"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εὐαγγέλιο ἀγάπης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εὐαγγέλιο ἀγάπης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου: ῎Ας μήν πετροβολᾶμε τούς ἀνθρώπους...χριστιανικά!

Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου. Λόγοι Β΄ Κεφάλαιο 4'. 1)«Το γράμμα τοῦ νόμου άποκτείνει », 2) «Ο’τι κάνουμε νά τό κάνουμε γιά τον Θεό »

Λόγοι Β΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

«Ενέργειες με σύνεση και αγάπη»
«Το γράμμα τοῦ νόμου ἀποκτείνει»[1]

Είπα σε κάποιον μιά φορά: «Τί είσαι εσύ; Μαχητής τοϋ Χριστού ή μαχητής τού πειρασμού; Ξέρεις πώς υπάρχουν και μαχητές τού πειρασμού;».
Ό Χριστιανός δέν πρέπει νά είναι φανατικός, άλλα νά έχη αγάπη γιά όλους τους ανθρώπους.
Όποιος πετάει λόγια αδιάκριτα, και σωστά νά είναι, κάνει κακό. Γνώρισα έναν συγγραφέα πού είχε ευλάβεια πολλή, άλλα μιλούσε στους κοσμικούς. μέ μιά γλώσσα ωμή, πού προχωρούσε όμως σε βάθος, και τους τράνταζε.
Μιά φορά μου λέει: «Σε μιά συγκέντρωση είπα αυτό και αυτό σέ μιά κυρία». Άλλα μέ τον τρόπο πού της τό είπε, την είχε σακατέψει. Την πρόσβαλε μπροστά σέ όλους. «Κοίταξε, τού λέω, εσύ πετάς στους άλλους χρυσά στεφάνια μέ διαμαντόπετρες, έτσι όμως πού τά πετάς, σακατεύεις κεφάλια, Όχι μόνον ευαίσθητα άλλα καί γερά». Ας μην πετροβολάμε τους ανθρώπους... χριστιανικά.
Όποιος ελέγχει μπροστά σέ άλλους κάποιον πού αμάρτησε ή μιλάει μέ εμπάθεια γιά κάποιο πρόσωπο, αυτός δέν κινείται άπό τό Πνεύμα τού Θεού· κινείται άπό άλλο πνεύμα. Ό τρόπος της Εκκλησίας είναι ή αγάπη- διαφέρει άπό τόν τρόπο των νομικών.
Ή Εκκλησία βλέπει τά πάντα μέ μακροθυμία και κοιτάζει νά βοηθήση τόν καθέναν, ο,τι καί άν έχη κάνει, όσο αμαρτωλός καί άν είναι. Βλέπω σέ μερικούς ευλαβείς ένα είδος παράξενης λογικής.
Καλή είναι ή ευλάβεια πού έχουν, καλή καί ή διάθεση γιά τό καλό, άλλα χρειάζεται καί ή πνευματική διάκριση καί ευρύτητα, γιά νά μή συνοδεύη την ευλάβεια ή στενοκεφαλιά, ή γεροκεφαλιά (τό γερό δηλαδή αρβανίτικο κεφάλι). Όλη ή βάση είναι νά έχη κανείς πνευματική κατάσταση, γιά νά έχη τήν πνευματική διάκριση, γιατί αλλιώς μένει στο «γράμμα τον νόμου», καί τό «γράμμα τον νόμον
άποκτείνει».
Αυτός πού έχει ταπείνωση, δεν κάνει ποτέ τόν δάσκαλο· ακούει καί, όταν τού ζητηθη ή γνώμη του, μιλάει ταπεινά. Ποτέ δέν λέει «εγώ», άλλα «ό λογισμός μού λέει» ή «οί Πατέρες είπαν». Μιλάει δηλαδή σάν μαθητής. Όποιος νομίζει ότι είναι ικανός νά διορθώνη τους άλλους έχει πολύ εγωισμό.
- Όταν, Γέροντα, ξεκινάη κανείς άπό καλή διάθεση νά κάνη κάτι καί φθάνη στά άκρα, λείπει ή διάκριση;
- Είναι ό εγωισμός μέσα στην ενέργεια του αυτή καί δέν το καταλαβαίνει, γιατί δέν γνωρίζει τόν εαυτό του, γι' αυτό πιάνει τα άκρα. Πολλές φορές από ευλάβεια ξεκινούν μερικοί, αλλά που φθάνουν!
Οπως οι είκονολάτρες και οι εικονομάχοι. Άκρη το ένα, άκρη το άλλο!
Οι μέν έφθασαν στο σημείο νά ξύνουν την εικόνα του Χρίστου και νά ρίχνουν την σκόνη μέσα στό Άγιο Ποτήριο, γιά νά γίνη καλύτερη ή Θεία Κοινωνία· οι άλλοι πάλι έκαιγαν τις εικόνες, τίς πετούσαν...
Γι’ αυτό ή Εκκλησία αναγκάσθηκε νά βάλη ψηλά τις εικόνες καί, όταν πέρασε ή διαμάχη, τίς κατέβασε χαμηλά, γιά νά τίς προσκυνούμε καί νά απονέμουμε τιμή στά εικονιζόμενα πρόσωπα.


