολογίας τών Ρώσων τής Διασποράς.

3. Η θεολογία τής Εκκλησίας

Πέρα από όσα αναφέρθηκαν πρέπει νά προστεθή μιά άποψη, η οποία πρέπει νά αξιοποιηθή, προκειμένου νά προχωρήσουμε σέ ασφαλέστερα συμπεράσματα γιά τό θέμα αυτό.

Τήν δεκαετία τού '60 ήμουν φοιτητής τής Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, οπότε διδασκόμουν από τούς καθηγητές αλλά καί διάβαζα κείμενα θεολόγων πού εξέφραζαν αυτήν τήν νέα προοπτική. Παράλληλα όμως μελετούσα κείμενα τής ησυχαστικής παραδόσεως, τών Πατέρων τής Εκκλησίας, ιδίως τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου καί τών φιλοκαλικών Πατέρων.

Σέ κάποια επίσκεψή μου τότε στό Άγιον Όρος ερώτησα τον μακαριστό μοναχό Θεόκλητο Διονυσιάτη, ο οποίος διέπρεπε τότε καί στήν μοναχική πολιτεία τού Αγίου Όρους καί στήν Ελλάδα ως εκφραστής τής ορθόδοξου θεολογίας γιά τό πώς βλέπει όλην αυτή τήν προβληματική τής θεολογίας στήν Ελλάδα. Μού απάντησε εύστοχα ότι δέν βλέπει πρόβλημα στήν θεολογία, αλλα πρόβλημα στούς θεολόγους!

Μέ τίς μεταγενέστερες μελέτες μου κατέληξα στό συμπέρασμα ότι η ορθόδοξη θεολογία είναι η φωνή τής Εκκλησίας. Καί όπως η Εκκλησία είναι διαχρονική ως Σώμα τού Χριστού, έτσι καί η ορθόδοξη θεολογία έχει μιά διαχρονική έκφραση καί εμπειρία καί δέν χωρίζεται σέ δεκαετίες. Βεβαίως, μπορούμε νά εντοπίζουμε μέσα στήν ιστορία διάφορα θεολογικά ρεύματα πού εκφράσθηκαν από θεολόγους κατά εποχές ή καλλιεργήθηκαν σέ διάφορες πόλεις (Αλεξάνδρεια-Αντιόχεια-Ιεροσόλυμα κλπ.) αλλά δέν μπορούμε νά ομιλούμε γιά ορθόδοξη θεολογία τής δεκαετίας τού '60, τού '70, τού '80 τού '90 κλπ.

Μέ άλλα λόγια η ορθόδοξη θεολογία τής Εκκλησίας είναι η θεολογία τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων διά μέσου όλων τών αιώνων. Κάθε νέο ρεύμα τό οποίο εμφανίζεται, πρέπει νά μελετάται σέ σχέση μέ τήν θεολογία τής Εκκλησίας πού εκφράζεται από τούς Προφήτας, τούς Αποστόλους καί τούς Πατέρας. Αυτοί οι άγιοι έφθασαν στήν θέωση, είδαν τόν Θεό μέσα στό Φώς καί μετά εξέφρασαν τίς εμπειρίες τους μέ τούς όρους τής εποχής τους.

Όταν μελετήση κανείς τήν λεγόμενη θεολογία τής δεκατίας τού '60 μέσα από τήν προοπτική τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων θά δή ότι πρόκειται γιά μιά θεολογία πού επηρεάσθηκε τόσο από τήν ρωσική θεολογία τής Διασποράς, όσο καί από τήν προτεσταντική διαλεκτική θεολογία καί συνδέεται μέ στοιχεία στοχασμού, συναισθηματισμού καί προγονισμού. Οπότε, σέ μερικά σημεία προσφέρει μία καινούρια γλώσσα, αλλά στήν ουσία διαφοροποιείται εν πολλοίς μεθοδολογικά από τήν πατερική παράδοση, η οποία στό βάθος της είναι νηπτική - ησυχαστική καί όχι φιλοσοφική - στοχαστική. Πρόκειται γιά τήν θεολογία πού ασχολείται μέ τήν αισθητική καί όχι τήν ασκητική, τό λογιστικό καί όχι τό νοερό.

