"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φυλακή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φυλακή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

᾿Αρχ. Μᾶρκος Μανώλης:Μια ζωή πλάι στούς κατατρεγμένους



«Είναι φυλακή». «Αναμορφωτήριο εννοείτε», απάντησα. «Οχι, είναι κανονική φυλακή και εκεί κρατούνται παιδιά», επέμεινε ο ιερέας Μανώλης Μάρκος, αναφερόμενος στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα.
Και ήταν η μοναδική φορά που είδα τη γαλήνια έκφρασή του να αλλάζει και να υψώνει τον τόνο της φωνής του. Οχι από θυμό, αλλά από αγανάκτηση και πόνο.
Γιατί ο ιερωμένος στεναχωριόταν που παιδιά βρίσκονταν σε μια φυλακή. Γιατί για εκείνον ήταν νέοι άνθρωποι που παρασύρθηκαν, είτε γιατί δεν είχαν κανέναν να ενδιαφερθεί για εκείνα, είτε από επιπολαιότητα λόγω του νεαρού της ηλικίας τους.
Γι' αυτό και κάθε Τετάρτη, επί 25 χρόνια, επισκεπτόταν τα παιδιά στη φυλακή στον Αυλώνα μαζί με τους ενορίτες του, που τον συνόδευαν και κάθε φορά τους πήγαιναν ρούχα, τρόφιμα, βιβλία και ό,τι άλλο είχαν ανάγκη. Σε συνεχή επικοινωνία ήταν και με τις οικογένειες τους. Δίπλα τους ήταν και μετά, όταν αποφυλακίζονταν, για να τα βοηθήσει να κάνουν μια νέα αρχή.
«Κάθε φορά που θα πηγαίνουμε στην εκκλησία της φυλακής θα ανάβουμε ένα κεράκι για τον πατέρα Μάρκο, θα τον σκεφτόμαστε και θα προσευχόμαστε γι' αυτόν, επειδή τον αγαπούσαμε και θα τον θυμόμαστε για πάντα. Ηταν ξεχωριστός άνθρωπος που νοιαζόταν για μας, είχε μεγάλη καρδιά που μας χώραγε όλους», έγραψε 20χρονος κρατούμενος για τον πατέρα Μανώλη Μάρκο που «έφυγε» στις 16 Απριλίου στα 73 του χρόνια.
Πράγματι είχε μεγάλη καρδιά ο «Αγιος των φυλακισμένων», όπως τον αποκαλούσαν. Ηταν δίπλα σε κάθε άνθρωπο που είχε την ανάγκή του -σε αρρώστους σε νοσοκομεία, σε άπορους, σε ορφανά παιδιά. Κοιμόταν μόλις 2 ώρες το 24ωρο για να προλάβει να βοηθήσει όσο το δυνατόν περισσότερους συνανθρώπους του. «Δεν υπήρχε ώρα για τον πατέρα Μάρκο, είτε ήταν 3 τα ξημερώματα, είτε 11 το πρωί, το ίδιο και το αυτό, όποτε και να ζητούσες τη βοήθεια του, έτρεχε για να βοηθήσει, να προσφέρει ό,τι μπορεί», μας λέει ο πατήρ Δανιήλ. Κατέρρευσε στις 28 Μαρτίου, Κυριακή των Βαΐων, λίγο πριν το πέρας της Θείας λειτουργίας.
«Είχε αφιερώσει τη ζωή του στους κατατρεγμένους», μας λέει μια κυρία που βρέθηκε στο μνημόσυνο την περασμένη Κυριακή στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στον Διόνυσο μαζί με τον 11χρονο γιο της, που έκανε μαθήματα ζωγραφικής στο Αρχονταρίκι της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, όπου εφημέρευε ο πατήρ Μάρκος. Εκεί παραδίδονταν και μαθήματα βυζαντινής μουσικής, αγιογραφίας -όλα αφιλοκερδώς- και όλα με πρωτοβουλία του πατρός Μάρκου.
«Η επικοινωνία μαζί του ήταν δώρο από τον Θεό, τον έστειλε ο Θεός να βοηθήσει τους συνανθρώπους του, σου μετέδιδε την ηρεμία του, όταν έφευγες από κοντά του ένιωθες γαλήνιος», μας λέει μια άλλη κυρία. Ανθρωποι όλων των ηλικιών, από κάθε γωνιά της Ελλάδας, αλλά και από το εξωτερικό, μια και η δράση του ξεπερνούσε τα σύνορα της χώρας μας, βρέθηκαν στο μνημόσυνο για να τον αποχαιρετήσουν.
«Ο Θεός τον ήθελε κοντά του, τον πήρε και τον έβαλε στον Παράδεισο για να φωτίζει και να προσέχει από ψηλά εμάς, τους γονείς μας και τους αγαπημένους μας ανθρώπους», γράφει ο 20χρονος κρατούμενος.
Σε επίσκεψή μου στη φυλακή στον Αυλώνα, ο διευθυντής του δημοτικού σχολείου στη φυλακή Νίκος Αρμένης μού είχε πει: «Δεν υπάρχουν πολλοί σαν τον πατέρα Μάρκο, είναι μετρημένοι στα δάκτυλα».
Ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί ένας εξίσου φωτισμένος άνθρωπος που θα καλύψει το κενό του και να συνεχίσει το έργο του. Εμείς θα τον θυμόμαστε πάντα.


Σάββατο 10 Απριλίου 2010

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ-ΣΙΒΗΡΙΑ 1955...


