"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυροφόρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυροφόρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Κυριακή τῶν Μυροφόρων - ῾Η χριστιανικὴ ἀνδρεία / Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου


Η χριστιανική ανδρεία

(Ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)

ΤΟ εὐαγγέλιο σήμερα, ἀγαπητοί μου,εἶνε σχετικὸ μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν μυροφόρων.Νοερῶς μᾶς μεταφέρει στὰ μεγάλα ἐκεῖνα γεγονότα ποὺ ἔγιναν τὴ Μεγάλη Παρασκευή.
Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, ὁ Κύριος συνελήφθη τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ὡδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ Ἄννα καὶ τοῦ Καϊάφα, καὶ τὶς πρωινὲς ὧρες, ὅταν ἄνοιξε τὸ πραιτώριο,ἔγινε ἡ δίκη του ἐνώπιον τοῦ ῾Ρωμαίου πραίτωρος. Ὁ Πιλᾶτος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια νὰ ἀθῳώσῃ τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ στὸ τέλος δὲν μπόρεσε ν᾽ ἀντισταθῇ στὴν κακία τῶν ἐχθρῶν του. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ὑποκύψῃ εἶνε ὁ φόβος μήπως γίνῃ δυσάρεστος στὸν καίσαρα. Ἔτσι ὑπέγραψε τὴν καταδίκη. Ἡ ὥρα ποὺ ὑπέγραψε ἦταν 9 τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, καὶ στὶς 12 τὸ μεσημέρι ὁ Ἰησοῦς ἐσταυρώθη στὸ Γολγοθᾶ.
πάνω στὸ σταυρὸ δὲν ἔμεινε πολύ. Στὶς 3 τὸ ἀπόγευμα ὁ Ἐσταυρωμένος ἐξέπνευσε.Οἱ ὧρες ποὺ ἀκοῦμε στὸ Εὐαγγέλιο εἶνε τοῦ ἑβραϊκοῦ ὡρολογίου· ὅταν λέῃ «ὥρα ἕκτη»ενε ἡ 12η μεσημβρινή, κι ὅταν λέῃ «ρα ἐνάτη» εἶνε ἡ 3η ἀπογευματινή.Ὁ Κύριός μας δηλαδὴ δὲν ἔμεινε στὸ σταυρὸ περισσότερο ἀπὸ τρεῖς ὧρες καὶ ἡ συντομία αὐτὴ προκάλεσε στὸν Πιλᾶτο ἀπορία·«ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε»(Μᾶρκ.15,44). Οἱ κατάδικοι συνήθως ἄντεχαν πολλὲς ὧρες ἢ καὶ ἡμέρες· ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ὀσμὴ τοῦ αἵματος τραβοῦσε τὰ σκυλιά,ποὺ ὡρμοῦσαν κ᾽ ἔκοβαν ἀπὸ τὶς σάρκες τους,καὶ τὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ κατέβαιναν καὶτοὺς βγαζαν τὰ μάτια· στὸ τέλος στοὺςσταυροὺς ἔμεναν μόνο τὰ κόκκαλα, θέαμα ἀποτρόπαιο.
Νεκρὸς πλέον ὁ Κύριος πάνω στὸ σταυρό. Ποιός τώρα θὰ φροντίσῃ, ποιός θὰ πάῃνὰ τὸν ἀποκαθηλώσῃ,νὰ τὸν ξεκρεμάσῃ, καὶ νὰ τοῦἀποδώσῃ τὶς τελευταῖες τιμές; Θὰ περίμενεκανεὶς αὐτὸ νὰ τὸ κάνῃ κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, κάποιος ἀπὸ τὸν στενὸ κύκλο τῶν γνωρίμων καὶ φίλων, κάποιος ἀπὸ τοὺς τόσους ποὺ εὐεργέτησε. Κανείς ὅμως δὲν φαίνεται.
Ὅλοι φοβήθηκαν. Ἕνας μόνο παρουσιάζεται· «Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής»(ἔ.ἀ.15,43). Αὐτὸς τολμᾷ, ἐμφανίζεται ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου, ζητάει τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸπαίρνει καὶ κάνει τὴν ταφὴ μὲ κάθε τιμή.
Ὁ Ἰωσὴφ ζήτησε τὸ σῶμα ἑνὸς καταδίκου. Μὲ τὸ διάβημα αὐτὸ κινδύνευε νὰ πέσῃ στὴ δυσμένεια τῶν Ἰουδαίων, νὰ γίνῃ μισητός. Κινδύνευε νὰ χάσῃ τὴ θέσι του – καὶ εἶχε μεγάλη θέσι ὡς μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου. Οὔτε τὰ σχόλια ὅμως οὔτε τὶς εἰρωνεῖεςοὔτε τὸ διωγμ οτε τὴ θέσι οτε τὴν περιουσία ὑπολόγισε.Θεώρησε ἱερὸ καθῆκον νὰ κηδεύσῃ τὸ ἄχραντο σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εὐλογημένη ἡ πρω-τοβουλία του, εὐλογημένα τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια του. Αὐτὸς καὶ ὁ Νικόδημος πρωτοστάτησαν στὸ ἱερὸ τοῦτο καθῆκον ἀπέναντι στὸ μεγάλο Νεκρό.«Τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ»(ἔ.ἀ.).
Μεγάλη ἡ τόλμη τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ μεγαλύτερη τόλμη ἔδειξαν σήμερα οἱ μυροφόρες γυναῖκες. Ἐνῷ οἱ μαθηταὶ φοβισμένοι εἶνε κλεισμένοι μέσα καὶ δὲν τολμοῦν νὰ βγοῦν, αὐτὲς βγαίνουν στὸ δρόμο καὶ ἔξω ἀπὸ τὴνπόλι νύχτα,«σκοτίας ἔτι οὔσης»(Ἰω.20,1), γιὰ νὰἐκτελέσουν καὶ αὐτὲς τὸ ἱερὸ χρέος ἀπέναν-τι στὸν Κύριό μας. Τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τὶς ἔκανε νὰ δείξουν τέτοιον ἡρωισμὸ καὶ αὐταπάρνησι; Ἡ ἀγάπη στὸ Χριστό. Ὅταν αὐτὴ ἀνάψῃστὴν καρδιά, ὁ ἄνθρωπος τολμᾷ.
Ἐμεῖς ἔχουμε ἀγάπη στΧριστό;γάπη στὸ παιδί, στὴ σύζυγο, στὰ χρήματα, σὲ ὑλικὰ καὶ ἐγκόσμια πράγματα ἔχουμε· ἀγάπη στὸ Χριστὸ δὲν ἔχουμε. Ὅποιος ἔχει μέσα του τὴ φωτιὰ τῆς ἀγάπης στὸ Χριστό, ὅλα τὰ ποτάμια καὶ οἱ ὠκεανοὶ δὲν μποροῦν νὰ τὴ σβήσουν.