«Ὄτι κάνουμε νά τό κάνουμε γιά τον Θεό »

- Γέροντα, συνήθως κινούμαι άπό φόβο νά μή στενοχωρήσω τους άλλους ή νά μήν ξεπέσω στά μάτια τους· δέν σκέφτομαι νά μή στενοχωρήσω τόν Θεό. Πώς θά αύξηθή ό φόβος τοΰ Θεού;
- Εγρήγορση χρειάζεται. Ό,τι κάνει ό άνθρωπος, νά τό κάνη γιά τόν Θεό.
Ξεχνάμε τόν Θεό καί μπαίνει μετά ό λογισμός ότι κάνουμε κάτι σπουδαίο, μπαίνει καί ή άνθρωπαρέσκεια καί κοιτάμε νά μήν ξεπέσουμε στά μάτια τών ανθρώπων. Ένώ, αν ενεργή κανείς μέ τήν σκέψη ότι ό Θεός τόν βλέπει, τόν παρακολουθεί, τότε ο,τι κάνει είναι σίγουρο· αλλιώς, άν κάνη κάτι, γιά νά φανή καλός στους ανθρώπους, όλα τά χάνει, όλα χαραμίζονται.
Γιά κάθε ενέργεια του ό άνθρωπος πρέπει νά ρωτάη τόν εαυτό του: «Καλά, εμένα αυτό πού κάνω μέ αναπαύει· τόν Θεό Τόν αναπαύει;» καί νά έξετάζη άν είναι εύάρεστο στον Θεό. Άν ξεχνάη νά τό κάνη αυτό, ξεχνάει καί τόν Θεό μετά.
Γι' αυτό παλιά έλεγαν «προς Θεού» ή «τόν αθεόφοβο, δέν φοβάται τόν Θεό;». Η έλεγαν: «Άν θέλη ό Θεός, άν έπιτρέψη ό Θεός».
Ενιωθαν τήν παρουσία τού Θεού παντου, είχαν συνέχεια μπροστά τους τον Θεό και πρόσεχαν. Ζούσαν αυτό πού λέει ό Ψαλμός, «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιον μου διαπαντός, ϊνα μη σαλευθώ»[2] και δεν σαλεύονταν.
Τώρα, βλέπεις, μπαίνει σιγά-σιγά τό ευρωπαϊκό τυπικό και πολλοί δεν κάνουν τό στραβό από ευγένεια κοσμική. Ότι κάνει κανείς, να τό κάνη καθαρό για τόν Χριστό, νά εχη τόν νου του ότι ό Χριστός τόν βλέπει, τόν παρακολουθεί· σε κάθε του κίνηση κέντρο νά είναι ό Χριστός.
Νά μην εχη τό ανθρώπινο στοιχείο μέσα του. Αν κινούμαστε μέ σκοπό νά αρέσουμε στους ανθρώπους, αυτό δεν μάς ωφελεί σε τίποτε. Χρειάζεται πολλή προσοχή.
Πάντοτε νά εξετάζω τά ελατήρια άπό τά όποια κινούμαι καί, μόλις αντιληφθώ ότι κινούμαι άπό άνθρωπαρέσκεια, νά την χτυπώ αμέσως. Γιατί, όταν πάω νά κάνω ένα καλό καί μπαίνη στην μέση ή άνθρωπαρέσκεια, ε, τότε βγάζω νερό άπό τό πηγάδι μέ τρύπιο κουβά.