Επίσης, οι θεολόγοι πού έχουν επηρεασθή από τήν «ομορφιά» τής θεολογίας τής δεκατίας τού '60, παραμένουν προσκολλημένοι σέ αυτήν καί δέν βλέπουν ότι υπάρχουν μεταγενέστερες θεολογικές μελέτες καί στήν Δύση καί στήν ορθόδοξη Ανατολή πού έχουν προχωρήσει πολύ περισσότερο τά θέματα αυτά καί έχουν υπερβή εν πολλοίς τήν λεγομένη θεολογία τής δεκαετίας τού '60. Όμως, τό νά κρίνη αρνητικά ένας δρομέας-αθλητής αυτούς πού τόν έχουν ξεπεράσει καί τρέχουν πιό δυνατά από αυτόν, δέν είναι σωστή αντίληψη καί κριτική.

Τόν Μάϊο-Ιούνιο τού 1997 κληθήκαμε ο π. Ιωάννης ο Ρωμανίδης, ο π. Γεώργιος Μεταλληνός καί ο γράφων νά ομιλήσουμε σέ ένα Σεμινάριο τό οποίο διοργάνωσε η Orthodox Church fo Amerika (Ο.C.A.) πλησίον τής Ατλάντας. Ήμασταν οι μόνοι εισηγητές καί θά δίναμε ο καθένας μιά σειρά από διαλέξεις, επί διήμερο, γύρω από τό θέμα τής Ορθοδοξίας ως θεραπευτικής επιστήμης. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης λόγω ασθενείας δέν μπόρεσε νά παρευρεθή, αλλά διαβάσθηκε τό εισαγωγικό κείμενό του, ο π. Γεώργιος Μεταλληνός εισηγήθηκε θέματα σχετικά μέ τά ιστορικά καί θεολογικά πλαίσια τής Ορθοδόξου Εκκλησίας καί ο γράφων εισηγήθηκε θέματα πού είχαν σχέση μέ τήν Εκκλησία ως νοσοκομείο καί τήν μέθοδο μέ τήν οποία θεραπεύει τόν άνθρωπο.

Η OCA είναι η Εκκλησία στήν οποία δίδαξε καί έπαιξε σημαντικό ρόλο ο γνωστός σέ όλους θεολόγος Αλέξανδρος Σμέμαν. Οι διοργανωτές τού Σεμιναρίου ήθελαν νά γνωρίσουν τίς απόψεις μας γύρω από τά θέματα αυτά. Πληροφορηθήκαμε ότι τά μέλη τής Εκκλησίας αυτής, μέχρι τότε, θεωρούσαν ότι οι θεολόγοι τής Ελλάδος είναι επηρεασμένοι από τήν σχολαστική καί προτεσταντική θεολογία τής Δύσεως καί ότι οι Ρώσοι θεολόγοι τής Διασποράς εξέφραζαν τήν αληθινή ορθόδοξη θεολογία τήν λεγομένη νεοπατερική καί νεοπαλαμική, πού ασφαλώς είναι ανώτερη καί υπέρτερη τής θεολογίας τών Πατέρων. Είναι γνωστές οι απόψεις τού Αλέξη Κομιακώφ ότι η σχολαστική θεολογία τής Δύσεως υπερέβη τήν θεολογία τών Πατέρων καί ότι η Ρωσική θεολογία ξεπέρασε καί τήν σχολαστική, άρα καί τήν Ελληνική Πατερική θεολογία. Όταν όμως άκουσαν επανειλημμένως στό διήμερο αυτό τού Σεμιναρίου εμάς νά αναλύουμε θέματα ορθοδόξου παραδόσεως, τότε κάποιος από αυτούς είπε: «Αυτή η θεολογία είναι ανώτερη από τήν δική μας καί τών Ρώσων τής Διασποράς. Κάναμε λάθος πού τήν έχουμε υποτιμήσει».

Καί νά σκεφθή κανείς ότι η λεγομένη θεολογία τής δεκαετίας τού '60 χρησιμοποίησε πάρα πολύ, μεταξύ τών άλλων, καί τίς απόψεις τού Αλεξάνδρου Σμέμαν.