Ὤ καὶ νὰ μποροῦσα νὰ σᾶς παρουσιάσω τὴν τόλμη τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Νικοδήμου καὶ τῶν μυροφόρων γυναικῶν! Αὐτοὶ εἶνε γιὰ μᾶς παράδειγμα ἀνδρείας. Κι ὅταν λέω ἀνδρεία δὲν ἐννοῶ τὴ σωματική. Αὐτὴ εἶνε κάτι φυσικό. Ἡ ἀξία δὲν εἶνε στὰ κορμιὰ τὰ εὔρωστα ποὺ τρέχουν στὸ στίβο καὶ δίνουν κλωτσιὲς στὰ γήπεδα. Χωρὶς νὰ περιφρονοῦμε τὸ σῶμα, ἡ ἀξία μεγάλη δὲν εἶνε ἐκεῖ, στοὺς μυῶνες καὶ τὰ νεῦρα. Κι ὁ Γολιὰθ ἦταν σωματώδης, ἕνα πελώριο ὄν, ἕνα βουνὸ ἀπὸ σάρκες· ἀλλὰ μέσαἐκεῖ κατοικοῦσε μιὰ μικρὰ ψυχή. Ὅταν λέμε ἀνδρεία ἐννοοῦμε τὴν ψυχικὴ ἀνδρεία, τὴν χριστιανικὴ ἀνδρεία, ἐκείνη ποὺ νικάει κάθε ἐμπόδιο στὴ ζωή. Μπορεῖ ἕνας νὰ εἶνε ἀσθενικός, νὰ μὴ μπορῇ νὰ κρατήσῃ οὔτε τὸ πιρούνι, κι ὅμως μέσα σ᾽ αὐτόν, ποὺ βρίσκεται στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου, νὰ κατοικῇ μία ψυχὴ οὐρανομήκης. Τί ἦταν ὁ φτωχὸς Λάζαρος τοῦ Εὐαγγελίου(βλ. Λουκ.16,19-31); Ἕνα ἕλκος, μιὰ πληγή. Καὶ ὅμως μέσα του κατοικοῦσε μία ψυχὴ ἡρωική. Τί ἦταν ὁ Ἰώβ; Ἀσθενὴς ἀπὸ τὸ κεφάλι μέχρι τὰ πόδια· ἀλλὰ μέσα του κατοικοῦσε ψυχὴ γενναία. Ψυχὴν«ἀνδρείαν τίς εὑρήσει»
(Παρ.31,10), ποὺ δὲν ὑπολογίζει κινδύνους; Τέτοια ἀνδρεία ἔχουμε ἀνάγκη. Ὁ διάβολος ἐνσπείρει μέσα μας δειλία. Κι ὅπως ὁ δειλὸς στρατιώτης γίνεται προδότης τῆς πατρίδος, πετάει τὸ ὅπλο καὶ φεύγει, ἔτσιὁ δειλὸς χριστιανὸς γίνεται προδότης τοῦ Χριστοῦ. Σκορπάει φόβο ὁ διάβολος. Κάθε φορὰ ποὺ πρόκειται νὰ ἐκτελέσουμε κάποιο καθῆκον ἱερὸ ἀπέναντι ἢ τῆς οἰκογενείας ἢ τῆς πατρίδος ἢ τῆς θρησκείας μας, ἔρχεται ὁ φόβοςκαὶ μᾶς παραλύει. Θέλετε παραδείγματα; Κοσμικοὶ ἄνθρωποι σὲ καλοῦν σὲ τραπέζι καὶ δὲν τολμᾷς νὰ κάνῃς τὸ σταυρό σου, γιατὶ φοβᾶσαι τὰ σχόλια καὶ τὶς εἰρωνεῖες. Ὁ φόβος μήπως μᾶς ποῦν καθυστερημένους, ἔξω τόπου καὶ χρόνου, ἀνθρώπους τοῦ μεσαίωνος, σείει τὶς χριστιανικὲς συνειδήσεις. Ὁ ἕνας δὲν νηστεύει, γιατὶ φοβᾶται μήπως ἀρρωστήσῃ. Ὁ ἄλλος δὲν ἐλεεῖ, γιατὶ φοβᾶται μήπως φτωχύνει. Ὁ ἄλλος δὲν συγχωρεῖ, γιατὶ φοβᾶται πὼς θὰ τὸν θεωρήσουν ἀδύναμο. Ὁ ἄλλος ἀρνεῖται τὴν ἀλήθεια καὶ ὁρκίζεται ψέματα ἐπάνω στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο γιατὶ φοβᾶται τὶς συνέπειες…
Ἀδελφοί μου, ἡ ἀνδρεία ποὺ ἔδειξαν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος καὶ οἱ μυροφόρες γυναῖκες εἶνε ὑπόδειγμα γιὰ μᾶς.Ὁ καθένας μας εἶνε ἕνας«στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ»΄Τιμ.2,3). Νὰ εἴμαστε λοιπὸν ἀνδρεῖοι. Στρατιώτης καὶ φόβος δὲν συμβιβάζονται, Χριστιανὸς καὶ φόβος δὲν ταιριάζουν. Ἡ λέξι φόβος ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸ λεξικὸ τοῦ Χριστιανοῦ.
Δὲν γνωρίζω ἄλλον πιὸ ἀτρόμητον ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Χριστιανό. Ἐν φοβᾶσαι, δὲν εἶσαι πραγματικὸς Χριστιανός. Μὴ φοβᾶσαι κανένα.Ποιόν φοβᾶσαι ἀλήθεια, μήπως κάποιον ἄνθρωπο ποὺ σὲ ἀπειλεῖ; Ὁ Χριστὸς εἶπε·«Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι»· αὐτοὶ μόνο τὸ σῶμα μποροῦν νὰ φονεύσουν, τὴν ψυχὴ δὲν μποροῦν νὰ τὴν πειράξουν (Ματθ.10,28). Ποιόν φοβᾶσαι, τὸν κόσμο; Ὁ Κύριος εἶπε·«Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω.16,33). Ποιόν φοβᾶσαι, τὸν διάβολο; Ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμα ἀνοίξῃ ὁ ᾅδης καὶ βγοῦν ὅλοι οἱ δαίμονες καὶ πλημμυρήσουν οἱ δρόμοι ἀπ᾽ αὐτούς,Χριστιανὸς θυμᾶται τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· Σᾶς δίνω τὴ δύναμι νὰ πατᾶτε τὸν ἐχθρό.«Ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦπατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ»ουκ.10,19). Τί φοβᾶσαι, τὸν θάνατο; Ἀλλὰ ὁ Χριστιανὸς ἔχει τὸ Χριστό, ποὺ εἶνε«ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή»(Ἰω. 11,25). Νὰ ζήσουμε λοιπὸν μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα.
Ἐὰν νιώθουμε δειλία, μὴ λησμονοῦμε ὅτι στὴν Ἀποκάλυψι ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶδε μιὰ λίμνη πυρός, γεμάτη φλόγες, καὶ μέσασ᾽ αὐτὴν ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς· καὶ πρώτους - πρώτους εἶδε ποιούς; τοὺς δειλούς(βλ.Ἀπ. 21,8). Ζοῦμε σὲ χρόνια ἀποκαλυπτικά. Οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ σταθοῦμε ἀνδρεῖοι. Ἂν ὑπῆρχαν στὸν τόπο μαςἑκατὸ ἀνδρεῖοι Χριστιανοὶ καὶ Χριστιανές, διαφορετικὴ θὰ ἦταν ἡ κατάστασι. Ζοῦμε σὲ κόσμο κολακείας· δὲν λέμε ἀλήθεια, τὸν διάβολοτὸν λέμε ἄγγελο. Γι᾽ αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ πᾶμε μπροστά. Ἀνδρεῖοι νὰ εἴμαστε. Τίποτα μὴ φοβᾶσαι παρὰ μόνο τὸ Χριστό. Ψηλὰ τὰ λάβαρα! Τὴνἀλήθεια παντοῦ. Νὰ εἴμαστε συμπαραστάτεςτῶν γενναίων μαχητῶν. Διότι, ἐὰν οἱ Χριστιανοὶ σκεπτώμαστε τὸ συμφέρον, τὰ χρήματα καὶ τὴν περιουσία μας, νὰ τὸ θυμᾶστε, θὰ ἐπικρατήσουν οἱ ἄθεοι. Ἐν δὲν σταθοῦμε ἀνδρεῖοι,θὰ χάσουμε καὶ πατρίδα καὶ σπίτια καὶ τὰ πάντα. Ψηλὰ τὸ φρόνημα, στὸν οὐρανό! Μόνοἔτσι θὰ κρατήσουμε τὸν τόπο μας στὸ δρόμοτοῦ Θεοῦ, θὰ καθαρίσουμε τὴν ἐκκλησία ἀπὸτὰ ἀνάξια στελέχη της, καὶ θὰ βαδίσουμε ψη-λά, πρὸς ἕνα μεγάλο προορισμό, ποὺ ἔχει ἡἘκκλησία μας, τὸ γένος καὶ καὶ ἡ φυλή μας.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Ἀκαδημίας Πλάτωνος - Ἀθῆναι τὴν 1-5-1960. 