Τους περισσότερους πειρασμούς συχνά τους δημιουργεί ό ίδιος ό εαυτός μας, όταν έχουμε τόν εαυτό μας μέσα στην συνεργασία μας μέ τους άλλους. Όταν δηλαδή κινούμαστε άπό ιδιοτέλεια, θέλουμε νά εξυψώνουμε τόν εαυτό μας καί επιδιώκουμε τήν προσωπική μας ικανοποίηση.
Στον Ουρανό δεν ανεβαίνει κανείς μέ τό κοσμικό ανέβασμα άλλα μέ τό πνευματικό κατέβασμα. Όποιος βαδίζει χαμηλά, βαδίζει πάντα μέ σιγουριά καί ποτέ δέν πέφτει. Γι' αυτό, όσο μπορούμε, νά ξερριζώνουμε τήν κοσμική προβολή καί τήν κοσμική επιτυχία, ή οποία είναι πνευματική αποτυχία. Νά σιχαινώμαστε τόν κρυφό καί φανερό εγωισμό καί τήν άνθρωπαρέσκεια, γιά νά αγαπήσουμε ειλικρινά τόν Χριστό.
Τήν εποχή μας δέν τήν χαρακτηρίζει τό αθόρυβο άλλα τό εντυπωσιακό, τό κούφιο. Ή πνευματική ζωή όμως είναι αθόρυβη. Καλά είναι νά κάνουμε αυτά πού είναι γιά τά μέτρα μας σωστά άθόρυβα, χωρίς επιδιώξεις πάνω από τις δυνάμεις μας, γιατί αλλιώς θά εΐναι εις βάρος της ψυχής μας και του σώματος, και συχνά εις βάρος και τής Εκκλησίας.
Μέσα στην γνήσια ευαρέστηση του πλησίον μας υπάρχει και ή ευαρέστηση στον Χριστό. Εκεί χρειάζεται νά προσέξη κανείς, πώς νά έξαγνίση τήν ευαρέστηση προς τόν πλησίον, νά βγάλη δηλαδή τήν άνθρωπαρέσκεια, γιά νά πάη και αυτή ή ανθρώπινη προσφορά στον Χριστό.
Όταν προσπαθή κάποιος νά τοποθέτηση τά εκκλησιαστικά θέματα δήθεν μέ ορθόδοξο τρόπο, και ό σκοπός του εΐναι νά τοποθέτηση καλύτερα τόν εαυτό του, άποβλέπη δηλαδή στο συμφέρον του, πώς θά εύλογηθή άπό τόν Θεό; Όσο μπορεί κανείς νά κάνη τήν ζωή του τέτοια πού νά συγγενεύη μέ τόν Θεό. Πάντα νά έλέγχη τόν εαυτό του και νά κοιτάζη πώς νά κάνη τό θέλημα τού Θεού. Όταν κάνη τό θέλημα του Θεού, τότε συγγενεύει μέ τόν Θεό, και τότε, χωρίς νά ζητάη άπό τόν Θεό, λαμβάνει· δέχεται συνέχεια νερό άπό τήν πηγή.