4. Η περίπτωση τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη

Στούς θεολόγους τής δεκαετίας τού '60 πολλοί συγκαταλέγουν καί τόν Πρωτοπρεσβύτερο π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ο οποίος πράγματι εδημιούργησε μεγάλη έκπληξη τήν εποχή εκείνη καί συνετέλεσε στήν επαναφορά τής θεολογίας στήν Ελλάδα πρός τήν πατερική παράδοση.

Θεωρώ ότι δέν είναι ορθό νά συγκαταλέγεται ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης σέ αυτό τό ρεύμα τής λεγομένης νεορθοδοξίας. Καί αυτό γιά πολλούς λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι ο π. Ιωάννης εμφανίσθηκε στά θεολογικά γράμματα καί τήν επιστήμη τής θεολογίας τήν δεκαετία τού '50, πρώτα μέ μελέτες καί ύστερα μέ τήν διατριβή του, μέ τίτλο «Τό Προπατορικό αμάρτημα», πού απετέλεσε πράγματι σταθμό στήν Θεολογική Σχολή Αθηνών, όπου δημιούργησε μεγάλη συζήτηση, αλλά καί γενικότερα στόν θεολογικό κόσμο στήν Ελλάδα.

Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί ο π. Ιωάννης δέν επηρεάσθηκε από τούς Ρώσους θεολόγους τής Διασποράς ούτε από τήν διαλεκτική προτεσταντική θεολογία, αλλά από τήν προσωπική έρευνα πού έκανε στούς Αποστολικούς Πατέρας τής Εκκλησίας. Μεγαλωμένος στό προτεσταντικό περιβάλλον τής Αμερικής σπούδασε καί σέ Παπικό Ινστιτούτο, όπου διδάχθηκε καί μελέτησε τήν θεολογία τού Θωμά τού Ακινάτη, καί σέ προτεσταντικές Θεολογικές Σχολές, όπως τού Γιέϊλ καί τού Χάρβαρντ καί γνώρισε πολύ καλά τήν νοοτροπία τους. Κυρίως επειδή οι Προτεστάντες δίδασκαν ότι οι Πατέρες τής Εκκλησίας αλλοίωσαν τήν αποστολική παράδοση, γι' αυτό μελέτησε διεξοδικά τούς Αποστολικούς Πατέρας (Ειρηναίο, Ιγνάτιο, Μεθόδιο, Ιουστίνο, Πολύκαρπο κλπ.) οι οποίοι είναι ο κρίκος εκείνος πού συνέδεσε τούς Αποστόλους καί τούς μετέπειτα Πατέρας. Καρπός αυτής τής μελέτης ήταν η διατριβή του γιά τό προπατορικό αμάρτημα, όπου, μεταξύ άλλων, διαπιστώνει τήν διαφορά μεταξύ σχολαστικής καί ορθοδόξου θεολογίας. Είναι χαρακτηριστικός ο υπότιτλος τής μελέτης του γιά τό προπατορικό αμάρτημα, πού προσδιορίζει τό περιεχόμενο τού βιβλίου: «Συμβολαί εις τήν έρευναν τών προϋποθέσεων τής διδασκαλίας τού Προπατορικού Αμαρτήματος εν τή μέχρι τού Αγ. Ειρηναίου Αρχαία Εκκλησία, εν αντιβολή πρός τήν καθόλου κατεύθυνσιν τής Ορθοδόξου καί τής Δυτικής μέχρι Θωμά τού Ακινάτου Θεολογίας».

Ο τρίτος λόγος, κατ' επέκταση, ήταν ότι όταν ήλθε στήν Ελλάδα τήν δεκαετία τού '50 αισθάνθηκε μεγάλη έκπληξη από τό κλίμα τό οποίο συνάντησε. Μετά τήν εκπόνηση τής διατριβής του μελέτησε ακόμη βαθύτερα τό θέμα καί έφθασε σέ άλλα συμπεράσματα, όπως στήν θεολογία τού ησυχασμού καί τήν ζωή τής Ρωμηοσύνης, τήν οποία όμως Ρωμηοσύνη τήν έβλεπε περισσότερο μέσα από τήν νηπτική καί ησυχαστική παράδοση τής Εκκλησίας. Σημειώνω δέ ότι όποιος ερμηνεύει τήν θεωρία τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη περί Ρωμηοσύνης μέσα από εθνικισμούς καί όχι μέσα από τήν νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας, η οποία είναι υπέρβαση κάθε εθνικισμού, αυτός παρερμηνεύει τίς απόψεις του.