Πηγή:http://aktines.blogspot.com

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ. ῾Ομιλία εἰς τήν Κυριακήν τῶν Μυροφόρων.


ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
 
῾Ομιλία εἰς τήν Κυριακήν τῶν Μυροφόρων

(Όπου και αναφέρεται ότι πρώτη ή Θεοτόκος είδε τον Κύριο μετά την εκ νεκρών ανάστασί του)

Η ανάστασις του Κυρίου είναι ανανέωσης της ανθρωπινής φύσεως. Και για τον πρώτο Αδάμ, πού λόγω της αμαρτίας καταπόθηκε από τον θάνατο και δια του θανάτου επέστρεψε στην γη, από οπού πλάσθηκε, είναι αναζώωσις και ανάπλασης και επάνοδος προς την αθάνατη ζωή. Εκείνον λοιπόν στην αρχή κανένας άνθρωπος δεν τον είδε να πλάθεται και να παίρνει ζωή (αφού κανένας άνθρωπος δεν υπήρχε ακόμη εκείνη την ώρα). Όταν όμως έλαβε την πνοή της ζωής με το θείο εμφύσημα, πρώτη από όλους τους άλλους τον είδε μια γυναίκα (διότι ή Εύα στάθηκε ό πρώτος άνθρωπος μετά από εκείνον).

Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν και τον δεύτερο Αδάμ, δηλαδή τον Κύριο, όταν ανίστατο από τους νεκρούς, κανένας άνθρωπος δεν τον είδε (αφού κανείς δικός του δεν παρευρισκόταν εκεί και οι στρατιώτες πού φύλαγαν το μνήμα, ταραγμένοι από τον φόβο, είχαν γίνει ώσει νεκροί). Μετά την ανάσταση όμως, πρώτη από όλους τους άλλους τον είδε μία γυναίκα, όπως ακούσαμε να μας ευαγγελίζεται σήμερα ό Μάρκος. Διότι λέγει: αναστάς ο Ιησούς πρωί πρώτη Σαββάτου εφάνη πρώτον Μαρία τη Μαγδαληνή.

Βέβαια ό Ευαγγελιστής φαίνεται σαν να δήλωσε σαφώς και την ώρα πού αναστήθηκε ό Κύριος, δηλαδή το πρωί, και ότι πρώτα εμφανίσθηκε στην Μαρία την Μαγδαληνή και ότι

εμφανίσθηκε την ίδια την ώρα της αναστάσεως. Όμως δεν λέει έτσι, όπως θα γίνει φανερό αν προσέξουμε λίγο. Διότι λίγο πιο πάνω και σε συμφωνία με τους άλλους Ευαγγελιστές λέγει κι αυτός ότι αυτή ή ίδια Μαρία έχοντας μαζί της και τις άλλες Μυροφόρες ήλθε και νωρίτερα στον τάφο και τον είδε αδειανό και έφυγε. Αρα ό Κύριος αναστήθηκε πολύ νωρίτερα από το πρωί πού τον είδε αύτη. Επισημαίνοντας μάλιστα και την ώρα εκείνη ό Ευαγγελιστής, δεν είπε απλώς πρωί, όπως εδώ, αλλά λίαν πρωί. Επομένως ανατολή ηλίου ονομάζει εκεί το αμυδρό φως πού πρωτοεμφανίζεται στον ορίζοντα, το οποίο υπονοώντας και ό Ιωάννης λέγει ότι ή Μαρία ή Μαγδαληνή ήλθε πρωί σκοτίας έτι ούσης εις το μνημείων και είδε τον λίθον ηρμένων εκ του μνημείου.