1. Βλ. Β ' Κορ. 3, 6.
2. Βλ. Ψαλμ. 15, 8.

Απόσπασμα από την σελίδα 78 -82  του βιβλίου:
 

         ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ  Β΄
             ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
               ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»

                    ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 
 
πηγή:ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

῾Ο τυφλός παρηγορητής


Δύο άνδρες, και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου..
Ο ένας άνδρας αφηνόταν να σηκωθεί όρθιος στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα για να κατέβουνε υγρά από τα πνευμόνια του.
Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου.
Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του ξαπλωμένος.
Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες αδιάκοπα. Μιλούσαν για τις γυναίκες τους και τις οικογένειές τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στο στρατό, πού πήγαν διακοπές.
Κάθε απόγευμα, όταν ο άνδρας δίπλα στο παράθυρο μπορούσε να σηκωθεί, περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον «συγκάτοικό» του όλα όσα μπορούσε να δει έξω από το παράθυρο.
Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους μίας ώρας όπου μπορούσε να

ανοιχτεί και να ζωογονηθεί ο δικός του κόσμος από όλη τη δραστηριότητα και χρώμα από τον κόσμο εκεί έξω.
Το παράθυρο έβλεπε ένα πάρκο με μια όμορφη λιμνούλα.
Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ειδωθεί στο βάθος.
Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλο αυτό με θεσπέσια λεπτομέρεια, ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό.
Ένα ζεστό απόγευμα, ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε μία παρέλαση που περνούσε.
Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική - μπορούσε να τη δει στο μάτι του μυαλού του καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο το απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις.
Μέρες, βδομάδες και μήνες πέρασαν.
Ένα πρωί, η πρωινή νοσοκόμα ήρθε να τους φέρει νερά για το μπάνιο τους μόνο για να δει το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο, ο οποίος πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του.
Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς να πάρουν το νεκρό σώμα.
Όταν θεωρήθηκε πρέπον, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί δίπλα στο παράθυρο.. Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή, και εφ' όσον σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο.
Σιγά, επώδυνα, στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο..
Πάσχισε να γείρει να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι.
Αντίκρισε ένα λευκό τοίχο.
Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα τι θα μπορούσε να ανάγκασε το συχωρεμένο συγκάτοικό του ο οποίος περιέγραφε τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο.
Η νοσοκόμα αποκρίθηκε πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο.

Πρόσθεσε,   « 'Ίσως ήθελε απλά να σου δώσει θάρρος.»

Από e-mail  9ος του 2008
anavaseis.blogspot.com

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Τοῦ ᾿Αββᾶ ᾿Ιουστίνου Πόποβιτς ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

 

Η χριστοειδής καρδία του κόσμου
       Και δω σε μας δουλεύουν σκληρά μα δουλεύουν δίχως προσευχή. Και σε μας υπάρχει σκέψη μα σκέ­ψη δίχως προσευχή. Φαίνεται πώς όλοι, συνειδητά και ασυνείδητα, πασχίζουν να αλλάξουν την από Χριστού δοσμένη οικονομία της εκκλησιαστικής ζωής, να την φτιάξουν κατ' εικόνα και ομοίωση δική τους. Στην θέση της εικόνος του Χριστού ν' αποτυπώσουν την δική τους εικόνα, να καταλάβουν το μέρος της ει­κόνος. Όλα αυτά όμως, λίγο ή πολύ, αγγίζουν τα όρια της ανταρσίας: απέρριψαν τον από Χριστού ορισμένο οικονόμο, την προσευχή, από τον οίκο της προσευ­χής και νευρικά εισήγαγαν τούς νομικούς και συνταγ­ματικούς και τούς επιστημοφιλοσοφικούς οικονό­μους, αυτούς τούς στερημένους από χάρη και προσευ­χή·
       Είναι φοβερά και απελπιστικά πολλοί, πάμπολλοι εκείνοι πού εξυμνούν (θεοποιούν) το «πνεύμα των και­ρών», το ενθρονίζουν στην καθέδρα της διανοίας τους, το προσκυνούν ως βασιλέα και θεό τους, του προσφέρουν θυσίες νομίζοντας ότι προσφέρουν υπη­ρεσία στον Χριστό. Γι' αυτούς δεν είναι το Αιώνιο κριτήριο για τον χρόνο, αλλά ό χρόνος για την αιωνιότητα. Δεν νιώθουν πώς ό χρόνος δίχως την Αιω­νιότητα είναι το πιο φρικιαστικό μεταφυσικό τέρας το όποιο σχεδιάζει κακοποιημένες φιγούρες της ζωής παρμένες από το φυσικό χώρο, πλάθει την ύλη σαν άλλο ζυμάρι και την καταβροχθίζει με λαιμαργία. Και ό Χριστός; Αυτός ό περίεργος Χριστός; - Για την χριστομάχο υψηλοφροσύνη δεν είναι παρά μία τελειωμέ­νη ιστορία στα μεθυσμένα στόματα της τραγωδίας πού έχει μεθύσει τον πλανήτη.
* Ό Χριστός, ή απτή Του παρουσία, το θελκτικό Του πρόσωπο, είναι για μένα ή αναγκαιότερη των α­ναγκαιοτήτων. Ποθώντας συνεχώς Εκείνον, πώς να μην αποκάμει ή ψυχή μου στην προσευχή; Μα μήπως μπορώ να Τον προσεγγίσω και αλλιώς παρά μονάχα με την προσευχή; Ποιος είμαι εγώ για να φιλοσοφή­σω, για να φιλοσοφώ περί Εκείνου δίχως προσευχή;
 