Ο Αλέξιος Κιμπάρντιν γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1882 στο χωριό Βσεχσβιάτσκοε στην περιοχή του Σλομπόντσκ.

Ποτισμένος από τα ορθόδοξα νάματα και νιώθοντας μέσα του την κλήση του Θεού, χειροτονήθηκε ιερέας. Το 1913 διορίσθηκε εφημέριος στο τσαρικό παρεκκλήσιο, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1930. Τότε ήταν πού σήμανε γι' αυτόν ή ώρα της Θυσίας. Ό π. Αλέξιος συνελήφθη καί με την απόφαση του δικαστηρίου καταδικάσθηκε για πέντε χρόνια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως καί μετά έζησε εξόριστος στη Σιβηρία. Την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το καθεστώς, επειδή είχε ανάγκη τη βοήθεια της Εκκλησίας, έλυσε λίγο τα σκληρά δεσμά του καί ή πίστη ανάσανε. Όχι για πολύ όμως. Το 1950 ό π. Αλέξιος συνελήφθη καί καταδικάσθηκε σε νέα φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Αποφυλακίσθηκε το 1955 καί το 1964 παρέδωσε τη μακαριά ψυχή του στον Αγαπημένο του Κύριο. Ό π. Αλέξιος ήταν πνευματικό παιδί του νεοφανούς Αγίου της Ρωσικής Εκκλησίας Σεραφείμ της Βύριτσα. Πολλά θαυμαστά γεγονότα εκπληρώθηκαν στη ζωή του π. Αλεξίου μετά από προρρήσεις του Αγίου Σεραφείμ. Στήν τελευταία φυλάκιση του ό π. Αλέξιος έλεγε πώς ευχαριστούσε θερμά τον Κύριο γιατί έγινε αιτία νό γνωρίσουν πολλές ψυχές το Χριστό.


Ή ζωή στη φυλακή σκληρή καί απάνθρωπη. Καί πιο πολύ τον στενοχωρούσε πού δεν του επιτρεπόταν να τελέσει τη Θεία Λειτουργία. Το 1953, όταν πέθανε ό Στάλιν, τα πράγματα φαίνονταν να αλλάζουν. Κάποια μέρα κάποιος έστειλε σ' ένα φυλακισμένο ιερέα ένα άντιμήνσιο καί από τότε τις μεγάλες γιορτές έτελεϊτο ή Θεία Λειτουργία.

"Ωσπου έφθασε το Πάσχα του 1955. Ό π. Αλέξιος μάζεψε τους φυλακισμένους ιερείς καί διακόνους καί προετοίμασε την εορτή. Τα διακονήματα μοιράσθηκαν. Ή φυλακή έγινε άγιο εργοτάξιο. Παλιά υφάσματα καί τριμμένες λινάτσες έγιναν άμφια ιερατικά. Καί που θα βρεθούν "Αγια Σκεύη; Χέρια από ιερείς μαστόρους σκαλίσανε από ξύλο "Αγια Ποτήρια, "Αγια Δισκάρια, "Αγιες Λαβίδες καί Λόγχες. Ή προσμονή της Αναστάσεως σαν ουράνιος γλυκασμός έκανε τον απάνθρωπο χώρο της φυλακής κομμάτι του Παραδείσου. Μέχρι πού έφθασε ή νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Οί καλλίφωνοι ιερείς άρχισαν τον Κανόνα της ημέρας «Κύματι θαλάσσης...». Τότε άρχισαν οι πατέρες φορεμένοι τα άμφια πού έραψαν στη φυλακή να βγαίνουν με τάξη καί ευλάβεια. Κι ήταν οι πιο λαμπρές στολές πού είχαν φορεθεί ποτέ, Τότε ένα σημάδι έδειξε την παρουσία του Θεού καθώς ένα μεγάλο κύμα χτύπησε στην άκρη της γειτονικής λίμνης βρέχοντας τους φυλακισμένους. "Ενα ατέλειωτο ποτάμι από τους κατάδικους πού μες στη νύχτα κρατούσε αντί για κερί ένα ξύλο πού σιγόκαιγε με τ' "Αγιο Φως είχε κυκλώσει τους ιερείς. ΄0 π. Αλέξιος στάθηκε στο μέσο καί φώναξε ν' ακούσει όλος ό κόσμος.

-Χριστός Ανέστη!

Καί τα χαρακωμένα πρόσωπα πού άστραφταν άπ' τ' "Αγιο Φως απάντησαν θαρρετά.

-Αληθώς Ανέστη!

Αμέτρητο λεφούσι από πουλιά πετούσαν πάνω από τη φυλακή καί παίρνοντας το μήνυμα της Αναστάσεως το μοίραζαν στον κόσμο.

Ό π. Αλέξιος διάβαζε αργά καί κατανυκτικά τον Κατηχητικό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Σέ λίγο οι φυλακισμένοι κοινωνούσαν του Σώματος καί του Αίματος του Κυρίου.

Ό π. Αλέξιος σήκωσε το ξύλινο Άγιοπότηρο ψηλά ευχόμενος: «Πάντοτε νυν καί αεί...»

Με δάκρυα ευχαρίστησε το Θεό για το πιο όμορφο Πάσχα πού έζησε

στη ζωή του. Γιατί όπως του είχε πεϊ κάποιος γέροντας: «Οί ώρες του πό¬

νου είναι οι πιο γλυκές ώρες της προσευχής».

Αρχιμ.Εφραίμ Παναούση
περιοδικό ''Πειραική Εκκλησία''
Πηγή:http://proskynitis.blogspot.com/