Και κατά τον Ιωάννη, αυτή τότε δεν ήλθε μόνο προς το μνήμα, άλλα και έφυγε από το μνήμα, χωρίς να εχη δει ακόμη τον Κύριο. Διότι τρέχει και έρχεται προς τον Πέτρο και τον Ιωάννη και αναγγέλλει όχι ότι αναστήθηκε ό Κύριος, αλλά ότι τον πήραν από τον τάφο. Αρα δεν γνώριζε ακόμη την ανάστασι. Συνεπώς ή Μαρία δεν ήταν άπλα ή πρώτη στην οποία εμφανίσθηκε ό Κύριος, αλλά ή πρώτη μετά την πλήρη έλευση της ημέρας.

Υπάρχει λοιπόν κάτι πού αναφέρεται συγκεκαλυμμένα από τους Ευαγγελιστές, το όποιο και θα αποκαλύψω στην αγάπη σας. Διότι το ευαγγέλιο της αναστάσεως του Κυρίου, πρώτη από όλους τους άλλους ανθρώπους, όπως ήταν και πρέπον και δίκαιο, ή Θεοτόκος το δέχθηκε από τον Κύριο και αυτή πριν από όλους τον είδε αναστημένο και απόλαυσε τη θεία του ομιλία. Και όχι μόνο τον είδε με τα μάτια της και τον άκουσε με τα αυτιά της, αλλά και άγγισε, πρώτη αυτή και μόνη, τα άχραντα πόδια του, έστω κι αν δεν τα λένε φανερά όλα αυτά οί Ευαγγελιστές, μη θέλοντας να παρουσιάσουν την μητέρα σαν μάρτυρα της αναστάσεως και δώσουν έτσι αφορμή υποψίας στους απίστους. Εμείς όμως τώρα με την χάρι του Άναστάντος ομιλούμε σε πιστούς και ή υπόθεσης της εορτής μας αναγκάζει να διευκρινίσουμε τα σχετικά με τις Μυροφόρες. Για αυτό, αφού μας παρέχει την άδεια του λόγου εκείνος πού είπε ουδέν κρυπτόν ό ου φανερό γεννήσετε, θα κάνουμε ώστε και αυτό το κρυπτόν νά φανερωθή.

Μυροφόρες είναι λοιπόν οί γυναίκες πού ακολουθούσαν μαζί με την Μητέρα του Κυρίου και παρέμειναν μαζί της κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου. Τον καιρό δηλαδή πού ό Ιωσήφ και ό Νικόδημος ζήτησαν και έλαβαν από τον Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το ξεκρέμασαν από τον σταυρό, το περιέκλεισαν σε σάβανα μαζί με πολύ παχύρρευστα αρώματα, το τοποθέτησαν μέσα σε λαξευτό μνημείο κι έβαλαν μία μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν εκεί κατά τον Ευαγγελιστή Μάρκο και παρακολουθούσαν ή Μαρία ή Μαγδαληνή και ή άλλη Μαρία καθήμενοι απέναντι του τάφου. Με την φράση και ή άλλη Μαρία υποδηλώνεται αναμφίβολα ή Θεομήτωρ. Διότι αυτή εκαλείτο και Ιακώβου και Ίωση μήτηρ, επειδή εκείνοι ήταν γιοι του Ιωσήφ του Μνήστορος. Δεν παρευρίσκονταν δε μόνο αυτές εκεί παρατηρώντας, όταν ενταφιάζονταν ό Κύριος, άλλα και άλλες γυναίκες, όπως εξιστόρησε ό Λουκάς γράφοντας: κατακολουθήσασαι δε γυναίκες, αίτινες ήσαν συνεληλυθυίαι ούτω εκ της Γαλιλαίος, εθεάσαντο το μνημείων και ως ετέθη το σώμα αυτού ήσαν δε ή Μαγδαληνή Μαρία και Ιωάννα και Μαρία Ίακώβον και αι λοιποί συν αυταίς.
αφού δε επέστρεψαν, λέει, αγόρασαν αρώματα και μύρα. Διότι ακόμη δεν είχαν καταλάβει ακριβώς ότι Αυτός είναι στ' αλήθεια ή οσμή της ζωής για όσους τον πλησιάζουν με πίστη (όπως ακριβώς είναι και οσμή θανάτου για όσους μένουν έως τέλους απειθείς), και οσμή ιματίων αυτού, δηλαδή του ιδίου του σώματος Του, είναι όπερ πάντα τα αρώματα και μύρον εκκενωθέν όνομα αυτώ, με το οποίο και γέμισε από θεία εύωδία την οικουμένη. Άλλα ετοιμάζουν μύρα και αρώματα, άφ' ενός μεν για να τιμήσουν τον κείμενο νεκρό, άφ' ετέρου δε επινοώντας με το άλειμμα αυτό και κάποια παρηγοριά γι' αυτούς πού θα ήθελαν να παραμείνουν κοντά στο σώμα, καθώς αυτό θα ανέδιδε την δυσωδία της σήψεως.

Αφού λοιπόν ετοίμασαν τα μύρα και τα αρώματα, το μεν Σάββατο ησύχασαν κατά την εντολή . Διότι ακόμη δεν είχαν καταλάβει τα αληθινά Σάββατα ούτε είχαν γνωρίσει εκείνο το υπερευλογημένο Σάββατο πού μεταβιβάζει την ανθρώπινη φύση μας από τα σπήλαια του Αδη στο ολόφωτο και θειο και ουράνιο ύψος. Τη δε μια των Σαββάτων, όρθρου βαθέως, όπως λέγει ό Λουκάς, ήλθον επί το μνήμα, φέρουσα ετοίμασαν αρώματα. Ό δε Ματθαίος λέγει: όψε Σαββάτων, τη επιφωσκούση εις μίαν Σαββάτων και ότι δύο ήταν αυτές πού προσήλθαν ενώ ό Ιωάννης: πρωί σκοτίας έτι ούσης και ότι μία, ή Μαγδαληνή Μαρία, ήταν αυτή πού προσήλθε ό δε Μάρκος: λίαν πρωί της μιας Σαββάτων και ότι τρεις ήταν αυτές που προσήλθαν.