Επομένως, οι μετέπειτα μελέτες τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη δέν είναι έκπτωσή του από τίς πρώτες μελέτες του, όπως ισχυρίζονται μερικοί, αλλά είναι θετική εξέλιξή τους, δηλαδή πορεία πρός τήν ακραιφνή πατερική παράδοση. Ακόμη, όσοι ερμηνεύουν τήν διδασκαλία του μέσα από άλλα ρεύματα μονοφυσιτικά, νέο-νεστοριανικά καί ωριγενιστικά καί αυτοί τόν αδικούν. Γιά παράδειγμα, επειδή μερικοί απέδωσαν ωριγενισμό σέ μερικές απόψεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδου, μελέτησα τίς δοξασίες τού Ωριγένους πού καταδικάσθηκαν από τήν Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο, όπως φαίνονται στά διασωθέντα Πρακτικά της, καί δέν διέκρινα κάποια επίδραση. Άν μερικές απόψεις τού Ωριγένους είναι ορθόδοξες καί πέρασαν διά τών Πατέρων τής Εκκλησίας (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, κλπ.) στήν παράδοσή της, δέν μπορούμε νά κατηγορήσουμε τόν π. Ιωάννη. Άλλωστε ο π. Ιωάννης επανειλημμένως σέ κείμενά του αναφερόταν σέ εσφαλμένες απόψεις τού Ωριγένους. Έχω υπ' όψιν μου απομαγνητοφωνημένη ομιλία του, στήν οποία κάνει οξεία κριτική στίς απόψεις τού Ωριγένους.

Ο τέταρτος λόγος είναι ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήξερε πολύ καλά τήν ρωσική θεολογία τής Διασποράς, όπως καί τά αίτια καί τούς σκοπούς αυτών πού τήν διέδιδαν, καθώς επίσης ήξερε πολύ καλά τήν γερμανική ιδεαλιστική, διαλεκτική καί υπαρξιακή θεολογία τής Δύσεως καί έκρινε ανάλογα αυτούς πού τήν ανέπτυξαν ή τήν μετέφεραν στήν Ελλάδα.

Μάλιστα υποστήριζε τήν άποψη ότι όταν κάποιος προσβάλλεται στόν σωματικό οργανισμό του από ένα μικρόβιο ή ιό, πρέπει νά βρεθή η αιτία τής προσβολής, από πού προέρχεται αυτός ο ιός. Κατά παρόμοιο τρόπο, όταν κάποιος μεταφέρει έναν «θεολογικό ιό ή μικρόβιο» στήν Ελλάδα, πρέπει νά εξετασθή γιά νά βρεθή τό πρόσωπο από τό οποίο τό «κόλλησε». Υποστήριζε δέ ότι μιά τέτοια έρευνα στά θεολογικά γράμματα μπορεί νά καταδείξη ότι κάποιος Έλληνα θεολόγος πού σπούδασε στήν Δύση μετέφερε στήν Ελλάδα τό ανάλογο «θεολογικό μικρόβιο» ή «θεολογικό ιό»!

Τό συμπέρασμα τών ανωτέρω σκέψεών μου είναι ότι η μελέτη τής θεολογίας τής δεκαετίας τού '60 πρέπει νά γίνεται μέ προσοχή καί μέσα από τήν προοπτική τών προϋποθέσεων πού εντοπίσθηκαν πιό πάνω, αλλ' όμως πρέπει νά υπογραμμισθή μέ έμφαση ότι η ορθόδοξη θεολογία δέν μπορεί νά ερμηνεύεται μέσα από δεκαετίες, αλλά μέσα από τήν διαχρονική παράδοση καί διδασκαλία τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων. Δηλαδή, στήν ορθόδοξη θεολογία δέν υπάρχει θεολογία τής δεκαετίας τού '60, αλλά η θεολογία τών θεοπτών Αγίων, πού είναι αντίθετη μέ τόν στοχασμό τών φιλοσόφων.–



http://radiofloga.blogspot.com