Ανθρωποφάγοι ή η αγάπη της αυτοθυσίας
 
* Σήμερα, λίγοι είναι οι άνθρωποι πού έχουν υγιή φιλοσοφική αίσθηση. Συνήθως, τα γεγονότα εκτιμώ­νται αποσπασματικά και πολύ σπάνια, μέσα στην ορ­γανική τους πληρότητα. Ή εγωιστική αυτοτύφλωση, ατομικού, εθνικού ή και ταξικού χαρακτήρα, φράζει τον νου του άνθρωπου προς κάθε κριτική προοπτική και έτσι αυτός βασανίζεται μέσα στην προσωπική του κόλαση. Δεν υπάρχει διέξοδος αφού δεν υπάρχει φι­λανθρωπία. Οι Ευρωπαίοι μεταλλάσσονται ραγδαία σε ανθρωποφάγους επειδή με την αυτάρκεια τους στέ­ρησαν από τον εαυτό τους την ικανότητα για μια ζώ­σα αίσθηση της ευαγγελικής αγάπης. Γιατί μονάχα ή ευαγγελική και Χριστοειδής αγάπη υποτάσσει κάθε μορφή ανθρωπίνου εγωισμού και αυτάρκειας. Μια τέ­τοια αγάπη σημαίνει πάντοτε την αυτοθυσία. Δεν μπο­ρεί ό άνθρωπος να εξέλθει από αυτήν την δαιμονική τάση προς αμαρτία αν δεν μεταδώσει την ψυχή του στους άλλους μέσα από την άσκηση της αυτοθυσιαζομένης αγάπης, υπηρετώντας τους με ευαγγελική αφο­σίωση και ειλικρίνεια.
       Μεγάλη χαρά μου προξενεί πάντοτε, όταν ανάμε­σα στους διανοούμενους συναντήσω κάποιαν ανθρώ­πινη ύπαρξη ή οποία κατά την ιστοριοσοφία της δεν εμπίπτει στο χώρο της ζωολογίας. Συγχωρήστε μου το παράδοξο της διαπίστωσης μα μου το επιβάλλει ή εμπειρία μου.
Το πιο εμφανές σημείο της χριστιανικής φιλίας είναι το ακόλουθο: να θυμάσαι τον φίλο σου στις κα­θημερινές σου προσευχές.

http://www.impantokratoros.gr/075B7475.el.aspx 

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Εὐαγγέλιο ᾿Αγάπης στήν ᾿Ομηρική Διάλεκτο συνταχθέν ὑπό ὁσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου




Τό Εὐαγγέλιο τοῦ ῾Εσπερινοῦ τῆς "ΑΓΑΠΗΣ" τοῦ Πάσχα, αὐτό πού συνήθως λέγεται καί σέ πολλές γλῶσσες, ἔχει παραφρασθεῖ καί στήν ῾Ομηρική Διάλεκτο, σέ ἡρωϊκό ἑξάμετρο, ἀπό τόν ῞Αγιο Νικόδημο τόν ῾Αγιορείτη καί ψάλλεται ἀπό χορό σέ ἀρχαῖο μέλος. Παραθέτουμε τό κείμενο, γιά τούς ἐνδιαφερομένους, πού τό ἀκοῦν ἄλλωστε, ὁπωσδήποτε ἀπό τόν χορό τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ ᾿Αθηνῶν κάθε χρόνο στόν ῾Εσπερινό τῆς "᾿Αγάπης", καί ἀπό ἀλλοῦ, ἀλλά δέν ἔχουν τό κείμενο.
῎Οφρα κε νωιτέροισιν ἐν οὔασι πάγχυ βάλωμεν,
Θέσφατον, ἱμερόεσσαν, ἁγνήν, Εὐάγγελον ὄππα,
Μειλίξωμεν ῎Ανακτα Θεόν, μέγαν, οὐρανίωνα.
᾿Ιθυγενείς· Σοφίη. Εὐαγγελίοιο κλύωμεν.
Εἰρήνη χαρίεσσ᾿ ἐπ᾿ ἀπείρονα δῆμον ἐσεῖται.
᾿Εκ δ᾿ ἀρ᾿ ᾿Ιωάνοιο, τόδ᾿ ἔστι βροντογόνοιο.
᾿Αλλ᾿ ἄγετ᾿ ἀτρεμέσι χρησμούς λεύσωμεν ὀπωπαῖς.