«Μίαν Σαββάτων» λοιπόν ονομάζουν όλοι οι ευαγγελιστές την Κυριακή. «Οψέ Σαββάτων» δε και «όρθρον βαθύν» και «λίαν πρωί» και «πρωί σκοτίας έτι ούσης» ονομάζουν περίπου τον χρόνο του όρθρου, όταν το φως είναι ανάμικτο με το σκοτάδι. Είναι δε όρθρος από την στιγμή που θα αρχίσει να φωτίζει το ανατολικό μέρος του ορίζοντος προαναγγέλλοντας έτσι τον ερχομό της ημέρας. Αυτό το σημείο παρατηρώντας κανείς από μακριά, μπορεί να το δη να αρχίζει να ροδίζει με φως γύρω στην ενάτη ώρα της νυκτός, έτσι ώστε μέχρι την πλήρη ήμερα να υπολείπονται άλλες τρεις ώρες.

Βέβαια κατά κάποιο τρόπο, οι ευαγγελιστές φαίνονται να διαφωνούν μεταξύ τους, τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών. Κι αυτό, γιατί όπως είπα, και πολλές ήταν οι Μυροφόρες, και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, άλλα και δεύτερη και τρίτη, και καθ' ομάδας μεν, άλλ' όχι πάντοτε οί ίδιες, και όλες μεν κατά τον όρθρο, όχι όμως την ίδια ακριβώς στιγμή ή Μαγδαληνή δε ξεχώρισε και ήλθε και πάλι μόνη της και έμεινε περισσότερο. Λοιπόν κάθε ευαγγελιστής αναφέρει μία προσέλευση κάποιας ομάδος και παραλείπει τις άλλες. Όπως δε εγώ αναμετρώ και συμπεραίνω από όλους τους ευαγγελιστές και όπως το είπα και προηγουμένως, πρώτη από όλες τις άλλες ήλθε στον τάφο του Υιού και θεού της ή Θεοτόκος, έχοντας μαζί της και την Μαγδαληνή Μαρία. Και αυτό κυρίως το συμπεραίνω από τον ευαγγελιστή Ματθαίο. Διότι αυτός λέγει: ήλθε ή Μαγδαληνή Μαρία και ή άλλη Μαρία (ή οποία ασφαλώς ήταν ή Θεομήτωρ) θεωρείσαι τον τάφον. Και ίδον σεισμός εγένετο μέγας άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ ουρανού προσελθών απεκύλισε τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου και εκάθητο επάνω αυτού ην δε ή ιδέα αυτόν ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ώσει χιών από δε του φόβου αυτού εσείσθησαν οί τηρόνντες και εγένοντο ώσει νεκροί .

Όλες λοιπόν οί άλλες γυναίκες ήλθαν μετά τον σεισμό και την φυγή των φυλάκων και βρήκαν τον τάφο ανοιγμένο και τον λίθο παραμερισμένο. Ενώ ή Παρθενομήτωρ ήταν εκεί την στιγμή πού γινόταν ό σεισμός και παραμεριζόταν ό λίθος και ανοιγόταν ό τάφος και παρευρίσκονταν οί φύλακες (αν και συγκλονισμένοι βέβαια από τον φόβο γι' αυτό και μετά τον σεισμό, μόλις συνήλθαν, κοίταξαν αμέσως πώς να φύγουν και έτσι ή Θεομήτωρ απολάμβανε πιο άφοβα τη θέα). Έμενα δε μου φαίνεται ακόμη ότι γι' αυτήν πρώτη ανοίχθηκε εκείνος ό ζωηφόρος τάφος (διότι γι' αυτήν πρώτη και δι' αυτής όλα μας ανοίχθηκαν, όσα είναι επάνω στον ουρανό και όσα είναι εδώ κάτω στη γη) και ότι γι' αυτήν έλαμψε έτσι ό άγγελος ώστε αυτή δηλαδή, αν και ήταν ακόμη σκοτεινά, με πλούσιο το φως του αγγέλου, όχι μόνο τον τάφο να δη κενό, άλλα και τα εντάφια τακτοποιημένα, έτσι πού να μαρτυρούν με κάθε τρόπο την έγερση του ενταφιασθέντος.

Προφανώς δε ό ευαγγελιστής άγγελος ήταν αυτός ό ίδιος ό Γαβριήλ. Διότι μόλις την είδε να σπεύδει έτσι προς τον τάφο, αυτός πού παλιότερα της είχε πει, μη φόβου, Μαριάμ έδρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ, σπεύδει και τώρα και κατεβαίνει να πει και πάλι το ίδιο στην Αειπάρθενο και να της ευαγγελιστεί την εκ νεκρών άνάστασι εκείνου πού γεννήθηκε άσπορος από αυτήν να σήκωση τον λίθο, να επίδειξη κενό τον τάφο και τα εντάφια και έτσι να την διαβεβαίωση για την χαρμόσυνη είδηση. Διότι λέγει: αποκρίσεις ό άγγελος είπε ταίς γυναιξί μη φοβήσθε υμάς Ιησούν ζητείτε τον εσταυρωμένον; ήγέρθη ίδε ό τόπος όπου εκείτο ό Κύριος. Δηλαδή με αλλά λόγια: Αν και βλέπετε τους φύλακες συγκλονισμένους από τον φόβο, εσείς όμως μη φοβήσθε. Διότι γνωρίζω ότι ζητείτε τον Ιησούν, πού σταυρώθηκε. Σηκώθηκε, δεν βρίσκεται εδώ. Διότι αυτός, όχι μόνο δεν κρατιέται από του αδη και του θανάτου και του τάφου τις κλειδαριές και τους μοχλούς και τις σφραγίδες, αλλά είναι και Κύριος ημών των αθανάτων και ουρανίων αγγέλων και μόνος αυτός είναι Κύριος του σύμπαντος. Διότι, λέγει, ίδετε τον τόπον οπού εκείτο ό Κύριος και ταχύ πορευθείσαι είπατε τοις μαθηταίς αυτού ότι ηγέρθη από των νεκρών.

Εξελθούσαι δε, λέγει, μετά φόβου και χαράς μεγάλης. Έμενα μου φαίνεται και πάλι ότι τον μεν φόβο τον είχαν ακόμη ή Μαγδαληνή Μαρία και οί άλλες γυναίκες πού είχαν έως τότε συγκεντρωθεί. Διότι αυτές δεν κατάλαβαν την σημασία των λόγων του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να προλάβουν καλά-καλά το φως, ώστε να δουν και να αντιληφθούν με ακρίβεια το γεγονός. Ενώ την μεγάλη χαρά την δέχθηκε ή Θεομήτωρ, διότι κατενόησε τα λόγια του αγγέλου και δόθηκε ολόκληρη σ' εκείνο το φως (ως άκρως κεκαθαρμένη πού ήταν και θεϊκός κεχαριτωμένη) και από όλα αυτά γνώρισε με βεβαιότητα την αλήθεια και πίστεψε στον αρχάγγελο, αφού αυτός και από πολύ παλιότερα της είχε φανεί αξιόπιστος με τα έργα. Πώς άλλωστε από τέτοια γεγονότα στα όποια παρευρέθηκε, να μη καταλάβει ή θεόσοφος Παρθένος το τι είχε συντελεστεί; όταν είδε σεισμό, και μάλιστα μεγάλο; όταν είδε άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό, και μάλιστα αστραποβόλο; όταν είδε τη νέκρωση των φυλάκων και του λίθου την μετακινήσει και την κένωση του τάφου και το μεγάλο θαύμα των εντάφιων, που παρέμεναν αξετύλιχτα και συγκρατημένα από την σμύρνα και την αλόη και φαίνονταν σαν αδειανά από το σώμα; κι όταν ακόμη είδε την χαρμόσυνη εμφάνιση και αγγελία του αγγέλου προς αυτήν;
Αλλά αφού βγήκαν έξω μετά από αυτήν την χαρμόσυνη είδηση, ή μεν Μαγδαληνή Μαρία, σαν να μην είχε καν ακούσει τον άγγελο (αφού άλλωστε κι εκείνος δεν μίλησε γι' αυτήν), διαπιστώνει μόνο την κένωση του τάφου, χωρίς καθόλου να ενδιαφερθεί για τα εντάφια, και τρέχει προς τον Σίμωνα Πέτρο και τον άλλο μαθητή, όπως λέγει ό Ιωάννης.

Ή δε Θεομήτωρ Παρθένος, αφού ενώθηκε με άλλο όμιλο γυναικών, επέστρεφε πάλι εκεί από όπου είχε έλθει. Και ιδού, όπως λέγει ό Ματθαίος, ό Ιησούς υπήντησεν αυταίς λέγων, χαίρετε. Βλέπετε λοιπόν ότι πριν κι από την Μαγδαληνή Μαρία ή Θεομήτωρ είδε αυτόν που για την σωτηρία μας έπαθε σωματικά και ενταφιάστηκε και αναστήθηκε; Αί δε προσελθούσαι, λέγει, κράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν αύτω. Όπως δε, όταν ή Θεοτόκος άκουσε μαζί με την Μαγδαληνή Μαρία την χαρμόσυνη είδηση της αναστάσεως από τον άγγελο, μόνη αυτή κατάλαβε την σημασία εκείνων των λόγων, Έτσι και τώρα, που ήταν μαζί με τις άλλες γυναίκες, όταν συνάντησε τον Υιό και Θεό της, πρώτη από όλες τις άλλες είδε και αναγνώρισε τον άναστάντα και προσπίπτοντας άγγισε τα πόδια του και έγινε απόστολος του προς τους Αποστόλους.

Ότι δε ή Μαγδαληνή Μαρία δεν ήταν μαζί με τη Μητέρα του Θεού, όταν την συνάντησε και της εμφανίσθηκε και της μίλησε ό Κύριος, καθώς επέστρεφε από τον τάφο, το διδασκόμαστε από τον Ιωάννη. Διότι λέει: τρέχει αυτή προς Σίμωνα Πέτρο και προς τον άλλον μαθητή όν εφίλη ό Ιησούς και λέγει αυτοίς ήραν τον Κύριον εκ του μνημείου και ουκ οίδαμεν πού έθηκαν αυτόν. Αν πράγματι τον είχε δει και τον είχε αγγίσει με τα χέρια της και τον είχε ακούσει να μιλά, πώς θα έλεγε τέτοια πράγματα; ότι δηλαδή τον σήκωσαν και τον μετέθεσαν, το που όμως δεν το γνωρίζουμε; Άλλα και μετά το τρέξιμο του Πέτρου και του Ιωάννη προς τον τάφο και την εκεί θέα των οθονίων και την επιστροφή τους λέγει: Μαρία δε ειστήκει προς τω μνημείω κλαίουσα έξω. Βλέπετε ότι όχι μόνο δεν τον είχε δει ακόμη, αλλά ούτε και εξ ακοής δεν είχε πληροφορηθεί τίποτε; Και όταν την ρώτησαν οι εμφανισθέντες άγγελοι: γύναι, τι κλαίεις, εκείνη αποκρίνεται και πάλι σαν να επρόκειτο για νεκρό. Και όταν πάλι στράφηκε και είδε τον Ιησού, ούτε και τότε δεν κατάλαβε, άλλα ερωτώμενη από αυτόν γιατί κλαίει απαντά παρομοίως. Εως ότου εκείνος καλώντας την με το όνομα της , της έδειξε ότι είναι αυτός ό ίδιος. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας και αυτή και ζητώντας να προσφέρει τον ασπασμό στα πόδια του, άκουσε από αυτόν τις λέξεις: μη μου άπτου. Από το όποιο μαθαίνουμε ότι, όταν προηγουμένως φάνηκε στην Μητέρα και τις γυναίκες πού ήταν μαζί της, σε εκείνη μόνη επέτρεψε να αγγίσει τα πόδια του (παρ' όλο πού ό Ματθαίος το αναφέρει αυτό γενικά και για τις άλλες γυναίκες, μη θέλοντας για τον λόγο πού είπαμε στην αρχή να προβάλει φανερά την Μητέρα σ' ένα τέτοιο θέμα).