Εὖτε δή ἠέλιος φαέθων ἐπὶ ἕσπερον ἦλθε.
Καὶ σκιόωντο ἀγυιαί, ἐπὶ χθονὶ πολυβοτείρη,
῎Ηματι ἐν πρώτῳ, ὅτε τύμβου ἆλτο Σαωτήρ,
Κληϊσταὶ δὲ ἔσαν θυρίδες πυκινῶς ἀραρυῖαι,
Βλῆντο δὲ πάντες ὀχῆες ἐϋσταθέος μεγάροιο
῎Ενθα μαθηταί, ὁμοῦ τε ἀολλέες ἠγερέθοντο,
Μυρόμενοι θανάτῳ ἐπ᾿ ἀεικέϊ Χριστοῦ ῎Ανακτος,
Καὶ χόλον ἀφραίνοντα ᾿Ιουδαίων τρομέοντες,
῎Ηλυθε δὴ τότε Χριστὸς ῎Αναξ θεοειδέϊ μορφῇ
῎Εστη δ᾿ ἐν μεσσάτῳ ἀναφανδόν, καὶ φάτο μῦθον.
Εἰρήνη ὑμῖν φίλη, ἡσυχίη τ᾿ ἐρατεινή.
῾Ως εἰπών, ἐπέδειξεν ἐὴν πλευρὴν ἠδὲ χείρας·
Γήθησαν δὲ μαθηταί, ἐπί ἴδον Εὐρυμέδοντα.

Τούς δ᾿ αὖτις προσέειπεν ᾿Ιησοῦς οὐρανοφοίτης·
Εἰρήνη ὑμῖν φίλη, ἡσυχίη τ᾿ ἐρατεινή·
῾Ως ἐμὲ πέμψε Πατήρ, ὅς ὑπέρτατα δωμᾶτα ναίει,
῟Ωδ᾿ ἐγὼ ὑμέας εἰς χθόνα πέμπω εὐρυόδειαν.
῾Ως ἄρα φωνήσας, μύσταις ἔμπνευσ᾿ ἀγορεύων·
Πνεῦμα δέχνυσθ᾿ ἅγιον φαεσίμβροτον, ὑψιθόωκον·
῟Ων μέν ἀτασθαλίας θνητῶν ἀφέητ᾿ ἐπὶ γαῖαν,
Τοῖσιν ἦ που ἀφίενται ἐπ᾿ οὐρανὸν ἀστερόεντα,
῟Ων δ᾿ ἀρ᾿ ἐπεσβολίας ὑπερφιάλων κρατέητε,
Τοῖσιν ἁλυκτοπέδης κεῖναι σθεναρῶς κρατέονται.

Θωμᾶς δ᾿ ᾧ ἐπίκλησις ἅπασι Δίδυμος ἀκούειν,
Οὐχ ἅμα τοῖς ἄλλοις μύσταις πρίν ὁμώροφος ἔσκε,
᾿Ιησοῦς ὅτ᾿ ἔβη εἴσω μελάθροιο ἑταίρων.
῎Ιαχον οὖν ἄλλοι τούτῳ ἐρίηρες ἑταῖροι·
Εἴδομεν ὀφθαλμοῖσιν ᾿Ιησοῦν Παγκρατέοντα.
Τούς δ᾿ ἀπαμειβόμενος Θωμᾶς προσέφησεν ἀτειρής·
῎Ιχνια ἥν μὴ ἴδω μετὰ χείρεσιν ἡλοτορήτῃς,
Δάκτυλον ἐμβάλω τε ἐκείνου ἔνδοθι χειρός,
Χεῖρά τ᾿ ἐμὴν εἴσω πλευρῆς οἱ ῥεῖα βαλοίμην,
Οὔποτε ὑμετέροισι λόγοις κεφαλῇ κατανεύσω.