Και αφού πρώτη ήλθε στον τάφο ή αειπάρθενος Μαρία και πρώτη δέχθηκε το μήνυμα της αναστάσεως, έπειτα ήλθαν και άλλες, πού ήταν πολλές μαζί, και είδαν κι εκείνες τον λίθο μετατοπισμένο και άκουσαν τους αγγέλους και, καθώς επέστρεφαν μετά από αυτό το άκουσμα και την θέα, διαμοιράστηκαν. Άλλες, όπως λέγει ό Μάρκος, έφυγαν οπό του μνημείου και ειχεν αύτάς φόβος και έκστασης και ουδενί ουδέν ειπών, εφοβούντο γαρ. Άλλες ακολούθησαν την Μητέρα του Κυρίου, οι οποίες και αξιώθηκαν της θέας και συνομιλίας του Δεσπότου. Ή δε Μαγδαληνή πήγε στον Πέτρο και τον Ιωάννη, μαζί με τους οποίους έρχεται και πάλι αυτή μόνη προς τον τάφο. Κι όταν εκείνοι αναχώρησαν, αυτή παραμένοντας εκεί αξιώνεται της θέας του Δεσπότου και αποστέλλεται και αυτή προς τους Αποστόλους και έρχεται πάλι προς αυτούς, για να αναγγείλει σε όλους, όπως λέγει ό Ιωάννης, ότι έώρακε τον Κύριον και ταύτα ειπεν αυτή. Αυτή λοιπόν ή εμφάνισης λέγει και ό Μάρκος ότι έγινε το πρωί, δηλαδή κατά την πλήρη έναρξη της ημέρας και αφού είχε περάσει ολόκληρος ό όρθρος, χωρίς όμως να ισχυρίζεται ότι τότε έγινε και ή άνάστασις του Κυρίου ή πρώτη εμφάνισης του.

Λοιπόν έχουμε τώρα τα περί των Μυροφόρων εξηγημένα με σαφήνεια, καθώς και την περί αυτών συμφωνία των τεσσάρων Ευαγγελιστών πού ζητούσαμε στην αρχή. Οι δε μαθητές, όταν κατ' αυτή την ίδια μέρα της αναστάσεως άκουσαν από τις Μυροφόρες και τον Πέτρο και τον Λουκά και τον Κλεόπα ότι ό Κύριος ζή και τον είδαν, απίστησαν. Γι' αυτό και ονειδίζονται από αυτόν, όταν υστέρα τους εμφανίσθηκε, καθώς ήταν συγκεντρωμένοι. 'αφού δε μέσω πολλών προσώπων και με πολλούς τρόπους φανέρωσε τον εαυτό του ότι ζή, όχι μόνο πίστεψαν όλοι, αλλά και κήρυξαν παντού: Εις πάσαν την Γήν έξήλθεν ό φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων. Διότι, έως ότου κηρυχθεί ό λόγος σε όλη τη γη, τα θαύματα ήταν αναγκαιότατα.


Και χρειάζονται μεν σημεία και υπερφυσικά θαύματα, για να φανεί και να βεβαιωθεί ή αλήθεια του κηρύγματος. Χρειάζονται δε «σημεία», όχι όμως και υπερφυσικά θαύματα, για να φάνουν εκείνοι πού δέχθηκαν τον λόγο κατά πόσον δηλαδή πίστεψαν με βεβαιότητα. Και ποια είναι αυτά τα «σημεία»; Τα σημεία των έργων. Διότι λέγει: δείξον μοι την πίστιν σον εκ των έργων σον, και τίς πιστός, δειξάτω εκ της καλής αναστροφής τα έργα αυτόν . Διότι ποιος να πιστεύση για κάποιον, ότι έχει πράγματι θείους και μεγάλους και υψηλούς και θα λέγαμε ουράνιους λογισμούς (πού ακριβώς τέτοια είναι ή ευσέβεια), όταν αυτός επιδίδεται σε έργα ανήθικα και είναι προσηλωμένος στη γη και στα γήινα;

Δεν ωφελεί λοιπόν τίποτε, αδελφοί, το να λέγει κανείς ότι έχει πίστη θεϊκή και να μην εχη έργα πού να ταιριάζουν στην πίστη του. τι ωφέλησαν οί λαμπάδες στις μωρές παρθένες, την στιγμή πού δεν είχαν έλαιο, έργα δηλαδή αγάπης και συμπαθείας; τι ωφέλησε σ' εκείνον τον πλούσιο, πού τηγανιζόταν στην άσβεστη φλόγα εξ αιτίας της ασυμπαθείας του προς τον Λάζαρο, το ότι κάλεσε τον Αβραάμ «πατέρα»; τι ωφέλησε σ' εκείνον τον άνθρωπο, πού δεν είχε αποκτήσει δια των καλών έργων ένδυμα κατάλληλο για τον θείο γάμο και τον νυμφώνα εκείνο της αφθαρσίας, ή δήθεν ευπείθεια προς την πρόσκληση; Προσκλήθηκε μεν και προσήλθε (διότι αναμφιβόλως πίστεψε) και παρεκάθησε μαζί με τους αγίους εκείνους συνδαιτυμόνες. Όταν όμως ξεσκεπάστηκε και καταισχύνθηκε, γιατί ήταν ντυμένος την αθλιότητα των ηθών και των πράξεων του, δένεται χωρίς έλεος χειροπόδαρα και ρίχνεται στη γέεννα του πυρός, οπού είναι ό κλαυθμός και ό βρυγμός των οδόντων.

Αυτήν είθε να μη την δοκιμάσει κανένας από μας πού καλούμεθα Χριστιανοί, αλλά επιδεικνύοντας βίο ανάλογο προς την πίστη μας, να εισέλθουμε στον νυμφώνα της άφθαρτης ευφροσύνης και να ζήσουμε αιωνίως μαζί με τους Αγίους εκεί οπού είναι ή κατοικία όλων των ευφραινομένων. Αμήν.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ΆΓΙΟΥ ΌΡΟΥΣ. ΤΕΥΧΟΣ 6



http://anavaseis.blogspot.com

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Περί Μυροφόρων Γυναικῶν. ῾Η Θεοτόκος εἶδε πρώτη τόν Αναστάντα Χριστό;


Μυροφόρες είναι οι γυναίκες που ακολουθούσαν το Κύριο μαζί με τη Μητέρα του, έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σωτηριώδους πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου.


Όταν δηλαδή ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος ζήτησαν κι' έλαβαν από το Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το κατέβασαν από το σταυρό, το περιέβαλαν σε σινδόνια μαζί με εκλεκτά αρώματα, το τοποθέτησαν σε λαξευτό μνημείο κι' έβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τον ευαγγελιστή Μάρκο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία που καθόταν απέναντι του τάφου. Άλλη Μαρία εννοούσε οπωσδήποτε τη Θεομήτορα. Δεν παρευρισκόταν μόνο αυτές, αλλά και πολλές άλλες γυναίκες όπως αναφέρει και ο Λουκάς.


Η ανάσταση του Κυρίου είναι ανανέωση της ανθρώπινης φύσεως και ανάπλαση και επάνοδος προς την αθάνατη ζωή του πρώτου Αδάμ που καταβροχθίσθηκε από το θάνατο λόγω της αμαρτίας και δια του θανάτου επανήλθε προς τη γη από την οποία πλάσθηκε.Όπως λοιπόν εκείνον στην αρχή δεν τον είδε κανείς άνθρωπος να πλάττεται και να παίρνει ζωή, αφού δεν υπήρχε κανείς άνθρωπος εκείνη την ώρα, μετά δε τη λήψη της πνοής ζωής με θείο εμφύσημα πρώτη από όλους τον είδε μια γυναίκα, γιατί μετά από αυτόν πρώτος άνθρωπος ήταν η Εύα. Έτσι το δεύτερο Αδάμ, δηλαδή το Κύριο, όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς, κανείς άνθρωπος δεν τον είδε, αφού δεν παρευρισκόταν κανείς δικός του και οι στρατιώτες που φύλαγαν το μνήμα ταραγμένοι από το φόβο, είχαν γίνει σαν νεκροί, μετά δε την ανάσταση πρώτη απ' όλους τον είδε μια γυναίκα.Υπάρχει κάτι συνεσκιασμένο από τους ευαγγελιστές, το οποίο θα αποκαλύψω στην αγάπη σας. Πραγματικά πρώτη απ' όλους τους ανθρώπους, όπως ήταν σωστό και δίκαιο, είδε τον αναστάντα και απόλαυσε την ομιλία του και άγγισε τα άχραντα πόδια του, έστω και αν οι ευαγγελιστές δεν τα λέγουν φανερά, μη θέλοντας να φέρουν ως μάρτυρες τη μητέρα, για να μη δώσουν αφορμή υποψίας στους απίστους. Επειδή τώρα ομιλώ προς πιστούς θα διευκρινήσω τα σχετικά. Αφού λοιπόν οι μυροφόρες ετοίμασαν τα μύρα και τα αρώματα, κατά την εντολή, το Σάββατο ησύχασαν. Ο Λουκάς αναφέρει: "Τη πρώτη της εβδομάδος, όρθρο βαθύ, ήρθαν στο μνήμα, η Μαρία Μαγδαληνή, η του Ιακώβου, η Ιωάννα και άλλες μαζί τους." Ο Ματθαίος λέγει: "αργά το Σάββατο, ξημερώνοντας την πρώτη της εβδομάδος και δύο μυροφόρες προσήλθαν". Ο Ιωάννης λέγει: "Το πρωϊ, ενώ ήταν σκοτεινά και ήταν μόνο η Μαρία Μαγδαληνή". Ενώ ο Μάρκος αναφέρει: "Πολύ πρωϊ της πρώτης της εβδομάδος και ήταν τρείς οι προσερχόμενες μυροφόρες". Πρώτη της εβδομάδος που αναφέρουν όλοι οι ευαγγελιστές είναι η Κυριακή. Αργά το βράδυ, όρθρο βαθύ, πολύ πρωϊ και πρωϊ σκοτεινά ακόμη, ονομάζουν το χρόνο γύρω από τον όρθρο, ανάμικτο από φως και σκοτάδι. Φαίνονται βέβαια να διαφωνούν κάπως οι ευαγγελιστές μεταξύ τους τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών.Οι μυροφόρες ήταν πολλές και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, αλλά και δυό και τρεις φορές, συντροφιά μεν, αλλ' όχι οι ίδιες, κατά τον όρθρο μεν όλες, αλλ' όχι τον ίδιο χρόνο ακριβώς.Όπως εγώ υπολογίζω και συνάγω από όλους τους ευαγγελιστές, πρώτη απ' όλους ήλθε στον τάφο του Υιού του Θεού η Θεοτόκος, έχοντας μαζί τη Μαγδαληνή Μαρία. Το συμπεραίνω από τον ευαγγελιστή Ματθαίο. Γιατί λέγει, "ήλθε η Μαγδαληνή Μαρία και η άλλη Μαρία", που ήταν οπωσδήποτε η Θεομήτωρ, "για να δουν τον τάφο. Και έγινε μεγάλος σεισμός, γιατί άγγελος Κυρίου ήλθε, σήκωσε τη μεγάλη πέτρα από το μνημείο και κάθησε πάνω της. Ήταν η μορφή του σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι και από το φόβο τους ταράχθηκαν οι φύλακες και έγιναν σαν νεκροί". Νομίζω ότι για τη Θεοτόκο ανοίχθηκε ο ζωηφόρος τάφος (γιατί γι' αυτή πρώτη και μέσω αυτής έχουν ανοιχθεί σ' εμάς όλα, είτε στον ουρανό είτε στη γη) γι' αυτήν άστραψε ο άγγελος να δεί τον άδειο τάφο και το μέγα θαύμα των ενταφίων χωρίς τον αναστάντα Κύριο. Και προφανώς ο ευαγγελιστής αυτός άγγελος ήταν ο Γαβριήλ, που ανάφερε την ανάσταση δείχνοντας το κενό μνημείο και λέγοντας στις μυροφόρες να την αναγγείλουν στους μαθητές. Και τότε "εξήλθαν με φόβο και χαρά μεγάλη". Εγω νομίζω και πάλι ότι τον φόβο έχει ακόμη η Μαρία Μαγδαληνή και οι άλλες γυναίκες, ενώ η Θεομήτωρ απέκτησε τη μεγάλη χαρά, γιατί κατενόησε τα χαρμόσυνα λόγια του αρχαγγέλου τα οποία πίστευσε και από τα τόσα αξιόπιστα γεγονότα, του σεισμού, της μετάθεσης του λίθου, του άδειου τάφου, των άλυτων ενταφίων αδειανών από το σώμα. Και τέλος πρώτη η Θεοτόκος αναγνώρισε τον αναστάντα και προσέπεσε στα πόδια του και έγινε απόστολος προς τους Αποστόλους, όταν επιστρέφοντας εμφανίσθηκε ο Ιησούς στις μυροφόρες, λέγοντας το: "Χαίρετε".





Αγίου Γρηγορίου Παλαμά


Πηγή: http://www.monipetraki.gr/pentikostario2.html